Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Άπαντα τα διηγήματα

HXΠ Αρχειοθέτης

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Θερμά θαλάσσια λουτρά, Ο γενικός αρχειοθέτης, Ροζαμούνδη, Ο οβολός, Ο θησαυρός των αηδονιών

Η συγκεντρωτική έκδοση των έξι συλλογών με διηγήματα του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου αποτέλεσε ιδανική περίσταση όχι μόνο να τον ξαναδιαβάσουμε αλλά και να περιηγηθούμε στον «μικρό θαυμαστό του κόσμο». Η έκφραση ανήκει στον Σπύρο Τσακνιά και συγκεντρώνω εδώ μερικές πολύτιμές του φράσεις από συλλογή των κριτικών κειμένων Δακτυλικά αποτυπώματα (εκδ. Καστανιώτη, 1983, σ. 103 – 111). Ο Τσακνιάς αναφέρεται στα Θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά αποδίδει ιδανικά τα γενικότερα στοιχεία της γραφής του Η.Χ.Π. Πρώτα αποκαλεί τα κείμενά του μικρά πεζογραφήματα ή διηγήσεις, αποφεύγοντας να πει διηγήματα για να δηλωθεί εξαρχής η απόκλιση απ’ το γνωστό γραμματολογικό είδος. Ο «μικρός θαυμαστός κόσμος» του συγγραφέα είναι ο κόσμος του μικρού επαρχιακού αστικού κέντρου, με τις προσβάσεις του στην ύπαιθρο, αλλά και με την αστική ή μικροαστική του ανθρωπογεωγραφία.

ΗΠ

Μια περίτεχνη δομή καλύπτεται πίσω από έναν φαινομενικά συνειρμικό λόγο του Παπαδημητρακόπουλου. Υπάρχει πάντα ένας θεματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο αρμολογούνται τα αφηγηματικά υποσύνολα και η όποια επιφανειακή σύγχυση είναι απατηλή: υποκρύπτει μια έντεχνη κατασκευή. Ο νοσταλγημένος κόσμος δεν εξωραΐζεται και δεν εξιδανικεύεται. Ακόμα και στην ματιά ενός εφήβου έχει μεταγγισθεί η πείρα ζωής του ώριμου συγγραφέα· είναι ματιά κριτική και κάποτε πικρά ειρωνική. Συνήθως είναι αδυσώπητα χιουμοριστική και θωρακίζει την νοσταλγία έναντι οποιασδήποτε αισθηματολογίας που θα ήταν ανυπόφορη στον συγγραφέα, προσθέτει ο κριτικός.

Δαχτυλικά_

Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, ειδικά για τα κείμενα που αγαπώ περισσότερο στον συγγραφέα: είναι εκείνα όπου εστιάζει σ’ ένα αντικείμενο που μοιάζει παραμελημένο από λογοτεχνική πλευρά και σίγουρα δεν έχει τοποθετηθεί στο επίκεντρο οποιουδήποτε κειμένου. Τα Εικονοστάσια αποτελούν ένα τυπικό τέτοιο δείγμα θεματολογίας και γραφής. Ο συγγραφέας αφιερώνει ολόκληρο κείμενο σ’ ένα αντικείμενο. Πρώτα αντλεί από τις παιδικές του μνήμες – τις γυναίκες των αγροτών κατά το απομεσήμερο, όταν εγκατέλειπαν την πόλη και πλησίαζαν στο εικονοστάσι του δρόμου προσπαθώντας ιεροκρυφίως να γλιστρήσουν κάτι μέσα από την σχισμή. Κατόπιν διατυπώνει τις προσωπικές του αισθητικές παρατηρήσεις, όπως λόγου χάριν για το μάρμαρο (δηλωτικό της γενικότερης εθνικής ευημερίας) που προϊόντος του χρόνου άρχισε να αποτελεί το αποκλειστικό κατασκευαστικό υλικό, για να ακολουθήσει η μοιραία και αναισθητική τυποποίηση της εποχής μας (από την βυζαντινίζουσα αψίδα μέχρι τον άγαρμπο τρούλλο).

