Enric Nolla – 7/24. Ο θρύλος του άντρα που αιωρείται πάνω από τα πάρκα

ThrilosAntra_ex1

Για την αναμονή και την απώλεια

Εσάς δεν σας έχει συμβεί ποτέ να νιώσετε πως τα πάντα είναι έτοιμα να ταιριάξουν μεταξύ τους, να αποκτήσουν νόημα, και τη στιγμή που νομίζεις πως το έπιασες, χωρίς να ξέρεις γιατί, το χάνεις…;

Αν θέλει κάποιος να μιλήσει για τα πράγματα που συμβαίνουν στον χρόνο και στον χώρο, πρέπει να εξερευνήσει τους τόπους, να κουρδίσει τα ρολόγια, γράφει ο Joan Casas σχετικά με το θέατρο του Enric Nolla Gual [Ενρίκ Νόλια Γουάλ], ανιχνεύοντας τις πρώτες παραστάσεις που είδε αλλά και δεν είδε ο συγγραφέας. Στις πρώτες ανήκει το Άι Καρμέλα του Χοσέ Σάντσις Σινιστέρα, που θα γινόταν ο μέντοράς του, ένα κείμενο που έπαιζε με τόπους και εποχές για να υπεραμυνθεί της αξιοπρέπειας των ταπεινών απέναντι στην κτηνωδία του φασισμού και του πολέμου. Ανάμεσα στις δεύτερες βρίσκεται το νεοσύστατο τότε θέατρο του Φρανσουά Τανγκί, με τους ηθοποιούς να ψιθυρίζουν χαμηλόφωνα, να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα σε χαραμάδες και κάτω από ελάχιστα φώτα, να φοράνε ασυνήθιστες μάσκες.

2

Προσπαθώ να ακολουθώ τις λέξεις, την μια μετά την άλλη, τις μεν μετά τις δε, μέχρι το τέλος. Τίποτε δεν είναι προφανές, όλα είναι ουσιώδη, μοναδικά, θεμελιώδη και δίχως νόημα. [σ. 16]

Στην Βαρκελώνη που τότε είχε υποδεχτεί τον Τανγκί έφτασε ο Νόλια το 1991 για τις σπουδές του κι ένα χρόνο μετά γνώρισε τον Σινιστέρα, που τον προσκάλεσε στα μαθήματα στο Sala Beckett. Ο συγγραφέας ήρθε σε επαφή με το θεατρικό παίξιμο για πρώτα και τελευταία φορά αλλά η θεατρική εμπειρία τον σημάδεψε οριστικά. Η θεατρική συγγραφή ήταν θέμα χρόνου. Μια σειρά «παράξενων» κειμένων, που δεν είχαν καμία σχέση ούτε με τα mainstream θεατρικά έργα, ούτε με τις εκάστοτε πρωτοπορίες, διαμόρφωσαν στην πορεία την δική του ιδιαίτερη φωνή. Η εμμονή του με τον χώρο, ως αρχή και αφορμή των πάντων είναι εμφανής και στο παρόν έργο.

4

Εκείνος: Τι σημαίνουν όλα αυτά; (Σιωπή). Πρέπει ντε και καλά να σημαίνουν κάτι; (Σιωπή) [σ. 17]

Εκείνος, Ο Μοτοσυκλετιστής, Ο Άντρας – αδελφός του μοτοσυκλετιστή, Η Οδηγός Ταξί, Εκείνη – γυναίκα του μοτοσυκλετιστή, Η Αδελφή Εκείνου, Ο Άγνωστος Άντρας: πρόσωπα που συναντιούνται εξαιτίας ενός ατυχήματος στο κέντρο της πόλης και συνευρίσκονται στον χώρο του νοσοκομείου. Φόβος και απόγνωση, ευθύνη και ενοχή, μοίρασμα και αντιπαράθεση, μια κοινότητα ζωντανών που δεν είναι βέβαιοι κατά πόσο ζουν, ένας τραυματίας που κινητοποιεί σχέσεις φαινομενικά τυχαίες σχέσεις που στην ουσία αποτελούν βαθύτατες σχέσεις αλληλεξάρτησης. Υπάρχει καταλληλότερος χώρος από μια νοσοκομειακή αίθουσα αναμονής για μια χαμηλότονη ελεγεία ακριβώς για την αναμονή και την απώλεια;

