Φώτης Τερζάκης – Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας

ΦΤ

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος παραλογισμού

Αν ο όρος φονταμενταλισμός είναι στην δημόσια γνώμη της Δύσης συνώνυμος με το πολιτικοποιημένο Ισλάμ, σε ποιο βαθμό είναι επαρκώς δικαιολογημένη αυτή η ταύτιση; Και πώς εξηγείται η μεταστροφή από τον αραβικό σοσιαλισμό στον ισλαμισμό που αναδύθηκε στα τέλη του 1970 με την Ιρανική Επανάσταση; Ήδη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου [1998] ο συγγραφέας είχε διακρίνει ότι πρόκειται για φαινόμενα ψευδο – θρησκευτικά, πρωτίστως πολιτικού χαρακτήρα και είχε ήδη διατυπώσει την πρόταση ότι ο φονταμενταλισμός είναι μια μορφή καθυστερημένου ή ανεσταλμένου εθνικισμού.

Η επανέκδοση του πολύτιμου αυτού βιβλίου λαμβάνει υπόψη της όλα τα σύγχρονα καταιγιστικά δεδομένα. Η αρχή βέβαια βρίσκεται στον ενεργητικό ρόλο που έπαιξε η αμερικανική γεωπολιτική στην δημιουργία και την ενίσχυση ενός νεοπαραδοσιακού Ισλάμ, με την βλέψη να λειτουργήσει ως ανασχετικός μοχλός απέναντι στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά ρεύματα της δεκαετίας του 1960 στον αραβικό κόσμο. Την ίδια πολιτική είχαν εφαρμόσει άλλωστε οι Αμερικανικές Υπηρεσίες νωρίτερα, στην δεκαετία του 1950, με κονδύλια και χορηγίες στο έδαφος των ΗΠΑ για την αναβίωση των παραδοσιακών ασιατικών θρησκευμάτων, κυρίως του Ινδουισμού και του Βουδισμού, με την αντίστοιχη βλέψη να λειτουργήσουν ως πολιτιστικό φράγμα στην Σοβιετική επιρροή. Ας σημειωθεί ότι και εδώ υπήρξε μια ανάλογη απρόβλεπτη συνέπεια, καθώς στις τελευταίες συνυπήρξαν και ένα μέρος της αμερικανικής αντικουλτούρας του ’60.

1

Με ποιες μορφές εμφανίζεται λοιπόν ο σύγχρονος ανορθολογισμός – ιρρασιοναλισμός που καθορίζει σχεδόν κάθε κοινωνία; Η μοντέρνα εκδοχή του εκδηλώνεται αφενός στη λατρεία της επιστήμης και της τεχνικής (η κυρίαρχη μυθολογία του δυτικού κόσμου), αποσυνδεδεμένη από κάθε πλαίσιο αξιών,  και αφετέρου μια ακατάσχετη διάδοση εκλαϊκευμένων και ανορθολογικών συστημάτων πεποιθήσεων, όπως ο εσωτερισμός, η αστρολογία, το new age κλπ. αλλά και οι εκτεταμένες θρησκευτικές αναγνώσεις που καταλήγουν σε ριζικά πολιτικές πρακτικές – ακριβώς αυτές που σήμερα ορίζουμε ως φονταμενταλισμό.

Ο ανορθολογισμός κάποτε συνδέθηκε με τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα, ως μορφή κριτικής του αστικού φορμαλισμού και του στυγνού ορθολογισμού της εποχής και ενέπνευσε όλα σχεδόν τα ουτοπικά επαναστατικά κινήματά της. Η επανεμφάνισή του στην κουλτούρα των δεκαετιών 1960 και 1970 σήμαινε την εξέγερση της ατομικότητας, την προτεραιότητα στον συλλογικό αυθορμητισμό και την φαντασία αλλά και μια βαθιά εσωτερικότητα. Ο χιπισμός, η σεξουαλική επανάσταση, η αισθητική αναζήτηση του πρωτόγονου και του εξωτικού εξερευνούσαν τις δυνατότητες ανασύστασης της ανθρώπινης κοινότητας σ’ ένα πνεύμα εξισωτισμού. Όταν όμως οι εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά απέρριψαν κάθε κοινωνικό μετασχηματισμό και το μόνο που απέμεινε ήταν η προβληματική πλευρά του φαινομένου, ο ανορθολογισμός μετατράπηκε σε ιδεολογία που διαφοροποιείται από τον μύθο ακριβώς επειδή διεκδικεί επίφαση ορθολογικότητας.

Osho-as-a-medium-during-energy-darshan_

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από την ανάλυση του Αντόρνο πάνω στο αστρολογικό φαινόμενο. Το μυστικό της επιτυχίας της αστρολογίας έγκειται στην μαζοχιστική παρόρμηση για υποταγή και καθοδήγηση, σαν ένα πρωτόγονο ψυχικό αντίδοτο στην ανασφάλεια της σύγχρονης ζωής. Ο σύγχρονος εσωτερισμός κατασκευάζεται από θραύσματα αρχαίων και κυρίως ασιατικών μυθολογιών, θρησκευτικών αφηγήσεων και μυστικών παραδόσεων, μαζί με πλευρές οικολογικών προβληματισμών που αποσπώνται από τα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα και και ανασυναρμολογούνται σε συγκρητικά συστήματα προς άμεση κατανάλωση για ένα διψασμένο για νόημα μαζικό κοινό.

Οι οπαδοί του πράγματι διψούν για μια φιλοσοφική ενόραση του κόσμου αλλά εδώ στην ουσία κόβουν δρόμο προς την φιλοσοφία και ο εσωτερισμός γίνεται ένα μαζικό υποκατάστατο αυθεντικής πνευματικότητας, σύμμετρο με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, καθώς η πώληση των προϊόντων του ακολουθεί τις τεχνικές του μάρκετινγκ. Άλλωστε από την δεκαετία του 1960 και μετά η δημιουργία εσωτερικών σχολών από «αυθεντικούς» Ανατολίτες μοιάζει να αντιστρέφει προς στιγμήν τη νεοαποικιακή εκμετάλλευση επινοώντας ένα υψηλά εξαγώγιμο εθνικό προϊόν, με τεράστια ακροατήρια. Η οργάνωση και τα κέρδη αυτών των «σχολών» δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ’ οποιαδήποτε υπερσύγχρονη πολυεθνική εταιρεία.

