Γιάννης Ευσταθιάδης – Το τρίτο βιβλίο με τις αντιστίξεις και άλλα μουσικά κείμενα

ANTISTIXEIS_hi

Η κριτική δεν είναι παρά η πληροφορημένη γνώση. Γράφω ένα κείμενο που παραμένει η υποκειμενική μου αντίδραση, βασισμένη – ελπίζω – σε γνώση, εμπειρία και διαίσθηση. Η δουλειά του κριτικού δεν είναι να αποδεικνύεται ορθός ή λανθασμένος. Η δουλειά του είναι να εκφράζει μια άποψη σε καλά αγγλικά….έγραφε ο Harold Schonberg, με μια ευθύβολη ερμηνεία περί κριτικής, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ο συγγραφέας θυμάται την σημαντική αυτή μορφή της μουσικής κριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την αποδημία του το 2003 και αναρωτιέται τι μένει σήμερα από τις λέξεις που με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα έσβησαν χωρίς απόηχο.

Είναι εμφανές ότι και αυτά τα «ακροαστικά δοκίμια» του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής [1999 – 2005], στο Βήμα των ιδεών και στο περιοδικό Το Δέντρο εκκινούν από ένα συμβάν, ένα άκουσμα, μια μνημονική έκλαμψη, έναν δίσκο κ.λπ. που ενεργοποιούν γενικότερους συλλογισμούς· κι εκείνοι, με την σειρά τους εκφέρονται με την μεστή «απικιακή» γραφή, που αρκείται σε δυο και τρεις σελίδες για την εξομολογητική και φιλοσοφική της απόσταξη.

c 1

Πώς είναι η μουσική όταν δεν την ακούμε; Συνεχίζει να υπάρχει μια συμφωνία όταν δεν αναπαράγεται στα αυτιά μας; Ποια η αξία μιας σονάτας που για χρόνια δεν πλησιάσαμε; Η ερώτηση επεκτείνεται αναλογικά και στο μυθιστόρημα και σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Ίσως αυτό μένει δεν είναι το ίδιο το έργο αλλά η ανάμνησή του, η προσωπική μας αναπαραγωγή μέσω ανασύνθεσης, πιθανώς κάποιο περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας, ένας αφορισμός, μια απλή φράση. Υπάρχει, γράφει ο συγγραφέας στην «Ανήκουστη μουσική», μια αίσθηση πολύ πιο σημαντική στα έργα τέχνης από την όραση ή την ακοή: η ίδια η μνήμη, που τα αναπαράγει αποσπασματικά και κατακερμαστισμένα. Ίσως λοιπόν η μουσική να ακούγεται και χωρίς ήχο, όπως χωρίς βλέμμα υπάρχει η λογοτεχνία και χωρίς όραση ο κινηματογράφος.

«Η μουσική των ήχων» είναι ένας άλλος κόσμος χωρίς λέξεις που καλείται να εκφραστεί ακριβώς με αυτό που του λείπει. Η «Συγκεκριμένη Μουσική» κατάγεται ευθέως από μια από τις αρχαιότερες γλώσσες, αν όχι την αρχαιότερη, αυτήν που μεταπλάθει τον επικοινωνιακό στοχασμό της φύσης: τους ήχους. Για τον συγγραφέα προσομοιάζει λιγότερο στη μουσική και περισσότερο στη ζωγραφική, καθώς ο μουσικός της είναι ταυτοχρόνως συνθέτης και ερμηνευτής, άρα συγγενεύει με τον ζωγράφο που μπροστά στον καμβά του και συλλαμβάνει και εκτελεί. Η εκτέλεση εμπεριέχει και μια ερεθιστική τελεσιδικία: κανείς δεν θα επαναλάβει την – οριστική – ερμηνεία. Όπως σχεδόν όλα τα νεωτεριστικά ρεύματα, είναι πιο σημαντικό γι’ αυτό που ως πειραματισμός κληροδοτεί, παρά γι’ αυτό που ως πεπραγμένο καταλείπει. Εν προκειμένω, φαίνεται πως ο απόηχος είναι πιο σημαντικός από τον ήχο.

