Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Η αδερφή μου

Εξώφυλλο

Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας. Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες, ορισμένοι – οι λιγότεροι – μου έγιναν συμπαθείς, περνάω καλά στη συντροφιά τους. Ξέρω να αξιολογώ τα έργα τους και να τα τιμώ όταν αξίζουν, η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο, αποκλειστικά και μόνο, σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα άρρωστους και τους φρόντισαν δίχως κανένα γογγυσμό, με αγάπη και αφοσίωση. [σ. 61]

Η αδελφή του Σταύρου Ζουμπουλάκη, η Γιούλα, ήταν ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του. Και η ασθένειά της, η επιληψία, μετέτρεψε την αδελφική του σχέση σε πεπρωμένο· ένα πεπρωμένο που χάρη στην ικανή του γραφή μετατρέπεται στο παρόν απόσταγμα εβδομήντα σελίδων. Εδώ συμπυκνώνονται όσα έζησε και φιλοσόφησε, όσα κράτησε και διδάχτηκε. Ο συγγραφέας μιλάει για την διχασμένη ζωή του πονεμένου: ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, αλλά βρίσκεσαι αλλού. Μόνο με τους ομοιοπαθείς είσαι αληθινός και λες ό,τι πραγματικά θέλεις να πεις. «Άλλος ψυχομαχάει κι άλλος καυλομαχάει», έλεγε ο πατέρας του, και ο γιος τώρα συνοψίζει σε αυτή την παροιμία την άποψή του για την ζωή – κι αυτή είναι μια από τις ειλικρινείς εξομολογήσεις ενός βαθύτατα πνευματικού ανθρώπου.

2 - Balthus - Brother and Sister, 1936_

Αυτός ο αδελφός λοιπόν, εντελώς ξαφνικά, όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα σταμάτησε να βγαίνει για παιχνίδι και κλείστηκε στο σπίτι διαβάζοντας μανιωδώς. Μέχρι και σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση πώς και γιατί συνέβη αυτό· απλά σκέφτεται μήπως αυτή η στροφή στον εαυτό του και στην ανάγνωση ήταν μια μυστική προετοιμασία για να αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο την επερχόμενη καταιγίδα. Είχε πια σχεδιαστεί «της ζωής του η περιοχή». Τα διαβάσματα αποτελούσαν κι ένα ενδιαφέρον πεδίο αντιπαράθεσης με την Γιούλα, και ιδίως οι αντίθετες ποιητικές προτιμήσεις. Εδώ ο συγγραφέας καταθέτει μια βεβαιότητα: σχέση αληθινή με την ποίηση μπορεί να έχει στη ζωή του μόνο εκείνος που στα εφηβικά του χρόνια ένιωσε σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, και ας μην ήταν σε θέση να κατακτήσει το νόημα. Αν δεν συμβεί τότε, ποτέ δεν θα του δοθεί η συγκίνηση με το ίδιο ποίημα αργότερα. Και αυτή την αίσθηση την χρωστάει στην αδελφή του.

Η οικογένεια σιώπησε· ο καθένας από τους γονείς οδηγήθηκε στην απόκρυψη από τον δικό του δρόμο, για τους δικούς του λόγους. Ίσως η αποσιώπηση ξόρκιζε το κακό, ίσως κανείς τρίτος δεν θεωρείτο ικανός να νιώσει τον πόνο, ίσως η κοινοποίηση θα οδηγούσε σε συνεχείς ανόητες ερωτήσεις που θα σκάλιζαν διαρκώς την πληγή. Αλλά ένα μυστικό που δεν μοιράζεται γίνεται ασήκωτο· και ο συγγραφέας το κουβάλησε αμοίραστο μέσα του για χρόνια και οδηγήθηκε σε μια μοναχική εσωτερικότητα που τον προφύλαξε από την επιπόλαιη εξωστρέφεια. Αυτά, μας ομολογεί, τα λέει σήμερα, ενώ τότε πολύ θα ήθελε να ήταν ένας επιπόλαιος εξωστρεφής τύπος που καλοπερνάει, «ένας οποιοσδήποτε Ευτύχιος», όπως θα έλεγε και ο Μάριος Χάκκας.