Osho_Drive_By

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Ίδρυμα Osho, που διαχειρίζεται η Osho Commune International. Ο επιλεγόμενος Όσσο ίδρυσε σε διάφορες χώρες ποικίλες σχολές με επιχειρηματικές δραστηριότητες όπως αλυσίδες εστιατορίων, καταστημάτων μακροβιοτικής κλπ., ενώ έφτιαξε δική του αυτόνομη πόλη στο Όρεγκον, με δική της νομοθεσία, δικαστήρια και αστυνομία που τελικά διακόπηκε βίαια από τις Ομοσπονδιακές Αρχές. Τελικά η Πούνα των Ινδιών, σε εκτάσεις που χαρίστηκαν από τους οπαδούς του, έγινε τόπος εγκατάστασης εκατοντάδων ανθρώπων με πλήθος δραστηριοτήτων. Μια από αυτές είναι η ομαδική παρακολούθηση βιντεοκασετών με ομιλίες του· τα μέλη της κοινότητας, φορώντας τις υποχρεωτικές βυσσινί ρόμπες ξεσπούν σε ζητωκραυγές, καθώς ο γκουρού επαναλαμβάνει τα σχετικώς απλοϊκά του μηνύματα. Για άλλη μια φορά μπορεί να παρατηρήσει κανείς την πνευματική υποβολή και τον βαθμό συνειδητής αυτοπαραίτησης εκατοντάδων πιστών από κάθε κριτική ικανότητα. Υπάρχει και μια ακόμα λεπτομέρεια: στα άσραμ του Όσσο τίποτα δεν θυμίζει Ινδία· η ατμόσφαιρα θυμίζει μάλλον πολυεθνικές δυτικών κρατών· άλλωστε στα κεντρικά υπερσύγχρονα κτίρια απαγορεύεται κάθε πρόσβαση εκτός από τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ειδικευμένοι χρηματιστές.

Η άλλη όψη του σύγχρονου ιρρασιοναλισμού είναι η λεγόμενη «επιστροφή του Θεού». Πρόκειται βέβαια για τον υπερβατικό Θεό των μεγάλων μονοθεϊσμών της Ανατολικής Μεσογείου (του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ) που από την πρώτη στιγμή της «ζωής» του υπήρξε ένας Θεός εμπλεκόμενος στα ιστορικά γεγονότα, συνδεδεμένος με την ιστορία συγκεκριμένων εθνοτήτων. Ακριβώς το στοιχείο του εθνικισμού διαφοροποιεί αυτές τις περιπτώσεις από τις προηγούμενες. Η μεγάλη θρησκευτική αναβίωση είναι διαπλεγμένη με διασταυρούμενους και αντιμαχόμενους εθνικισμούς. Η θρησκεία επανεπιστρατεύεται για να συμβολίσει πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Η Παλαιστίνη, για παράδειγμα, αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης Ισλάμ και Ιουδαϊσμού· ο Λίβανος μιας αντίστοιχης σύγκρουσης χριστιανικών και μουσουλμανικών πληθυσμών. Το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί ένα πρόσφορο ρητορικό όπλο για κάθε είδους ανταγωνισμό.

8_small

Ο μονοθεϊσμός περιελάμβανε και την προσταγή για εγκόσμια δράση, για την πραγμάτωση του ηθικού ιδεώδους της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η θρησκεία απέκτησε την μορφή της θεοδικίας, σύμφωνα με την οποία αν η κοινότητα εφαρμόζει με υπακοή της επιταγές της, τότε ακολουθεί η εγκόσμια ευτυχία και η πραγμάτωση μιας «ορθής» κοινωνίας. Έτσι οι πιστοί εμφανίστηκαν ως εντολοδόχοι μιας άνωθεν βούλησης και, όταν οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν, προχώρησαν σε ουσιαστική ανάληψη δράσης στο πολιτικό πεδίο. Στον μουσουλμανικό κόσμο η απρόβλεπτη τεχνοοικονομική ανάπτυξη της Δύσης με την αποικιακή επέκταση των δυνάμεών της ανέκοψε την αντίστοιχη ανάπτυξη του υπόλοιπου κόσμου και την πορεία προς την δημιουργία σύγχρονων εκκοσμικευμένων πολιτικών θεσμών. Ακόμα και οι δυο περιπτώσεις μοντέρνων λαϊκών κρατών της Τουρκίας και του Ιράν οφείλονταν στην δυτική παρέμβαση.

Ο «φονταμενταλισμός» σχετίζεται με έναν τύπο θρησκευτικότητας ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία και επιθετικότητα σε όσους δεν συμμερίζονται τα πιστεύω του και είναι έτοιμος να επιβάλει την θέλησή του δια της ισχύος, ενώ είναι κυρίως στραμμένος στο παρελθόν και αντιμετωπίζει με εχθρότητα κάθε νεωτερισμό. Είναι εμφανές ότι από την δεκαετία του 1970 και μετά διαπέρασε και τις τρεις κοσμοϊστορικές θρησκείες. Ο χριστιανικός φονταμενταλισμός, για παράδειγμα, συνδέθηκε με την Νέα Δεξιά, πολέμησε φαινόμενα «ηθικής» κατάπτωσης και υιοθέτησε ρατσιστικούς και σεξιστικούς τρόπους δράσης

