Uwe Johnson – Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ

JOHNS COVERΗ απροσπέλαστη βιογραφία ενός κρατικού αθλητή

Ποιος ήταν ο Άχιμ; Ήταν ένας ποδηλάτης, διότι ποδηλατούσε μαζί με άλλους προσπαθώντας να είναι ο ταχύτερος. Ναι αλλά είχε φίλους; Είχε φίλους τον κόσμο. Δεν ήταν σχεδιαστής μηχανολογικού το επάγγελμά του; δούλευε για την ανοικοδόμηση του κράτους. Θα έκανε οικογένεια; θα μεγάλωνε την κοινότητα ενός μέρους του γερμανικού λαού. Και επεδείκνυε στην οικουμένη μόνο το ποδήλατό του ή μήπως και την υπηκοότητά του; Και τι είναι αυτό που στην περίπτωση ενός ανθρώπου σαν τον Άχιμ πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του σύμφωνα με τον όμιλο του θεματοφύλακα: τα πάντα, μην ξεχάσεις τίποτε. Είχε κανείς το δικαίωμα να ξεχωρίσει το ένας από το άλλο, να ξεχάσει το ένα προς όφελος του άλλου; [σ. 145]

 Ο δυτικογερμανός δημοσιογράφος Καρς δέχεται την τιμητική πρόταση από έναν ανατολικογερμανικό εκδοτικό οίκο για να συγγράψει την ολοκληρωμένη βιογραφία του πρωταθλητή ποδηλασίας Άχιμ. Θα είναι η τρίτη, η καλύτερη, η οριστική βιογραφία του πλέον επιτυχημένου αθλητή της «καλύτερης Γερμανίας», δηλαδή της Ανατολικής. Ο Άχιμ είναι ο απόλυτος «ήρωας της εργατικής τάξης», το πρότυπο μιας ολόκληρης κοινωνίας και ο μείζων αντίπαλος κατά των δυτικογερμανών καπιταλιστών «συνωμοτών». Το ταξίδι του δημοσιογράφου στην Ανατολική Γερμανία προτείνεται από την ηθοποιό Κάριν, πρώην σύντροφό του και νυν  του πρωταθλητή.

WIRECENTERO Ούβε Γιόνζον [1934 – 1984], ο πλέον μοναχικός συγγραφέας της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας (αν εξαιρέσεις τον Βόλφγκανγκ Καίππεν), ξεχωρίζει από τους ομότεχνούς του για τρεις κυρίως λόγους, γράφει στο πλούσιο επίμετρο ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος: γιατί αναδεικνύεται σε λογοτέχνη της «γερμανο-γερμανικής λογοτεχνίας», επειδή είναι ένας δύσκολος χαρακτήρας και λογοτέχνης που αισθάνεται άβολα τόσο στον ανατολικό όσο και στον δυτικό τομέα της Γερμανίας και καταλήγει πολίτης του κόσμου (εδώ συγκρίνεται με τον Άρη Αλεξάνδρου), παράλληλα με την εσωτερική εξορία και μοναξιά του παρά τις φιλίες του με τους Μαξ Φρις, Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν, Γκύντερ Γκρας κ.ά. και τέλος επειδή η αναζήτηση της πατρώας γης και της μητρικής γλώσσας θα αποβεί κύριο μέλημα του περίκλειστου έργου του.

9600326139_e8f8dedd7d_zΣ’ ένα βιογραφικό του σημείωμα ο συγγραφέας αναφέρει τη συμμετοχή του στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας, με ένδειξη μάλιστα ενός ρεπορτάζ υπό ψευδώνυμο. Όμως ο Γιόνζον ποτέ δεν υπήρξε αθλητής· αντίθετα, το ενδιαφέρον του για την ποδηλασία υπήρξε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό. Ακριβώς αυτή η διπλή αναζήτηση τόσο σε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό όσο και υπαρξιακό επίπεδο υπήρξε το ζητούμενο για τον συγγραφέα που ως φόρμα επιλέγει μια σειρά ερωταποκρίσεων. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ενός διαλόγου που παραπαίει ανάμεσα σε συνέντευξη και ανάκριση, ενώ η επιχειρούμενη βιογράφηση του ποδηλάτη αντλεί και εμπλουτίζεται από πλήθος πηγών – αρχεία, προφορικές αφηγήσεις, προσωπικές και συλλογικές μνήμες κλπ.