2 - Αδελφάκια 1

Καθώς οι επιληπτικές κρίσεις πυκνώνουν σε συχνότητα και αποτελούν το ενδεχόμενο κάθε στιγμής, η ζωή του συγγραφέα αλλάζει. Κάθε ανεπαίσθητος θόρυβος διαταράσσει τον ύπνο του. Η Γιούλα εξεγέρθηκε με τον δικό της τρόπο απέναντι στην ασθένεια. Άρχισε να ζει έντονα την ζωή της και να εξαφανίζεται για ώρες, αφήνοντας στον αδελφό της τον ρόλο του καλού παιδιού που βλέπει χιλιάδες βλακείες στην τηλεόραση για να μην αφήσει μόνους τους γονείς του. Και φυσικά άρχισε να βλέπει πώς οι χρόνια άρρωστοι, ειδικά οι άρρωστοι από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια, έχουν μάθει πολύ καλά την τέχνη να χρησιμοποιούν την αρρώστια τους για να χειρίζονται τους άλλους με τρόπο βασανιστικό. Κι εκείνη ασκούσε την τέχνη με ιδιαίτερη επιδεξιότητα.

Η ζωή είναι βέβαια γεμάτη πόνο και βάσανα. Μπορεί όλοι να έχουν μερίδιο στον πόνο της ζωής, τα μερίδια αυτά όμως είναι πολύ άνισα μεταξύ τους. Είναι ψέμα ότι κάθε άνθρωπος έχει τα βάσανά του, εάν με αυτό εννοούμε πως τούτα τα βάσανα είναι το ίδιο βαριά. Σε αυτό το ψέμα προσχωρούν πολλές φορές και οι ίδιοι οι δυστυχισμένοι, γιατί δεν αντέχουν τη μοναξιά της δυστυχίας τους, το βάρος της μεταφυσική αδικίας που τους διάλεξε. Ούτε όλοι οι πόνοι είναι το ίδιο. Ο πόνος της συλλογικής συμφοράς, είτε η φύση την προκάλεσε είτε η ιστορία, είναι πολύ λιγότερο βαρύς από τον πόνο που προκαλεί η ατομική συμφορά, εκείνη που χτύπησε εσένα μόνο ή τους δικούς σου: μια ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος ενός παιδιού. [σ. 23 – 24]

 2 - Inaho & Yuki - Aldnoah Zero

Η συλλογική συμφορά, και η φρικτότερη ακόμη, μοιράζεται. Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι εσύ ο δακτυλοδεικτούμενος της μαύρης μοίρας. Η κοινότητα του πόνου είναι από μόνη της παρηγορητική. Γι’ αυτό και, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η συμφορά είναι ατομική, ο πονεμένος αναζητάει παντού, στο παρελθόν και στο παρόν, και άλλους πονεμένους, για να συγκροτήσει μια φανταστική κοινότητα πονεμένων. […] Προσπαθεί παράλληλα να συγκροτήσει και μια πραγματική, αν τα καταφέρει, κοινότητα ομοιοπαθών, για να μιλάει χωρίς να τον καταλαβαίνουν. Χωρίς μια όμοια ή ανάλογη εμπειρία πώς να νιώσεις τον άλλο που τον έχει τσακίσει ο πόνος; [σ. 23 – 24]

Η ίδια η ύπαρξη του άλλου πονεμένου σε ανακουφίζει· θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει. Κι ο συγγραφέας άρχισε να αναζητά εκείνους που είχαν ανάλογη «δυστυχία». Έφτασε στο σημείο να γίνει αληθινό λαγωνικό στην ανακάλυψή της, και με γενναία ειλικρίνεια παραδέχεται πως κατά βάθος χαιρόταν που δεν ήταν μόνος. Αλλά πώς μπορεί κανείς μόνος του πια να αναμετρηθεί κανείς με την ασθένεια ενός τόσο αγαπημένου προσώπου; Πώς μπορεί να την κατανοήσει, να την εξημερώσει; Ο Ζουμπουλάκης στράφηκε στην οικογενειακή του κληρονομιά, στην χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Το μόνο θεολογικό ερώτημα που έχει μέχρι και σήμερα σημασία ήταν ακριβώς η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού.