Sunday preaching by George Bellows, Metropolitan Magazine, May 1915

Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια οι δυτικές κοινωνίες ζουν κάτω από την απειλή του Ισλάμ, το οποίο παρουσιάζεται ως υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Ο ισλαμισμός πλέον εμφανίζεται ως διάδοχος του κομμουνισμού ως προς την ιδιότητα της έξωθεν απειλής. Βέβαια η σχετική πολιτική ρητορεία της Δύσης κάνει έναν διαχωρισμό: απαλλάσσει από τις κατηγορίες τους συμμάχους της Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ιορδανία, Αίγυπτο κλπ., ενώ μοιάζει να αγνοεί την ιστορική προέλευση του φαινομένου: η επέκταση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η τερατώδης απεικόνιση του Ισλάμ ως όπλο για την ανάσχεσή του, ο πολιτικός και στρατιωτικός διαμελισμός των ισλαμικών κρατών σε προτεκτοράτα και ζώνες επιρροής. Τα δυτικά κράτη δεν λεηλάτησαν απλώς τις περιοχές αλλά και σχεδίασαν μακρόπνοες επιχειρήσεις επενδύσεων, εφόσον βέβαια εμφανίζονταν ως σωτήρες των ιθαγενών. Η εγγενής κατωτερότητα των τελευταίων, μια απροκάλυπτη εκδήλωση ρατσισμού, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της αποικιακής ιδεολογίας που απέκτησε ένα ευπρόσωπο επιστημονικό όνομα: Οριενταλισμός.

Εδώ κατασκευάζεται και το περίφημο δίπολο Δύση – Ανατολή, με την τελευταία να εκπροσωπεί όλες τις ενσαρκώσεις του δαιμονικού άλλου. Οι ΗΠΑ κατέλαβαν την θέση που άφησαν οι παλιές αποικιακές αυτοκρατορίες, ως οικονομικός κυρίαρχος και πολιτικός ρυθμιστής στην εύφλεκτη ζώνη τους, καθιστώντας το Ισραήλ ως τοποτηρητή των ευρύτερων συμφερόντων τους, στρέφοντας την ρατσιστική επιθετικότητα κατά των Αράβων. Ο Σιωνισμός δεν είναι παρά ο καινούργιος κληρονόμος του Οριενταλισμού και όλων των αντισημιτικών στερεοτύπων.

20150404023336

Τα αραβικά κράτη είχαν δυο επιλογές: να προσδεθούν στο άρμα της νεαποικιακής αμερικανικής κυριαρχίας ή να βρεθούν αντιμέτωποι με την υπερδύναμη. Σε κάθε περίπτωση οι λαοί έμειναν με ένα αίσθημα αδικίας, μειονεξίας, ταπείνωσης και οργής, ενώ η κοινωνική εξαθλίωση επιδεινώθηκε. Αναδύθηκε έτσι το αίτημα ενός εθνικού επαναπροσδιορισμού και ήταν θέμα χρόνου η επιστροφή στην παράδοση, σημαντική παράμετρος της οποίας είναι η θρησκεία, που έχει την δύναμη να επηρεάζει το ασυνείδητο ευρύτατων μαζών και να αποτελεί ένα είδος γλώσσας για πάσης φύσεως συλλογικά αιτήματα. Όπως επισημαίνουν πολλοί παρατηρητές, τα τζαμιά γεμίζουν όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως χώροι συγκέντρωσης ενάντια σ’ ένα καταπιεστικό κράτος και αδειάζουν μόλις οι Ισλαμιστές πάρουν την εξουσία.

Είναι εμφανές λοιπόν ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δεν είναι ένα ειδικά ισλαμικό ή αραβικό φαινόμενο αλλά μια ευρύτερη τάση να αρθρωθούν εκ νέου σήμερα προβλήματα εθνικά, πολιτισμικά και κοινωνικά. …Ο φονταμενταλισμός είναι ένας καθυστερημένος εθνικισμός: η μονοθεϊστική πίστη επανεπιστρατεύεται ως ρητορικό όπλο […] και είναι ελάχιστα θρησκεία με την παραδοσιακή έννοια του όρου…

tomb_jonah2014-

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον σύγχρονο ελληνικό φονταμενταλισμό, την Νεορθοδοξία, αναλύει τον ευρύτερο χαρακτήρα της θρησκευτικής αναβίωσης σε όλο τον κόσμο και επανέρχεται πλέον με όλα τα δεδομένα στους μηχανισμούς του ανορθολογικού και ιδίως στην ψυχολογία του θρησκευόμενου, οι αξιωματικές ιδέες του οποίου εκλαμβάνονται ως εμπειρικές βεβαιότητες τις οποίες σε περίπτωση αμφισβήτησης θα υπερασπιστεί με υπερβολική βιαιότητα αν χρειαστεί.

Το εξαιρετικά πυκνό βιβλίο ολοκληρώνουν τρία παραρτήματα με ισάριθμα άρθρα δημοσιευμένα στην Καθημερινή, την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας και το περιοδικό Πανοπτικόν. Το πρώτο αναφέρεται στην μορφή που έχει πάρει η Ανατολή στην φαντασία μας: είναι ό,τι η εξορθολογισμένη και τεχνοκρατούμενη Δύση έχει αποκλείσει για τον εαυτό της και ως απωθημένο κατοικεί στο ασυνείδητό της. Η Ανατολή ενδύεται με όλες τις μεταφορές του Κακού ταυτίζεται με την λαγνεία, την σεξουαλική ελευθεριότητα, την υπερτροφία του πάθους. Στο δεύτερο αναπτύσσονται νηφάλιες σκέψεις για το δράμα της Μέσης Ανατολής, με αφορμή μια μελέτη, και στο τρίτο δοκιμάζεται μια αποτίμηση των αραβικών εξεγέρσεων. Για άλλη μια φορά τονίζεται ότι οι τελευταίοι στον κόσμο που θα ήθελαν έναν εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου, είναι ο Ατλαντικός άξονας και το ηγεμονική μπλοκ της Δύσης· άλλωστε τον παρεμπόδισαν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο μέχρι τώρα.

