Περιοδικό Κλήδονας, τεύχος 4 (Μάιος 2010)

 

Αφιέρωμα στη Συνάντηση

Μπορείτε να πείτε ποια υπήρξε η κεφαλαιώδης συνάντηση της ζωής σας; — Μέχρι ποιο σημείο αυτή η συνάντηση σας έδωσε, σας δίνει την εντύπωση του τυχαίου; Του αναγκαίου; Αυτό ήταν το θέμα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε το 1933 στο υπερρεαλιστικό περιοδικό Minotaure. Στη συνάντηση λοιπόν, «ένα από τα προνομιακά πεδία άσκησης και καταγραφής της υπερρεαλιστικής εμπειρίας», που ο υπερρεαλισμός έβλεπε ως συνάντηση της εξωτερικής αναγκαιότητας και της εσω­τερικής επιθυμίας είναι αφιερωμένο το τρέχον κληδονισμένο περιοδικό. Σ’ αυτή τη στιγμή που δεν είναι κατ’ ανάγκην ερωτική και που πλέον περιλαμβάνει και ένα λαβύρινθο δυνητικών συναντήσεων, π.χ. διαδικτυακών, που ταυτόχρονα είναι τυχαία και αναγκαία και μπορεί αιφνίδια να αλλάξει τις ζωές.

Ανθολογούνται (και συναντιούνται) κείμενα πλούσια πλείστων πλουμιστών υπερρεαλιστών (André Breton, Benjamin Péret, Paul Éluard, Jean Schuster, Mary Low, Ody Saban, Rafet Arslan, Vicente Gutierrez Escudero και Eugenio Castro), μέλη και φίλοι της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών κατά – γράφουν, -θέτουν και -φέρνουν να εκφράσουν προσωπικές συναντήσεις και κατα-λυτικές εμπειρίες αλλά και μοιράζονται τα σατανικά τους παιχνίδια. Παλιά βιβλία Βίπερ Νόρα βγαίνουν από το Μπαούλο με τα Βίπερ και ξαναδιαβάζονται «αλλιώς»

Η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στη ζωή των λέξεων υλοποιείται ως μία πράξη απόλυτου έρωτα που πραγματοποιείται διά του βιασμού και διαπράττεται διά του σοδομισμού έγραφε ο Γάλλος υπερρεαλιστής Guy Cabanel, που κυκλοφορούσε τις συλλογές του εκτός εμπορίου με σίγουρο όμως αναγνώστη και εκθειαστή τον Μπρετόν, διατηρούσε συχνές επαφές με μέλη της παρισινής υπερρεαλιστικής ομάδας χωρίς όμως ποτέ να ενταχθεί σε αυτήν, χρησιμοποίησε μια προσωπική μορφή «φωνητικής και γλωσσικής Καμπάλα» και άσκησε μια ποίηση αυτοματική, συνειρμική, συνεπαρμένη και παραισθησιακή. Αυτή η ποίηση μεταφράζεται εδώ από τον Σωτήρη Λιόντο, όπως κι ένα αφήγημα της Annie le Brun, ενώ με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του κορυφαίου Αμερικάνου υπερρεαλιστή της Ομάδας του Σικάγο Franklin Rosemont ο Νίκος Σταμπάκης μας εισάγει στην προσωπικότητά του και μας μεταφράζει 2 κείμενά του.

Κλείνω ξανά με τον Cabanel: Αφήνω τις λέξεις να ερωτεύονται. Τις ερωτεύομαι. Έρχονται με βροντώδη πληθώρα. Πολλές είναι νεκρές. Ακούω αυτές που επέζησαν…Όταν γράφω, ελπίζω σε μιαν αποκάλυψη που εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, ενώ με κάθε μία από τις λέξεις που οριστικά τοποθετώ στο χαρτί, μου ανοίγεται ένας καινούργιος ορίζοντας. [σελ. 112]

Ντον Ντελίλλο – Άνθρωπος σε πτώση

Ο λευκός θόρυβος της 11/9

«Σε τι παλιούς νεκρούς πολέμους μαχόμαστε. Νομίζω ότι τούτες τις μέρες χάσαμε χιλιάδες χρόνια» (σ. 60).

Η προοικονομημένη ματιά του σπουδαίου αμερικανού μυθοπλάστη στην καταστροφή της 11/9 εξετάζει όπως πάντα την εμπλοκή και διείσδυση του δημόσιου στο ιδιωτικό αλλά εστιάζει περισσότερο στο δεύτερο: στην μετατραυματική ψυχογράφηση μιας σειράς προσώπων που καλούνται να επιβιώσουν κυρίως ψυχοσυναισθηματικά μετά το εκκωφαντικό ξέσπασμα του πολιτικού τρόμου. Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να συνεχίσει να ζει και να δικαιολογήσει την ύπαρξή του αρχικά σ’ ένα κόσμο βουής, σκόνης και αιθάλης κι έπειτα κατάρρευσης, δέους και διάχυτου φόβου;