Εικονοστάσι σχέδιο

Εν συνεχεία διευρύνει την «κοινωνιολογική» του ματιά, καθώς παρακολουθεί την πύκνωση τους στα κράσπεδα των δρόμων κατά την δεκαετία του ’60, την κατασκευαστική μετεξέλιξή τους και επιπρόσθετα τα συνδέει με διαδρομές που αποτυπώθηκαν σε βιβλία, όπως το Πεντζικικό Από Θεσσαλονίκης εις Σταυρόν ή το μυθιστόρημα του Φ.Δ. Δρακονταειδή Προς Οφρύνιον. Φυσικά αφιερώνει γραμμές στις δικές του επιτόπιες έρευνες – και εντοπίζει μέσα στα αγριόχορτα άλλο παραμελημένο εικονοστάσι από στρατζαρισμένη λαμαρίνα, με θολωμένο τζάμι, σφηνωμένο στις οξειδωμένες αύλακες που κρύβει εκείνο που προστάτευε κάποτε.

Στο τέλος βρίσκεται στο σήμερα, στα εικονοστάσια «της ημετέρας νήσου»  και σε μια πρόσφατη εικόνα που έμεινε στην μνήμη του και αξίζει να διασωθεί και στα γραπτά του: μια πλαστική μινιατούρα μοτοσυκλέτας σ’ ένα εικονοστάσι, όπως αυτές που βρίσκουν τα παιδικά μέσα σε γλυκά και σοκολάτες – πρόκειται άραγε για έναν ναυτικό, που σκοτώθηκε με μηχανάκι, ή μήπως το μικρό παιδί προσφέρει στον εκλιπόντα πατέρα του ένα του παιχνιδάκι; Και το κείμενό του κλείνει με μια σκηνή: ένα παιδί (ίσως το παραπάνω) μαζί με πέντε κορίτσια διαφόρων ηλικιών, ντυμένα όλα στα μαύρα, μπροστά στο εικονοστάσι, να στέκουν σιωπηλά, σαν να τελούσαν ένα ασυνήθιστο μνημόσυνο, χωρίς την παρουσία ιερέως. Κι όλα αυτά σε ελάχιστες σελίδες.

Άγιος Αθανάσιος Πύργος

Η χιουμοριστική και ταυτόχρονα νοσταλγική ματιά βρίσκει ιδανική έκφραση στο κείμενο Η κηδεία (από την συλλογή Ο γενικός αρχειοθέτης). Ο συγγραφέας ανατρέχει σε κάποιο πρωινό της Κατοχής και θυμάται τον Τάκη Σινόπουλο όταν ήρθε στο γυμνάσιο, στον Πύργο, για να συναντήσει τον καθηγητή πατέρα του. Το σχολείο είχε επιταχθεί από τους Ιταλούς και κατέληξε στην εκκλησία του αγίου Αθανασίου, στον γυναικωνίτη. Η «σχολική» χρονιά ήταν αξέχαστη: ο ίδιος είχε θρονιαστεί σε ένα ωραίο παράθυρο στα πίσω έδρανα και από εκεί μπορούσε απερίσπαστος να ρεμβάζει επί ώρες τα χωράφια και τις έρημες ακρογιαλιές, τις νοικοκυρές που έβγαιναν στα μπαλκόνια και τίναζαν. Το ωρολόγιο πρόγραμμα σπάνια μπορούσε να εφαρμοσθεί αφού κάθε τόσο, και ενώ το μάθημα βρισκόταν στο φουλ της πλήξης του

antique_doll_head_against_cement_by_cassiehillis-d68976j_

ακούγαμε ξαφνικά μακρόσυρτες ψαλμωδίες και σε λίγο η καμπάνα άρχιζε να χτυπάει σιγανά και πένθιμα πάνω από τα κεφάλια μας.
– Κηδεία, κηδεία, φωνάζαμε τότε με έξαψη.
Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα, το πράγμα άρχισε να προσλαμβάνει κάποια βελτιωμένη τακτική και κάθε φορά που σηκωνόταν για μάθημα κάποιος αδιάβαστος, κάποιος άλλος, κυττάζοντας δήθεν εμβριθώς στα πέριξ, αποφεύγοντας όμως και να σημειώσει εμφανώς την παρουσία του, αμολούσε τη σχετική ιαχή:
– Κηδεία, κηδεία!
Από εκεί και πέρα κάθε αντίθετη προσπάθεια απέβαινε επί ματαίω. Εν ριπή οφθαλμού γινόταν η εκκένωση του γυναικωνίτη, ενώ ακολουθούσε μια κανονική διασπορά στα γύρω στενά. [σ. 31- 34]

