Λογοτεχνείο, αρ. 106

Τομ Ρόμπινς, Τρυποκάρυδος. Μια απίθανη ιστορία αγάπης, εκδ. Αίολος, 1998, μτφ. Ντίνος Γαρουφαλιάς, σ. 96 – 97 [Tom Robbins, Still Life with Woodpecker, 1980].

Όσο πιο καλή είναι μια ιδέα τόσο πιο ευμετάβλητη είναι. Αυτό συμβαίνει επειδή μόνο οι καλύτερες ιδέες γίνονται δόγματα και το κακό της όλης υπόθεσης είναι ότι ακριβώς μια φρέσκια, ζωντανή, ανθρώπινη, χρήσιμη ιδέα μετατρέπεται σε δογματικό ρομπότ. Από την άποψη της απελευθέρωσης επικίνδυνων ενδιάμεσων ξενιστών, η μετατροπή των ιδεών σε δόγματα ισοφαρίζει τη μετατροπή του υδρογόνου σε ήλιον, του ουρανίου σε μολύβι και της αθωότητας σε διαφθορά. Κι είναι σχεδόν εξίσου ευμετάβλητη. […] Οι ιδέες γίνονται απ’ τους δασκάλους, τα δόγματα απ’ τους μαθητές και ο Βούδας πάντα σκοτώνεται στο δρόμο.

Υπάρχει μια ιδιαίτερα απεχθής και απελπιστικά κοινή ασθένεια που λέγεται παρωπιδισμός και που προκαλεί τόσα κακά που θα ’πρεπε να βρίσκεται πάνω πάνω στον κατάλογο ασθενειών του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας. Ο παρωπιδισμός είναι μια ασθένεια όπου η αντίληψη περιορίζεται από την άγνοια και διαστρεβλώνεται από τα συμφέροντα. Προκαλείται από ένα μύκητα του οπτικού, που πολλαπλασιάζεται όταν ο εγκέφαλος είναι λιγότερο δραστήριος απ’ τον εγωισμό. Παρουσιάζει επιπλοκές όταν εκτίθεται στην πολιτική. Όταν μια καλή ιδέα υποχρεώνεται να περάσει μες απ’ τα φίλτρα και τα κομπρεσέρ ενός κοινού παρωπιδισμού, όχι μόνο βγαίνει σε μειωμένη κλίμακα και αξία, αλλά η καινούργια δογματική της υπόσταση φέρνει το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε.

Γι’ αυτό ακριβώς οι ιδέες αγάπης του Ιησού Χριστού γίναν τα απαίσια κλισέ του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό ακριβώς ουσιαστικά όλες οι επαναστάσεις της Ιστορίας έχουν αποτύχει: οι καταπιεσμένοι, μόλις πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, γίνονται καταπιεστές και καταφεύγουν σε ολοκληρωτικές μεθόδους για να προστατέψουν την επανάσταση. Γι’ αυτό ακριβώς οι μειονότητες που ζητούν την κατάργηση των προκαταλήψεων πέφτουν στην αδιαλλαξία, οι μειονότητες που ζητούν την ειρήνη πέφτουν στην ένοπλη στράτευση…

Κόρμακ ΜακΚάρθυ – Πεδινές πολιτείες

Στην κόψη όλων των συνόρων

Σε πρόσφατη συλλογή διηγημάτων  ο Κάρλος Φουέντες τροχιοδρομεί τις τραγικές του ιστορίες γύρω από την συνοριακή γραμμή ΗΠΑ– Μεξικό. Όπως στα «Κρυστάλλινα Σύνορα» (εκδ. Καστανιώτη, 2010) έτσι κι εδώ, η ίδια μεθόριος δεν αποτελεί απλώς ένα εύθραυστο συμβολικό και κοινωνικό όριο αλλά κι έναν καθοριστικό παράγοντα του ψυχισμού των χαρακτήρων. Στο τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Συνόρων, οι Τζων Γκρέηντυ Κόουλ και Μπίλλυ Πάρχαμ, πρωταγωνιστές αντίστοιχα των δυο προηγούμενων μερών της (Όλα τα Όμορφα Άλογα, Το Πέρασμα), βρίσκονται ενωμένοι με δεσμούς φιλίας. Έχουν επιστρέψει μόνοι τους, σωματικά και ψυχικά ράκη: ο πρώτος έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου (και κυριολεκτικά) για την αγάπη μιας γυναίκας, ο δεύτερος κουβαλώντας τη σωρό του αδελφού του ύστερα από πολλαπλά λουτρά αίματος.

