Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512 (Νοέμβριος 2010)

 

Αφιέρωμα Ίαν ΜακΓιούαν

Ο μοντερνισμός οδήγησε σ’ ένα αδιέξοδο. Απουσία χαρακτήρων, πλοκής. Τίποτε δεν συμβαίνει. Πιστεύω ότι αυτό είναι ανιαρό. Μπορείς να έχεις όλη την ανασφάλεια του κόσμου, μυθιστορήματα που αναδιπλώνονται, αλλά παράλληλα μπορείς να έχεις και ιστορίες, χαρακτήρες. Αυτός που εκφράζει, είμαι σίγουρος, τις σκέψεις πάρα πολλών από εμάς είναι ο Ίαν ΜακΓιούαν, αλλοτινό μέλος της χρυσής γενιάς (golden generation) των 70ς/80ς (Έιμις, Ισιγκούρο, Μπαρνς, Κάρεϊ), ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή βρετανός συγγραφέας και μάλλον σπάνιος συνδυασμός λογοτεχνικών αξιώσεων και δημοφιλίας. Για τον ΜακΓιούαν το μυθιστόρημα οφείλει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το πρόβλημα του μυθιστορήματος, λέει, είναι ότι συχνά γίνεται βαρετό, σε βαθμό που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για το πώς επιβιώνει ως φόρμα. Πες τα χρυσο(γενια)στομε!

Γι’ αυτό και όχι μόνο εφοδίασε τους χαρακτήρες του με θέματα σκοτεινά, σεξουαλικότητα νοσηρή και ξεσπάσματα βίαια (διόλου τυχαίο το παρατσούκλι ΜακΆμπρ) αλλά και φρόντιζε να κλιμακώνει την ένταση έντεχνα και βασανιστικά. Η πρώτη του περίοδος υπήρξε περισσότερο θριλερική, με ιστορίες σαν «καλοστημένα νοητικά πειράματα ενός κυνικού και ψύχραιμου ανατόμου», ενώ στην δεύτερη τα γνώριμα θέματά του (η διαμάχη θρησκείας – επιστήμης / πίστης – ορθολογισμού και κυρίως η σαρωτική επίδραση ενός τυχαίου, συνήθως ακραίου συμβάντος στη ζωή των ηρώων) γίνονται πειστικότερα και αληθοφανή. Κι είναι ένας ακόμα συγγραφέας που βγήκε από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής των Μάλκολμ Μπράντμπερι και Άνγους Ουίλσον (ήταν μάλιστα ο μόνος που το παρακολουθούσε – πώς αλλάζουν οι καιροί…)! Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος, εμπλουτίστηκε από την Μαρία Ξυλούρη (αμφότεροι έχουν απογειώσει τα αφιερώματα του περιοδικού) και συμπληρώθηκε με μια συζήτηση από την εκπομπή της Μικέλας Χαρτουλάρη και του Ανταίου Χρυσοστομίδη (απ’ όπου και το παράθεμα).

Ας σημειωθεί ακόμα η πλήρης δημοσίευση δυο εκτεταμένων ομιλιών από λογοτεχνικές εκδηλώσεις, του Αλέξη Ζήρα για την Ρέα Γαλανάκη και του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Είναι κρίμα γενικώς ομιλίες (που αν μη τι άλλο έχουν υποστεί την ευγενή βάσανο της επεξεργασίας εκ μέρους των ομιλητών) να μην δημοσιεύονται αργότερα σε συναφή έντυπα και να χάνονται στην ασθενή μνήμη των ακροατών τους και μόνο. Η Ευγενία Φακίνου μάς συστήνει το πρωταγωνιστικό ασύμβατο δίδυμο του φρέσκου της πονήματος, το «κομικό» Peanuts έγινε 60 χρονών αλλά κι εμείς τώρα τελευταία δεν αισθανόμαστε πολύ καλά…Αλλά οι χαρακτήρες του νέου ΜακΓιούαν (Solar) θα περάσουν μάλλον χειρότερα…

 

The Walkmen – Lisbon (2010)

Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους να σου πουν ποιο κομμάτι θα κρατήσουν απ’ τους Walkmen στην βαλίτσα με τα οριστικά τραγούδια, οι 95 θα πουν το The Rat. Φαίνεται πως και εδώ η ορμή υπερισχύει της εσωτερικότερης έντασης, γι’ αυτό μάλλον λίγους θα συνεπάρει το συναρπαχτικό Stranded. Ίσως πρέπει να είναι κανείς πολύ απογοητευμένος από το ροκ εντ ρολ για συγκλονίζεται από έναν σχεδόν λατινογενή θρήνο, τραγουδισμένο από έναν (ξανά) ζαλισμένο ντυλανικό φωνάρχη, που σέρνει τα βήματά του δίπλα σε εμβατηριακά πνευστά σαν σε νεκρώσιμη πομπή. Ενώ τέσσερις νότες των χάλκινων έτσι όπως είναι ριγμένες, μοιάζουν με ένα σημείο του …. ιταλικού εθνικού ύμνου. Και μόνο για το Stranded δηλαδή παραμένουμε Λισαβώνα.

Λίγοι θα έπαιρναν στο βαλιτσάκι το Another One Goes By από το Α Hundred Miles Off που στο προσωπικό μου πηχολόγιο αποτελεί τον δίσκο που καλούνται κάθε φορά να ξεπεράσουν. Αλλά ήδη νοιώθω να τους αδικώ: πώς γίνεται να περιμένεις εξέλιξη σε ένα σχήμα που εξαρχής χάραξε τα όρια του ράντσου του; Στο δικό τους ακίνητο τα δεδομένα είναι ακίνητα: ένα ροκ εντ ρολ με συγκεκριμένη πηγή και φυσιογνωμία, ο αμερικανικός ήχος και ο απανταχού νότος, η μεμψιμοιρία και η ήρεμη αποδοχή μιας ζωής που δεν είναι αυτό που υποσχέθηκε. Γι’ αυτό και εξ ορισμού οι Walkmen δεν θα αλλάξουν. Θα παραμένουν το ίδιο γοητευτικά παράφωνο σχήμα, με κομμάτια που σχεδόν ποτέ δεν σκάνε ή δεν σε ανεβάζουν αλλά συνεχίζουν ακόμα κι εκτροχιασμένα απ’ το δρόμο, μέχρι να σβήσει η βενζίνη. Θα προτείνουν από ένα έως κανένα χάιλαιτ αλλά δίσκους που ακούγονται ολόκληροι, ρέοντες, συνεκτικοί, χωρίς τίποτε περιττό, που ορισμένες φορές θες να τους πετάξεις από την επανάληψη της καμπανιστής τους γκρίνιας κι άλλες ξέρεις πως θα σε συντροφεύσουν στην απόγνωσή σου, παιγμένοι στο τέρμα, όταν ψάχνεις τις χαμένες απλότητες του ροκ.

Τι με νοιάζει αν ο τύπος τους συνεχίζει με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο να αντηχεί σαν ένας Ντύλαν ενός Ολοκαίνουργιου Κόσμου (Brave New World, ή όπως το μετέφραζαν παλιά οι αδαείς Γενναίος Νέος Κόσμος, αλλά σ’ έναν τέτοιο πρέπει να σταθεί και να πουλήσει!) ενίοτε τόσο απροκάλυπτα και συχνότερα τόσο ύπουλα; Τι με κόφτει που το ανώτεμπο ριφ του Woe Is Me θα το αβαντάραμε περισσότερο αν προερχόταν από τους Go Betweens ή τόσους άλλους απόντες; Τι με πειράζει που το Torch song είναι διαιώνισμα τόσων και τόσων δεκαετιών αν μπορώ μ’ αυτό έστω να ονειρευτώ πως θα χορέψω αγκαλιστί με την κυρά του δικού μου σαλουνιού;

Η μπάντα επισκέφθηκε δις την πόλη της ονοματοδοσίας του δίσκου, σε εποχή πλήρη βροχοπτώσεων, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να συνεπαρθούν και να (της τον) αφιερώσουν. Φυσικά ουδεμία ιβηρική επιρροή δεν προστέθηκε στον ήχο τους: οι Walkmen ανέκαθεν υπήρξαν σχήμα λατινογενούς ροκ έμπνευσης. Φέτος έκλεισαν δεκαετία, και πώς μετράται άραγε η ενηλικίωση ενός σχήματος; Αντίστοιχα μ’ ενός σκύλου; Πάντως το αίμα τους παραμένει πάντα μπλε, (μάρτυράς μου το έκτο κομμάτι), μπλε της μοναξιάς και του αχανούς ουρανού.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Για τους προ-προηγούμενους Walkmen εδώ. Στις φωτογραφίες: οι 5 νέοι προτού περάσει το απορριματοφόρο και η εμπνέουσα πόλη.