Έτσι όπως ορθά μας καθοδηγεί ο επιμετρητής η «έκκεντρη» αυτή φόρμα μας θυμίζει τον Στίλλερ του Μαξ Φρις, η πολυπρισματική αφήγηση τον Φώκνερ και το Νέο Μυθιστόρημα, το βιβλίο μοιάζει με την γερμανική εκδοχή της Αληθινής ζωής του Σεμπάστιαν Νάιτ του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και επηρεάζει το Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ του Πέτερ Χάντκε. Στην ουσία πρόκειται για απόπειρα μιας καταγραφής και ταυτόχρονα καταγραφή μιας απόπειρας να περιγραφεί μια ζωή. Όμως όσο περισσότερο εισδύει ο Καρς στην ζωή του Άχιμ, τόσο περισσότερο βρίσκεται σε περιπλεγμένες διαδρομές και ημίφωτους δρόμους.

Stamp_-_GDR_20_Pfennig_-_Road_Cycling_World_Championships_1960Η παιδική ηλικία, η ένταξη στις πολιτικές νεολαίες, η ιστορία της οικογένειας, η κομματική ένταξη, η αθλητική ιδιότητα, η καθημερινή ζωή, ο οικείος περίγυρος, η ερωτική σύντροφος, η συμμετοχή στους αγώνες, η εξωαγωνιστική συμπεριφορά, οι επιβεβλημένες υποχρεώσεις όλα συνθέτουν μια σύνθετη εικόνα, όπου πλείστα μέρη μοιάζουν να να αντιφάσκουν ή και να αλληλοαναιρούνται. Οι γνώμες των τρίτων, οι απόψεις των ανωνύμων, οι επιταγές των κρατικών υπαλλήλων και η υστερία της κοινής γνώμης συσκοτίζουν ακόμα περισσότερο την βιογραφούμενη προσωπικότητα και θρυμματίζουν κάθε συνολική σύνθεση. Μένει μόνο μια κατακομματιασμένη εικόνα, που διαθλάται κι αυτή στην προσωπική ματιά του βιογράφου, έτσι όπως επιχειρεί να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και το κλίμα γύρω και πάνω στο Άχιμ.

lötzsch1Ο πατριώτης αθλητής είναι καταδικασμένος στην υποχρέωση της πρωτιάς· αλλιώς τι πρότυπο θα είναι; Όταν τερματίζει τέταρτος σ’ έναν διεθνή αγώνα ορεινής ποδηλασίας οι εφημερίδες είναι αμήχανες αλλά φροντίζουν να του υπενθυμίζουν την μέγιστη υποχρέωσή του και τα σχετικά κρατικά ανταλλάγματα…Τον Άχιμ δεν τον ξεχνούσαν, μάλιστα του θύμισαν τα άδεια ακριβοπληρωμένα δωμάτια του διαμερίσματός του, που ήταν δημόσιος χώρος και ανταλλάξιμος και παρόμοιος με αποβάθρα του σταθμού ή με φουαγιέ  κινηματογράφου και με όλα τα μέρη που δεν κατοικούνται, στα οποία όμως μπορείς να συναντάς άλλους και να κουβεντιάζεις λιγάκι, ξέρεις τι εννοώ.[σ. 180 – 181]

