Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Ζώνη πυρός

a_002

Πυκνοί στοχασμοί και κωμικοτραγικά παραληρήματα: ευστοχία υλικού

Μικρά κείμενα πυκνότατης υφής και έντονης στοχαστικής διάθεσης, ξέχειλα από ευφυΐα και ειρωνεία, δια χειρός ενός επί το πλείστον πρωτοπρόσωπου αφηγητή που επιχειρεί να ξεφύγει από την απόγνωση, να ερμηνεύσει την αλλόφρονη πραγματικότητα, να φιλοσοφήσει πάνω στον σύγχρονο παραλογισμό. Χωρισμένα σε τρία μέρη (Μονόλογοι, Κατ’ ιδίαν, Διάλογοι), εκκινούν από προσωπικούς προβληματισμούς, και καταλήγουν στην συλλογική παράκρουση.

Ενδιαφέρον δείγμα από την πρώτη περίπτωση το «Κήτος», που στοχάζεται πάνω στην χαμένη χειρωναξία της γραφής, που κάποτε άφηνε το υλικό αποτύπωμα των λέξεων πάνω στο χαρτί και με τον ήχο των μηχανικών πλήκτρων να ξορκίζει τη σιωπή του δωματίου. Τώρα τι ελπίδες έχει ο φέρελπις συγγραφέας με την ακηλίδωτη λευκότητα της οθόνης, που μοιάζει με μαρμάρινη πλάκα που κενοτάφιο που περιμένει τον νεκρό του; Και αν η αληθινή ζωή βρίσκεται στον έξω κόσμο, έξω από την κοιλιά του κήτους, πόσο μακριά βρίσκεται από μια διαφορετική και οριστική αιχμαλωσία; Παραμένοντας στα μαρτύρια της γραφής, ο συγγραφέας στις «Συγγένειες» ζει σε μια υπό κατοχή επικράτεια λέξεων, και κάθε φορά που προσπαθεί με ένα γραφτό να βεβαιώσει τα πνευματικά του δικαιώματα στην κυριότητα, στην νομή και την χρήση τους, βρίσκει διαρκώς τον εαυτό του να διαβάζει ένα χειρόγραφο του Πεσόα που βρισκόταν στο Κιβώτιου του Αλεξάνδρου, προτού το αποθέσουν οι ηττημένοι του εμφυλίου στα σκοτεινά γραφεία ενός Πύργου, όπως ιστορεί μια Αισθηματική Αγωγή κάποια ξημερώματα του 1848.

Raoul Hausmann

Έτσι διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από την πρώτη κιόλας μαρτυριάρα φράση, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με τη αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητο προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, η αδικαίωτη δικαίωσης του Καρυωτάκη, […], το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρομίου, μαζί βεβαίως με όλη τη σειρά από τον Μικρό Σερίφη και ένα ξεσκισμένο Ταρατατά που είχα βρει στο πλατανόδασος πιτσιρικάς, πεταμένο από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης. [σ. 16]

Οι χαρακτήρες στο «Προσκλητήριο» είναι τα σύγχρονα τραγικά πρόσωπα της ευημερούσας εποχής μας: άστεγος Δεκέμβρη μήνα σε μισογκρεμισμένο κτίριο· φτωχός σε κρύο σπίτι με αυτοσχέδιο μαγκάλι προσεχώς θανατηφόρο για το παιδί του· λαθρομετανάστης έτοιμος να αυτοπυρποληθεί· ένοικος σε έξωση· αποδρών από το τρόλεϊ ενόψει ελεγκτή. Μόνο που αυτές οι απαθλιωμένες ψυχές είναι πλαστές: απλώς προσκλήθηκαν από τον συγγραφέα, που επιθυμεί να γίνει κατά φαντασίαν… οποιοσδήποτε, αρκεί να βρει θέματα γραφής και άλλοθι προσφοράς. Προφανώς οι συγγραφείς οφείλουν πολλά σε όλους αυτούς τους δύσμοιρους, που πάντως ανανέωσαν την θεματολογία τους.

Στα δεκαοκτώ ολιγοσέλιδα κείμενα του συγγραφέα (τέσσερα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής και ένα στο ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Μπιστρό) το διήγημα εφάπτεται και κάποτε αναμειγνύεται με το δοκίμιο.