c 2

Στην «Ακρόαση χωρίς νόρμες» ο συγγραφέας ομολογεί ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως «καθαρή μουσική», ως μελωδικό ποταμό που συνεγείρει και απλώς προσχηματικά ακουμπά πάνω σε επιφανειακούς χαρακτήρες και υποτυπώδη πλοκή. Φυσικά αργότερα αφιερώνει ειδικό κείμενο στις «Ηρωίδες της ουτοπίας», τις Βιολέτα, Τόσκα, Λεονόρα, Τζίλντα, Λουτσία, μέλη του αόρατου θιάσου ενός ενιαίου έργου. Άραγε τι τις ενοποιεί; Το κοινό και ανολοκλήρωτο πάθος; Το γεγονός ότι δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική υπόσταση αλλά μόνο μουσικό ένδυμα; Και γιατί ο θάνατός τους δεν φέρνει δάκρυα στα μάτια; Ίσως το αδάκρυτο πένθος ισοπεδώνεται από την παντοδυναμία της μουσικής. Ή, αλλιώς, η μουσική ακόμα κι όταν είναι πένθιμη, δεν πενθεί ποτέ.

Υπάρχει βέβαια και η «Μουσική για βιαστικούς»· περί compilation ο λόγος, και πώς να ερμηνεύσουμε τον όρο αφού ο όρος «ανθολόγιο» είναι ευρύτερος και διαθέτει κάποια ποιοτική και ηθική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει ως έννοια και την επιλογή, την μέθοδο, τα κριτήρια. Στα compilations, αντίθετα, θάλλει η εμπορικότητα, καθώς ολοένα αυξάνονται και πληθύνονται οι βιαστικοί ακροατές του αποσπασματικού. Έτσι συγχωνεύονται η γνώση και η άγνοια, η εμβάθυνση και η επιδερμικότητα και προφανώς η αρωματική γεύση ακυρώνει την τροφή, σε αυτό το fast food μουσικής.

c 5

Η εξέλιξη της εικαστικής γλώσσας των εξωφύλλων είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία και ο συγγραφέας παρατηρεί την μετάβαση από τις μονόχρωμες φωτογραφίες στις συμβολικές εικόνες φύσης, αντικειμένων και πινάκων και αργότερα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Κάποτε τα φώτα στράφηκαν στον ερμηνευτή, τον μαέστρο – βεντέτα, με μια ναρκισσιστική απεικόνιση, ενίοτε στοχαστική ή πιστή σε ένα ιδιότυπο life style – άλλωστε το κείμενο εδώ τιτλοφορείται «Γένια τριών ημερών». Ίσως θα έπρεπε να υπενθυμίζεται συχνά η περίφημη αποστροφή του Μάνου Χατζιδάκι προς τους φωτορεπόρτερ: Μη μας φωτογραφίζετε άλλο…άλλωστε δεν έχουμε κανένα οπτικό ενδιαφέρον!

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε κείμενα μια σειρά θεμάτων – ερωτημάτων που όλοι εμείς που αναπνέουμε με την μουσική έχουμε αμέτρητες φορές συζητήσει και ακόμα περισσότερες σκεφτεί. Ξανακούει τον Ξενάκη, διαβάζει τον Adorno, αποτίει δισέλιδο φόρο τιμής στον Ted Perry και την Hypérion Records, ξεφυλλίζει τα Δελτία της Λέσχης του Δίσκου, αφιερώνοντας επί προσωπικού ένα σημείωμα για την μύηση που ξεκίνησε την άνοιξη του ’66 όπου γοητευμένος από ένα πορτοκαλόχρωμο κουτί («κασέτα») που περιείχε την Αντιγόνη του Orff πρωτομπήκε στο κατάστημα. Στις εκδόσεις της Λέσχης άλλωστε εξέδωσε, με τα ένσημα μιας συνεχούς φιλέρευνης σχέσης, τα πρώτα δυο Βιβλία με τις Αντιστίξεις [2002 και 2006]. Κάποτε θυμάται ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση σύμφωνα με το οποίο η φύση μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο χωρίς λέξεις, όπου κάθε άνθος είναι ένα γράμμα, και το εφαρμόζει στην μουσική, γράφοντας ότι το κείμενο της φύσης εδώ είναι γραμμένο με συγχορδίες και κάθε άνθος είναι μια νότα.

