Συλλογικό – Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς

Επιμ. Λίαμ Ο. Πέρντον – Μπιφ Τόρεϊ

Ο Robbins των Δασών και της Ψυχεδέλειας

H αναζήτηση του πόνου θεωρείται όχι μόνο αξιέπαινη αλλά και ηρωική, ενώ η αναζήτηση της χαράς θεωρείται άνευ σημασίας. Αυτή η στάση μού φαίνεται σχεδόν παράφρων. Γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αξία στον πόνο από ό,τι στη χαρά; Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος, ο θυμός και η ματαίωση δεν μπορούν να μας διαμορφώσουν ή ότι δεν πρέπει να τα αναζητούμε· απλώς θέλω να ρωτήσω γιατί αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αναζητιούνται ενώ η χαρά αποκλείεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται σε μια επικρατούσα αίσθηση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, ότι απλούστατα δεν είναι της μόδας να είσαι θετικός απέναντι στη ζωή. Μερικοί κριτικοί προτιμούν βιβλία που αντικατοπτρίζουν τις δικές τους νευρώσεις, τη δική τους δυστυχισμένη ζωή. [σ. 99]

Τα παραπάνω λόγια του Τομ Ρόμπινς δεν εκφέρονται μόνο ως απάντηση στις συνήθεις αρνητικές αιτιάσεις των βιβλίων του από τους «κριτικούς» αλλά και αντανακλούν την προσωπική του φιλοσοφία ζωής, μιας φιλοσοφία που ο συγγραφέας ευχαρίστως μοιράζεται εδώ. Πρόκειται για έκδοση που συγκεντρώνει 21 συνεντεύξεις – συνομιλίες μαζί του, με πρώτη εκείνη στο περιοδικό Rolling Stone (Νοέμβριος 1977) και τελευταία μια ανέκδοτη του 2009, ενώ στο τέλος κάθε συνομιλίας περιλαμβάνονται πλούσιες κατατοπιστικές σημειώσεις, εφόσον οι αναφορές του σε ονόματα, τίτλους, φιλοσοφικές έννοιες, κινήματα και γενικότερα κάθε στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας είναι καταιγιστικές.

Magical Mystery Hour

Η πρώτη επαφή του Ρόμπινς με την μαγεία ήταν ένα περιοδεύον τσίρκο που εμφανίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’40, στην άδεια αυλή ενός γειτονικού σχολείου στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν ήταν τόσο η εμπειρία της συμμετοχής του ούτε ο έρωτάς του για την ημίγυμνη «Άτρωτη Γυναίκα» όσο η αίσθηση πως ένα βαρετό μέρος μπορεί ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε κάτι μαγικό, άρα πώς το συνηθισμένο να γίνει ασυνήθιστο, με μια άλλη ενδεχόμενη ζωή.

Έκτοτε βασική μαγεία στη ζωή του υπήρξε το παιχνίδι των διασυνδέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους, προς επαλήθευση της συναρπαστικότητας του σύμπαντος. Κι αυτό το στοιχείο υπήρξε πρωταρχικό στην θεματολογία των βιβλίων του, μαζί με την φύση της σεξουαλικότητας και την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα συστήματα που καταπιέζουν τα φυσικά του πάθη και τη διάθεση για παιχνίδι. Ο συγγραφέας εμπνέεται αφήνοντας «τις εικόνες και ιδέες να μαρινάρονται μέσα στα απρόβλεπτα αλλά ζωτικά νερά της υποσυνείδητης φαντασίας». Οι τρόποι του πλέον γνωστοί: εξωφρενικά λογοπαίγνια, πλούσια, σχεδόν ηδονιστική χρήση της γλώσσας, φλύαρες μεταφορές, ελευθεριάζουσες αναλογίες, ακατάπαυστα λεκτικά πυροτεχνήματα, παράξενες πληροφορίες, ζωογόνα αισθητικότητα.

