Antonio Tabucchi – Ο μαύρος άγγελος

Εξώφυλλο Μαύρος Άγγελος

Πάντα απολαμβάνω την γραφή του Ταμπούκι και αδυνατώ να προκρίνω το είδος του κειμένου προτιμώ περισσότερο· διήγημα, μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Και στις τρεις λογοτεχνικές του δοκιμές ο συγγραφέας κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο του, αιχμαλωτίζοντάς τον σε ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις και τις ιστορίες. Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ακολουθεί την γνώριμή του πρόζα: ιστορίες που αντιστρατεύονται μια πραγματικότητα που δεν είναι ποτέ αρκετή (ας θυμηθούμε Το παιχνίδι της αντιστροφής), ελεγείες ή επανεμφανίσεις των φωνών της μνήμης (με τις οποίες ξεχείλιζε το Ρέκβιεμ) και βέβαια συνομιλώντας πάντα με συγγραφείς όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, τις Τρεις τελευταίες μέρες του οποίου άλλωστε επαρκώς λογοτέχνησε.

Η διαφορά εδώ είναι ότι όλο και κάποιος άγγελος θα εισχωρήσει στις ιστορίες, προσδίδοντας ένα μεταφυσικό στοιχείο. Ο τίτλος, άλλωστε, όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, ανήκει στον Εουτζένιο Μοντάλε που έπεσε πάνω σ’ έναν άγγελο με μαύρα φτερά πριν από τον ίδιο, συνεπώς είναι ένας τίτλος φόρου τιμής αλλά κυρίως τρυφερής θύμησης. Όμως σε ποιο βιβλίο του Ταμπούκι δεν υπήρχαν αλαφροΐσκιωτες αισθήσεις ή ανεξήγητες φωνές; Ίσα ίσα: αν ένα ακόμα από τα βιβλία του που απολαύσαμε είχε τον τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά, σε πλείστα γραπτά του ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς έστω και εν παραισθήσει εκείνο που του έχασε ή του διέφυγε. Κι εκείνο που τελικά μένει δεν είναι το παράξενο ή το ξένο αλλά το βαθιά ανθρώπινο που πάντα είναι και το ελάχιστα παρατηρημένο.

Lisboa_

Στις Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις τι ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον που διατηρεί ένα παιχνίδι που άλλος θα έλεγε παιδικό, ένα παιχνίδι μόνο ο ίδιος γνωρίζει και από ντροπή δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Είναι κάτι σαν πλάκα με τον εαυτό μας ή με τυχαίους περαστικούς, αυτοί είναι οι αδαείς σύντροφοι του εφευρέτη του. Αρκεί να βγαίνεις έξω για παράδειγμα μια Κυριακή, όπου όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους κι αρκεί μια φράση που αποφασίζεις ότι είναι αυτή, την απομονώνεις με την λαβίδα σαν ένα κομμάτι ύφασμα, την κόβεις με το ψαλίδι της φαντασίας και αυτή είναι το ξεκίνημα μιας ιστορίας. Είναι μια ιστορία που ανήκει μόνο σ’ εσένα, γιατί εκείνοι δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν, ούτε καν θα την αναγνώριζαν. Σε αυτό το παίγνιο…

… ο καθένας πρόσθεσε μια μικρή τσόντα, ένα πετραδάκι που εσύ μάζεψες, διάλεξες, έβαλες στη θέση που του ταίριαζε, εκείνο και μόνο εκείνο, για να φτιάξεις ένα μωσαϊκό που απόψε θα το κοιτάξεις με μάτια άπληστα, έκπληκτος για το ποιον δρόμο παίρνουν τα πράγματα, για το πώς η μια λέξη δένεται με την άλλη, το ένα γεγονός με το άλλο, η μια λεπτομέρειες με την άλλη, μέχρι να δημιουργήσουν μια ιστορία που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει: τη δική σου ιστορία. [σ. 15]

Revolución de los Claveles

Τώρα είσαι εσύ αυτός που τροφοδοτεί τους άλλους με προκατασκευασμένες φράσεις, γράφει ο Ταμπούκι, και αυτή είναι η ιδανικότερη παραβολή για την γραφή, την λογοτεχνία, την ίδια την δημιουργία. Στο δεύτερο διήγημα, Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση, μια συντροφιά φίλων, άντρες και γυναίκες πάνω από τα είκοσι, με έντονες ανησυχίες συναντιούνται σε ένα σπίτι με διάθεση να συνομιλήσουν μ’ έναν ποιητή που κάποτε υπήρξε σκληρός και μαχητικός κι ύστερα τα ίδια τα γεγονότα τον λύγισαν, μεταστρέφοντας την μαχητικότητα σε πικρία και στην αίσθηση ότι είναι μάταιο να δίνει κανείς μάχες.