7

Στο νοσοκομείο γνώρισα τη γυναίκα του τύπου με τη μηχανή./ Μου διηγήθηκε ότι έμεναν μαζί από την πρώτη νύχτα που γνωρίστηκαν και ότι από τότε δεν είχαν γνωρίσει ποτέ. Απέκτησαν έναν γιο. Όλα πήγαιναν καλά. Νομίζω ότι ποτέ δεν έχω γνωρίσει δυο ανθρώπους που αγαπήθηκαν τόσο πολύ. Φυσιολογικοί άνθρωποι, καταλαβαίνεις τι λέω; / Μια νύχτα όμως αυτή δεν μπορούσε να κοιμηθεί: Ανακάλυψε ότι μπροστά στο κρεβάτι υπήρχε ένα παράθυρο που ήταν ορθάνοιχτο, ένα παράθυρο που βρισκόταν εκεί ανέκαθεν, αλλά που δεν το είχε παρατηρήσει ποτέ πριν, όπως όταν κανείς ξέρει ότι ανακαλύπτει κάτι που το είχε συνεχώς μπροστά στα μάτια του… [σ. 59]

Ποια είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγουν ξαφνικά μπροστά μας και μας αλλάζουν την ζωή; Γιατί η δομή των επτά κεφαλαίων καθρεφτίζει τις επτά μέρες δημιουργίας του κόσμου; Ποιες σκοτεινές γωνιές επιθυμούν να φωτίσουν οι μονόλογοι που διακόπτουν τους ασθματικούς διαλόγους; Προσπαθώ να έρθω σε επαφή με πράγματα που δεν είναι ορατά. Πρόκειται για αναζήτηση ενός χώρου, ενός σύμπαντος…που αποτελεί μέρος της πραγματικότητας αλλά το οποίο δεν το βλέπουμε εύκολα. Προσπαθώ κατά κάποιον τρόπο να προκαλέσω αυτή την εμπειρία….έλεγε ο συγγραφέας σε συνέντευξή του ο συγγραφέας και εδώ μοιάζει να το επιτυγχάνει.

8

Γεννημένος το 1966 στο Καράκας της Βενεζουέλας σε οικογένεια καταλανών μεταναστών, κατέληξε όπως προαναφέραμε στην Βαρκελώνη το 1991 και έκτοτε ζει και εργάζεται εκεί, πρώτα στη διοργάνωση και διαχείριση πολιτιστικών φορέων, ως δημοσιογράφος και ως δάσκαλος στη Sala Beckett και πλέον και ως καθηγητής δραματουργίας και θεατρικής γραφής στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Βαρκελώνης. Ας σημειωθεί ότι η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε εδώ από την ΚΝΟΤ Gallery [23/2 – 18/3/2013, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση και ερμηνείες από τους Σ. Μαραθάκη, Σ. Τσακίρη, Μπ. Γαλιάτσο, Άρ. Πλιό], απ’ όπου και οι φωτογραφίες.

Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, 70 σελ. [Enric Nolla, 7/24 o La llegenda de l’home que flota sobre els parcs, 2010].

Ζοζέ Σαραμάγκου – Ο φωταγωγός

Fotagogos

Ζωή: οδηγίες χρήσεως

Όταν μεγαλώσεις, θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος. Προς το παρόν δεν το σκέφτεσαι, και γι’ αυτό ακριβώς είσαι ευτυχισμένος. Όταν θα το σκέφτεσαι, όταν θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος, θα πάψεις να είσαι. Ίσως για πάντα…! Όσο πιο μεγάλη η επιθυμία σου για ευτυχία, τόσο πιο δυστυχισμένος θα είσαι. Η ευτυχία δεν είναι ένα πράγμα που το κατακτάς. Θα σου πουν πως κατακτιέται. Μην τους πιστέψεις. Η ευτυχία ή είναι ή δεν είναι. [σ. 84]