All together now

Πόσο πολύπλοκο είναι το δίχτυ των δυνάμεων που επιβουλεύονται τις αραβικές εξεγέρσεις; Θα αντιληφθούν άραγε οι λαοί ότι δεν μπορούν να περιμένουν από καμία πολιτική ή «θρησκευτική» ηγεσία εκείνο που δικαιωματικά τους ανήκει και ότι δεν υπάρχουν ούτε θεολογικές ούτε νεοπαραδοσιακές λύσεις στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; Θα συνειδητοποιήσουν ότι οι πολιτισμικές διαφορές εμπεριέχουν απόλυτα ζωογονητική δύναμη; Ο εγγενής πόθος όλων των ανθρώπων στον κόσμο, όπου δεν προλαβαίνει ν’ ανασταλεί ή να παραμορφωθεί από ποικίλες μορφές εξουσιαστικής χειραγώγησης, είναι η ισότητα και η ελευθερία, η αυτοδιαχείριση της ζωής, ο αυτοκαθορισμός της μοίρας του ανθρώπου.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2013, [δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση], σελ. 120.

Στις εικόνες: καταστροφές μνημείων από τους ισλαμιστές της ISIS, φανατικά κηρύγματα σε χριστιανικές εκκλησίες και εκστάσεις στις κοινότητες του Osho [Όσσοι πιστοί προσέλθετε να χαιρετήσετε τον γκουρού με το ταπεινό αυτοκίνητο], πλευρές ενός ανορθολογισμού που θέλει να εμφανίζεται ως θρησκευτικός και πνευματικός ενώ έχει απολύτως πολιτική και οικονομική βάση.

Νίκος Νικολαΐδης – Γουρούνια στον άνεμο

1

«Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν»

«Εκτός όλων αυτών», συνέχισα, «είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω, “ερχόταν πάντα αργά”. Μια γενιά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ’ τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϊ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντι Χόλι κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια, δηλαδή, κι εμείς μια ζωή απ’ έξω». [σ. 236]

Όταν διάβασα την Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα ζαλίστηκα από την συναρπαστική πρόζα ενός συγγραφέα που θεωρούσα σπουδαίο κινηματογραφιστή και σκεφτόμουν τι μυθιστοριογράφο μπορεί να φτιάξει ο εγκλεισμός μέσα στον ίδιο του τον σκηνοθετημένο κόσμο. Τώρα, διαβάζοντας τα κατά δεκαέξι χρόνια προγενέστερα Γουρούνια στον άνεμο πείθομαι οριστικά ότι ο Νίκος Νικολαΐδης υπήρξε ένας ατόφιος μυθιστοριογράφος που αποπλάνησε σχεδόν αποκλειστικά ο κινηματογράφος «στερώντας» μας κι άλλα τέτοια βιβλία.

2.

Η πρόζα ξεκινάει έκκεντρα, καθώς μαζεύονται μια μια όλες οι ιστορίες σε κύκλο και συγκολλούνται λίγο πριν τη μέση του βιβλίου για μια αξέχαστη κούρσα. Στο φλομωμένο Ροζικλαίρ, έναν βρωμερό κινηματογράφο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, πηχτός αέρας, καθίσματα στρωμένα με ιδρώτα, φλόκια και φρέσκο καυσαέριο, η πόρτα βάζει μέσα τον θόρυβο της βροχής, τα βρεμένα ρούχα την μυρωδιά της, ένας αστυνομικός ψάχνει ένα κορίτσι που μόλις πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις – πέντε. Κάποιος άγνωστος θα τον συναντήσει για να του δώσει έντυπο υλικό, με τη γνωστή συνθηματική: κάθε τρίτη λέξη σε κάθε σειρά του γράμματος και τα λοιπά. Κι ο ήρωας περιμένοντας τον παράνομο χαρτοπόλεμο σκέφτεται, τουλάχιστον αν ο αναμενόμενος μαρξιστής της τσέπης ορίζει ως τόπο συνάντησης την πρωινή του Ροζικλαίρ διατηρεί κάτι από χιούμορ. Και δεν το αποκλείει να την βγάλει εδώ μέσα το βράδυ των Χριστουγέννων που δεν έχει τίποτα να κάνει. Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ.

Έχουν κλείσει δυο εικοσιτετράωρα από τότε που πέθανε ο γέρος του και δέκα μήνες από το βράδυ που η γυναίκα του τον πέταξε στον δρόμο ως άεργο. Οι σπουδές πήγαν κατά διαόλου, παράτησε μια δουλειά σε δισκογραφική, πέταξε όλα τα γραπτά του στα σκουπίδια. Προσέξτε το αυτό το τελευταίο, αργότερα θα έχει μεγάλη σημασία. Ο Συμεών στον Άδη, τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης, το Καλοκαίρι της Ασετυλίνης, όλα στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίας σε τρία οικοδομικά τετράγωνα· κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. [σ. 62]

10

Εκείνο το γλυκό κορίτσι με την πρώιμα μαραμένη εφηβεία μέσα στον κορσέ της επαρχίας μόλις τον άντεξε δυο χρόνια. Η Αγνή είχε την έκφραση Γκλόρια Γκράχαμ και τον έκανε να την σκέφτεται στην κουπαστή μιας σεληνοφωτισμένης βεράντας να τραγουδάει με φωνή Μαρίας Ζαμόρα το Λούνα Λουνέρα. Αλλά ακόμα και στην νεόνυμφη βραδιά τους στο Οτέλ Σεμίραμις μετά από κάτι κρύα σκατόφαγα στην Κηφισιά αυτός έφυγε δήθεν για τσιγάρα, διέσχισε την βροχερή πλατεία στο Κεφαλάρι και χώθηκε στον σιωπηλό κήπο του Σέσιλ όπου στο 319 τον περίμενε η Λίνα για «κάτι που ερχότανε από παλιά, αδύναμο κι αχνό, σαν ξεχασμένο αντίφωνο και τέλεια ασυγχρόνιστο». Εννιά χρόνια με την Λίνα και δεν καταφέρνουν να κάνουν ένα έρωτα της προτροπής παρά τις προσπάθειες σε χαλιά, πίσω καθίσματα, μάντρες και κισσόπλεχτες γωνιές των προαστίων. Εδώ πρωτογράφεται η θρυλική ατάκα της Γλυκειάς Συμμορίας: Για να δούμε, λοιπόν, τι κάνει ο μπέμπης μας!