2 - αδέλφια σε φωτογραφία

Ήταν θέμα χρόνου να συναντηθεί με την γραφή της «ταχυθάνατης» Σιμόν Βέιλ και την δική της συγκλονιστική ιστορία. Φυσικά διάβαζε και τους μεγάλους Πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς αλλά τα κείμενά τους είναι γεμάτα αγέρωχες βεβαιότητες· και η εξήγηση του πόνου δια της αμαρτίας ήταν εξοργιστική. Προτιμούσε τις ραγισμένες φωνές των συγχρόνων και η Βέιλ κάλυψε ιδανικά εκείνο το κενό, κι εδώ ο Ζουμπουλάκης μας χαρίζει μια σύνοψη της δικής της φιλοσοφίας. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από τον κόσμο, ο οποίος έχει παραδοθεί στην αναγκαιότητα, ενώ τα μόνα ίχνη της θεϊκής παρουσίας είναι οι ελεήμονες. Η ιδέα ενός ανήμπορου Θεού που δεν μπορεί να αντιπαλέψει και να νικήσει το κακό, δεν ικανοποίησε βέβαια τον συγγραφέα που συνέχισε να συλλογίζεται και να αναζητά πειστικότερες απαντήσεις

Από τότε μέχρι σήμερα, η μόνη έξοδος από την πίστη έναντι της οποίας στέκομαι με απόλυτο σεβασμό είναι ακριβώς αυτή, όταν δηλαδή ο πιστός δεν μπορεί να συμφιλιώσει μέσα του τον πόνο του αθώου με το έλεος του Θεού. Αυτός είναι ο κατεξοχήν θεολογικός λόγος εξόδου. Κάτι άλλο που μου έμαθαν εκείνα τα χρόνια είναι ότι η αμφιβολία για τον Θεό σε κάνει συχνά να ακούς καθαρότερα τη φωνή του ανθρώπινου πόνου, ενώ η ακλόνητη και αρραγής πίστη δεν αφήνει πολλές φορές να ακουστεί η απόγνωση και η οιμωγή. Από αυτή την άποψη, η πίστη του σημερινού ανθρώπου, των δημοκρατικών κοινωνιών, που έχει ενσωματώσει μέσα της την αμφιβολία, είναι πιο ανθρώπινη, ελεύθερη, ανοιχτή και προπάντων φιλόξενη, από ό,τι η πίστη, πολύ συχνά μισαλλόδοξη, της παραδοσιακής χριστιανοσύνης. [σ. 31 – 32]

Frère et soeur Bretons-William Adolphe Bouguereau (1825 – 1905, French)

Ο συγγραφέας εξομολογείται κάθε του αδυναμία, κάθε του αλήθεια. Ο λόγος που τα πρώτα χρόνια της επιστροφής του από το Παρίσι αραιώνει η σχέση τους οφείλεται αποκλειστικά στην επιθυμία του να προστατέψει τον εαυτό του. Η ενοχή για την στάση εκείνων των χρόνων θα σιγοκαίει πάντα μέσα του. Η ψυχική αδυναμία αντιμετώπισης του φόβου της αρρώστιας και του θανάτου και η φυγή δεν αποτελούν εκφράσεις ψυχικής ευαισθησίας αλλά εγωισμού, με την πιο βαθιά του σημασία, εκείνη της αυτοπροστασίας. Και το  ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στα βάσανα των αθώων είναι θεωρητικά αναπάντητο. «Είναι ζήτημα πίστης και θα μένει πάντα εκεί για να δοκιμάζει την θρησκευόμενη συνείδηση. Χωρίς αυτό το ερώτημα, ο μονοθεϊσμός δεν αξίζει τον κόπο, είναι μια αστεία υπόθεση».