Οι δυο νέοι αρχίζουν να ξαναζούν συμφιλιωμένοι με την απώλεια αλλά και απολύτως βέβαιοι για την ζωή που θέλουν να ζήσουν: επιλέγοντας την ευφρόσυνη συμμαχία και την τίμια αντιμαχία με την φύση και τα ζώα. Ο εκτροχιασμός της μοίρας μοιάζει αναπότρεπτος, λες και όλα οδηγούν προς αυτόν: είναι θέμα χρόνου ο Κόουλ να συναντηθεί με την επιληπτική πόρνη Μαγδαληνή, να θέλει να την εντάξει στη Νέα του Ζωή και να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, μακριά από τον δυνάστη της. Η μετωπική σύγκρουση των δυο διαμετρικά αντίθετων κόσμων στην τροχιά του μαχαιριού είναι προδιαγεγραμμένη – σαν «Το όνειρο των ηρώων» του Κασάρες. Εδώ άλλωστε το κίνητρο είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα: πρόκειται για την σωτηρία ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, για μια προσωπική αποστολή ενός μάρτυρα που γνωρίζει το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής. Ο Πάρχαμ αντιλαμβάνεται την ασύμβατη τροπή των πραγμάτων αλλά θα σταθεί δίπλα του, πιστός στην αρχή της φιλίας, μια από τις αρχές που τιμούν ετούτοι οι έφιπποι περιπλανώμενοι.

Παρά την γλωσσική και μυθοπλαστική απογύμνωση ο συγγραφέας αποφεύγει να γλιστρήσει σε μελόδραμα. Διοχετεύει μια απαστράπτουσα λυρικότητα στις περιγραφές του περιβάλλοντος και προκρίνει την εξουθενωτικά λεπτομερή, νατουραλιστική απόδοση του αμεσότερου περίγυρου. Υπάρχει κάτι το αρχέγονο σ’ αυτές τις ιστορίες ζωής και θανάτου που σχεδόν εξαφανίζει την όποια χωροχρονική τους πλαισίωση. Οι εσχατιές της γης απλώς ζωγραφίζουν το φόντο τους και ζωγραφίζονται από τα συναισθήματά των ηρώων. Διόλου τυχαία άλλωστε οι εικόνες του φυσικού τους κόσμου συχνά χάνουν την «υλική» τους υπόσταση και μεταλλάσσονται σε φασματικές αντανακλάσεις της ιδιαίτερης φαντασίας του καθενός.

Οι ακαριαίοι διάλογοι περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αφήνοντας χώρο σε μια βασιλική σιωπή. Έτσι κι αλλιώς στον κόσμο αυτών των ηρώων είναι οι πράξεις που έχουν σημασία· οι σκέψεις φεύγουν σαν τον αέρα των ερήμων ενώ τα γεγονότα μένουν όταν κατακάτσει η σκόνη. Οι όποιες επιγονικές αναφορές στον Φώκνερ είναι συζητήσιμες – εδώ αναπνέουν περισσότερο τα γουέστερν του Τζον Φορντ, ο μινιμαλισμός του Σαμ Σέπαρντ, τα αχρονικά σύμπαντα του Σαραμάγκο, οι μαγικές περιγραφές του Έσσε και οι ανανεωτές του αμερικανικού μυθιστορήματος (στους οποίους άλλωστε κατά καιρούς καταχωρείται ο Μ.). Αν όμως οι τελευταίοι διατρέχουν τους ερημότοπους του σύγχρονου ανθρώπου, αυτός μοιάζει να βρίσκεται ανέκαθεν εκεί, στα διαχρονικότερα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Οι αληθινοί άνθρωποι βρίσκονται στο δρόμο, έχοντας πάντα ιστορίες να διηγηθούν και ετούτοι οι ερημίτες (ιδιότητα που υπήρξε δεύτερη φύση για τον συγγραφέα) τις κυνηγούν σαν άλλα θηράματα. Στις Πεδινές Πολιτείες (ευαγγελική αναφορά στα Σόδομα και τα Γόμορρα που απλώς επισφραγίζει την διάχυτη βιβλική αίσθηση) το κακό δεν αφανίζεται ποτέ κι έχει εξίσου ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος ο γηραιός Μπίλλυ διηγείται την ιστορία του σε κάποιον άγνωστο οδοιπόρο: το βάλσαμο της αφήγησης απλώς γλυκαίνει την ματαιότητά ενός κόσμου που εξ’ ορισμού δεν μπορεί να γίνει καλύτερος.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής, σελ. 364 [Cormac McCarthy, Cities of the Plain, 1998].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: To the valley below…