Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

Ηρώ Νικοπούλου – Ασφαλής πόλη

ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΛΗ

Ήρωες στην αιώρα των ορίων

Γι’ αυτό διάλεξε τον τεσσαρακοστό πέμπτο όροφο, της άρεσε να βλέπει τα μεγέθη και τα πράγματα αλλοιωμένα. Το ύψος να τα συντρίβει, να τα λιώνει. Τα σπουδαία, τα φοβερά. Να τα ημερεύει, να τα αδρανοποιεί. Κι εκείνη εκεί ψηλά ασφαλής, περίκλειστη στο εναέριο γυάλινο ενυδρείο της. Κουρτίνες δεν κρέμασε ποτέ. Θα έχανε το διαμέρισμα το μισό τουλάχιστον από το μεγαλείο του, κι εκείνη το φιλοσοφικό αποκούμπι της, το εργαλείο για να αποκωδικοποιεί τη ζωή, ειδικά όταν την στρίμωχναν άνθρωποι και καταστάσεις. [σ. 12]

ΚΟΥΚΛΑ-01_

Η ασφαλής πόλη παρακολουθεί έναν έρωτα που παραπατάει ανάμεσα στο περιβάλλον της πόλης, πάνω από την οποία σχεδόν ίπταται το διαμέρισμα της Λόις, και στις άγνωστες πατρογονικές καταβολές που καθορίζουν την προσωπικότητα του συντρόφου της – ήταν και εκείνες που άσκησαν πάνω της μια εξωτική γοητεία. Εκείνος δεν συμπάθησε ιδιαίτερα τον χώρο της: στα τζάμια κυμάτιζε η εικόνα του τα βράδια, το σώμα του παραπατούσε στο ανεμπόδιστο φως την ημέρα, έλεγε πως πατάει στο κενό. Τώρα η τηλεφωνική τους συνομιλία βυθίζεται σε μια σιωπή επιθετική, επικίνδυνη, που όταν δεν συναγωνίζεται τον επίμονο βόμβο από την διακοπή της σύνδεσης καλύπτει τα κενά ανάμεσα στον ίλιγγο του δεσμού τους, κάτω από τον οποίο χάσκει ένα χαμένο παιδί.

Οι ώρες της αιχμής αποτελούν τις ιδανικότερες ώρες για τους χαρακτήρες των δυο δίδυμων απολαυστικών διηγημάτων Traffic No 1 και Traffic No 2. Στην πρώτη περίπτωση, το σχόλασμα των γραφείων και των εμπορικών βρίσκει τους καταρρακωμένους από το ελάχιστο της μέρας που τους απομένει, απ’ της ζωής τους το ελάχιστο. Εκείνες τις ώρες οι αστικές συγκοινωνίες γίνονται λίκνα τρυφερών φορτίων, γεμάτα από τη ζεστασιά του ξένου σώματος, που ανώνυμο δίνει χωρίς τίποτα να ζητά. Είναι θεραπευτικό το άγγιγμα, ακόμα κι έτσι. Ακαριαία αγκαλιάσματα στο ξαφνικό πάτημα του φρένου, … δώρα αθώα της ασφάλτου. Πόσοι άραγε παρακαλάνε να ’ναι μεγάλο το μποτιλιάρισμα, να διαρκέσει πολύ η διαδρομή, να παραταθεί η θαλπωρή της ακούσιας απραξίας; Για λίγο γίνονται προνομιούχοι του ου τόπου, έρμαιοι και ξένοιαστοι, άλλος οδηγεί.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΠΕΙ.Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ Νο 1_

Τι κάνει σε αυτές τις τροχήλατες κιβωτούς ο ήρωας; Στέκει ψύχραιμος εξουσιάζοντας την παράδοση των σωμάτων και γυρεύει το πιο λαχταριστό· πλησιάζει την ωραία καθισμένη κοιμωμένη και με τα μάτια χιμά στο αφύλακτο κομματάκι της σάρκα της, στον κόρφο της· «πάντα από κάπου πιάνεται και μπαίνει». Κρατιέται από την χειρολαβή και τοποθετεί το μέσο του σώματός του βρίσκεται κοντά στο κεφάλι της,  ενώ αυτή κοιμάται. Ή μήπως προφασίζεται; Όταν σηκωθεί για να κατέβει, η θέση της του ανήκει και κάθεται στην ζεστή μονιά της, να νιώσει την θέρμη του κορμιού της. Κι εκεί, ανάλογα με την πολυκοσμία και την ώρα, αφήνεται σε μια γλυκιά εκτόνωση.