Karen Elzinga – Faces in the crowd

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον εκάστοτε μονολογούντα είναι το πόσο εύκολα μπορεί η ψύχραιμη ειρωνεία να καταλήξει παραλήρημα, πόσο γρήγορα ο συντεταγμένος προβληματισμός να διολισθήσει σε μαύρη τραγικωμωδία. Και το εφιαλτικότερο: πόσο απλά μπορεί η μοναδική προσωπικότητα ενός ανθρώπου να μετατραπεί σε άβουλη κοινωνική μονάδα. Με τον ίδιο ανεπαίσθητο τρόπο ο συγγραφέας εκτοξεύει ριπές διαφορετικών ειδών στα κείμενα: κοινωνικό, πολιτικό, παράλογο, μελλοντολογικό, δυστοπικό, υπαρξιακό. Φυσικά αυτό το είδος της γραφής στην ιδανικότερη μορφή του (άρα και εδώ) αποφεύγει τα μαθήματα περί ηθικής και διδαχές περί ορθής συμπεριφοράς. Καμία στεντόρεια φωνή δεν ακούγεται εδώ, κι ευτυχώς ούτε από τον συγγραφέα. Ο μόνος ήχος είναι το γύρισμα των σελίδων· κάποτε από το σφίξιμο στο στομάχι. Και για να λογοπαίξω με τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα, όλα τα κείμενα χαρακτηρίζονται από πλήρη ευστοχία υλικού.

Στην επικράτεια της συλλογικής παράκρουσης δυο κείμενα αποβαίνουν εφιαλτικότερα όλων. Στο «Λεξοτανίλ» παρουσιάζεται ακριβώς μια κοινωνία χωρίς το υπερπολύτιμο αυτό φάρμακο: άυπνοι τριγυρνούν άσκοπα τις νύχτες, κάποια υπολείμματα μνήμης επανεμφανίζονται, εργάτες εκλιπαρούν για νυχτερινή βάρδια στα εργοστάσια, οι γιατροί επισημαίνουν τον κίνδυνο της αυνανιστικής εξουθένωσης του πληθυσμού. Μέχρι που φτάνει μια κοινωνία χωρίς λεξοτανίλ;

Magnus Zeller, The Orator, 1920

Η συναρπαστική «Εκκαθάριση» αποτελεί υπόδειγμα ενός τέτοιου κειμένου. Μια μεγάλη φυλετική εκκαθάριση έχει ήδη ξεκινήσει σε μια χώρα, έχοντας απαλλάξει τον τόπο από μετανάστες, πρόσφυγες, τυφλούς, τραυλούς, ανάπηρους, καθυστερημένους, κομουνιστές και ομοφυλόφιλους. Στο τελευταίο της στάδιο ειδική επιτροπή γλωσσολόγων αναλαμβάνει την γλωσσική απολύμανση απ’ όλα τα ξενόφερτα λεκτικά στοιχεία, πινακίδες αφαιρούνται και ανύποπτοι πολίτες καταγγέλλονται. Η πολυσημία των λέξεων κηρύσσεται ανεπιθύμητη, οι μεταφορικές σημασίες και τα λανθάνοντα νοήματα του λαϊκού σκώμματος και της καλλιτεχνικής σάτιρας καταργούνται, τα λεξικά ελαφρύνονται. Ακολουθεί ο εντοπισμός και η αντικατάσταση των αφομοιωμένων δάνειων λέξεων, με εξαίρεση τα τρία εμβλήματα του νέου καθεστώτος: ρατσισμός, προπαγάνδα, νεοναζισμός και, μπροστά στην ενδεχόμενη φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου, η κατάργηση της ίδιας της γλώσσας.

Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι τελευταίοι και πιο γνήσιοι εκπρόσωποι αυτού του ηρωικού γένους, αφού στο μεταξύ υπήρξαν και άλλες φυλετικές εκκαθαρίσεις σε βάρος των ναρκομανών, των κοντών, των αριστερόχειρων, των μελαχρινών, των ευτραφών, των ηλικιωμένων, των ανέργων, των γυναικών, των παράφωνων, των αρρώστων, των ερωτευμένων και ασφαλώς των ποιητών, θα μπορούσε κανείς να θαυμάσει το μοναδικό στην ιστορία θέαμα ενός ολόκληρου λαού σε απόλυτη ομοψυχία, που δεν χρειαζόταν πια τη γλώσσα για να επικοινωνεί, αλλά μόνο τα ηχηρά επιφωνήματα του μεγάλου ηγέτη, που έμοιαζαν με βρυχηθμούς, και τις συγκαταβατικές αναφωνήσεις του κοινού, που έμοιαζαν με βελάσματα. [σ. 94]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2014, σελ. 108.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Έργα: Raoul Haousmann, Karen Elzinga, Magnus Zeller.

Συλλογικό – Θεσσαλονίκη 1912 – 2012 (επιμ. Θωμάς Κοροβίνης)

vivlioniki0091_

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως, / Ώρες μικρές, μεταμεσονύκτιες, λάμπες σβηστές,/ (Εωθινά σκηνώματα της Άνω – Νύχτας.)/ Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της. / Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται. / Πιο από μέσα φωτεινή από τα φωτισμένη μέρα. / Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα… [Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη. ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο, Συμπτώσεις, Τα ποιήματα, 1986.]

Επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης που αποτελεί ταυτόχρονα ανθολογία κειμένων που σχετίζονται με την πόλη και λεύκωμα με σπάνιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό. Όλα τα είδη του γραπτού λόγου εναλλάσσονται στις σελίδες με αποχρώσεις κίτρινου και μαυρόασπρου: λογοτεχνικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα, ποιήματα και τραγούδια, γραπτά περιηγητών και επισκεπτών, δελτία μνημείων και νεότερων κτισμάτων, λαογραφικές πληροφορίες, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, συνταγές, χρονολόγιο.

vivlioniki159

Πρώτος απ’ όλους έρχεται να εξομολογηθεί ο ίδιος ο ανθολόγος, που αναρωτιέται αν η πόλη αυτή με την βαριά της υγρασία που χρόνια τον κατατρώει σαν σαράκι αξιωθεί ποτέ μια λεωφόρο στο όνομα ενός πρωτοπόρου τέκνου της όπως ο πρώτος ευρωπαίος σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγια ή όπως ο Παύλος Ζάννας εμπνευστής και του φεστιβάλ της. Οι οδοί και οι πλατείες της στη θέση ανθυπομοιράρχων θα έπρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός Τσίζεκ ή ενός Μοσκώφ κι ύστερα, να γκρεμιστούν τα ακαλαίσθητα αγάλματα ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας που υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού βρίσκει πάντοτε στα μέρη της παθιασμένους οπαδούς.

Ο Κοροβίνης υμνεί τους έρωτές της, που ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές […], στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισοσκεπασμένη ρωμαϊκή Σαρκοφάγο, σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου αλλά και την ίδια στιγμή συντάσσει έναν κατάλογο όλων όσων ζητούν το δίκιο τους: οι επτά χιλιάδες Θεσσαλονικείς σφαγιασθέντες στον Ιππόδρομο, οι τόσες ψυχές που παραδόθηκαν σε οικτρά βασανιστήρια στον «Πύργο του αίματος», νυν Λευκό Πύργο, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι Εβραίοι, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς, κι ύστερα ο Πολκ και ο Δράκος του Σειχ Σου, που περιμένουν την δική τους αλήθεια.

vivlioniki0188

Σε κάποιες άλλες εποχές όμως, όπως γράφει ο Γιώργος Ιωάννου [Η Μόνη Κληρονομιά], όταν την πόλη έσκεπαν σκοτάδια, μπορούσες να ακολουθήσεις κάθε νύχτα το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν από συνοικία σε συνοικία: πρώτα οι πετεινοί της Βάρνας, ύστερα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, της Τούμπας, της Τριανδρίας. Ήταν, γράφει, κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία που δεν μπορούσε να εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής.