Mushroom Fields Forever

Το 1952 τον βρίσκει να ταξιδεύει με οτοστόπ στην Ανατολική Ακτή και να διαμένει στο Γκρίνουιτς Βίλλατζ, το 1960 να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και μποέμ στο θρυλικό Βίλλατζ Ινν του Ρίτσμοντ, το 1963 να δοκιμάζει LSD και να αλλάζει εφεξής τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπει τα πράγματα – λιγότερο άκαμπτα διανοητικά και συναισθηματικά. Την ίδια εποχή γράφει στο περιοδικό Holiday το άρθρο του για τις παράξενες ιδιότητες ενός μανιταριού, του Psilocybe, που υποτίθεται πως προκαλούσε διεύρυνση της συνειδητότητας, ενώ το 1964 στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον Τίμοθι Λίρι και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ρόμπινς έβγαζε τα προς το ζην γράφοντας για την τέχνη και το θέατρο και έχασε τη δουλειά του αγνοώντας τις προειδοποιήσεις να μην επιλέγει φωτογραφίες μαύρων καλλιτεχνών στη στήλη του.

Το 1966 γοητεύεται από τα τεκταινόμενα στο Χέιτ Άσμπουρι, τη χίπικη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και για αρκετά χρόνια θα αποτελεί μέρος της ψυχεδελικής αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής. Το 1967 η αντεργκράουντ εφημερίδα Helix του αναθέτει να γράψει για μια συναυλία των Doors και βιώνει μια «λογοτεχνική επιφοίτηση». Εγκαταλείπει τα πάντα, μετακομίζει σε μια αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουάσινγκτον και αρχίσει να γράφει την Αμάντα, Το Κορίτσι της Γης [Another Roadside Attraction]. Την εποχή εκείνη είναι τόσο φτωχός που το φαΐ του κυρίως προέρχεται από νυχτερινές επιδρομές σε περιβόλια της περιοχής.

They’re like a rainbow

Η Αμάντα εκδίδεται το 1971 και επαινείται από τους Λόρενς Φερλινγκέτι και Γκράχαμ Γκριν, ενώ το Rolling Stone την χαρακτηρίζει ως την πεμπτουσία των μυθιστορημάτων των Σίξτις· ίσως – πιθανολογεί ο Ρόμπινς – επειδή το βιβλίο έβλεπε τα Σίξτις από μέσα προς τα έξω. Ο ίδιος λέει ότι δεν ήθελε να γράψει για τα Σίξτις, αλλά να τα κάνει να συμβαίνουν στη σελίδα και να μεταδώσει κάτι από την εμπειρία τους. Οι Καουμπόισσες [Even Cowgirls Get The Blues]  [1976] εκθειάζονται από τον Τόμας Πίντσον και η συνέχεια είναι εξίσου γνωστή: Τρυποκάρυδος [1980], Το Άρωμα του Ονείρου [1984], Ο Χορός των Εφτά Πέπλων [1990], Μισοκοιμισμένοι μες στις βατραχοπιτζάμες μας [1994], Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα [2000] (που εμπνέει ένα …τριήμερο φεστιβάλ στο Μεξικό), Villa Incognito [2003], Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα: τα Μικρά Κείμενα του Τομ Ρόμπινς [2005] και το [υποτίθεται παιδικό] Μπι όπως Μπίρα, εμπνευσμένο από μια γελοιογραφία του New Yorker. Το 1995 ο Λέοναρντ Κοέν το θεωρεί ιδιαίτερη τιμή του να περιλαμβάνει ο δίσκος του Tower of Love κείμενο του Ρόμπινς, του συγγραφέα που η περιώνυμη Ιταλίδα κριτικός Φερνάντα Πιβάνο χαρακτήρισε ως τον πιο επικίνδυνο συγγραφέα του κόσμου.

If you go to Seattle Francisco

Οι κραδασμοί της Αμάντας βέβαια ήταν γνωστοί: γυναίκες – μητέρες – γαίες του έγραψαν για να του πουν πως αυτές είναι η Αμάντα, πέντε έξι άτομα ονόμασαν έτσι την κόρη τους προς τιμή της ηρωίδας, και γενικά αποτέλεσε το αντεργκράουντ μυθιστόρημα μιας γενιάς που δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μυθιστορήματα. Από το 1967 συγγραφείς κάθε ηλικίας και επιπέδου προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συλλάβουν εκείνη την ιδιαίτερη φευγαλέα αίσθηση των Σίξτις, λέει ο Ρόμπινς, ξεχνώντας πως η ουσία της αντικουλτούρας δεν ήταν τα ήθη της αλλά η φαντασία.