3295747750-Ο Κάρς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με τους μηχανισμούς της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που επιχειρούν να τον κατευθύνουν προς τη δημιουργία ενός ηρωικού πορτραίτου και να τον απομακρύνουν από άλλες ανεπιθύμητες διαδρομές. Απότην απροκάλυπτη λογοκρισία μέχρι την τραγελαφική αναζήτηση μιας γραφομηχανής – για την αγορά της οποίας απαιτούνταν τα στοιχεία της ταυτότητας για τα αστυνομικά αρχεία – αλλά και από την διακριτική παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας μέχρι το ευρύτερο κλίμα φόβου και μυστικοπάθειας, ο ερευνητής όχι μόνο αδυνατεί να επιδοθεί στο έργο του αλλά μοιάζει και η ίδια του η προσπάθεια να αποτελεί έργο άλλων.

(Βέβαια η δική του ήταν η μικρότερη σημαία, αλλά μήπως δεν ήταν οικονόμος;) Εκείνη που έπρεπε να περιγραφεί ήταν η αιφνίδια επιστροφή του στη μικρή πόλη μια Κυριακή μετά από δυο χρόνια και η θέα μιας πρόσφατα σφραγισμένης πόρτας και ο μοναχικός τρόμος σε ολόκληρο το ταξίδι της επιστροφής ανάμεσα σε εκδρομείς και ερωτικά ζευγαράκια στο τραίνο που πήγαινε με το πάσο του: κάτι έκανε, μα μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου, άξιζε να θυσιάσεις μια ολόκληρη ζωή; Τίποτε δεν μπορείς να κάνεις. Η γυναίκα του φοβόταν τα σήματα των ξένων ραδιοσταθμών, πρόσφατα είχαν πιάσει κάποιον γι’ αυτό το λόγο, δεν σκέφτεσαι τα παιδιά, γιατί δεν θέλεις να έχουμε την ησυχία μας. Σκέψου και σένα. [σ. 195]

Peace-Race-1960Ο Άχιμ εκπροσωπεί συλλογικά κάθε πρωταθλητή της ΛΔΓ που χρησιμοποιήθηκε ως μαζικό θέαμα και ως ηθικό υπόδειγμα προς όφελος της εξουσίας. Ειδικότερο πλησιέστερο πρότυπό του είναι ο ποδηλάτης Gustav Adolf “Taeve” Schur. O δημοφιλής «Ταίβε» έγινε σύμβολο της χώρας ιδίως σε αγώνα του 1960 κατά τον οποίο φρόντισε να παραπλανήσει τον Βέλγο αντίπαλό του, ώστε να συγκεντρώσει εκείνος όλη την προσοχή πάνω του και να επωφεληθεί άλλος ανατολικογερμανός ποδηλάτης στην κατάκτηση της πρώτης θέσης.

Ο Άχιμ δε χρειαζόταν παρά απλώς να συμμετάσχει. Η τακτική ήταν πάντα η αυτή: πάντα Πρώτος ερχόταν Ένας, όποιος έμενε πίσω έπρεπε κάθε φορά να βοηθά τους άλλους, η τεχνική αλληλοβοήθειας ήταν γνωστή από τα ειδικά εγχειρίδια και σε αυτήν ασκούνταν μανιωδώς όλοι οι πρωτάρηδες. Αλλά στο τέλος λόγος γινόταν μόνο για τον Άχιμ διότι ήταν το πρότυπό τους: και αυτό είναι αλήθεια· αλλά είναι συναρπαστικό για τον αναγνώστη; [σ. 216 – 217]

00141156Το παρελθόν του Άχιμ δεν είναι απλά αφώτιστο αλλά και επικίνδυνο. Οι σχέσεις του με την ναζιστική Γερμανία αλλά και την μετέπειτα Δυτική Γερμανία όπως και με παλιές και ξεχασμένες αντικαθεστωτικές ενέργειες βρίσκονται θαμμένες στα θεμέλια ολόκληρου του οικοδομήματος της σοσιαλιστικής συνείδησης και ηθικής, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί. Άλλοτε η συλλογική αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην προσωπική, άλλοτε η δημόσια ιστορία εκδικείται την ατομική. Και η αλήθεια μοιάζει πάντα φεύγουσα για τον ερευνητή, σαν κάτι που ήταν εξαρχής απροσπέλαστο. Δεν μένει λοιπόν παρά η περιγραφή μιας περιγραφής – αυτός ήταν και ο αρχικός τίτλος του βιβλίο, που διατηρήθηκε κατόπιν ως υπότιτλος.