Θεσσαλονίκη: πόλις μεγάλη με μικρούς ανθρώπους, όπως ξεκινούσε το ποίημά του Πανόραμα ο Τόλης Καζαντζής στο πρώτο τεύχος της Διαγωνίου, συνεχίζοντας για τους σπουδαστές – ανυπολόγιστα πρόσωπα, ζουν ακόμη στα όνειρα, τους αστούς βιοπαλαιστές – λέξη ηρωική μα άχρωμη πια – τους διανοούμενους – που γράφουν πράγματα εξωφρενικά. Κι ύστερα ο χαμένος ποιητής στιχουργεί τα μέρη: το πιο χρήσιμο σημείο της πόλεως/είναι ο τόπος που παν τα ζευγαράκια, και πιο κάτω τις μπόλικες εκκλησίες αρκετά απλόχωρες για μετάνοιες.

vivlioniki223

Το ξεφύλλισμα του βιβλίου ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις. Σχεδόν μυρίζω τα τσαλαπατημένα λουλούδια στις πάνδημες κηδείες των θυμάτων του Μάη του ’36 στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, όπως τα περιγράφει ο Γιώργος Ιωάννου στην Μόνη Κληρονομιά, και ονειρεύομαι τα σκότη στις συναγωγές όπως τα περιγράφει ο Αλμπέρτος Ναρ. Βλέπω μπροστά μου με σάρκα και οστά την Άννα Παλαιολογίνα που βρήκε καταφύγιο στην πόλη που αγάπησε, την Δροσούλα του Τόλη Καζαντζή και τον Φύλακα Ερειπίων του Αλέξη Τραϊανού: Θα σε υποφέρω πάντα / Γι’ αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει / Γι’ αυτή τη φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή / Δίχως ποτέ της να γυρνά / Γι’ αυτές τις κόκκινες φωτογραφίες του Ιησού / Που πέρασαν αργά κάτω από Παρασκευές βρεμένες // Πάντοτε έβρεχε / Θυμάσαι / Βροχή καυτής απουσίας / Πάντοτε έβρεχε ανάμεσα στις κίτρινες σκιές /…/Είν’ ένα ποίημα που πάει στο πουθενά / Και το αρπάξανε οι στίχοι μου / Σ’ ένα φριχτό κομμάτι παιδικών ονείρων. [Αλέξης Τραϊανός, Εβραίικο σπίτι, Φύλακας Ερειπίων, Τα ποιήματα, 1991]

Ύστερα βηματίζω στα λιμνάζοντα νερά της «μπουρδελοπολιτείας της Αμπάρας» έξω από την Χρυσή Πύλη του Βαρδαρίου, που μάζευε τις πόρνες από τα βυζαντινά ακόμα χρόνια, σ’ αυτή την μέγιστη πορνοσύναξη της νεότερης Ελλάδας, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, και επιστρέφω σε «Όσα θυμάται» ο Λεωνίδας Ζησιάδης: Την είπανε Μπάρα….Ο φτηνός έρωτας σε εξευτελιστικές τιμές, που σήκωνε και παζάρια, εγκατεστημένος μέσα σε παραγκάκια, στα σοκάκια που δικτύωναν τους κεντρικούς δρόμους. Εκεί πουλιόνταν μοναχικές γυναίκες, αυτεξούσιες και ανεξάρτητες, δικαίωμα που τους παραχωρήθηκε όχι από λύπηση αλλά ύστερα από μακρά θητεία στα οργανωμένα «σπίτια». Αφού, ξεζουμισμένες πια, δεν παρουσίαζαν ενεργητικό στην επιχείρηση της μαντάμ, παίρνανε τον ύστατο δρόμο της απελπισίας και της ανέχειας, πιάνανε μια παραγκούλα πληρώνοντας γερό ενοίκιο στον προστάτη της περιοχής…και αράζανε μόνες κι έρημες στις πορτοσιές, εκθέτοντας το φτηνό τους εμπόρευμα, μ’ ελάχιστες όμως ελπίδες. Κι εκεί περίμεναν τα γερατειά.