Αυτή την Αγνή ψάχνει τώρα στο σπίτι της, στους παράλληλους της Πατησίων, με τα στενά που δεν αερίζονται καθόλου με αποτέλεσμα μια μυρωδιά σαπίλας και φωταερίου, με παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα σαν παραπονεμένα υποζύγια, με τις λαμαρίνες τους στο χρώμα του σαπουνόνερου. Τα γνωρίζω καλά αυτά τα μέρη: ημιυπόγειες Έβγες με κίτρινο φως και ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων μέσα, όλες με τον ίδιο σταθμό στο τρανζιστοράκι, και ισόγεια παράθυρα με το αχνό γαλάζιο της τηλεόρασης που βομβαρδίζει με κυβερνητικά σκατά τους τηλεθεατές. Κάποτε στα μπαλκόνια μισολιγόθυμοι με φανελάκια και γυναίκες που κρέμονται πάνω απ’ τις σιδεριές, μετρώντας την απόσταση ως την ζεστή άσφαλτο.

7.-

Φαίνεται πως δεκατετράχρονη εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία για να μάθει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται δεν έπιασε, στα δεκάξι το ’σκασε με έναν χάρτη και δυο βιβλία του Τζακ Λόντον και ανέβηκε για δουλειά ως τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης όπου τον μάζεψε με σφαλιάρες ο πατέρας του, και τώρα που κάνει την σούμα διαπιστώνει πως δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, ίσως να φταίει το ότι γεννήθηκε κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλερ και του Μπένι Γκούντμαν που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ, όπως έγραψε στο σκισμένο του βιβλίο. Και πού βρίσκονται οι φίλοι; Ο Μιχάλης ο Βιθέντε στις Βρυξέλλες, ο Μίμης ο Μπογκομόλες στην Αμερική, ο Τάκης και ο Όλιβερ σκαστοί στη Νότιο Αφρική, ο Ντόντος στη Γερμανία, ο Σταύρος ο Μιχαλάκης απέδρασε οικειοθελώς από τα γήινα σε δωμάτιο διπλανό από το σαλόνι μιας γιορτής.

Του μένει η Μαρίνα, παρέα από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά, ανεπιθύμητη ως γκόμενα για όλους ως υπέρ του δέοντος ανεξάρτητη και απότομη. Τον σέρνει σ’ ένα τραγελαφικό δείπνο σε ανάλογο εστιατόριο όπου με μια φίλη της συζητούν περί αντίστασης με ιδιαίτερη σοβαροφάνεια χλαπακιάζοντας παράλληλα, μέγιστη αντιστασιακή πράξη που υποδεικνύει ο ίδιος – περίμενα να μου καρφώσει κανένα πιρούνι στο μάγουλο αλλά την πλήρωσε ένα παντζάρι – και τελικά τις ακολουθεί στην πολιτική παρανομία της βραδιάς σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο – Δηλαδή τώρα είμαι κάργα μες στην αντίσταση; Η οδηγός κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει με το αμάξι στη θάλασσα παίρνοντας σβάρνα κι ένα παγκάκι και όταν το τσίρκο κάποτε τελειώσει, παίρνει μαζί του την μία, με κατάληξη στο νοικιασμένο ημιυπόγειό της πάνω απ’ την Δεξαμενή όπου ….

14

… προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εντ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και στον έλεγχό τους, αλλά το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ’ άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας. [σ. 112 – 113]

Πίσω στο σπίτι του στην οδό Ηπείρου η βροχή συνεχίζει να θαμπώνει τα τζάμια κι ο γέρος έχει μισογείρει με το στόμα του παράξενα μισάνοιχτο λες κι έμεινε στη μέση της Ρεζεντά και με την Μάσκα στο χέρι – Πέθανες τώρα ή μου κάνεις πλάκα; –  άρα ο γιος βγάζει απ’ την παλιά βιβλιοθήκη δυο ακόμα τεύχη της Μάσκας να ’χει να διαβάζει, βάζει κι απέναντι τον παλιό βυσσινί ανεμιστήρα Τζένεραλ Ελέκτρικ να διώχνει κάπως την μυρωδιά. Τέλεια ολοκληρωμένος και περιφρονητικός. Η ακαμψία, που μια ζωή, με τόσες θυσίες επιζητούσε, επιτέλους τον είχε επισκεφτεί ολοκληρωτικά.

Η Μαρίνα επιστρέφει από την σκάλα υπηρεσίας, εκείνη η Γιάννα της Δεξαμενής βουτήχτηκε από τους εσατζήδες ένα τέταρτο μετά την φυγή του, έξω όλα μοιάζουν ήσυχα και βρεμένα και τότε είναι που της διηγείται το συχνό όνειρο για το Green Park κι η παρέα είναι ήδη εκεί αλλά όλα είναι έρημα και το μέρος μοιάζει στοιχειωμένο, οι πόρτες σχεδόν φραγμένες με τα ξερόκλαδα που τρέχουν απ’ τους φράχτες του Πάρκου.

