Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

Mário de Sá – Carneiro – Η απολογία του Λούσιο

1

Έχω κλείσει δέκα χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που δεν διέπραξα και για το οποίο ποτέ δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου· είμαι νεκρός για τη ζωή και για τα όνειρα: καθώς πια τίποτα δεν μπορώ να ελπίζω και τίποτα να επιθυμώ – αποφάσισα τελικά ν’ απολογηθώ, δηλαδή ν’ αποδείξω την αθωότητά μου…

γράφει ο αφηγητής στις πρώτες αράδες του βιβλίου, έτοιμος να συγγράψει την απολογία της ζωής του, μιας ζωής τόσο ρημαγμένης που η φυλακή του φάνηκε ως χαμόγελο, ως ένα επιθυμητό τέλος. Η ιστορία του ξεκινάει το 1895, όπου βρίσκεται σπουδαστής στο πανεπιστήμιο Παρισιού και συναναστρέφεται με καλλιτεχνικούς κύκλους, όπου τον εισάγει ο επιβλητικός και μαυροντυμένος Τζερβάσιο Βίλα – Νόβα. Ο Νόβα εγκωμιάζει μια λογοτεχνική σχολή του συρμού, τον Πρωτογονισμό, που προτείνει μια πρωτότυπη και εκτυφλωτική τυπογραφία, οι δε ποιητές της μεταφράζουν τα συναισθήματά τους σ’ ένα παιχνίδι συλλαβών, με «κομματιασμένες ονοματοποιήσεις δημιουργώντας νέες λέξεις που μπορεί και να μην σημαίνουν τίποτα» αλλά αποκαλύπτουν έτσι μια διαφορετική ομορφιά. Η φιληδονία στην τέχνη είναι μόνιμο θέμα συζήτησης στις καλλιτεχνικές τους συναντήσεις κι η διέγερση των δονήσεων της ηδονής αποτελεί ένα μόνιμο ζητούμενο.

mario sa-- carneiro

Ο Λούσιο γνωρίζεται με τον ποιητή Ρικάρντο ντε Λαουρέιρο και συνδέεται μαζί του με στενό δεσμό φιλίας και καθίσταται πρόθυμος ακροατής των καταρρακτωδών ομολογιών του, που ξεχειλίζουν από αλλόκοτες εικόνες. Ο Ρικάρντο εκφράζει την ανία του και τον κορεσμό του από την ζωή· τα πάντα τού φαίνονται αδιάφορα και ο ενθουσιασμός του εξανεμίζεται γρήγορα: Κι αν κάποιες στιγμές μπορώ να υποφέρω επειδή δεν έχω ορισμένα πράγματα που ακόμα δεν τα γνωρίζω ολοκληρωτικά, όταν βαθαίνω καλύτερα, διαπιστώνω το εξής: Ω Θεέ μου, αν τα είχε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος μου, ακόμα μεγαλύτερη η ανία μου. Τελικά η σπατάλη χρόνου είναι σήμερα ο μοναδικός σκοπός της έρημης ύπαρξής μου. Αν ταξιδεύω, αν γράφω – αν ζω, με μια λέξη, είναι μόνο και μόνο για να καταναλώνω στιγμές, πίστεψέ με: αλλά πολύ σύντομα – ήδη το προαισθάνομαι – κι αυτό ακόμα θα το χορτάσω. Και τι θα κάνω τότε; [σ. 45]

Ο Ρικάρντο σταδιακά βυθίζεται σε έναν κόσμο παραίτησης και παραίσθησης συμπαρασέρνοντας τον συνομιλητή του. Ο ίδιος ο κόσμος των ηδονών και της τέχνης μοιάζει να αποτελεί ένα προπέτασμα για μια άλλη θέαση των πραγμάτων, διαθλασμένη, παραμορφωμένη. Είναι ενδιαφέρον το πώς η περιγραφή μιας αίθουσας χορού αποδίδει τα σημερινά κλαμπς: «το ηλεκτρικό φως προέρχεται από άπειρες σφαίρες, με διάφορα χρώματα, με ποικιλία σχεδίων και διαφορετική διαφάνεια», και αλλού: «η κύρια πηγή του φωτός είναι κρυμμένοι προβολείς που ξεχύνουν άπλετα κύματα». Αλλά και εκεί χάσκει ένα μεγάλο κενό. Το ψυχικό βάσανο του ανικανοποίητου νέου καθίσταται μέρος του σώματος. Η ψυχή του πετρώνει, οι σκέψεις του προκαλούν πρωτοφανή σωματικό πόνο. Τα απογεύματα στη νότια Λισσαβώνα είναι αβάσταχτα, η ίδια η ζωή είναι πια ανυπόφορη. Υπάρχει άραγε η έσχατη δυνατότητα φυγής στην τέχνη;