Στο έργο Aquarius Revisited: Seven Who Created the Sixties Counterculture That Changed America (1987) των Πίτερ Ο. Χουίτμερ και Μπρους Βαν Γουινγκάρντεν χαρακτηρίζεται ως μια από τις επτά φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σκέψη και το κίνημα της αντικουλτούρας των Σίξτις μαζί με τους Χάντερ Σ. Τόμσον, Γουίλιαμ Μπάροους,  Άλεν Γκίνσμπεργκ, Κεν Κέσεϊ, Τίμοθι Λίρι και Νόρμαν Μέιλερ. Κύρια βάση της ζωής του υπήρξε το Σιάτλ, που το διάλεξε ως το πιο μακρινό σημείο από την νοτιοανατολική καταγωγή του αλλά και από περιέργεια να δει τι είδους τοπίο μπορούσε να κάνει μια σχολή μυστικιστών ζωγράφων. Στα γύρω δάση αναζήτησε για πρώτη φορά άγρια βρώσιμα μανιτάρια κι εκεί έζησε σε κοινότητες που τα καλοκαίρια (όπως παραπονούνταν οι κάτοικοι) έμοιαζαν με το Γούντστοκ. Από εκεί άλλωστε έχει ανακαλύψει κοντινά μέρη ιδανικά για να απλώνει το σλίπινγκ μπαγκ του και να βρίσκεται στη φύση.

The World Metaphysical Circus

Για τον Ρόμπινς η εμπειρία της ανάγνωσης οποιουδήποτε μυθιστορήματος πρέπει πάντα να οδηγεί τους αναγνώστες στη στιγμή της αφύπνισης και της απελευθέρωσης από τον αλόγιστο εφησυχασμό της συναινετικής πραγματικότητας, από το να βλέπουμε την προσομοίωση ως πραγματικότητα. Να συνειδητοποιούμε ότι με το χιούμορ μπαίνουμε πιο πολύ στην πραγματικότητα και ότι το παιχνίδι είναι ένα είδος διάσωσης της ψυχής και να αναζητούμε τις αντικανονικότητες που ξεχωρίζουμε στην καθημερινή ζωή, γιατί στρέφουν την προσοχή μας σ’ αυτό που διαρρηγνύει την συνέχεια της συναινετικής πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου. Με όλη αυτή τη συνειδητοποίηση οι αναγνώστες βρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τη μοίρα, να αντιστρέψουν την απόγνωση και να βρουν χαρά και νόημα σ’ ένα φαύλο κόσμο. Όπως λέει και η νεράιδα της Μπύρας [στο Μπι όπως Μπίρα], ο συνηθισμένος κόσμος δεν είναι παρά ο αφρός στην κορυφή του πραγματικού κόσμου, του βαθύτερου κόσμου – άλλωστε εκείνοι που παίρνουν την μπίρα στα σοβαρά ξέρουν ότι η πικρόγλυκη γεύση της είναι εκείνη που στην πραγματικότητα σβήνει τη δίψα, κάνοντας εύγεστα τα στοιχεία της μέρας ή ακόμα και της ζωής μας που συχνά δεν είναι. Ο αναγνώστης θα πρέπει πότε πότε να θυμάται τον θαυμαστό πλανήτη στον οποίο ζει  και να φτάνει σε σημεία πλήρους ενεργοποίησης της συνείδησής του.