Σήμερα η επιληψία ελέγχεται και ρυθμίζεται με φαρμακευτική αγωγή. Η περίπτωση της Γιούλας αντιστεκόταν στα φάρμακα κι έτσι οδηγήθηκε σε «γιατρούς» που δολίως υποστήριξαν ότι πρόκειται για ψυχολογικό και ψυχιατρικό θέμα· άλλωστε η ψυχανάλυση αποτελούσε ήδη μια «πολύ φίνα αστική συνήθεια». Ξεκίνησε λοιπόν με το αζημίωτο (η συνεδρία πληρωνόταν ακόμα κι όταν εκείνη δεν πήγαινε) όλο εκείνο το αδιέξοδο σκάλισμα των παιδικών χρόνων, της σεξουαλικότητας και των άλλων συνήθων υπόπτων, ενώ μια ψυχαναλύτρια κατάργησε τα αντιεπιληπτικά χάπια! Σαφώς επρόκειτο «περί ηλιθίου όντος», που όμως έχαιρε εκτιμήσεως στην ψυχαναλυτική κοινότητα. Μετά το αναπόφευκτο κάταγμα βέβαια επανέφερε (!) όλα τα αντιεπιληπτικά χάπια χωρίς φυσικά να σταματήσει η ψυχοθεραπεία κι έτσι η ασθένεια ενός ανθρώπου αποτέλεσε η ιδανική ευκαιρία θησαυρίσματος ενός άλλου.

Jakob Seisenegger - Portrait of a brother and a sister

Αλλά εκείνη η γυναίκα δεν έζησε μια ζωή μέσα στον ζόφο. Αγαπημένοι φίλοι τον βοήθησαν να δει κάτι που ήταν ολοφάνερο αλλά εκείνος δεν το έβλεπε: ότι η αδελφή του δεν ήταν διόλου ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Η Γιούλα υπέφερε αλλά δεν δυστυχούσε. Το κριτήριο είναι πάντα η χαρά κι εκείνη είχε πολύ περισσότερη από τους πιο πολλούς υγιείς. Από την στιγμή που περνούσαν οι κρίσεις, ξανάμπαινε φουλαριστή στη ζωή και χαιρόταν με το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα. Η χαρά, γράφει ο συγγραφέας, είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθέτει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος – αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του.

Όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. […] Η ασθένεια σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια). [σ. 59]

2 - Joshua Reynolds - john-parker-and-his-sister-theresa-1779_

Ο χριστιανισμός των ανθρώπων γύρω μας είναι μια αποκρουστικά μικροαστική υπόθεση, μια οικογενειακή χρηστοήθεια: να είναι καλά τα παιδιά μας, να καλοπαντρευτούν και να βρουν μια καλή δουλειά. Ο τρόπος που ο συγγραφέας επιθυμεί να ακολουθεί το ευαγγέλιο είναι ο δικός της: αντιμικροαστικός και αντισυμβατικός, μακριά από όλους αυτούς που συγχέουν την συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις με την πίστη και την αρετή· ο τρόπος δηλαδή της ελευθερίας των τέκνων του Θεού.

Φιλοσοφικός στοχασμός, αβυσσαλέα εξομολόγηση, απόλυτα προσωπικό αφήγημα, μείζον θεολογικό σχόλιο, άγνωστη βιογραφία, ορθάνοιχτο άνοιγμα του προσωπικού του κόσμου, κόσμημα αγάπης, το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι ένα βιβλίο που αξίζει να συζητιέται και να χαρίζεται. Θα φροντίσω να αγνοήσω όλες τις «διαταγές» περί διδακτέας ύλης, να το μελετώ με τους μαθητές μου, όσο χρόνο κι αν μας πάρει.

3c70236f53ebfb54f3fd4a0df98e1ff1

Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν και εκείνη, γράφει στην προτελευταία σελίδα του ο Σταύρος Ζουμπουλάκη· όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στο νου τους και το δικό της όνομα: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη. Να είναι σίγουρος πως εμείς που τον διαβάζουμε εδώ και χρόνια και που θα συνεχίζουμε να τον διαβάζουμε, θα σκεφτόμαστε και εκείνη· δεν χρειάζεται καν να το υποσχεθούμε.

Εκδ. Πόλις, 2012, [5η έκδ.: Ιούνιος 2013], σελ. 69.

Στις εικόνες: φωτογραφίες και έργα τέχνης με αδερφή και αδερφό: 1. Balthus – Brother and Sister, 3. Aldnoah Zero – Inaho & Yuki, 5. William Adolphe Bouguereau  – Frère et soeur Bretons, 6. Jakob Seisenegger – Portrait of a brother and a sister, 7. Joshua Reynolds – John Parker and his sister Theresa.