Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

Μαρία Κουγιουμτζή – Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα

Η αβάσταχτη σκληρότητα του είναι

Η Μαρία Κουγιουμτζή γράφει με μια αστείρευτη έμπνευση ιστορίες σκληρές, γεμάτες από ήρωες που υφίστανται κάθε είδους βάσανο: κατασπαράζονται μέσα σε σχέσεις ανθρωποφαγικές, ρίχνονται γυμνοί μέσα σε μια κοινωνική αρένα, δεν βρίσκουν καταφύγιο ούτε στους κόλπους της οικογένειας, που συχνά αποδεικνύεται αίθουσα βασανιστηρίων για το σώμα και σφαγείο για την ψυχή. Στις ερωτικές τους σχέσεις εξευτελίζονται, στην καθημερινή τους ζωή καταματώνουν το ίδιο σωματικά και ψυχικά. Οι συλλογές των διηγημάτων της βρίθουν από μια ανεξάντλητη τυπολογία πόνων, που όμως κανείς τους δεν μοιάζει με τον άλλο. Όλες αυτές οι διηγήσεις θαρρείς και συγκολλούν το ψηφιδωτό του μεγάλου ιδιωτικού ανθρώπινου πόνου, ίδιο και απαράλλαχτο στον τόπο και στον χρόνο.

Θα περίμενε κανείς όλος αυτός ο ζόφος να αντανακλά στον αναγνώστη και να τον σκεπάζει με την μελαγχολία των αναπότρεπτων ανθρώπινων πραγμάτων. Κι όμως, οι ιστορίες της όχι μόνο δεν σκοτεινιάζουν αλλά, λειτουργώντας μ’ έναν θαυματουργό τρόπο, τολμώ να πω και πως γλυκαίνουν. Όχι μέσω κάποιου σαδισμού ή της γνωστής ικανοποίησης που αισθάνεται ο ασφαλής θεατής – αναγνώστης «απέναντι στον πόνο των άλλων», αλλά κυρίως επειδή μας ανοίγει μια τεράστια βεντάλια ιστοριών που μόνο η θαυμαστή λογοτεχνία μπορεί να καθιστά την ίδια στιγμή απολύτως εξατομικευμένες και κοινές για όλους.

«Ο πατέρας βίαζε τη μικρή Εβραία, που του είχαν εμπιστευθεί, για πέντε μήνες πριν την παραδώσει»… αρχίζει ένα από τα πλέον ενδεικτικά διηγήματα της συλλογής, «Η μικρή Εβραία». Κλεισμένη στη σοφίτα, τον περιμένει γνωρίζοντας πως δεν πρέπει να φωνάξει. Και κάποτε την σπρώχνει στο πλήθος των Εβραίων που όδευαν προς τον σταθμό των τρένων, επειδή δεν άντεχε, είπε, να μην της ορμά. Τώρα η μητέρα πήρε την θέση της αλλά εκείνος φωνάζει το όνομα εκείνης. Με όλα αυτά, μοιάζει ευτύχημα που ο οχτάχρονη αφηγήτρια τού προκαλεί απέχθεια· όταν όμως φτάσει τα δώδεκα, την ακολουθεί ως υπνωτισμένος. Η νέμεση για τον απεχθή πατέρα δεν έρχεται τόσο με την επανορθωτική βία της γυναίκας και της κόρης του όσο με την ίδια της την εμφάνιση, που μοιάζει με εκείνη της άτυχης Εβραίας, αλλά κι ένα τέχνασμά της κόρης που δεν τον αφήνει ποτέ να ησυχάσει.

Στις «Ξέφρενες σιωπές» η δεκατετράχρονη αδελφή της αφηγήτριας εκδηλώνει με τον δικό της τρόπο την απέχθεια προς την μητέρα τους: διαβάζει άκαμπτη και σοβαρή και είναι πάντοτε «αλλού», «σε έναν κόσμο ελεύθερο, που όμως για να τον κατακτήσει έπρεπε να υπομένει την υποταγή στον ορισμένο από άλλους χώρο και χρόνο». Η μητέρα μια «στρίγγλα ηθικής», ο πατέρας εξαφανισμένος στις θάλασσες και παρών μόνο σε εξωτικές κάρτες. Η επαναστατικότητά της βράζει κάτω από το νυσταγμένο βλέμμα της κόρης, που ξεκινάει μια σχέση με τον διευθυντή του εργοστασίου όπου εργάζεται η μητέρα της. Εκείνη τους τιμωρεί με τα καρούλια που ως τώρα έμοιαζαν με οντότητες που τους συμπαραστέκονταν στον έρωτά τους στην βιομηχανική τους κρυψώνα. Αλλά η κόρη αφήνει ως κληροδότημα στην αφηγήτρια μια εντολή να μην προδώσει ποτέ την επιθυμία της, συνεπώς και να μην υποκύψει για να την απολαύσει, γιατί τότε θα την χάσει. Και στο απρόσμενο τελείωμα, ο όποιος έρωτας των δυο αταίριαστων εραστών μεταγγίζεται με ιδιαίτερο τρόπο στην αφηγήτρια.