mario_sa_carneiro-1

Οι αιώνιες αντιφάσεις μου! Εσείς, όλοι οι αληθινοί καλλιτέχνες, οι αληθινά μεγάλες ψυχές – το ξέρω – ποτέ δεν βγαίνετε, ούτε επιδιώκετε να βγείτε ποτέ από το χρυσό σας κύκλο – ποτέ δεν νιώθετε την επιθυμία να κατεβείτε στη ζωή. Αυτή είναι η αξία σας, η αξιοπρέπειά σας. Και σωστά κάνετε. Είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι…Γιατί εγώ υποφέρω διπλά, ζω μέσα στον ίδιο χρυσό κύκλο και συνάμα ξέρω να κινούμαι εκεί κάτω… [σ. 58]

Ο Πορτογάλος ποιητής και μυθιστοριογράφος Μάριο ντε Σα – Καρνέιρο γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1890 και πέθανε στο Παρίσι το 1916. Ήταν ο πιο στενός φίλος του μείζονος Πορτογάλου ποιητή του περασμένου αιώνα Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος τον γνώρισε στην αβανγκάρντ επιθεώρηση της Λισαβόνας, Orpheus, που εισήγαγε το μοντερνισμό στην Πορτογαλία. Στον Πεσσόα έστειλε και τα αδημοσίευτά ποιήματά του λίγο πριν αυτοκτονήσει. σε ηλικία είκοσι έξι ετών, σ’ ένα ξενοδοχείο της Μονμάρτης, αφού έγραψε επιστολές για τον πατέρα του, την φίλη του, τον ίδιο τον Πεσσόα και άλλους φίλους. Κατάθλιψη, απογοήτευση από την ζωή, πνευματική κατάπτωση (που περιγράφει εδώ, στην μόνη νουβέλα που έγραψε), όλα οδήγησαν στην αυτοχειρία αυτού του γνήσιου συγγενή του Ρεμπώ. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω τις Επιστολές που αντάλλαξαν οι δυο λογοτέχνες [1958 -1959].

rui-blogue

Η πλειονότητα, αγαπητέ μου…Η πλειονότητα, οι ευτυχείς….Αλλά ποιος ξέρει αν τελικά αυτοί έχουν δίκιο…αν όλα τα υπόλοιπα είναι μπούρδες… / Κι ωστόσο θα άξιζε περισσότερο αν ήμασταν σα το μέσο άνθρωπο που βλέπουμε γύρω μας. Θα είχαμε, τουλάχιστον στο πνεύμα, ηρεμία και ειρήνη. Τώρα έχουμε μόνο το φως. Όμως το φως τυφλώνει τα μάτια…Είμαστε ολάκεροι αλκοόλ, σκέτο αλκοόλ! – είμαστε οινόπνευμα και εξατμιζόμαστε σ’ ένα φως που μας καίει! [σ. 59, 60]

Οι καλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας, αγαπητέ μου φίλε, δεν έχουν ποτέ τέτοιου είδους περίπλοκα προβλήματα. Απλώς ζουν. Δεν σκέφτονται καν… Μονάχα εγώ δεν παύω ποτέ να σκέφτομαι…Ο εσωτερικός μου κόσμος έχει πλατύνει πολύ, έγινε άπειρος και ώρα με την ώρα επεκτείνεται! Είναι φρικτό. Αχ, Λούσιο, Λούσιο! φοβάμαι – φοβάμαι πως θα υποκύψω, πως θα παραδοθώ σον εσωτερικό μου κόσμο, θα εξαφανιστώ από τη ζωή, θα χαθώ μέσα του… / … Ορίστε ένα θέμα για τα διηγήματά σας, ένας άνθρωπος που από την πολλή αυτοσυγκέντρωση εξαφανίζεται από τη ζωή, μεταναστεύει στον εσωτερικό του κόσμο… [σ. 61 – 62]

