Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

Συλλογικό – Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη

autogestion

Ο σπόρος της ουτοπίας

Η αυτοδιαχείριση (ή αυτοδιεύθυνση, συνώνυμη της αυτοδιαχείρισης) αποτελεί μια μορφή συλλογικής οργάνωσης όπου ο καθένας έχει την δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα στην λήψη των αποφάσεων που επηρεάζουν την καθημερινή του ζωή. Σε αντίθεση με την πυραμιδοειδή οργάνωση των νεωτερικών κοινωνιών και τις απειράριθμες ενδιάμεσες σχέσεις όπου ένα πλήθος ενδιάμεσων, εκλεγμένων ή μη, υπονομεύουν την δυνατότητά μας να καθορίζουμε πώς θα ζούμε, πώς θα δημιουργούμε, πώς θα παράγουμε κλπ., οι αρχές της αυτοδιαχείρισης εμπνέονται από την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη και αποδίδουν αυτές τις δυνατότητες στα άτομα και τις συλλογικότητες. Εδώ έννοιες όπως άμεση δημοκρατία και επανοικειοποίηση παύουν να αποτελούν απλούς όρους και μετατρέπονται σε πράξη.

Μετά την εξέγερση των Ζαπατίστας και την ανάδυση ενός κινήματος εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης αναβίωσε η συζήτηση για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός και πλέον το αίτημα της αυτονομίας είναι πολύ πιο δεδομένο απ’ ότι νομίζουμε. Ακόμα και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να επανεφευρίσκουμε πράγματα που, ενώ υπήρχαν στο παρελθόν, είχαν ξεχαστεί για δεκαετίες ή είχαν απαξιωθεί στη συλλογική συνείδηση λόγω του ευτελισμού τους από το κράτος, τα κόμματα και τους εργατοπατέρες: τον συνεταιρισμό, τη συνεργατικότητα, την αλληλεγγύη. Έννοιες και αξίες που σήμερα γίνεται προσπάθεια να επαναθεμελιωθούν, μακριά από αναθέσεις, ιεραρχίες και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις μέσα από εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και συνεργατισμού.

cnt-tram

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ακριβώς μια μικρή αναδρομή στα σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Δυο εισαγωγικά κείμενα (Βασικές κατευθύνσεις των ελευθεριακών εγχειρημάτων και πρακτικών, Ρίχνουμε τον σπόρο της ουτοπίας για να θερίσουμε την πραγματικότητα) κι ένα μικρό σημείωμα των εκδοτών ακολουθούνται από δυο κεφάλαια που αφορούν δυο βασικά ιστορικά παραδείγματα επαναστατικής αυτοδιαχείρισης: την περίπτωση της Ρωσίας [1917-1921], από την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 που έπιασε στον ύπνο τους επαγγελματίες επαναστάτες μέχρι την εξέγερση της Κροστάνδης και εκ μέρους των Λένιν και Τρότσκι κατάπνιξη στο αίμα του τελευταίου σπασμού της επανάστασης, και την περίπτωση της Ισπανίας [1936-1939], που επιβεβαίωσε την εμπειρία της Ρωσίας και των σπαρτακιστών: ότι είναι αδύνατη η συνύπαρξη των δυο πόλων της δυαδικής εξουσίας: της αυτοδιαχειριστικής και την «νόμιμης»: η δεύτερη πάντοτε τείνει να συντρίψει την πρώτη.

Στο κύριο κορμό του βιβλίου παρουσιάζονται και αξιολογούνται σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Ο Charles Piaget εξετάζει τη περίπτωση της Γαλλίας, που έζησε από πρώτο χέρι, ως πρωτεργάτης του αγώνα της LIP στην Μπεζανσόν το 1973. Η αυτοδιαχείριση αυτού του εργοστασίου υπήρξε μια παραδειγματική περίπτωση αγώνα και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για τους εργαζόμενους που πολεμούν κατά των απολύσεων και συζητούν το ενδεχόμενο να ανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους με βάση το μοντέλο «δουλεύουμε, πουλάμε, πληρωνόμαστε». Ο αγώνας ήταν αποτέλεσμα μιας καινοτόμας συνδικαλιστικής πρακτικής που άλλαξε τα δεδομένα στον χώρο του συνδικαλισμού, που μέχρι τότε εκτυλισσόταν μόνο σε μια αίθουσα συνεδριάσεων ή παρέα με την διεύθυνση, ενώ οι γενικές διεκδικήσεις κοινοποιούνταν εγγράφως και …μέχρι εκεί, οι δε συνδικαλιστές εμφανίζονταν μόνο για να ορίσουν την ημέρα και τα αιτήματα της απεργίας (μας θυμίζει κάτι;).