Στην ιστορία που διαδραματίζεται «Τότε που η μαμά κοιμόταν» μια άλλη μητέρα ταλαιπωρεί την κόρη της καθώς κοιμάται συνέχεια ή, όταν ο μπαμπάς πηγαίνει να πλαγιάσει πλάι της, ουρλιάζει. Το κορίτσι αντιλαμβάνεται ότι δεν φταίει η βροχή, όπως του λένε, και επιχειρεί την παρασύρει σε ένα παιχνίδι βίας που φτάνει στο σημείο να μοιράζονται τον πόνο και την βρωμιά: είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να μείνουν μόνες. Κάπου αλλού, μια άλλη μικρή, η Μιχαλίτσα, προσπαθεί με τον δικό της τρόπο να γνωστοποιήσει στον περίγυρό της αυτά που υφίσταται από τον πατέρα της. Αλλά εκείνοι είτε θεωρούν ότι τα βγάζει από το μυαλό της είτε δεν θέλουν να ακούνε τέτοια λόγια, είναι αμαρτία. Δεν της μένει παρά η αφηγήτρια ή η πιο ακραία αυτοδικία («Όταν ωριμάσουν τα πορτοκάλια»).

Στο «Ερωτικό αδιέξοδο» το πρόσωπο που μας διηγείται την ιστορία βρίσκεται σε ένα ακόμα ιδιόμορφο τρίγωνο, εφόσον παρίσταται, ως συγκάτοικος, στον νεανικό έρωτα της συγκατοίκου με τον φίλο της. Καθώς κοινωνεί τις σκέψεις της σ’ εμάς τους αναγνώστες, θαυμάζει την ερωτικότητα της κοπέλας, ζηλεύει, ειρωνεύεται, το βράδυ ακούει τις κινήσεις των σωμάτων τους, τα βλέπει πλεγμένα και μπαίνει φαντασιωδώς ανάμεσά τους. Το φορτισμένο τρίγωνο διαλύεται με έναν εξίσου αναπάντεχο, κυριολεκτικά αποκαλυπτικό τρόπο.

Πριν από μια ώρα ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι χωρίς τη φούστα. Μια κοιλιά ιδρωμένη πίεζε τη δική της με λάθος ρυθμό. Τα μπράτσα της σταυρωτά πάνω στο πρόσωπό της με τις μασχάλες στεγνές. Οι θηλές του στήθους της μαλακές, έγερναν στο πλάι κάθε φορά που οι τσιτωμένες ρώγες του άντρα ξιφομαχούσαν πάνω τους. Στο χαμηλό φως του αμπαζούρ, οι κάλτσες της με τους φευγάτους πόντους ντρέπονταν. Χαζές, λέξει, χαζές, και κοκκινίζει. Το κάδρο πάνω απ’ το κεφάλι της – ένας γλυκός Ιησούς – σάλευε απ’ τους κραδασμούς του κρεβατιού. Έτοιμος να πέσει κι Αυτός. Όχι, δεν μπορούσε να βοηθήσει. [σ. 83]

«Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο», όπως τιτλοφορείται το σχετικό διήγημα, περιμένει αυτή την γυναίκα. Το δωμάτιο είναι νοικιασμένο για μια ώρα και δεν υπάρχει χρόνος ούτε για τον πολυπόθητο ύπνο. Νωρίτερα είχε μπει σε μια τράπεζα ν’ αφήσει το σώμα της σε μια πολυθρόνα, μα την έδιωξε γρήγορα ένας ακόμα πιο λυπημένος υπάλληλος. Οι τσέπες της δεν έχουν κλειδιά, η καρδιά της δεν ακούγεται. Η ημέρα θα τελειώσει με την μάχη για μια θέση στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Στην καλύτερη περίπτωση, θα την βρει αγκαλιασμένη με μια άλλη άστεγη, να μοιράζονται την ευτυχία μιας καραμέλας.

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

Εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ. 246.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Στις εικόνες, έργα των: Lu Jian Jun, Suthamma (Ta) Thimkaeo, Oswaldo Guayasamín, Aleksandra Waliszewska, Maureen Scott, Robert Bluj.

H συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.