0002894777096_600

Γιατί πρέπει ν’ ακούμε τις παλιές ηχογραφήσεις και να εισπράττουμε το έργο απομειωμένο εξαιτίας μιας τεχνολογίας που σήμερα φαίνεται στοιχειώδης; Έχουν κάποια χρησιμότητα οι κακές εκτελέσεις; Η απάντησή του εδώ είναι θετική: κάθε κακή εκτέλεση αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία λιγότερο των ερμηνευτών και περισσότερο του ίδιου του έργου: ελέγχουμε τον βαθμό διαπίδυσης, ακντιοβολίας, την σταθερότητα της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, είναι, σε τελική ανάλυση ένα crash test του έργου. Και στον «Νόστο» είναι αδιάλλακτος: μόνο η μουσική έχει τόση αναδρομική ισχύ, επαναφέροντάς μας σε άλλους, ηδύτερους τόπους και χρόνους. Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο παράδεισος έχει προ πολλού απολεσθεί, αλλά αρκεί μια μελωδία για να μας τον ξαναθυμίσει.

Εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 158

Δημοσίευση και σε mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 183. Classic Nouveau.

Τάσος Πορφύρης – Τα σπίτια

cover(1)

…οι ατέρμονες κοχλίες όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Αφού λοιπόν έγραψε ποίηση, που εξέδωσε στις Σημειώσεις, τον Έρασμο, τις Λύσεις, το Ύψιλον, τις Εκδόσεις των Φίλων και αλλού, κι αφού έγραψε διηγήματα, αυτοβιογραφικά κείμενα και δοκιμιακές δοκιμές για ποιητές αλλά και για τα εικονοστάσια του χωριού του, ο ποιητής που δεν σταματήσαμε να διαβάζουμε συλλέγει είκοσι έξι πεζογραφήματα – και έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πεζογραφία ενός ποιητή. Πρόκειται για κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά [Πλανόδιον, Οροπέδιο, Νέα Ευθύνη, Προκυμαία, Φηγός, Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον, Πύρρος, Ζωσιμάδες], εφημερίδες [Η φωνή του Πωγωνίου, Βησσάνη] και στην ιστοσελίδα Γιάννενα πόλη των ευεργετών.

Όπως και στην προ οκτώ ετών Δοντάγρια, έτσι κι εδώ τα πεζογραφήματά του επιλέγουν την μικρή έκταση, τις ελάσσονες προσωπικές ιστορίες και τις βιωμένες μνήμες, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζουν ψηφίδες μιας ολόκληρης εποχής, ενός ολόκληρου συλλογικού κόσμου. Το παρελθόν είναι εδώ και παντού· αναπνέει σε κάθε γραμμή, τροφοδοτεί ακατάπαυστα την έμπνευση και γίνεται γραφή. Η μνημονική αυτή λογοτέχνηση ταξιδεύει συνεχώς ανάμεσα στους γενέθλιους τόπους και στο κλεινόν άστυ. Αν υπάρχει ένα δεύτερο επίκεντρο, στην ουσία έκκεντρο, αυτό είναι το κτισμένο και το ακίνητο – τα σπίτια. Ένα σχετικό αφήγημα αφορά το πατρικό του, όπου «έζησε» από το 1949 έως το 2010, οπότε και καταδαφίστηκε. Το σπίτι είχε από καιρό «φύγει» από τον χώρο του και είχε στρατοπεδεύσει μέσα μου, γράφει ο συγγραφέας, σε σημείο να του προτείνει να μετακομίσει αλλού, σε άλλο οικόπεδο.

t.p.