6_

Όμως χτες βράδυ δεν ξέρω πώς έγινε και ονειρεύτηκα πάλι το Green Park. Η φωτεινή επιγραφή του ήτανε χαμένη μες στην ομίχλη, ο δρόμος μπροστά έρημος, τα μακρινά αυτοκίνητα ελάχιστα κι η πάχνη που ερχόταν απ’ το Πάρκο σκάλωνε λίγο στους προβολείς του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου κι ύστερα έπεφτε μαλακά στην έρημη Μαυροματαίων σέρνοντας μαζί της μια βαριά μυρωδιά από λεμονανθούς. [σ. 66]

Η απέναντι κυρία με την ρόμπα (μια εκπληκτική σκηνή στο χολ της), κατά το ένα τρίτο περίεργη, κατά το άλλο φοβισμένη και το τελευταίο λίγο ξαναμμένη, τον πληροφορεί ότι δυο κύριοι με πολιτικά τον γυρεύανε, άρα ο πανικός αρχίζει τους μαλακούς κόμπους γύρω απ’ το λαρύγγι του. Οι μέρες είναι πονηρές και οι επισκέψεις στο τμήμα συχνές μιας και οι διάφοροι τμηματάρχες πίστευαν ότι όλοι οι συγγραφείς είναι κομμουνιστές εκτός από τους ακαδημαϊκούς που εκδίδει το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι στρατιωτικοί είχαν πετάξει τον γέρο του χωρίς σύνταξη κι αποζημίωση, τον έβαλαν και στη μαύρη λίστα κι εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά, να ζει με τράκες.

2

Και όταν η πόρτα χτυπάει δεν είναι για εγκυκλοπαίδειες, ασφάλειες και οίκους τυφλών. Η καρικατούρα του αστυνομικού με την καμπαρντίνα μπαίνει στο σπίτι και οι επισκέψεις του, μαζί με τις συζητήσεις τους, μαζεύουν μερικές από τις δυνατότερες σελίδες του βιβλίου – μια ατέλειωτη παρτίδα λεκτικού πινγκ πονγκ. Ένας κομμουνιστής πατέρας είναι πάντα ένας επαρκής λόγος ανάκρισης αλλά εδώ η υπηρεσία έχει προχωρήσει σημαντικά: τα σκισμένα γραπτά του αποτυχημένου συγγραφέα έχουν κάτι ρατσιστές που περνάνε νουμεράδα μια νέγρα σ’ ένα λεωφορείο, κάτι χίπηδες που αγριεύουν, διάφορα ακατανόητα όνειρα, κοινώς πράγματα που αποτελούν προσβολή για την Εθνική Κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά και κάτω απ’ τους όχι και τόσο διακριτικούς χτύπους της καρδιάς μου, που ταχυπαλμούσε ακατάστατα, μπορούσα να διακρίνω τον θόρυβο που άφηναν τα λάστιχα των λεωφορείων καθώς κυλούσαν πάνω στη βρεμένη άσφαλτο της οδού Αχαρνών. Η καρωτίδα μου έπιασε να χτυπάει κάποιον νοτιοαμερικάνικο ρυθμό, ο οισοφάγος φούσκωσε, το διάφραγμα πιέστηκε επικίνδυνα και απ’ ότι κατάλαβα δεν το ’χα σε τίποτα να φτύσω την καρδιά μου επιτόπου πάνω στο τραπέζι και ν’ αρχίσουμε μετά να την κυνηγάμε, παρέα με την μυγοσκοτώστρα… [σ. 201]

7 Ντεκουπάζ Singapore Sling

Η ανάκριση με το δωδεκάρι Μπαλαντάινς ανάμεσά τους αποκαλύπτει ότι από τα σκουπίδια  αυτοί μαθαίνουν τα πάντα· όλα βρίσκονται εκεί, και δεν έχεις παρά να τα ψάξεις στους τενεκέδες και να τα βάλεις σε σειρά. Ο μπάτσος είναι βέβαιος ότι εδώ ανατρέπεται το καθεστώς: Το ίδιο κόλπο. Βάζεις μετά κι ένα σωρό ψεύτικα γεγονότα εκεί μέσα κι έτσι πείθεις τον κόσμο ότι αυτά που γράφεις έγιναν στ’ αλήθεια. Και που ξέρουμε αν αυτά δεν κυκλοφορούνε παράνομα και σε κασέτες, από χέρι σε χέρι; Τελικά ο ήρωάς μας είναι ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του σκουπιδοτενεκέ

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές όλα μπορούν να γυρίσουν προς το καλύτερο όταν σε περιμένει μια γυναίκα και ευτυχώς υπάρχει ένα μεταμεσονύκτιο ραντεβού στους λόφους με τα φοινικόδεντρα, όπου μπροστά στην πανοραμική τζαμαρία που σίγουρα θα μαστιγώνεται από την βροχή περιμένει η Κιμ Νόβακ. Ή στο τηλέφωνο, η βραχνή φωνή της Βένας να λέει: «Θέλω βούρκο απόψε», δηλαδή, Παλιά Αγορά στην Αθηνάς, δήθεν άγνωστοι, εκείνος ριγμένος στα χαρτόκουτα και τα καφάσια με τα σάπια φρούτα, εκείνη να τον μαζεύει, να τον ταΐζει κι εκείνος να την ανταμείβει με σελίδες ολόκληρες αυτοκίνητου έρωτα. Όπως με τις αριστοκράτισσες που πηγαίνουν τους χαρμάνηδες σε κάτι βρομομοτέλ έξω απ’ την πόλη για ξεζούμισμα και μετά φεύγουν χορτασμένες βούρκο.

13

Εδώ ο πρόλογος έγινε σ’ ένα πάρτι στη Πλατεία Μαβίλη, με την γνωστή ατμόσφαιρα των ευτυχισμένων αντιστασιακών – χασισάκι, Ντορς, Σουρεαλίστικι Πίλοου, λεβεντομαλάκες με μούσι, πίπες με σινιέ αμπέχωνα, γκόμενες Τζόαν Μπαέζ με ταγάρι και παντού διάχυτο το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα. Μόλις τους είδε σκέφτηκε πως προλαβαίνει την τελευταία προβολή στα σινεμά των Αμπελοκήπων αλλά όπως πάντα ένα κορίτσι αξίζει τους απαραίτητους φιλμνουαρίστικους διαλόγους και το Πάμε να φύγουμε από δω και όλα ανατρέπονται.