Οι χαρακτήρες (η παραμορφωτική οπτική των οποίων διασπείρεται με άτακτη σειρά σε προ-σχηματικά κεφάλαια) αναζητούν ο καθένας τον δικό του τρόπο σωτηρίας ή «διαφυγής». Ο Κηθ επιστρέφει στην συζυγική εστία, αδυνατώντας να ζήσει στα στενά όρια της ζωής που είχε επιλέξει και επικεντρώνεται στο πόκερ, στην μόνη βεβαιότητα των περιστάσεων που βίωσε δραματικά: την τύχη. Πολύ περισσότερο αναζητά την ανάσα μέσα στις «διασταυρούμενες αναμνήσεις» με μια επιζώσα γυναίκα. Η «ζαλιστική πραγματικότητα» που μοιράστηκαν στο κλιμακοστάσιο του πύργου δημιουργεί έναν αόρατο δεσμό που καθορίζει κάθε συναισθηματική τους επιλογή. Η σύζυγός του Λιάν επαληθεύει την φράση του Κίρκεγκωρ «Ολόκληρη η ύπαρξη με φοβίζει» και αναζητά την θεραπεία στον λόγο, μελετώντας την δική του διαχείριση της επίθεσης και καθοδηγώντας ανθρώπους με αλτσχάιμερ (τους μελλοντικούς αμνήμονες της Ιστορίας;) σε συνεδρίες αφήγησης ιστοριών, «στο σημείο συνάντησης ενόρασης και μνήμης που επιτρέπει η πράξη της συγγραφής», αλλά και η αποσιώπηση.

Ο Ντέιβιντ Τζάνιακ υποδύεται τον Άνθρωπο σε Πτώση (τον ανώνυμο υπάλληλο που, όπως δεκάδες άλλοι, βούτηξε στο χάος από το παράθυρο του γραφείου του), σε μια αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική παράσταση αιώρησης στο κενό, υποδεικνύοντας την μοναδική δυνατότητα ξορκισμού ή κατανόησης του ακατανόητου: μέσω της τέχνης. Τα παιδιά αφομοιώνουν τον τρόμο με μυστικοπάθεια και αγωνιώδη επιφυλακή για το κακό. Η εκδοχή της άλλης πλευράς, πέρα από την υπενθύμιση της ματαιότητας της εθελοτυφλίας ως προς τα αίτια της τρομοκρατίας, εκφράζεται από τον Μάρτιν, πρώην «δυτικό» τρομοκράτη, τους Αμίρ και Χαμάντ, μουσουλμάνους που φέρουν την εσαεί πληγωμένη αξιοπρέπεια της θρησκευτικής τους κοινότητας και τους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες που «απηχούν την κραυγή της ιστορίας, την εξιστόρηση της ήττας και χιλιάδες χρόνια δρώμενων, που αιωρούνται πάντα στην ατμόσφαιρα». Όλοι αναζητούν μια υπαρξιακή επιβεβαίωση, όπως η παράδοσή του χαρτοφύλακα των ερειπίων από τον Κηθ στην κάτοχο, που ψελλίζει: «Αναρωτιέσαι ποια ιστορία πηγαίνει μαζί με τον χαρτοφύλακα. Εγώ είμαι η ιστορία».

Αν δεν συνέβαινε όμως εκείνο θα ζούσαν όλοι κανονικά κι ευτυχισμένα; Ή το γεγονός απλώς ανατίναξε τους ψυχισμούς προς ένα συλλογικότερο (έστω και ψευδαισθητικά) τοπίο; Άραγε ο Πίπτων Άνθρωπος εφάρμοσε την τελευταία εναπομείνασα πράξη ελευθερίας, την επιλογή του τρόπου ενός δεδομένου θανάτου; Η φαντασίωση της καταστροφής αντικαθρεφτίζει εκείνη του πλούτου και της δύναμης; Μήπως η στάσιμη καταβαράθρωση του καλλιτέχνη υποδεικνύει την προσωπική τους πτώση από κάθε αξία και νόημα ζωής, γι’ αυτό και είναι τόσο ανεπιθύμητη; Ιδού ο μοντέρνος Υπέργειος και Υπέργηρος Κόσμος κατά ΝτεΛίλλο: η πόλη σε οιονεί πολιορκία, τα κτίσματα ως νεκρή φύση, ο Θεός σε αποθέωση ή απόρριψη, άδεια πουκάμισα και κόλλες χαρτί σε αιώρηση στον ουρανό, και άνθρωποι που αδυνατούν να αφομοιώσουν την Ιστορία τους, που έχει όμως πλέον εισχωρήσει στον οργανισμό τους. Ακριβώς όπως τα «οργανικά θραύσματα», τα μικρά καρούμπαλα που αναπτύσσονται ύστερα από καιρό στους επιζώντες εξαιτίας μικροσκοπικών κομματιών σάρκας και οστών που εκτοξεύονται με τέτοια δύναμη και ταχύτητα, που παγιδεύονται στο πλησιέστερο σώμα.

Εκδ. Εστία, 2010, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ. 313 (Don DeLillo, Falling Man, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 629, 13.11.2020 (και εδώ).