vivlioniki023

Σε αυτό το πλούσιο ψηφιδωτό συνυπάρχουν σπαράγματα από την Εκλογή του Γιώργου Κιτσόπουλου και τα Διηγήματα του Γιώργου Καφταντζή, τις Σελίδες αυτοβιογραφίας του Γιώργου Βαφόπουλου και τα Πράγματα του Πάνου Θασίτη, την Σαλαμάντρα του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου και τις Αφηγήσεις από τον τάφο των ζωντανών του Γιώργου Ιορδάνου. Εδώ συνυπάρχουν η Αγία Αλητεία και οι Σικελικοί Εσπερινοί των αγαπημένων μας χαμένων Γιώργου Κάτου και Τάσου Χατζητάτση· η Όμορφη Θεσσαλονίκη του Νίκου Τσιφόρου και ο Συνοικισμός Σιδηροδρομιών της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου· τα Νερά του Γιάννη Ζήκα και οι Ηχοδράσεις του Σάκη Παπαδημητρίου· το Ημερολόγιο Φυλακής του Παύλου Ζάννα και αποσπάσματα από τις ανθολογίες Η Θεσσαλονίκη των ξένων και Αλλόγλωσσα ποιήματα για την Θεσσαλονίκη που επιμελήθηκε ο Σάκης Σερέφας.

Στον ίδιο αυτό παράλληλο, χάρτινο κόσμο, συνυπάρχουν τα Ζηλωτικά και οι Μαγεμένες, οι αναρχικοί Βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης και οι Ρομ του Δενδροπόταμου, η νύφη που έπαθε συμφόρηση κάτω από την Καμάρα και η κατά Αλεξάνδρα Δεληγιώργη σκοτεινή ύλη των γυναικών, ενώ ακούγεται πάντα μουσική, μαζί με τις μνήμες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Σταύρου Κουγιουμτζή και τα ζωντανά γραπτά του Μανώλη Ρασούλη. Εδώ κρύβονται Μυστικά Βάλτων και Ατέλειωτες Γραφές Αίματος. Εδώ «Μοναχός του νυχτώνει» ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα / οργανοπαίκτης μιας σβησμένης εποχής / που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη / τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια // Μοναχός μου νυχτώνω εδωπέρα / τα ποιήματά μου έγιναν ατροφικά / μικρά στολίδια του βυθού που σε προσμένουν [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963]

katos

Εδώ υπήρξε η μεικτή πόλη κατά τον Κωστή Μοσκώφ και η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα· εδώ σ’ ένα μικρό ορθόδοξο νεκροταφείο έξω από τα τείχη την εκκλησία του την έχτισαν με τα χρήματά τους οι πόρνες, όπως γράφει ο Ίων Δραγούμης στα Φύλλα ημερολογίου, Εδώ ο Γιώργος Χρονάς γράφει πως συνάντησε πρίγκιπες των αργών στροφών που καίγονται χωρίς ήχο και παραδέχεται πως πάντα επιστρέφει αντίστροφα· και είναι απερίφραστος: καμία πόλη δεν θα τον περιέχει όσο αυτή. «Εδώ η γη γυρίζει ανάποδα. Τα είδωλα αντιστρέφονται. Τα ινδάλματά σας εγκαταλείπουν». Εδώ ο ήρωας στο Παρτάλι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη…

Είδε τα εργοστάσια, τις γκρεμισμένες πύλες, ταπεινωμένα ντουβάρια, πέρασε πάνω από τα σφαγεία, τον σιδηροδρομικό σταθμό, είδε επιβάτες στο πλατύ κρηπίδωμα, ένα τρένο έφευγε κάνοντας μανούβρες, κάποιος σφύριζε με τη σφυρίχτρα παλιάς ατμομηχανής, πέρασε απέναντι από τις ράγες, στα σταματημένα βαγόνια και τους συρμούς…..// Είδε μάντρες με αποθηκευμένες σιδερόβεργες, μαγαζιά με ρολά κατεβασμένα και ξεφτισμένες πινακίδες άλλων εποχών, μπαλκόνια με τις κεντητές σιδεριές, θυμωμένα παιδιά που δεν χώραγαν να παίξουν πουθενά, στοές με διαμερίσματα στο βάθος, περβάζια με ξεραμένα φυτά σε σκουριασμένους τενεκέδες… // Είδε τα κάστρα…τη Νεάπολη, τους στρατώνες, απ’ όπου αναχωρεί με φύλο πορείας κάποιος ξεκολλώντας τα κίτρινα σιρίτια, τα νεκροταφεία του Ζέτενλικ…σύδενδρα απ’ όπου δραπετεύουν εραστές, αρχοντόσπιτα που θα γίνουν πενταώροφα (με τι είχε δει τόσο καιρό, ποια αγάπη, ποια απώλεια, ποια μνήμη – γιατί παιδευόταν), μνημεία, αγορές….