Η ανάγνωση του πρώτου μυθιστορήματος ενός κορυφαίου λογοτέχνη έχει πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που ξεπερνά τις όποιες φιλολογικές ή φιλοπερίεργες ανησυχίες. Είναι ένα πεδίο όπου μπορεί κανείς να δει πώς ξεκίνησε η γραφή του, ποιες μεταγενέστερες μορφικές ανησυχίες εντυπώνονται ήδη από το αρχικό βιβλίο, ποια θέματα τον απασχολούσαν εκείνη την περίοδο. Η σύγκριση γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα αν πρόκειται για συγγραφέα που άσκησε μοντέρνες και πρωτοποριακές γραφές. Τις καλομελετούσε από τα σπάργανά του ή τις προσκάλεσε αργότερα, υπό την επίδραση άλλων συγγραφέων και χρόνων;

as-obras-e-a-vida-de-jose-saramago-6

Ο προσχηματικός κορμός του Φωταγωγού δεν είναι πρωτότυπος: μια λαϊκή πολυκατοικία της Λισαβόνας ως τόπος, η δεκαετία του ’50 (οπότε και γράφτηκε το βιβλίο) ως εποχή, οι ένοικοί της ως χαρακτήρες, η καθημερινότητά τους ως χρόνος. Ο τρόπος όμως με τον οποίο συνθέτει την τοιχογραφία του, οι ψυχογραφικές και κοινωνικές παρατηρήσεις πάνω στα πρόσωπα της πινακοθήκης του, το αργό πλέξιμο χαρακτήρων και καταστάσεων, και κυρίως η ιδέα ενός αρχιτεκτονικού ομοιώματος της τότε σύγχρονης κοινωνίας, αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη την μεταγενέστερη λογοτεχνία του ευφυούς Πορτογάλου.

Κάθε κεφάλαιο κι ένα διαμέρισμα, κάθε διαμέρισμα και μια κιβωτός ψυχών που αναπνέουν όπως έμαθαν και ζουν όπως μπορούν: η δονκιχωτική μορφή του τσαγκάρη Σιλβέστρε με την ευτραφή Μαριάνα που τώρα αγαπιούνται περισσότερο γιατί δεν τρέφονται από πραγματικές ή φανταστικές τελειότητες· η Κάντιντα με τις κόρες της Ιζάουρα – Αντριάνα και την Θεία Αμέλια που ζουν ανάμεσα σε διαλόγους, σιωπές και ημερολογιακές καταγραφές· ο Ανσέλμο με την Ροζάλια και την κόρη τους Μαρία Κλαουντίνα που λατρεύει τον κινηματογράφο και επισκέπτεται την αισθησιακή δόνα Λίντια στο ερωτικά φορτισμένο διαμέρισμά της· εκείνη, που υποδέχεται έναν άντρα τρεις φορές την βδομάδα υπό την σιωπηλή γνώση των ενοίκων· ο βίαιος και τραχύς Καετάνο Κούνια, λινοτύπης σε ημερήσια εφημερίδα με την διαβητική και η αδύναμη Ζουστίνα που ζουν με την μνήμη της αδικοχαμένης τους κόρης Ματίλντε·, η δόνα Κάρμεν που λατρεύει να κυκλοφορεί στο ασυγύριστο σπίτι όλο το πρωί με τα μαλλιά λυτά, αφρόντιστη και τεμπέλα· ο σύζυγός της Εμίλιο Φονσέκα, πλανόδιος πωλητής και σιωπηλός σύζυγος οκτώ χρόνων αποτυχημένου γάμου· ο μικρός τους γιος Ενρίκε…

jose_saramago

Δίσταζε. Η λέξη που ήθελε να προφέρει βρισκόταν στα χείλη της, αλλά της φαινόταν βεβήλωση να την πει. Υπάρχουν λέξεις που υποχωρούν, που αρνούνται – γιατί σημαίνουν υπερβολικά πολλά για τα κουρασμένα από τις λέξεις αυτιά μας. [σ. 35]

Σε πρώτο επίπεδο ο Σαραμάγκου μοιάζει να μην βιάζεται να φτάσει τις ιστορίες του σε δραματικές κορυφώσεις, αλλά να ενδιαφέρεται αποδώσει με τις απαραίτητες λεπτομέρειες όλες τις όψεις της καθημερινότητάς τους. Κι όμως, στην φαινομενικά βολική από μυθοπλαστική άποψη συνθήκη της «πολυκατοικίας» επιτυγχάνει να κάνει τις ιστορίες του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες: οι στατικές αφηγήσεις αποκτούν συνεχή ροή, ενώ η ατμόσφαιρα του κάθε διαμερίσματος αποδίδεται σχεδόν παραστατικά. Στο σπίτι που δεν βρίσκεται πια η Ματίλντε αναδίνεται μια απόπνοια μούχλας – η Ζουστίνα κινείται με επιδεξιότητα φαντάσματος, ενώ ο ήχος του ρολογιού σπρώχνει επίμονα την σιωπή, σε μια επίμονη προσπάθεια να την εκτοπίσει, αλλά εκείνη επανέρχεται με την πυκνή και βαριά της μάζα. Οι ήχοι από τα διαμερίσματα γράφουν με τον δικό τους τρόπο την ιστορία των μελών αυτού του ιδιόμορφου συγγενικού κόσμου: σ’ ένα ραδιόφωνο απαγγέλλεται ο Χορός των νεκρών του Πολ Κλοντέλ, αλλού ακούγεται ένας δίσκος ράγκταϊμ ή το εύγλωττο σύρσιμο από παντόφλες…