Από την άλλη, σκέφτομαι πώς τόσα χρόνια τα κατοικούσαμε. Δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις παρατηρήσεις μας για ένα σωρό λόγους όπως όταν ζεσταινόμασταν, κρυώναμε, γλιστρούσαμε στις πλάκες της σάλας και δεχόμασταν τις στάλες της βροχής όταν μετατοπιζόταν κάποια πλάκα της σκεπής. Καιρός λοιπόν να μας κατοικήσουν κι αυτά με τη σειρά τους για όσα χρόνια αντέξουμε. Γι’ αυτό και σε ανύποπτο χρόνο ακούγονται πολυφωνικά μοιρολόγια κι οι γύρω μου – αν υπάρχουν εκείνη τη στιγμή – με κοιτούν με περιέργεια ανάμικτη με έκπληξη. Προσπαθώ να υποκριθώ ότι δεν συμβαίνει τίποτα και ανοίγω με νωχελικές κινήσεις το κινητό μου ώστε να φανεί ότι απ’ αυτό προέρχεται η μελωδία. [σ. 70]

Ύστερα από εβδομήντα χρόνια ο συγγραφέας ξαναπερπατάει στην οδό Ανάφης, στάση Λυσσιατρείο στα Πατήσια, σε μέρη που έζησα κι εγώ αλλά τόσο μεταγενέστερα στον χρόνο, και δεν πιστεύει στα μάτια του: η μονοκατοικία με τον αριθμό 14 βρίσκεται στη θέση της. Σειρά έχουν οι λέξεις του να ξαναζωντανέψουν το μεγάλο οικόπεδο, το σπίτι, τα οικιακά δρώμενα. Αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ, αφού η παρέα ήδη ξεκίνησε και ανέβηκε στα Τουρκοβούνια για λουμινάκια, που στήριζαν την φλόγα και τον σπάγκο στα καντήλια. Στο άδεντρο τοπίο τους περιμένουν οι θάμνοι με τα ξεραμένα λουμίνια κι ύστερα πίσω η χωμάτινη αυλή τους όπου θα τα δέσουν σε ματσάκια για να πουληθούν σε φτωχικά σπίτια και σε ημιυπόγεια. Η μνήμη έχει πια ξεδιπλωθεί· η περιπλάνηση στους δρόμους, οι πρώτοι Γερμανοί στην Αθήνα, η Κατοχή, η «Ρεζεντά», η θεία που αγόραζε τα λουμινάκια χωρίς να τα χρειάζεται…Κι όλα αυτά ήρθαν με το άκουσμα μιας λέξης. Μια λέξη λοιπόν με καθήλωσε. Άνοιξε πόρτες στο παρελθόν, έγινε η αιτία για ένα σωρό απολογισμούς όχι μιας, αλλά πολλών δεκαετιών, ανασκάλεψε τις αναμνήσεις, βρήκε καλά κρυμμένα μυστικά που μοσχοβολούσαν ακόμα. (Αλουμινάκια για το καντήλι σας, σ. 81)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Άσκηση εφέδρων «Ο Λεωνίδας» βρίσκει τον συγγραφέα στο χακί πέντε χρόνια μετά την απόλυσή του από τον στρατό. Εδώ (από)λαμβάνουμε μια πλήρη περιγραφή των συνθηκών: ένας διοικητής που μιλάει για εχθρούς αλλά κοιτάζει τους ασκούμενους με βλοσυρό ύφος λες και αυτοί τελικά είναι οι εχθροί, τα γνωστά ακουστικά μαρτύρια, τα μαθήματα ξένων γλωσσών κατά το δόλιο ζικ ζαγκ στην ουρά για το καζάνι και τελικά ένας πόλεμος που περιορίζεται εντός σκηνών, με τις βροντερές ριπές της φασολάδας. Μακριά από τα βουνά της Νεμέρτσκας και την μυρωδιά του λουλουδόμελου, η ζωή μπορεί να είναι το ίδιο σπαρταριστή – ή τουλάχιστον να περιγράφεται σπαρταριστά – ακόμα και μέσα σ’ ένα τρόλει («Κάρτα απεριορίστων διαδρομών»).