I had too much to write last night

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρόμπινς την συνήθη κατηγορία των κριτικών ότι δεν γράφει λογοτεχνία; Με ευχαρίστηση: τον βολεύει, αφού έτσι αποφεύγει και το βάρος του λογοτεχνικού παρελθόντος, συνεπώς είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι θέλει! Κι ακόμα, αν το μυθιστόρημα έχει, όπως λένε, πεθάνει, νοιώθει διπλά απελευθερωμένος (και νεκρόφιλος). Προσωπικά ζητώ τέσσερα πράγματα από ένα μυθιστόρημα: να με κάνει να σκέφτομαι, να με κάνει να γελώ, να με κάνει να ανάβω, να με κάνει να νιώθω το θαύμα της ζωής. Αν οι άλλοι συγγραφείς δεν γράφουν αρκετά βιβλία που να θέλεις να τα διαβάσεις, τότε πρέπει να τα γράψεις μόνος σου. Ίσως αυτό να είναι ο  μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα. Οι τελευταίες δυο φράσεις βέβαια αποτελούν και τις αρχές των απανταχού φανζίν!

Αλλά εδώ έχουμε κι έναν πιστό εραστή της γλώσσας, που τονίζει πως δεν είναι αρκετό να περιγράφουμε τις εμπειρίες, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουμε την περιγραφή. Η γλώσσα δεν είναι η σαντιγί, είναι η τούρτα. Οι λέξεις έχουν σημασία, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία από τα πράγματα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν. Όποτε δοκίμασε να γράφει γρηγορότερα, η γλώσσα του έπασχε. Έτσι μέχρι σήμερα προσπαθεί να κοσκινίζει το νοερό του λεξικό για να βρει την πιο απροσδόκητη λέξη, όπως οι παλιοί χρυσοθήρες κοσκίνιζαν την άμμο για να βρουν το πιο πολύτιμο ψήγμα χρυσού. Κάπως έτσι η πλοκή αποκτά πάντα δευτερεύουσα θέση σε σχέση με την όλη εμπειρία του βιβλίου, την βιβλιότητα, και την μετατροπή σε αναγνωστική εμπειρία εκείνου που μπορεί να προέλθει μόνο από λέξεις γραμμένες πάνω σε μια σελίδα.

Are you experienced?

Άραγε αυτή η λογοτεχνία έχει ανάλογες πηγές; Χένρι Μίλερ, Νόρμαν Μέιλερ, Φρανσουά Ραμπελέ, Μπλεζ Σαντράρ, Τζέιμς Τζόις, Αναΐς Νιν (στις πρώτες σελίδες της Αποπλάνησης του Μινώταυρου), Ίσμαελ Ριντ, Αλφρέντ Ζαρί, Γκίντερ Γκρας, και Ναθάνιελ Γουέστ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς στους οποίους ο Ρόμπινς συχνά στρέφεται για να αναθερμανθεί και «ν’ αρχίσουν να ρέουν οι χυμοί». Ακόμη, το On the Road του Τζακ Κέρουακ, το A Walk on the Wild Side του Νέλσον Όλγκριν και «το πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, πιο ριζικά καινοτόμο ακόμη και από το Τρίστραμ Σάντι», Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Σε κάποια συνομιλία εκφράζει τον ενθουσιασμό του για το μόλις διαβασμένο Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον, όπου ένα βαρετό θέμα μετατρέπεται σε κάτι συναρπαστικό χάρη στη γλώσσα του και τις αμέτρητες στιλιστικές αποκοτιές – εδώ ο Ρόμπινς θυμάται τη φράση του Μαρκ Τουέιν, ότι η διαφορά ανάμεσα στην τέλεια λέξη και μια λέξη που είναι απλώς κατάλληλη είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην αστραπή και στην πυγολαμπίδα.

Feels like I’m fixing to scream

Οι άγριοι φιλιππικοί κατά της κοινωνίας και της θρησκείας αποτελούν βασικό κορμό της ρομπινσιακής γραφής, όπως και η παγίδευση σε μια ταυτότητα και το πόσο εύκολα μπορούμε να εγκλωβιστούμε σε λανθασμένες αντιλήψεις για το ποιοι πραγματικά είμαστε, αντιλήψεις που συχνά μας τις επιβάλλουν οι διάφοροι θεσμοί. Ποιος είναι τόσο μπουμπούνας ανάμεσά μας που δεν έχει λαχταρήσει ποτέ μέσα του να εξαφανιστεί και να ξαναεμφανιστεί αργότερα σ’ ένα άλλο μέρος με διαφορετική ταυτότητα, ελεύθερος; Ελπίζω οι αναγνώστες να μεγαλώσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, να την προεκτείνουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Ο Ρόμπινς επιμένει πως οι πιο ανόητοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι οι σούπερ-εθνικιστές και οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές, οι άνθρωποι που ταυτίζονται ολοκληρωτικά, μέχρι θανάτου, με μία και μόνη πολιτική υποδιαίρεση ή αμφιβόλου αξίας αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης. Το σύμπαν είναι γεμάτο αρμονίες και πάθη που ο δυτικός ορθολογισμός – με την έμφασή του στη συνέπεια και τη λογική – ευτελίζει και παραμορφώνει. «Όλοι έχουμε τον ίδιο εχθρό», λέει ένας χαρακτήρας στις Καουμπόισσες: «Ο εχθρός είναι η τυραννία της στενομυαλιάς».