por45

Η τοιχογραφία σχηματίζεται σιγά σιγά με κομμάτια απ’ όσα της έγραψαν ο μηχανόβιος ιστορητής της δυτικής πλευράς Σπύρος Λαζαρίδης, οι πολυγράφοι τοπογράφοι της Κώστα Τομανάς και Χρίστος Ζαφείρης, ο «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη» Γιώργος Ζήκας, η Στέλλα Βιογιατζόγου «Περνώντας βιαστικά ανάμεσά τους». Πάντα παρόντες οι ποιητές των Μακεδονικών Ημερών και οι εσωτερικοί μονολογιστές της πόλης και προπάντων οι Πεντζίκης, Καρέλλη, Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Αναγνωστάκης, Βαφόπουλος, Στογιαννίδης, Κύρου, Χριστιανόπουλος, Δέλιος, Ξεφλούδας και οι παλαιότεροι και νεώτεροι συγγραφείς της Ρούλα Αλαβέρα, Σοφία Νικολαϊδου, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιάννης Ζήκας, Δημήτρης Μίγγας, Ζήσης Σαρίκας, Μαρία Κουγιουμτζή, Τάσος Καλούτσας και τόσοι άλλοι.

Θεσσαλονίκη πόλη των Φαντασμάτων, πόλη πολυκίονη και στέρνα χιλιοκίονη όπως την αποκάλεσε ο Γιώργος Ιωάννου, σΤο δικό μας αίμα, και πάντα ανεπανόρθωτα γοητευτικήΊσως εδώ να οφείλεται σημαντικό μέρος από τη δροσιστική ανακούφιση, την ηρεμία σχεδόν, που προσφέρει το διαποτισμένο περιβάλλον στις ψυχές των φρυγμένων, εντόπιων και μη, από τα σύγχρονα καμίνια. / Κι όσο πιο λαϊκός ο χώρος της…τόσο πιο πυκνές οι βυζαντινίζουσες μορφές, στις οποίες σκοντάφτεις κοιτώντας, με κείνο το μεγάλο ανατολίτικο και με βαριά ματόφυλα μάτι…. ενώ στο άλλο ανατολίτικο, το οθωμανικό, φωλιάζει η λάμψη μιας έχθρας και μιας αγριότητας, που ποτέ δεν σβήνει. Είναι η ίδια πόλη όπου όλος ο πληθυσμός, όπως γράφει ο Πεντζίκης σ’ ένα τεύχος της Σύναξης αποδέχεται την μυστική αντίληψη της συνέχειας της ζωής. Και ίσως κάτι είδε ο Jacques Lacarriere, στην εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων:

tram

αυτός ο στρόβιλος από ζωγραφιές, είναι μια ελεγχόμενη τρέλα, σημάδια πληγές από τα χτυπήματα του ζωγράφου – καλόγερου πάνω στον αόρατο κόσμο. Αν υπάρχει τόση αυστηρότητα στη σύνθεση, μια επιτακτική οδός στην εκλογή των χρωμάτων, των αναλογιών, τα διάταξης των θεμάτων απάνω στον τοίχο, αυτό γίνεται γιατί είναι υποχρεωμένος να ελέγξει, να συγκρατήσει, να καταπνίξει την πίστη που κατασπαράζει, τη γλώσσα μιας φωτιάς που υπαγορεύουν ανώτερες δυνάμεις. Ειδεμή δεν θα υπήρχε τέχνη αλλά χάος.