May 4, 1976, in the streets of Besançon, the Lip factory workers

Το 1968 υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Στα μέσα του θρυλικού Μαΐου μια ομάδα φουσκωτών συνδικαλιστών είχαν αποκλείσει την κεντρική είσοδο, λέγοντας πως είναι γενική απεργία και πως απαγορεύεται να μπουν οι εργαζόμενοι. Εκείνοι απάντησαν πως οι εργαζόμενοι θα αποφασίσουν μόνοι τους· τότε διαμορφώθηκε η ιδέα του ανοιχτού εργοστασίου και η πρακτική των δημοκρατικών γενικών συνελεύσεων. Κατασκευάστηκε κι ένας θεόρατος πίνακας, ώστε να αναρτώνται και να διαβάζονται τα πάντα – μια ενημέρωση ελεύθερη, σαφής και γρήγορη.

Όταν το 1973 η επιχείρηση μεταβιβάστηκε σ’ ένα ελβετικό τραστ που θέλησε να την διαλύσει και είχε μάλιστα προβλέψει πως αν οι εργαζόμενοι αρχίσουν γενική απεργία τον Απρίλιο, μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν φτάσει στα όριά τους, εκείνοι δεν έπεσαν στην παγίδα: όχι μόνο δεν έκαναν απεργία αλλά επέλεξαν και την σταδιακή μείωση του ρυθμού εργασίας, ως μορφή γενικής ανυπακοής απέναντι στην διοίκηση. Γνώριζαν άλλωστε τις βασικές αξίες ενός αγώνα που μόλις άρχιζε: υπέρβαση της ηττοπάθειας, ενημέρωση των πάντων, ενότητα δράσης, μεγάλη συλλογική συμμετοχή, οριζόντια πληροφόρηση με ευρύ φάσμα κειμένων, άνοιγμα του εργοστασίου προς τα έξω.

zapatista

Η περίπτωση των αυτόνομων εξεγερμένων κοινοτήτων των Ζαπατίστας στην Τσιάπας στο Μεξικό είναι περισσότερο γνωστή: οι αυτόχθονες κυβερνούν με βάση το δικό τους δίκαιο και τα δικά τους έθιμα, ενώ έχουν υιοθετήσει δικές τους μορφές αυτοκυβέρνησης με βάση το συλλογικό συμφέρον. Οι τοπικές κοινότητες εξέλεξαν οι ίδιες τους αντιπροσώπους τους με διετή θητεία που ανανεώνεται κάθε δυο χρόνια αλλά μπορεί σε οποιαδήποτε στιγμή να ανακληθεί σε περίπτωση που δεν σεβαστούν την λαϊκή εντολή. Για την μεξικανική κυβέρνηση οι αυτόνομες εξεγερμένες κοινότητες αποτελούν στον «χειρότερο εχθρό του κράτους δικαίου» και η αυτονομία τους ισοδυναμεί με την «απόσχιση ενός τμήματος της εθνικής επικράτειας», αγνοώντας προφανώς το συνταγματικό άρθρο σύμφωνα με το οποίο «η εθνική κυριαρχία ανήκει πρωταρχικά και κατ’ ουσίαν στον λαό». Το κίνημα των Ζαπατίστας αποτελεί μια μοναδική πρωτοβουλία πολιτικής αντίστασης και άμεσης δράσης, ένα παράδειγμα αυτονομίας όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η πρακτική Καταλαμβάνουμε, δουλεύουμε, πληρωνόμαστε αποτέλεσε μια από τις πολλές όψεις της Αργεντινής μετά την εξέγερση που ξέσπασε τον χειμώνα του 2001. Το δίδαγμα του Argentinazo έχει τρεις αφηγήσεις. Η πρώτη ξεκινάει από το Μπουένος Άιρες και την συνοικία Φλόρες, τον Ιανουάριο του 2002, όπου στο ισόγειο μιας παλιάς κλινικής μια ομάδα κατοίκων έχει δημιουργήσει ένα εστιατόριο για τους πιο φτωχούς κατοίκους της γειτονιάς. Το σχέδιο, που προέβλεπε ένα κέντρο υγείας για τους εργαζόμενους στις ανακτημένες επιχειρήσεις ολόκληρης της περιφέρειας, δεν προχώρησε, θα συνεχιστεί κάπου αλλού.