Uwe Johnson, 1980Η επισφράγιση της αγαστής συνεργασίας μεταξύ αθλητισμού και εξουσίας έχει πολλές μορφές – με ανώτερη εκείνη της εκλογής στο κοινοβούλιο της χώρας. Κάπως έτσι και ο Ταίβε κατέληξε στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ μια άλλη παράλληλη περίπτωση αποτελεί εκείνη του Wolfgang Loetzsch, που παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ Sportsfreund Lötzsch  [Sacha Hilpert – Sandra Prechtel, 2007].

. Ο Γιόνζον δεν συνεργάστηκε με καμία εξουσία· εγκατέλειψε την Ανατολική Γερμανία το 1956 αλλά αρνήθηκε και να αποτελέσει μέρος της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας στο Δυτικό Βερολίνο, Ο «Λιποτάκτης από την Δημοκρατία» υπήρξε ταυτόχρονα και ανεπιθύμητος της Δύσης, πληρώνοντας το γνωστό τίμημα της ανεξάρτητης σκέψης και γραφής.

– Γιατί πολεμάει η Γερμανία;

– Γιατί δεν έχουμε αρκετό ζωτικό χώρο και επειδή οι άλλοι δεν αξίζουν τίποτε. [σ. 131]

uwe-johnson-in-berlinΕκδ. Ίνδικτος, 2006, μτφ. Τούλα Σιέτη, επίμετρο – επιμέλεια Κώστας Καλφόπουλος, 469 σελ., με εργοβιογραφία του συγγραφέα [Uwe Johnson – Das dritte buch über Achim, 1961].

Μεταξύ των εικόνων, το κόκκινο γραμματόσημο προς τιμήν του Taeve και ο χαμογελαστός Wolfgang Loetzsch.

Ιστολογιογραφία: Ναυτίλου Πλοήγηση εδώ κι εκεί.

Συλλογικό – Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα. Πολιτικός οδηγός για τον 21ο (Επιμ. Robert Benewick – Philip Green)

Η σκέ1ψη που ονειρεύτηκε να γίνει δράση

Από την Χάνα Άρεντ και την Σιμόν Βέιλ στον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τον Αντρέ Γκορζ, από τους Αντόνιο Γκράμσι, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Λέον Τρότσκι ως τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νίκο Πουλαντζά, από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Εξ στον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Μορίς Μερλό Ποντί, από τους Ζακ Ντεριντά και Ζαν – Φρανσουά Λιοτάρ στους Μισέλ Φουκό και Νόαμ Τσόμσκι, από τους Ερνστ Μπλοχ, Γκιόργκι Λούκατς και Ερρίκο Μαλατέστα στους Μιχαήλο Μάρκοβιτς, Φραντς Φανόν, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γιούργκεν Χάμπερμας, Μαξ Χορκχάιμερ και σε πλήθος άλλους στοχαστές λιγότερο γνωστούς σ’ εμάς, από κάθε σημείο του κόσμου, τα εκατόν εβδομήντα πέντε λήμματα της παρούσας έκδοσης καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της σκέψης που αναπτύχθηκε στον προηγούμενο αιώνα, αποτέλεσε οδηγό στη δράση και στο όνειρο, περιέγραψε κόσμους εφικτούς ή ανέφικτους, καθόρισε πολιτικές και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πνευματικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