Τι γίνεται όμως το καλοκαίρι όταν τα κλιματιστικά των λεωφορείων του στερούν από τον ίδιο ήρωα την επιθυμητή ζεστασιά των σωμάτων; Αλλάζει στόχο και κατεύθυνση και επικεντρώνεται στα πόδια, ακολουθεί μια ολόκληρη διαδικασία, γίνεται κυνηγός, αργότερα μένει μετέωρος και δίγνωμος, ενώ η τελική πράξη είναι εξίσου απρόσμενη. Η ιδιαίτερη αυτή ιστορία, πλουτισμένη με εξαιρετικές ανατομικές περιγραφές, τιτλοφορείται Traffic No 2 και αποτελεί προσωπική μου τιμή το γεγονός ότι πρωτοδημοσιεύτηκε στο ανάλογης και αποκλειστικής θεματολογίας ιστολόγιο Γυμνά Πόδια που διακονώ ο ίδιος, ενδεικτικό μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 36 (χειμώνας 2013).

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ (ακρυλικό, 35Χ45 εκ)

Στην Διεκδίκηση ένα κορίτσι που δεν το παίζουν στη γειτονιά προσκολλάται στην μικρή αφηγήτρια και διεκδικεί το παγωτό της με το «ακλόνητο» επιχείρημα της φιλίας, κορυφώνοντας σε μια έξαρση παιδικής «επιθετικότητας» μια σχέση ούτως ή άλλως άνιση. Στην ίδια επικράτεια της σκληρής παιδικής ηλικίας, Η έδρα του δασκάλου της πέμπτης δημοτικού μετατρέπεται σε κουβούκλιο εγκλεισμού ως τιμωρία για τους αδιάβαστους μαθητές. Η μνήμη του αφηγητή διατηρεί έντονη μια από τις πέντε αισθήσεις και συμπυκνώνεται σε μια ύστατη παράγραφο. Τα όρια και Η ΚατάλΥψη συμπληρώνουν μια τριάδα κειμένων γνώριμης κωμικοτραγικής σχολικής πραγματικότητας αλλά εκείνο που θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολικές αίθουσες των νέων ψυχών είναι το Μόνιμο μακιγιάζ, μια προσφιλής εφαρμογή ενός διαρκούς καλλωπισμού που νομοτελειακά αποδεικνύει την μάταιη κούρσα των υποχρεωτικών καλλυντικών διαταγών.

Τα είκοσι δύο διηγήματα αποτυπώνουν σχέσεις που διαρρηγνύονται άμεσα ή συνθλίβονται από το βάρος της χρονικότητάς τους και καταστάσεις γνώριμες και οικείες, που όμως είναι πάντα ξεχωριστές και μοναδικές για τον καθένα. Σμιλεύουν δεσμούς ερωτικούς και αποδεσμεύσεις οριακές, ορόσημα αμφότερα του ανθρώπινου βίου, που δεν συμβαίνουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις αλλά κάθε μέρα, κάθε λεπτό που περνάει. Αποτελούν άραγε επαρκή στιγμιότυπα ή φωτογραφικές λήψεις μιας ιδιωτικής ή δημόσιας πραγματικότητας; Όχι, εδώ διαφοροποιούνται ως προς την παραπάνω διάθεση πολλών διηγηματογράφων.

Untitled-16_

Η συμπύκνωση ολόκληρων κόσμων σε λίγες σελίδες και η κατάληξη των μύθων σε ένα τέλος αιφνίδιο και αναπάντεχο αποκρυσταλλώνει τα διηγήματα σε αυτοτελείς, ολοκληρωμένες ιστορίες, ενώ οι μικρότερες σε έκταση από αυτές και για τον παραπάνω λόγο αλλά και για όλους τους υπόλοιπους του είδους, καλύπτουν τα σύνθετα και απαιτητικά χαρακτηριστικά των μικροϊστοριών – των μικρών διηγημάτων τύπου μπονζάι, στην έντυπη και ηλεκτρονική διάδοση των οποίων έχει μεγάλο μερίδιο η συγγραφέας. Άλλωστε είναι ακριβώς το ιστολόγιο Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι, όπου έχουν δημοσιευτεί τρεις από αυτές, ενώ από μια δημοσιεύτηκε στα λογοτεχνικά περιοδικά Δίοδος, Πλανόδιον, Νέα Εστία, στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος και στο προαναφερθέν ιστολόγιο των Γυμνών Ποδιών, ενώ οι υπόλοιπες  εκδίδονται εδώ για πρώτη φορά.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015, σελ. 174

Υπό δημοσίευση στο προσεχές τεύχος του περιοδικού (δε)κατα,

Όπως και στην ανάρτηση του προηγούμενου βιβλίου της Η. Νικοπούλου, το κείμενο «εικονογραφείται» με έργα της, που πάντα βρίσκονται σε συνεχή διάλογο αλλά και αντίλογο με τα γραπτά της.