Διάολε, δεν θα την άφηνα να χαλάσει με τον ανεξήγητο πανικό της μια ατμόσφαιρα που άλλοι πληρώνουν εισιτήριο και πάνε σινεμά για να τη ζήσουν. Έτσι λοιπόν εμφανίστηκε η Βένα, με μια καθοριστική ανατομική ατέλεια στα απόκρυφα και μια διάθεση για τα πάντα εκτός από έρωτα – έρωτα, που την ερωτεύεται πριν φτάσει το ασανσέρ φτάσει στο ισόγειο, οπότε πλέον κάτω στην Μαβίλη βρέχει ωραία. Κι έκτοτε παρκάρουν έξω από μάντρες οικοδομών στα βόρεια ή σε απόμερη στροφή από παραλιακό προς Λαύριο στα νότια, κάτω από τα πράσινα λαμπάκια του ραδιοφώνου παίζει η Σάρα Βον ε κι ας μην τα πούμε κι όλα, ψάξτε τον Χλωμό Εραστή, κεφάλαιο τρία, έκδοση Green Park, 1955….Από γαμήσι μπορεί να μην έτρεχε τίποτα, από διαλόγους όμως σκίζαμε.

4 - fest. thes. 1974

Το μυθιστόρημα έχει απογειωθεί και τρέχει με χίλια – εδώ βρίσκονται οι έξοχες σελίδες για το Green Park που εμείς ζήσαμε αλλιώς κι αργότερα αλλά κάτι έμεινε από τα δοξασμένα του χρόνια, ιδίως στην δεύτερη δόση κόσμου, 8 με 2, σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες. Η Αγνή κατακλέβει ευφυώς τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος, ο Όλιβερ φτιάχνει την πρώτη δισκοθήκη της παρέας, χάρη στην οποία εισχωρούν πυρ ομαδόν σε όλα τα πάρτι, καθώς η μεγάλη παρέα φέρνει τους δίσκους λίγους λίγους προς έκπληξη των στραβωμένων οικοδεσποτών κι επιτέλους μαθαίνουμε πώς απέκτησε το παρατσούκλι του ο Μπογκομόλετς, παρών χαρακτήρας μέχρι και τον Μοντεζούμα.

Κι ο φίλος μας ζει το παρόν του, με διάθεση μπλονζόν νουάρ, ακούσματα κουλ τζαζ, Μπέσι Σμιθ και Τζόνι Ρέι, αναγνώσεις Ζακ Πρεβέρ, ξύλο στα αδιέξοδα να μην μένουν μόνοι τους οι φίλοι του, να ζει ανάμεσα Γκρην Παρκ και πάρτι, ακόμα και σ’ εκείνα που πας όχι για να κάνεις φίλους αλλά για να χάσεις φίλους. Και κάπου εδώ να μας χαρίζει και την επιτομή της ένθετης ερωτικής ιστορίας με την Τζίνα το Φάντασμα, την τελευταία γυναίκα του βιβλίου.

Γιατί τον ρυθμό, κορίτσι μου, μας τον ρίξανε κρυφά κάποιο πρωί στην τσέπη αλαφροχέρηδες πορτοφολάδες, που δεν κλέβουν αλλά δίνουν, κι είναι αδύνατο τόσα χρόνια να ξεφύγουμε… [σ. 244]

12

Μένει όμως ακόμα ένα τακτικό ραντεβού με τον αστυνομικό που πρέπει να λύσει τους δικούς του γρίφους. Ποιος είναι ο Συμεών Αστράς, ποιος ο Ξανθός, ποιος ο μπάτσος; Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να τον πείσει πως ακόμα κι όταν παρακολουθούνε τον Συμεών, εκείνος μπορεί να φοβάται αλλά η ζωή του δεν αλλάζει. Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν. Και συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε πάντα. Και κάποτε αρχίζει να λυπάται τον Χαφιέ, έτσι που νύχτα – μέρα κρυώνει και ταλαιπωρείται στημένος κάτω απ’ το παράθυρό του, ενώ αυτός είναι αραχτός μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν μια φορά στην Παλιά Αγορά τον έχασε από πίσω του, άρχισε να τον ψάχνει· τον έπιασε κάτι σαν μοναξιά και οι όροι είχαν αντιστραφεί. Ο Συμεών είχε συνηθίσει στην συντροφιά του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχε ζήσει τόσες μέρες και τόσο κοντά. Στο τέλος η υπηρεσία εκτέλεσε τον μπάτσο ως άχρηστο ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να ενοχοποιήσει τον Αστρά. Για την Υπηρεσία σου κι εσύ κι εγώ είμαστε τα ίδια σκατά…Είσαι θύμα και το ξέρεις…Ένας χαφιές κι ένας πολύ αθώος στην ουσία είναι το ίδιο ένοχοι και επικίνδυνοι. 

5

Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει νοήματα κι εμείς μπορούμε να το πάρουμε όπως θέλουμε. Ας πούμε, να ξεκαρδιστούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε την φάτσα του αστυνομικού, ή να δούμε μήπως η ιστορία ταιριάζει γάντι και σε άλλες, ακόμα πιο οικείες μας. Μένει να σχεδιαστεί ένα δρομολόγιο διαφυγής, κάπου πολύ μακριά από εδώ αλλά δεν υπάρχει απευθείας προορισμός για την Πάιτα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άρα πρέπει να συμβιβαστεί με το πρώτο μεταμεσονύκτιο διαθέσιμο. Εδώ θα ’θελε πολύ να έχει λίγο από το μπλαζέ ύφος του Ρόμπερτ Μίτσαμ καθώς κατέβαινε τις σκάλες κάποιου σαπιοκάραβου στο λιμάνι του Μακάο υπό το εκτυφλωτικό βλέμμα της Τζέιν Ράσελ, αντ’ αυτών μας χαρίζει ένα τελευταίο κέρασμα σπαρταριστών σκηνών με την κοπέλα του τουριστικού γραφείου και φεύγει με διακριτική συνοδεία δυο φίλων ως το Ελληνικό αλλά κάνει στροφή 180 μοιρών και επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο Green Park για τα αποχαιρετιστήρια ποτά, και τότε ο αποχαιρετισμός γίνεται αλλιώς, στον δρόμο, στους δρόμους, στο αεροδρόμιο, και είσαι πάλι στο τσακ να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ίδια παρέα να ξαναχωθείς στις νύχτες σας.