AdornoΑνοίγοντας βουλιμικά τον τόμο, μετά τον Λουί Αλτουσέρ και τον Μαξ Άντλερ, σταματώ στον Τέοντορ Αντόρνο που, σε μία από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας μαρξιστικής κριτικής της μαζικής κουλτούρας, διέκρινε, μαζί με τους συνεργάτες του στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης πως πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου στις καπιταλιστικές δημοκρατίες αλλά και σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο Αντόρνο πρώτος ανέπτυξε την κριτική αυτή σε μελέτη για τη λαϊκή μουσική, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να αναλύεται ως εμπόρευμα που παράγεται κυρίως για την ανταλλακτική του αξία, ενώ λίγα χρόνια μετά πάλι από τους πρώτους ανέπτυξε μια κριτική ανάλυση της τηλεόρασης (1932 και 1954 αντίστοιχα). Ολοένα και περισσότερο κριτικός απέναντι στα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα και σκεπτικιστής απέναντι στον μαρξισμό ο Αντόρνο υπερασπίστηκε την ατομική εξέγερση και αντίσταση, ενώ πριν το τέλος του πληγώθηκε βαθιά από την οξεία κριτική των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

marcuseΗ μαρξιστική θεωρία υπήρξε η βάση και για τον «πατέρα της Νέας Αριστεράς» και θεωρητικό της επαναστατικής αλλαγής Χέρμπερτ Μαρκούζε, που περιέγραψε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο ενός πολιτισμού που θα περιελάμβανε μη αλλοτριωτική και λιμπιντική εργασία, παιχνίδι και ελεύθερη σεξουαλικότητα· ένα όραμά του που προδιέγραψε πολλές από τις αξίες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δημιουργούσε επίπλαστες ανάγκες που ενσωματώνουν τα άτομα σ’ ένα παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα, που αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, την κουλτούρα, τη διαφήμιση και τους σύγχρονου τρόπους σκέψης και προσπαθεί να εξαλείψει την αρνητική διάθεση και την κριτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονοδιάστατο σύμπαν σκέψης και συμπεριφοράς όπου η ικανότητα κριτικής σκέψης και αντίστασης φθίνουν αδιάκοπα. Έτσι έσπασε το ταμπού στο κύκλο του σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στην ΕΣΣΔ καθώς αμφισβήτησε δύο από τα θεμελιώδη αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την επαναστατικότητα του προλεταριάτου και τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης.

albert-camus-by-JLB[66054]Ακόμα περισσότερο κυνικός απέναντι στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλμπέρ Καμύ ταυτίστηκε με την έννοια του παραλόγου, ως έννοιας που εκφράζει την κατάσταση των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν τη ζωή τους να έχει έναν υπερβατικό σκοπό αλλά ευρίσκονται σ’ ένα σύμπαν αδιάφορο για το μέλημά τους. Για τον Καμύ η μεταφυσική αυτή μοναξιά δεν αποτελούσε κατάληξη αλλά σημείο αφετηρίας και η πρόκληση ήταν να δει κανείς αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς την βοήθεια αιώνιων αξιών και έτσι ανέπτυξε ένα ηθικό και πολιτικό πλαίσιο συμπεριφοράς σ’ έναν κόσμο χωρίς «ηθικά απόλυτα». Η κριτική του αυτοκαταστροφικού μεσσιανισμού που διατρέχει τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία αποτέλεσε μια από τις κυριότερες θεωρητικές συνεισφορές του στη δυτική πολιτική σκέψη· αλλά και εδώ οι απόψεις του οδήγησαν στην απομόνωση από το κύκλο του διανοούμενων του Παρισιού και τον έριξαν σε προσωπική και πολιτική ερημιά.