Αλλά δεν μας αφήσει ήσυχους στο γλυκό παρελθόν ο συγγραφέας. Πρόσφατα (τότε, 1981), την Δευτέρα του Πάσχα, ξαναβρέθηκε στην εκκλησία μπροστά στην Ωραία Πύλη, να αποχαιρετήσει τον Σινόπουλο. Κάθε αναλογία είχε ανατραπεί, και η εκκλησία η ίδια έμοιαζε να βρίσκεται μέσα στο πηγάδι των γύρω πολυκατοικιών. Από τον γυναικωνίτη ήταν αμφίβολο αν φαινόταν πια τίποτα…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πεζογράφημα από τα Θερμά θαλάσσια λουτρά αυτό θα ήταν  Η κόκκινη σημαία. Εδώ ο συγγραφέας εκκινεί από μια ξαφνική ανάμνηση ενός φίλου, του Βασίλη, ιδιοκτήτη μιας προπολεμικής ταβέρνας στο υπόγειο του απέναντι σπιτιού. Η βασική της πελατεία ήταν εργάτες και παιδιά από την γειτονιά αλλά και από μακριά όταν πρωτοάνοιγε καινούργιο βαρέλι, πράγμα που διαλαλούσε ο τελάλης στα πέριξ και μια τετράγωνη κόκκινη σημεία στη γωνιά του σπιτιού του. Μόνο που ο αφηγητής συγγραφέας απορεί καθώς σταδιακά η σημαία μπαίνει και βγαίνει κατά το δοκούν, ακόμα και τη νύχτα, ενώ μέχρι τότε την υπέστελλε με την δύση του ηλίου.  Ο κοινός τους φίλος Μιχάλης «τα είχε ψήσει με την μικρά», κόρη του διοικητή της χωροφυλακής που έμενε από πάνω, και η έπαρση ή υποστολή της σημαίας αποτελούσε το σύνθημα για το ελεύθερο πεδίο. Ένα βράδυ επέστρεψε απροόπτως ο διοικητής και η σημαία στα χέρια του πανικόβλητου Μιχάλη θεωρήθηκε πολιτική προπαγάνδα και ο νέος φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να υπογράψει τη γνωστή δήλωση.

Την υπέγραψα, το είχα ήδη αποφασισμένο. Ο μοίραρχος συγκινήθηκε, άντε Μιχάλη παιδί μου, μου λέει, να επιστέψεις πια ως χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία και να ξεχάσεις όλα αυτά τα αίσχη. Ποια αίσχη, καπετάνιε μου; του κάνω. Τότε που καταντήσατε να μας κόβετε τους λαιμούς με τα κονσερβοκούτια, μου λέει. Αναστέναξα και εγώ και τον κύτταξα στα μάτια. Τι να κάναμε, κύριε μοίραρχε, του λέω, τότε δεν είχαμε τα μέσα, και άρχισε να τραντάζεται από τα γέλια ο Μιχάλης. [σ. 78]