IMPA_

Το τελευταίο ναυπηγείο της Αργεντινής, το Astillero Rio Santiago, βρίσκεται υπό τον έλεγχο των εργαζομένων αλλά δεν είναι μια τυπική «ανακτημένη» επιχείρηση. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν κατασκευαζόταν εδώ κανένα πλοίο, ενώ οι εργάτες ήταν μόλις χίλιοι. Η κατάληψη οδήγησε σ’ ένα είδος συνδιαχείρισης και οι πελάτες άρχισαν να επιστρέφουν. Οι διαφορετικές απόψεις γύρω από την πρακτική της αυτοδιαχείρισης δείχνουν πως και εδώ υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμα. Σε κάθε περίπτωση οι διαφορετικές πολιτικές επιλογές αλλά και τα δυο διαφορετικά μοντέλα αυτοδιαχείρισης, η «αμυντική» και η «επιθετική» (από την απλή διασφάλιση μέσων εργασίας μέχρι το σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού) θέτουν τους όρους μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης.

Η Impa τέλος, όπου οι συνθήκες εργασίας τόσο στα χυτήρια όσο στην κατεργασία μετάλλων ήταν εφιαλτικές, έγινε μια από τις επιχειρήσεις – σύμβολα του κινήματος των ανακτημένων επιχειρήσεων στην Αργεντινή και η μοναδική που έμεινε ανοιχτή στα κοινωνικά κινήματα. Στο εσωτερικό της λειτούργησε ένα πολιτιστικό κέντρο όπου εργάστηκαν φοιτητές και ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τους κατοίκους της γειτονιάς.

End-Of-Shift-Tower-Colliery

Η Μεγάλη Βρετανία έχει να επιδείξει το δικό της κορυφαίο παράδειγμα εναλλακτικού εγχειρήματος μέσα σε καπιταλιστική χώρα και μιας ιδιαίτερα συνειδητοποιημένης εργατικής κολεκτίβας: το ανθρακωρυχείο Tower Colliery στην Ουαλία, που πήραν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι το 1994. Το κλείσιμο του ανθρακωρυχείου ήταν ένα από τα πολλά επεισόδια στην πορεία διάλυσης της βρετανικής βιομηχανίας άνθρακα. Η ανάκτησή του από τους εργάτες έγινε ταχύτατα σημείο αναφοράς της αντίστασης στον φιλελευθερισμό και το καμάρι μιας ολόκληρης εργατικής περιοχής που είχε πληγεί από τον οικονομικό μαρασμό. Οι εργάτες επένδυσαν τις αποζημιώσεις των απολύσεών τους για να αγοράσουν το ορυχείο, έγιναν ιδιοκτήτες και, προς γενική έκπληξη, κατόρθωσαν να επιστρέψουν την επιχείρηση στην κερδοφορία. Η επιτυχία τους ήταν τόσο μεγάλη που μπόρεσαν να προσλάβουν προσωπικό, να εκσυγχρονίσουν τις μηχανές και να αυξήσουν σημαντικά τους μισθούς, καταργώντας τα προσωπικά πριμ που προκαλούσαν έναν νοσηρό ανταγωνισμό.