Αλλά οι μνήμες ακίνητων και κινητών κυριαρχούν: Οι πέστροφες, Η γάστρα, Οι καμινάδες, Το αγριόμελο, Το περίπτερο, Τα (ει)κονίσματα (εικονοστάσια) του χωριού μας, Η καλύβα του Φάνη Κιτσώνα αξίζουν τις λέξεις τους, όπως και οι Εξώπορτες, στις οποίες ο καιρός μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, κεντάει το ξύλο: Πολλές φορές αντιδρούν στους ανεπιθύμητους αρνούμενες πεισματικά ν’ ανοίξουν κι άλλες με την παραμικρή πίεση ανοίγουν διάπλατα υποδεχόμενες κυρίως όσους έλειψαν καιρό σε ξένους τόπους. Κι εκείνες οι άλλες, οι διπλομανταλωμένες με το κλειδί να σκουριάζει ανάμεσα στις πλάκες της σκεπής τους αχρησιμοποίητο κι ο κισσός να τις λυπάται και να σκουπίζει τα δάκρυά τους· γι’ αυτό ο τόπος μπροστά τους πάντα νοτισμένος. [σ. 99]

porta

Μεγάλο μέρος των αναμνήσεων επιστρέφει σε ένα παλαιό, ολότελα διαφορετικό άστυ, όπως στο Ζαχαροπλαστείο «Πέτρογαδ», όπου ο αφηγητής θυμάται την μοναδική αίσθηση της απόλαυσης ενός πιροσκί και μιας μπύρα FIX σε μια βαθιά μαλακή πολυθρόνα ενώ ο ιδιοκτήτης Νίκυ Γιάκοβλεφ έπαιζε συνθέσεις του στο πιάνο και η μούσα του Μαίρη Λω με τα εβένινα μακριά μαλιά της κι ένα βυσσινί μάξι φόρεμα τραγουδούσε πλάι του. Κι ύστερα ο αφηγητής αναζητά και αναρωτιέται· καθώς θυμάται ένα μικρό κείμενο για την Λω από τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου, δημοσιευμένο σ’ ένα λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, το αναζητά, στη μνήμη κάποιου αναγνώστη που μπορεί να το γνωρίζει. Κι αναρωτιέται: πόσοι από το πλήθος των πεζών που περνούν μπροστά από τον αριθμό 26 της Σταδίου είχαν ζήσει εκείνη την ονειρική εμπειρία;

Ο Πορφύρης ηθογραφεί χωρίς διδακτισμό, νοσταλγεί χωρίς μελοδραματισμό, αναπολεί χωρίς να εξωραΐζει. Αφηγείται με τον τρόπο που θα επιθυμούσε κανείς να ακούσει όλα όσα κρίνει πως αξίζουν να μνημειωθούν, είτε πρόκειται για εκείνη την μέρα – όνειρο από εκείνες για τις οποίες ο Σαίξπηρ έγραψε Όμορφη μέρα· όσοι πεθάναν το ’χουν μετανιώσει (Συν τω Θεώ) είτε για την ιστορία της βάφτισης του ζαχαροπλαστείου Dolce από τον γελοιογράφο Κ. Μητρόπουλο (Ζαχαροπλαστείο Dolce)· αλλά πάνω απ’ όλα, μας παραδίδει γραπτώς την έγνοια για τα παλιά σπίτια στην Επαρχία, ή για εκείνα που μας βαραίνουν το στέρνο, αυτοί οι ατέρμονες κοχλίες να φτάνουν ως τον πυρήνα της μνήμης όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Εκδ. Πανοπτικόν, 2013, σελ. 132. Περιλαμβάνει δισέλιδο γλωσσάρι και αναφορά των πρώτων δημοσιεύσεων.