Lubitel

Στο αφήγημα Λιούμπιτελ 2 από τον Θησαυρό των αηδονιών το τιμώμενο αντικείμενο είναι η φερώνυμη φωτογραφική μηχανή, μια πάμφθηνη ρώσικη μονοοπτική ρεφλέξ που ο συγγραφέας αγόρασε αντί δραχμών 225, το ανυπέρβλητο εκείνο φορμά των 6 Χ 6 εκατοστών, άρα με μαύρο κουτί δύσχρηστο, όπου προσπαθείς εκ των άνω να εστιάσεις το προς φωτογράφησιν αντικείμενο, κάμπτοντας το σώμα, γεγονός που σε αναγκάζει ενίοτε να λάβεις στάσεις ήκιστα σεμνοπρεπείς. Οι φωτογραφίες του επιτρέπουν να θυμηθεί μερικούς σταθμούς της διαδρομής του – στην πραγματικότητα τον ρυμουλκούν εκεί. Και για τις επόμενες σελίδες, οι λέξεις του αρκούν όχι μόνο για να δούμε κι εμείς τις φωτογραφίες αλλά και να ρυμουλκηθούμε μαζί του στα μέρη τους.

ΗΠ 2

Πολλές φορές με ρωτούν, μερικοί φίλοι (όψιμοι, κυρίως) πώς έμπλεξα, εγώ, με τον στρατό, και υπηρέτησα σ’ αυτόν τόσα χρόνια, έστω και ως γιατρός… Έχω κατά καιρούς επιχειρήσει να δώσω ποικίλες απαντήσεις (η καταστροφή που πάθαμε στην Κατοχή, η φτώχεια που ακολούθησε, ο Εμφύλιος κτλ. – μέχρι και σχετικούς υπαινιγμούς σε ολόκληρο διήγημα έχω κάνει) αλλά συνήθως όσα λέω πέφτουν στο κενό. Οι άλλοι παρακολουθούν μηχανικά, για να μην πω και με αδιαφορία, οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται καν για ποιο πράγμα τους μιλώ. Έτσι, μετά από δοκιμές επί δοκιμών, κατέληξα σε μια απάντηση σχεδόν μονολεκτική:
– Η Ροζαμούνδη, λέω.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Τα πρόσωπα φωτίζονται χαμογελούν με σημασία, κουνάνε το κεφάλι με κατανόηση….

Λεωφορείο

Έτσι αρχίζει η Ροζαμούνδη, από την ομώνυμη συλλογή, κι αν, όπως γράφει ο συγγραφέας, έκαστος αντιλαμβάνεται και φαντάζεται ό,τι νομίζει για εκείνη, έτσι κλείνουμε κι εμείς, για να τον αφήσουμε μόνο μαζί της, όπως άλλωστε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Και θα συνεχίζουμε να ακούμε την Φιλαρμονική, να συγκινούμαστε με ερωτικές διηγήσεις όπως η Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, να αισθάνόμαστε δέος μπροστά στον Γενικό αρχειοθέτη του Πύργου (έστω και αν βρίσκεται σε άδεια), να ονοματίζουμε κάποια Πέμπτη Κόκκινη, να μειδιούμε με την ευτραφή ερωτιάρα Ελεωνόρα, να σκεφτόμαστε πως η Ανάσταση σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την Ανάσταση παλιά, και να ονειρευόμαστε, όπως ο μικρός που ήταν ο ίδιος τότε, και ο μικρός που έχει σήμερα εκείνα τα μπαλόνια.

ΗΧΠ - Οδοντόκρεμα_

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Α΄ έκδ. Τραμ, 1973, Β΄ έκδ. Εγνατία, 1979, Γ΄ έκδ. Κείμενα, 1984, Δ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Ε΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 101 σελ.
Θερμά θαλάσσια λουτρά, Α΄ έκδ. Εγνατία, 1980, Β΄ έκδ. Κείμενα 1985, Γ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Δ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 121 σελ.
Ο γενικός αρχειοθέτης, εκδ. Κείμενα, 1989, Β΄ έκδ. Νεφέλη 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ροζαμούνδη, Α΄ – Β΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 99 σελ.
Ο οβολός, Α΄ έκδ., Νεφέλη 2004, Β΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ο θησαυρός των αηδονιών, Α΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2009, Γ΄ έκδ. 2012 (εικονογράφηση Εύη Τσακνιά), 106 σελ.

Οι έξι συλλογές κοσμήθηκαν από τον Ανακρέοντα Καναβάκη με λεπταίσθητης τέχνης κοσμήματα, διαφορετικά για την καθεμία, και φιλοξενούνται σε βαθυπράσινο κουτί.