Metro Decay – Υπέρβαση (Creep, 1984)

MD

Κι αν πάψεις να νοιώθεις τις πληγές της νιότης που σέρνουν τον ήχο της ντροπής, Κι αν λήθη και δάκρυ το αίμα λερώσουν, κι αν φόβος λυγίζει τη γενναία ψυχή, Δίχως νόημα δεν θα ηχούν οι λέξεις, τις στιγμές που σβήναμε τα ίχνη… Ηδονή…

«Μαύρος Κύκνος»

Ανατράφηκα κι εγώ με τις βρετανικές ανεξάρτητες των αρχών τις δεκαετίας του 1980. Το new wave της εποχής, απομακρυνόμενο σιγά σιγά από την punk αγριάδα και την ροκάδικη επιθετικότητα άρχισε να γίνεται εσωτερικό, να πλημμυρίζει κήμπορντς, να βουτάει στα εσωστρεφή. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που διάλεξα αυτό τον δίσκο. Είναι επειδή τον ακούω μέχρι και σήμερα, σε εποχές τόσο διαφορετικές και τόσο υπερκορεσμένος από ακούσματα. Το παράξενο είναι ότι δε μπορώ πλέον ν’ ακούσω τα περισσότερα από τα συγκροτήματα που αποτέλεσαν τον φάρο για την ιδιαίτερη προσωπικότητα της μουσικής των MD. Στην ουσία μόνο στους Chameleons επανέρχομαι από καιρό σε καιρό. Tους αναρίθμητους υπόλοιπους, από την σειρά των ανεξάρτητων post punk δισκογραφιών έως τα δεκάδες φυντάνια της Factory δυσκολεύομαι πια να εντάξω στο σήμερά μου. Η ζωή προχωράει, μα η Υπέρβαση (της) είναι τοποθετημένη δίπλα στα κλασσικά βιβλία : δεν τα χρησιμοποιείς κάθε μέρα μα τα έχεις σε σημείο πρόχειρο, ώστε να γαντζωθείς σε κάθε στιγμή ανάγκης.