Και τι είδους έρωτας ευδοκιμεί σε αυτή την πόλη; Είναι, όπως έγραψε ο Κωστής Μοσκώφ, ο έρωτας όχι της απλής σαρκός, αλλά ο έρωτας του παντός, ο έρωτας που αναβλύζει από την λειτουργία τα πόλης της Θεσσαλονίκης…ως κέντρου συνάντησης και ανταλλαγής τόσο υλικών αγαθών όσο και αισθήσεων και ιδεών, πραγμάτων και «βλεμμάτων»…Η Θεσσαλονίκη είναι το κατ’ εξοχήν κέντρο συνάντησης με τον Άλλο και το Άλλο, το προϊόν του και το σώμα του, κέντρο έτσι της παραδομένης μας βίωσης της ζωής ως Πράξης ενοποίησης της διασκορπισμένης ύλης του κόσμου. [Ο έρωτας σκέπει την πόλη, σε μια Νέα Εστία του 1985].

vivlioniki018

Η ίδια αυτή πόλη κρύβει πλείστες παγίδες – σταχυολογώ από ένα άλλο πάντα απολαυστικό παραλήρημα του Κοροβίνη, από το κείμενο Ο Μεγαλέξανδρος δε μένει πια εδώ. Ούτε η κυρά Ζωή: Προσοχή, όχι στα μυθεύματα και τα γελαστούρια. Αλλάζει κάθε μέρα αυτή η πόλη. Οι νεότερες αναφορές και τα σημάδια της διαγράφονται. Ωστόσο, παρηγοριά και καμάρι μας οι βυζαντινές εκκλησιές. / Ακόμα κι έναν εντελώς άπιστο τον κάνουν να υποκλίνεται. / Να μην επιδοθείτε τζάμπα εις άγραν της θρυλοποιημένης αμαρτίας. Δε θα βρείτε παρά ψιχία εμπορίου ερωτικού. Η λαγνεία σαν να έχε εξοριστεί απ’ τη χαμηλοτάβανη συμπρωτεύουσα. / Μην ψάξετε για στέκια συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Δεν υπάρχουν. Οι τραγουδιστές «την έκαναν» για Αθήνα. Κι όσοι παλιοί ποιητές απομείναν, λουφάζουν στο κονάκι τους.

Πόσο ακόμα όμως αυτή η πόλη θα συντρίβεται από το παρελθόν; Ως πότε θα μας σκέπει/των προγόνων αγίων ο βίος;/δεν πληρώνεται με δικό μας καημό/το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει, έγραφε η Ζωή Καρέλλη. Για πόσο ακόμα θα σέρνεται στην «τελευταία άλλωση» όπως στιχουργεί ο Δημήτρης Δημητριάδης στο «πατριωτικό του ποίημα» για τον «τουφεκισμό της Σαλονίκης»; Και μέχρι πότε θα κυριαρχεί «μια σαρκοβόρα διάθεση, ένα έλλειμμα κοινωνικής αποδοχής ανάμεσα στους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων», όπως έγραψε ο Κώστας Λαχάς;

8770small

Δεν είναι εύκολη πόλη η Θεσσαλονίκη. Όσο ανοιχτή φαίνεται, άλλο τόσο είναι και κλειστή. Και είναι ένα σύνδρομο από το οποίο πρέπει να βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί αυτή η πόλη από τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι ένα σύνδρομο το οποίο πρέπει να αποδιώξει η Θεσσαλονίκη από πάνω της, κυρίως από μέσα της. [Κώστας Λαχάς – Πλους ονείρου – Απ’ τον εχέδωρο στον Θερμαϊκό],

Επαναπαύεται η αμηχανία σου σε βολικά άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. […] Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσει. Κι εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σε αγάπησαν όσο κανείς – γιατί η ατμόσφαιρα σου ταιριάζει με εκείνη των παλαιών πατρίδων μας – θα σε κρατήσουμε……γράφει ο επιμελητής του παλίμψηστου τόμου καθώς δεν παύει να συνομιλεί με την Θεσσαλονίκη, που την περιμένει να ξαναγίνει το παρδαλό χαρμάνι που κάποτε υπήρξε. Κι αναρωτιέμαι: θα συμβεί άραγε ποτέ κάτι τέτοιο;

Πλήρης τίτλος: Θεσσαλονίκη 1912 – 2012. Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια… Εκδ. Μεταίχμιο, 2012, σελ. 247.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.