11

Και πάντα βρέχει με το άθλιο ψιλόβροχο με τις κλωστές, με μονότονο ψιλό γαζί ή  με καρεκλοπόδαρα, και πάντα μια γαλαζωπή ομίχλη σέρνεται στους δρόμους με τα σκούρα πλατανόφυλλα, στην οδό Φυλής και στα σφαιριστήρια της πλατείας Βικτωρίας, στους κήπους των προαστίων και στις γωνίες του ξεμοναχιάσματος. Και είναι πάντα νύχτα ώστε το νέον απ’ τα κτίρια και τα καταστήματα να βάφει βιολετιά τα μηχανόλαδα των οχημάτων στην βρεμένη άσφαλτο. Και πάντα υπάρχει μουσική, είτε την ακούει είτε την θυμάται· εδώ ένα σπάνιο εξτέντεντ 45άρι του Φράνκι Λέιν με την Τζεζαμπέλ, εκεί ένα μπλουζ της Ντάινα Σορ [Dinah Shore] – θα τ’ ακούσουμε όλα μέχρι να μαντέψουμε ποιο είναι, το Απλ Μπλόσομ Τάιμ και το Τιλ της Τζο Στάφορντ που ετοιμάζεται να χώσει στη βαλίτσα του, η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ κι ο λιωμένος από το παίξιμο δίσκος του Φατς Ντόμινο, χωρίς να ξεχνάμε εκεί την περαστική κάπου στην αρχή του βιβλίου που έμοιαζε με την Μπρέντα Λι κι ας μην γνώριζε το Φουλ Νάμπερ Ουάν.

Αυτό σου λέω. Κιμ. Τίποτα! Κάτι ρεζίληδες είμαστε, που σύρθηκαν ανάμεσα Μέντια Λουζ, Σινεάκ και Αρτζεντίνα. Και τώρα που το ξεφτιλίσαμε τελείως, σου ομολογώ πως έχω σαφείς υποψίες, για να μην πω αποδείξεις, ότι η φάρα μας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η γενιά του Σινεμασκόπ, άντε και του Green Park. / Μια ολόκληρη ζωή στο παραπέντε…και τι έμεινε; Τίποτα. Μόνο κάτι πόζες φωτογραφικές μιας οδύνης που γλιστράει λίγο – λίγο προς το μύθο, προδομένη κι αυτή απ’ τις αδιάκοπες λογοτεχνικές επεμβάσεις των μαρτύρων…[σ. 238]

8

Όλα χωράνε σε αυτό το μυθιστόρημα, οι κινηματογραφικοί έρωτες και οι σκόρπιες μνήμες (η χαμένη μητέρα, ο χαμένος αδελφός, οι χαμένοι φίλοι), η βροχερή πραγματικότητα και οι παραισθήσεις, μερικά απίστευτα όνειρα και οι ιστορίες που έγραψε ο ήρωας και ζωντανεύουν διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Να που οι δυο ιδιότητες, του σκηνοθέτη και του λογοτέχνη εδώ βρίσκουν το απόλυτο κοινό τους: όπως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις ταινίες του, τα βιβλία σε διψάνε να τα διαβάσεις ξανά και ξανά.

Κι εγώ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον ήρωα που κατά τα λεγόμενά του ξοδεύει τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί, κατεβάζει κόκκινες νοβαλζίνες και δισκία ανθρακικού μαγνησίου, θέλει να μάθει σ’ έναν ταξιτζή την Λίντα Ντάρνελ, την Βίβιαν Λι και την Βερόνικα Λέικ, που όλες έφυγαν έγκαιρα και άδικα και μονολογεί για τα κορίτσια που, «δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά τυχαίνει πάντα να ’χουν αγαπήσει κάποιον άλλο, πολύ λίγο πριν με συναντήσουν», για κάτι γυναίκες που πετάνε τις γόπες χωρίς να τις σβήνουν στο τασάκι και τον λιβανίζουν, για κάτι βραδιές που εξελίσσονται σε κρεμάλα, για παρέες που θεωρούν υποχρέωσή τους να θυμηθούν τα παλιά· κι ας τυλίγεται κι ο ίδιος διαρκώς τα παλιά, όπως ας πούμε τις ημέρες που με ραμμένα μπλουτζίν πήγανε παρέα με την Ζέτα να δουν την Τζιν Τίρνεϊ στην Λάουρα κι αυτή περήφανη που την συνόδευαν δυο ραμμένοι μπλουτζινάδες  έλυσε το κορσεδάκι της και τους άφησε να παίξουν με τα στήθη της στο σκότος· ή την αγαπημένη λύση της παρέας, την «κίτρινη απειλή».

3.

Τώρα που το σκέφτομαι, η κίτρινη απειλή ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας, κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε ότι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ’ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό νερό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ’σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμασταν πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωσε που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιριού…[σ. 383]

Εκδ. Athens Voice Books, 2011 [1η έκδ. 1992, Καστανιώτης], σελ. 443.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 190, υπό τον τίτλο Initials N.N., τίτλο εμπνευσμένο από εδώ ή εδώ.

Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από το ανεκτίμητο άλμπουμ της Μαρί Λουίζ.