MD1_Αν δεν είχα πετάξει τα παλιά τεύχη του Ήχου θα έψαχνα μια πολύστηλη κριτική του Αργύρη του Ζήλου για τον δίσκο αυτό. Φαινόταν κι ο ίδιος σαστισμένος, θυμάμαι πολύ καλά τις τελευταίες του λέξεις. Ένοιωσα, έγραφε πάνω κάτω, πως η πορεία τους διασταυρώνεται σε κάποια στιγμή με τη δική μου. Έτσι όπως το εννόησα, δε θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα. Έχω μνήμη Μετροντηκεηπόντικα, Αργύριε.
Ο Κώστας Μάστορης σε μπάσο και συνθεσάιζερ και τα αδέλφια Αντώνης Μανιάτης σε κιθάρα και φωνή και Γιώργος Μανιάτης σε τύμπανα σχημάτισαν τους MD αρχές της δεκαετίας του 80. Γύρω στο 83 αν δεν κάνω λάθος κυκλοφόρησαν σε επτάιντσο δύο συναρπαστικά, σχεδόν δίδυμα κομμάτια, πλημμυρισμένα με κήμπορντς, κιθάρες και την ιδιαίτερη, σχεδόν ξενική φωνή του Α.Μ. (Σκιές / Κειμήλια). Ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ οτιδήποτε ακουγόταν από τις τότε ελληνικές μπάντες. Το Υπέρβαση βγήκε το 1984 και προς μέγιστη τιμή τους τα άφησε απ’ έξω.
metro_
Πραγματικά η Υπέρβαση έμοιαζε να μιλάει πολύ απλά στις δικές μας μουντές μα και ευφάνταστες ζωές τότε. Με ποίηση που ήταν τόσο προσωπική που καταντούσε δική σου, με εικόνες τόσο οικείες. Οι τρεις μετεφηβικές μορφές του οπισθόφυλλου που στέκονται με σκουφιά και παλτά στην έρημη πλατεία – έτσι ήμουν κι εγώ, έτσι ήμασταν, τα φώτα που γυαλίζουν στα βρεγμένα πλακάκια, οι μακρινές αντανακλάσεις, το φευγαλέο της νύχτας, επιτέλους, οι δικοί μας ανεξάρτητοι. Όταν αυτή η ποίηση δεν ήταν προσωπική, έσερνε πίσω της σουρεαλισμούς, ρομαντισμούς, πεσσιμισμούς, μύριους αντικατοπτρισμούς. Και όχι, ο έρωτας δε, σε σώζει από τους δαίμονες της ψυχής. Τρέμω στη σκέψη να νοιώθω πύρινα χέρια, να μου προσφέρουν μια λύση μέσα στη σιωπή («Ανάμεσα σε δύο κρεσσέντα»).
Metro Decay Station
Τρυπώ μ’ αγκάθια τα λευκά σου χέρια, το ξέρω, μα ο πόνος μη μας χωρίσει, το κορμί σου αγγίζω, το μυαλό θολώνει τις ενοχές της ξερνάει η ψυχή … Ο δίσκος ξεκινάει με μια κλασική τριάδα. Τον αξεπέραστο πλέον στην όλη σκηνή Μαύρο Κύκνο, στο αβανταδόρικο στυλ των Σκιών και των Κειμηλίων, τον σκοτεινό (ίδιον του dark μεταπάνκ) ερωτισμό του Ανάμεσα σε δύο Κρεσσέντα και το ακόμα σκοτεινότερο Ταξίδι με ένα καθαρσιακό ρεφραίν. Αλλά ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Υπέρβασης αποτελούν και τα τρία ινστρουμένταλ (νούμερο πρωτοφανές, τη στιγμή που συνήθως το πολύ να περιλαμβανόταν ως κλείσιμο ένα σε κάθε δίσκο, του είδους αλλά και γενικά). Το κιθαριστικό Εισαγωγή στην Κίνηση, το πρωτοποριακό Παιχνίδια στην Επιφάνεια (ας το ακούσουν οι μανιώδεις του Aphex Twin και των συναφών) και το επτάλεπτο Λίμπιντο που θα στεκόταν σήμερα σε οποιονδήποτε υποδειγματικό electronica δίσκο. Η δεκάδα συμπληρώνεται με τα κλειστοφοβικά Το Πάγωμα του Πάθους, Aπειλή και Έβενος και το γλυκόπιοτο / πικρόπιοτο Υπέρβαση.
MD4
Πήρα τον δίσκο πριν κάτι χρόνια, στην επανέκδοση της FM χωρίς να χρειαστεί να κοιτάξω τους τίτλους, εφόσον τους ήξερα πολύ καλά από την χιλιοπαιγμένη κασέτα και τον δανεισμένο δίσκο που είχα ευλαβικά χαϊδέψει. Καθώς τελείωνε η δεκάδα σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να έχω και τα Σκιές / Κειμήλια δίπλα σ’ αυτά τα κομμάτια. Και νόμιζα πως ήμουν ήρωας φανταστικού διηγήματος, καθώς εκείνη τη στιγμή ήδη ακουγόταν η εισαγωγή των Σκιών. Μου πήρε σχεδόν λεπτό μέχρι να καταλάβω πως η επανέκδοση συμπεριέλαβε τα δυο κομμάτια… Ήταν η μαγικότερη δισκογραφική στιγμή της ζωής μου.
Ο χρόνος πάντα ελπίδες φέρνει, οι ελπίδες σβήνουν με τον καιρό, μα κάτι στη ματιά μας βουβά ορίζει, έναν μαύρο κύκνο θαρρώ…
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=27495. Κάθε φορά αλλάζω και λίγες λέξεις, να είναι σαν ημερολόγιο που γράφεται συνεχώς.

Alejandro Escovedo – The boxing mirror (Black porch)

 
Πάντα με τραβούσαν οι δημιουργίες από εκείνους που πήγαν στην κόλαση και γύρισαν. Τον Απρίλιο του 2003 μετά από μια συναυλία στην Arizona, ο Escovedo κατέρρεε λόγω σοβαρής ηπατίτιδας με επιπλοκές, που έκαναν ακόμα χειρότερες τα φάρμακα που έπαιρνε. Από εκεί και έπειτα ποτέ τα πράγματα δεν ήταν ίδια – «Arizona» άλλωστε τιτλοφορείται ο εναρκτήριος δυναμίτης εδώ. Have another drink on me / I’ve been empty since Arizona.