mario-sa-carneiro-1

Όπως γράφεται στο πολύτιμο επίμετρο του μεταφραστή, το έργο του Σα – Καρνέιρο θεωρείται αντιπροσωπευτικό του ρεύματος «της παρακμής» που ονομάστηκε Decadentismo, μαζί με το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Γουάιλντ και την Ηδονή [Il piacere] του Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο. Πρόκειται για την αριστοκρατική, ελιτίστικη απόρριψη της αστικής κοινωνίας που δείχνει πια σαφώς την αποτυχία της να φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα. Μοναδική διέξοδος σε μια τέτοια κοινωνία είναι η τέχνη· ο αληθινός καλλιτέχνης δεν «ζει», παρά τον κοσμοπολιτισμό του· είναι απέξω, αρνείται τον συρμό, η ομορφιά και η ηδονή ορίζουν αποκλειστικά την τέχνη. Φοβάται την ομοιομορφία, επιθυμεί σφοδρά το μοναδικό και το ξεχωριστό. Σύμφωνα με μια από τις περαστικές γυναίκες της νουβέλας, μια Αμερικανίδα, η ίδια η ηδονή είναι τέχνη – θυμόμαστε εδώ τον δανδή λόρδο του Όρκαρ Γουάιλντ: «έναν νέο Ηδονισμό χρειάζεται ο αιώνας μας».

Και γι’ αυτόν, όπως και για μένα, η ζωή είχε σταματήσει – είχε ζήσει κι αυτός την κορυφαία στιγμή που περιέγραψα. Μιλούσαμε αρκετά συχνά γι’ αυτές τις μεγαλειώδεις στιγμές, και τότε εκείνος υποστήριζε την πιθανότητα να κρατήσουμε, να φυλάξουμε τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας – γεμάτες αγάπη ή θλίψη – και έτσι να μπορούμε να την ξαναδούμε, να τις ξανανιώσουμε. Μου έλεγε ότι αυτό ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του στη ζωή – όλη η τέχνη της ζωής του[σ. 159]

mario

Μια διαφορετική γυναίκα εισχωρεί στη σχέση των δυο αντρών· η Μάρτα συνδέεται με τον Ρικάρντο και πλέον οι σκέψεις και οι εμπειρίες μοιράζονται δια τρία. Όσο όμως η τριμερής συντροφικότητα εισχωρεί στους διάφορους ομόκεντρους κύκλους πνευματικότητας, άλλο τόσο η αληθοφάνεια της διήγησης μοιάζει να κυκλώνεται από πέπλα αμφιβολίας. Η ίδια η αφήγηση του Λούσιο είναι παραληρηματική, καθώς απορεί για την Μάρτα, μια γυναίκα χωρίς παρελθόν, μια ύπαρξη χωρίς αφήγηση. Δεν είναι μόνο η συνεχής χρήση των λέξεων «παράδοξο» και «παράξενο» ή τα πολλαπλά χάσματα της μνήμης. Είναι η ίδια η βύθιση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Σκεφτείτε μέχρι ποιο βάθος μπορεί να φτάσει όλη αυτή η πτώση, μέχρι ποιο σημείο είναι δυνατόν η απολογία του Λούσιο να παραλλάσσει ή να πλαστογραφεί ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η ένωση των τριών αυτών προσώπων, σε ψυχή, πνεύμα και σώμα.

Αν έπρεπε χωρίς ειρμό και χωρίς επιχειρήματα να αναφέρω όλα τα αναγνώσματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσκαλεί η νουβέλα του άγνωστου Πορτογάλου συγγραφέα (που έμεινε ως σήμερα απαρατήρητη), εδώ υπάρχουν οι άβυσσοι του Λωτρεαμόν και τα εγκαύματα του Αρτώ, η παραφορά του Απολλιναίρ και η παράνοια του Ρεμπό, η ποίηση του Κρο, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι και Μια Ιστορία με Κοκαΐνη του Μ. Αγκέεφ, οι οπτασίες του Νοβάλις και προφανώς οι μονολογίες του Πεσσόα.

mdsc

Αν φτάσουμε στη μέγιστη οδύνη, με τίποτα πια δεν υποφέρουμε. Αν συγκλονιστούν στο έπακρο οι αισθήσεις μας, τίποτα δεν μπορεί να μας κλονίσει. Απλώς, αυτή τη στιγμή της αποκορύφωσης ελάχιστοι άνθρωποι τη ζουν. [σ. 13]

Εκδ. Νήσος, 2012, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 167 σελ., με επτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [A confissão de Lúcio, 1914]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 178. Hallucinations.