Ο συγγραφέας αποδίδει περίτεχνα την ατμόσφαιρα της σαλαζαρικής δικτατορικής περιόδου: ένα μείγμα φόβου, λύπης και ανασφάλειας που κάνει τους Πορτογάλους να νοιώθουν πρόσφυγες σε μια πόλη που ήταν η πόλη τους και να νοσταλγούν παλιές νύχτες, όχι σαν αυτή την εχθρική με τα αρνητικά της κύματα που πάλλονταν έτοιμα να ξεσπάσουν». Σε αυτόν τον κύκλο ο Ταντέους πάντα αποζητά συνενόχους στο ξενύχτι, ώστε να διαβάσουν ποίηση για να χάσουν την αίσθηση του χρόνου. Έξω οι φανοστάτες έχουν σβήσει, μια λαμπρή ιδέα της αστυνομίας ώστε να μη συγκεντρώνονται στους δρόμους ανατρεπτικές ομάδες. 

Revolución de los Claveles Poster

Κανείς δεν θέλει να τελειώσει η βραδιά· η Ζοάνα προτείνει να διαβάσουν κάτι ακόμα, για να πιστέψει και η ίδια στην ποίηση και στη ζωή, ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν τη διάθεση να αποδώσουν στην ανάγνωση μερικών στίχων την ίδια έννοια της ελπίδας και της ψευδαίσθησης. Είναι αναπόφευκτο η νύχτα να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή. Κι ίσως σ’ αυτό το συναρπαστικό διήγημα ο Ταμπούκι να υπερβαίνει την γλυκιά ευθεία πολλών ιστοριών του και να αφήνεται σε μια απροσδόκητη, δραματικότατη κορύφωση.

Κι όλα άρχιζαν από την αρχή στη φαντασία αυτού που φανταζόταν εκείνη τη νύχτα, εν είδει παντομίμας ή μαγείας: από την πόρτα στις πολυθρόνες, από τις πολυθρόνες στην πόρτα, σαν πλάσματα υπνωτισμένα, καταδικασμένα σε μια επανάληψη χωρίς λογική, πλάσματα αναγκασμένα να ζουν συνεχώς το πρελούδιο της φρικτής περιπέτειας που τα περίμενε εκείνη η νύχτα και καμία φαντασία δεν είχε το κουράγιο να τα κάνει να ζήσουν όπως έπρεπε να ζήσουν. [σ. 45]

Tabucchi A_

Μην ξεχνάμε ότι για την ατέλειωτη θλιβερή πολιτική περίοδο της Πορτογαλίας ο Ταμπούκι έγραψε το περίφημο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Εδώ στην συλλογή ο ζοφερός πολιτικός μανδύας σκεπάζει πρώτα την Πρωτοχρονιά, στα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου ο φασισμός αυτή την φορά εμφανίζεται στην μορφή του πατέρα του μικρού ήρωα, ο οποίος αναζητά καταφύγιο στην φαντασία, δίνοντας αλλόκοσμες ιδιότητες στις οικογενειακές μορφές. Το νανούρισμα, από την άλλη, επιστρέφει στο σήμερα, και στην πρόσκληση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης προς μια κριτικό λογοτεχνίας για να δώσει διάλεξη για τον Σελίν. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και πάλι το ταξίδι για να βυθίσει την ηρωίδα στις δικές της αναδρομές. Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μου θυμίζει τη ζωή σου αφορά την ύστατη ευκαιρία για φλερτ που απρόσμενα δίνεται σε έναν γηραιό ποιητή.

Ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται στο πιο εφιαλτικό κείμενο του βιβλίου: Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε εις το όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οι ενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης.

Tabucchi b

Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών. Δεν ψάξαμε εμείς να σας βρούμε, είστε εσείς αυτός που μας έκανε νεύμα […] ο μοναδικός λόγος είναι ότι είχατε διάθεση να διηγηθείτε μια ωραία ιστορία από το άλφα ως το ωμέγα. […] Εμάς δεν μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι συμβαίνει έξω αλλά και ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Κι αυτός ο τελευταίος καγχασμός ενώνει τους πολιτικούς εφιάλτες παρελθόντος και παρόντος.

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991].

Οι ενδιάμεσες εικόνες από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων [1974], στην καρδιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ.

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.