Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.