x_42baf74fa9651111b2e527bd390d1207b44bcdbaΔιακεκριμένος μεταπολεμικός πολιτικός στοχαστής της Ιταλίας και εκφραστής της ηθικής της συνείδησης ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υποστήριζε πως η δημοκρατία είναι «η καλύτερη μέθοδος που ανακαλύφθηκε ποτέ, για το έλεγχο της ατέλειωτης αλαζονείας και ηλιθιότητας εκείνων που κυβερνούν», καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώμενους να ελέγχουν, να εναλλάσσουν και να απολύουν τους κυβερνώντες. Η δημοκρατία καθιστά την άσκηση εξουσίας ορατή, ενάντια στην τάση όλων εκείνων που κατέχουν εξουσία να είναι αόρατοι, όπως ο Θεός. Ο Μπόμπιο θεωρούσε ανεδαφικό το ρουσοϊκό όνειρο για μικρές αυτοδιοικούμενες δημοκρατίες και τεχνικώς αδύνατη την άμεση συμμετοχική δημοκρατία, προτείνοντας μια μεταφιλελεύθερη δημοκρατία που θα παρέχει τη δυνατότητα στους πολίτες να ψηφίζουν για πολλά περισσότερα θέματα απ’ ότι τώρα.

emma-goldmanΑπό τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η Έμμα Γκόλντμαν υπήρξε εξαιρετικά επικριτική απέναντι στην παραδοσιακή ηθικότητα, κατήγγειλε τον γάμο, την μονογαμία και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποδοκίμασε την πατριαρχική οικογένεια ως πηγή της γυναικείας εξάρτησης και ανισότητας και υποστήριξε τις ελεύθερες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλα και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η φλογερή της κριτική στον κομμουνισμό και η παράλληλη αδιαφορία γα τον καπιταλισμό την αποξένωσαν από δυνητικές συμμαχίες· σε κάθε περίπτωση προανήγγειλε τα αιτήματα του φεμινισμού και υπήρξε η περιεκτικότερη αναρχική κριτική της γενιάς της.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου μαχητική στα ίδια πεδία η Κέιτ Μίλλετ, η Σεξουαλική πολιτική [Sexual Politics] της oποίας αποτελεί βασικό κείμενο του σύγχρονου φεμινισμού, όρισε τη σχέση μεταξύ των δυο φύλων ως στηριζόμενη στην ισχύ και συντηρούμενη από μια ιδεολογία, είναι δηλαδή μια σχέση πολιτική. Στις «ελεύθερες» σύγχρονες κοινωνίες οι γυναίκες υποτάσσονται λόγω κοινωνικού εθισμού καθώς εκπαιδεύονται από τη νηπιακή ηλικία και αργότερα με τους θεσμούς στην υποτέλεια, μπροστά και στο φόβο να θεωρηθούν «αφύσικες». Η μελέτη της για τους D.H. Lawrence, HKateMillettenry Miller, Norman Mailer και Jean Genet αποκάλυψε ότι η ισχύς και όχι ο ερωτισμός ή το ερωτικό πάθος ήταν το πραγματικό τους θέμα, ενώ η έντονη επιθυμία της κυριαρχίας ήταν το διακύβευμα κάθε ερωτικής εμπλοκής που υπήρχε στα γραπτά τους.

Τα λήμματα είναι στο κατάλληλο μέγεθος (από μισή μέχρι πέντε σελίδες) και υπογράφονται από δεκάδες ερευνητές, ειδικούς, μελετητές, πανεπιστημιακούς κλπ. Στο τέλος κάθε λήμματος παρατίθεται βιβλιογραφία του εκάστοτε στοχαστή σε τρία μέρη: πρώτα τα βασικά του έργα, μετά οι εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα και, τέλος, άλλα σχετικά έργα, ολοκληρώνοντας την ιδιότητα του τόμου ως μιας πλήρους εισαγωγής στον βαθύτερο έργο τους.

Εκδ. Σαββάλας, 2011, μτφ. Λεωνίδας Βατικιώτης – Διονύσης Γράβαρης, σελ. 538, με ευρετήριο [The Routledge Dictionary of Twentieth – Century Political Thinkers, 1998].

Στις εικόνες: Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Albert Camus, Norberto Bobbio, Emma Goldman, Kate Millet.