071GloryPortraits

Κατόπιν ήρθε το δείπνο. Γύρω απ’ το τραπέζι τέσσερις γυναίκες. Τα αχνιστά πιάτα, η λευκή πετσέτα, η ιεροτελεστία του γεύματος. Πάνω ή ίσως κάτω απ’ τους αναπόφευκτους ψιθύρους, μια πυκνή σιωπή, σπαρακτική, η ανακριτική σιωπή του παρελθόντος που μας ατενίζει και η ειρωνική σιωπή του μέλλοντος που μας περιμένει. [σ. 69]

Ο Σαραμάγκου καλύπτει με τρυφερότητα τις γυναίκες του οικοδομικού και λογοτεχνικού του αρχιτεκτονήματος. Η Μαρία Κλαουντίνα αισθάνεται ταραχή όποτε μπαίνει στο διαμέρισμά της δόνα Λίντια, υπό την ζεστή και μεθυστική ευωδία του σώματός της, η Λίντια γεμίζει το κενό των άεργων ημερών της με την ανάγνωση μυθιστορημάτων, η Ιζάουρα καθώς κάθεται στην ραπτομηχανή κοιτάζει έξω από το παράθυρο για να φανταστεί το ποτάμι ως ωκεανό και τον ουρανό χωρίς τα εργοστασιακά φουγάρα. Άλλες ονειρεύονται να φύγουν από τους τέσσερις τοίχους, άλλες αδυνατούν να διανοηθούν την ζωή τους έξω από αυτούς.

ZZ0E90499C

Αλλά και ο εσωτερικός κόσμος των αντρών φωτίζεται με ιδιαίτερο βάθος: Ο Καετάνο απολαμβάνει δυο φορές τα ωραία πράγματα: όταν τα δοκιμάζει και όποτε τα θυμάται, ο Εμίλιο προσπαθεί να ψελλίσει τις δικές του αλήθειες μπροστά στον γιό του: Μ’ αγαπάς γιατί με βλέπεις καθημερινά. Δεν μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι, μ’ αγαπάς γι’ αυτό που κάνω ή που δεν κάνω. Δεν ξέρεις ποιος είμαι. Αν έβαζαν άλλον στη θέση μου όταν γεννήθηκες, δεν θα καταλάβαινες τη διαφορά και θ’ αγαπούσες εκείνον όπως αγαπάς εμένα. Κι αν μια μέρα επέστρεφα, θα χρειαζόσουν πολύ καιρό για να με συνηθίσεις, ή ίσως, ακόμα κι αν είμαι εγώ ο πατέρας σου, εσύ θα προτιμούσες τον άλλον. [σ. 83]

Ο συγγραφέας δεν εκβιάζει την συγκίνηση, ούτε βιάζεται να διαταράξει την πλοκή. Ο ερχομός νέων ενοίκων και η σύμπλεξη των παλαιών σε ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους θα ενταχθούν αβίαστα στην ψηφιδωτή αυτή ιστορία, σαν τις αναπόφευκτες μεταλλαγές της ζωής μας που τις συνειδητοποιούμε μόνο όταν έχουν ήδη απορροφηθεί εντός της. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα μείνει από αυτά τα ελάσσονα βιογραφήματα των απλών ανθρώπων. Άλλωστε, όπως ψιθυρίζει ο ίδιος κάποια στιγμή που στέκει αυτόπτης στα δωμάτια των ηρώων του, Κανείς δεν ξέρει αν θα ξεχάσει προτού ξεχάσει. [σ. 82]

ktirio

Εκδ. Καστανιώτη, μτφ. από τα Πορτογαλικά Αθηνά Ψυλλιά, 2013, σελ. 294 [Jose Saramago, Claraboia, 1953].