Ολόκληρη η περιοχή ένιωσε περήφανη και πολλές τοπικές ενώσεις στήριξαν το ορυχείο, που με την σειρά του υποστήριξε άλλους κοινωνικούς αγώνες εντός και εκτός χώρας, από την Πολωνία και την Νικαράγουα μέχρι την Κούβα και την Νότια Αφρική. Το ορυχείο τάχθηκε υπέρ της αειφόρου ανάπτυξης ενώ σε μια προσπάθεια να το πρόβλημα του κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας, που αποτελεί κληρονομιά του καπιταλισμού, διαμορφώθηκε ένα σύστημα δια βίου εκπαίδευσης. Το εγχείρημα διήρκεσε μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων άνθρακα. Αρχές του 2008, τριάντα χρόνια μετά την ανάκτηση της επιχείρησης, το ορυχείο έκλεισε μέσα σε κλίμα συγκίνησης. Οι ανθρακωρύχοι δεν αιφνιδιάστηκαν από την αναπόφευκτη εξέλιξη. Το ορυχείο παραμένει στην ιδιοκτησία του και υπάρχουν σχέδια για την αξιοποίησή του με διάφορους τρόπους.

TowerCollieryDRAGON_468x285

Ένα ακόμα κείμενο για την Αργεντινή [Η ανάκτηση των επιχειρήσεων ως πολιτική πράξη], μια αναδρομή στην γιουγκοσλαβική «αυτοδιαχείριση», η άνοιξη και το φθινόπωρο της αυτοδιαχείρισης στην Πράγα, οι «ριζοσπαστικά πραγματιστές» της Βραζιλίας, τα κοινωνικά κέντρα μεταξύ ρήξης και ενσωμάτωσης στην Ιταλία και τα σχετικά κινήματα στο Κεμπέκ και την Ελβετία συμπληρώνουν τον χάρτη της αυτοδιάθεσης. Ας σημειωθεί ότι στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, σε ξεχωριστό γκρίζο πλαίσιο, παρουσιάζεται ένα σύντομο ιστορικό διάγραμμα των σχετικών επαναστατικών κινημάτων, από το 1848 μέχρι το 2007.

Σε κανένα από τα κείμενα του τόμου δεν εξωραΐζεται κάποιο κίνημα ούτε παρουσιάζεται εξιδανικεύεται η αυτοδιαχειριστική λύση· το αντίθετο, μάλιστα, αναφέρονται όλα τα προβλήματα και οι παγίδες που έθεσαν σε κίνδυνο ή και ακύρωσαν σημαντικές προσπάθειες. Ούτως ή άλλως σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι η αυτοδιαχείριση καθ’ εαυτήν δεν είναι πανάκεια, «αντιστοιχεί όμως σε έναν τύπο δημοκρατίας και ορθολογικότητας που ο καπιταλισμός μας έχει κάνει να ξεχάσουμε». Και αποτελεί ένα βασικό προαπαιτούμενο ώστε η μελλοντική κοινωνία να μην μοιάζει με ένα αχανές στρατόπεδο εργασίας ή με μια κολοσσιαία αγορά όπου πουλιούνται και αγοράζονται τα πάντα.

ezln

Το βιβλίο αποτελεί σύμπραξη δυο οργανώσεων που συμμετέχουν στο παγκόσμιο δίκτυο ελευθεριακού κομμουνισμού Anarkismo.net. Πρόκειται για τις Alternative Libertaire της Γαλλίας [1991] και της Union Communiste Libertaire του Κεμπέκ [2008], που εκδίδουν αντίστοιχα τα περιοδικά Alternative Libertaire και Cause Commune. Περιλαμβάνονται κείμενα των Daniel Guérin, Frank Mintz, Organizaciόn Socialista Libertaria, Laurent Esquerre, Guillaume Davranche, Martine Hassoun, José Luis Humanes Bautista, Lia από FdCA, Michel Nestor, Mark Haldimann, Vladimir Claude Fisera, Charles Piaget. Επιμέλεια: Guillaume Davranche.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Θοδωρής Δρίτσας – Κώστας Σπαθαράκης, σελ. 136 [Animal Politicum, 7].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174.

Στις εικόνες: Αυτοδιαχειριζόμενες συγκοινωνίες στην Ισπανία [1936 – 1939], LIP / Γαλλία, Ζαπατίστας / Μεξικό, Impa / Αργεντινή, Tower Colliery / Ουαλία – τέχνη και πραγματικότητα -, και πάλι Ζαπατίστας.

Η συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων σε δυο βιβλία του Υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας εδώ και εδώ.