Ανεξάρτητα από αυτό το γερό background, ο δίσκος έχει μερικά πολύ δυνατά κομμάτια. Το προαναφερθέν και το «Dear Head on the Wall» με τα δυσοίωνα βιολιά του μου φάνηκε σα να ξεπηδούν από ένα δίσκο του John Cale. Την ίδια αίσθηση μου προκάλεσε η ποικιλία που ακολουθεί σε όλη τη συνέχειά του. Ενώ είναι ένας ατόφιος ροκ εντ ρολλ δίσκος στην βασική μορφή, ενορχήστρωση και δομή, μπορεί άνετα να περνάει από το ένα στυλ στο άλλο και να κάνει τη διαφορά προσθέτοντας τα κατάλληλα όργανα και δίνοντας την εντύπωση ότι παίζει με όλα στο γήπεδό του. Μπορεί κανείς να έχει τόσες έδρες; Προφανώς ναι, αν έχει ρίζες πολύπλοκες (rock’n’ roll, avant garde, Mexican), είναι ακομπλεξάριστος με την country, το Tejano την folk ή την sophisticated pop και μόλις γύρισε από την κόλαση.

Τελικά, ο Cale είναι εδώ, στην παραγωγή και στα πλήκτρα. Κι αν σκεφτούμε πως βρίσκεται σε μία από τις πιο εξερευνητικές φάσεις της καριέρας του, δε θα μας κάνει εντύπωση που ρίχνει στο πολύ βάθος μερικές εκλάμψεις άμπιεντ και πειραματισμού, ακόμα και στα τυπικά ρόκια του Escovedo («Break This Time», «Sacramento and Polk»). Η Βουλγάρα ποιήτρια και μετανάστης στο Τέξας Kim Christoff έγραψε τους στίχους σε 3 κομμάτια, σ’ ένα από τα οποία («Notes on Air») το midtempo country-rock οδηγείται μέσα σ’ έναν βαθύτατο σουρεαλισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά τον τελευταίο του δίσκο, αυτός ο συντετριμμένος ρόκερ καλεί τον Hector Munoz στα drums, 3 εγχορδάνθρωπους, κι έναν κιθαρίστα που ξέρει να κρατάει μια μπάντα – θυμηθείτε τους The True Believers του. Θα έλεγε κανείς πως άκουσαν όλοι μαζί την μαύρη οπερέτα του «Street Hassle» (Lou Reed, 1978 ) και περίμεναν τον Alejandro ν’ αρχίσει να διηγείται. Νομίζω πως όλες οι διαθέσεις είναι εμφανείς στην ερμηνεία του, ακόμα και στο ίδιο τραγούδια κάποιες φορές. Θυμός και ενοχή, εξομολόγηση και τσαμπουκαλίκι, ντροπή και απορία. Γι αυτό και ορισμένοι θα γράψουν, κι όχι άδικα, πως είναι το πιο σκοτεινό, ωμό και φιλοσοφημένο του δημιούργημα.
Blow another smoke ring for me / I’ve been straight so straight since Arizona. Κομμένα λοιπόν τσιγάρα και ποτά Αλεχάντρο. Ο παραγωγός σου τα έχει περάσει και ξέρει. Ευτυχώς υπάρχουν και άλλοι πειρασμοί: One kiss just led to another / One kiss just fades into lover. Η ζωή είναι ένας απρόβλεπτος κύκλος αλυσίδων και ο Escovedo γνώρισε την τέταρτη γυναίκα του στο νοσοκομείο (η προαναφερθείσα ποιήτρια). Η ζωή συνεχίζει να προσφέρει συναρπαστικές ιστορίες σε όσους μπορούν να τις διηγηθούν. Κομμάτια όπως το υπέροχο «Evita’s Lullaby» – η επιρροή του θανάτου του πατέρα του στην μητέρα του -, το «Looking for Love» ή το «Died a Little Today» σπάνια βγαίνουν σήμερα. Και μπορούν να τα βιώσουν όλοι, κυρίως όμως εκείνοι που έχουν ζήσει μικρούς θανάτους. Και αναρωτιέμαι, πόσοι φανς του Anthony και των Johnsons του θα αντέξουν εδώ μέσα.
Πρώτη δημοσίευση:  εδώ.