Με μοναδική εξαίρεση τον ταντρικό Ινδουισμό,όλα τα άλλα θρησκευτικά συστήματα του σύγχρονου κόσμου αρνούνται τον αισθησιασμό και τον καταπιέζουν. Όμως η αισθησιακή ενέργεια είναι η ισχυρότερη που διαθέτουμε ως άτομα. Οι ταντρικοί άγιοι είχαν την ιδιοφυΐα και τα κότσια να εκμεταλλευτούν αυτή την ενέργεια για πνευματικούς σκοπούς. Η τροφή, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η μουσική, η τέχνη, η ποίηση και ιδιαίτερα το σεξ χρησιμοποιούνται από την Τάντρα με θρησκευτικό τρόπο. […] Η ποπ κουλτούρα, με κάπως παρόμοιο τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρούς σκοπούς. Η ποπ πραγματικότητα έχει την μεγάλη ενέργεια, χιούμορ, ζωντάνια και γοητεία. Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, την ευαισθητοποίηση στην εμπειρία και τη διεύρυνση της ψυχής, η ποπ πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες λογοτεχνικές δυνατότητες από τις σοβαρές αποπνικτικές και σκυθρωπές ηθικολογίες του Σωλ Μπέλοου. [σ. 70]

Dazed but not confused

Η φιλοσοφία ζωής που θαυμάζει εμπεριέχει το αντίτιμο του να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου, την ιλιγγιώδη αγαλλίαση του να κινείσαι ενάντια στο ρεύμα, την τόλμη του να τραβάς σκόπιμα τον κλήρο της ατυχίας, την τρελή σοφία που χρειάζεται για αν ακολουθήσεις τη συμβουλή του ισπανού ποιητή Χιμένεθ που είπε: «Αν σου δώσουν να γράψεις σε χαρτί με ρίγες, εσύ γράψε κόντρα στις ρίγες». Πετυχαίνουμε στη ζωή,  μόνο όταν την απολαμβάνουμε. Οποιοσδήποτε μπορεί να απολαύσει τη ζωή όταν είναι εύκολη, εκτός ίσως από ορισμένους υπαρξιστές και ενοχοποιημένους προοδευτικούς. Το θέμα είναι να την απολαμβάνεις όταν είναι δύσκολη. Όπως η καουμπόισσα Σίσι Χάνκσοου, που δεν υπέκυψε στην παραμόρφωση των δαχτύλων της αλλά αντέστρεψε την κατάσταση και την έκανε να λειτουργεί στη ζωή της. Ή όπως ο Τρυποκάρυδος, που αρνήθηκε να υποφέρει ή που υπέφερε όπως όλοι μας αναγκαστικά αλλά αρνήθηκε να αφήσει αυτό το γεγονός να τον βάλει κάτω ή να τον ευτελίσει κάνοντάς τον αδιάλλακτο ή επιφυλακτικό.

Στις ανατολικές φιλοσοφίες της «τρελής σοφίας» συνηθίζεται να απολαμβάνει κανείς τη ζωή σαν να είναι ένα παράξενο κοσμικό θέατρο, μια μεγαλόπρεπη παράσταση γεμάτη παράδοξα και υπέροχους παραλογισμούς. Όμως, στις στενόμυαλες ιεραρχικές δυτικές κουλτούρες που βασίζονται κυρίως στον φόβο, αυτή η σοφία συνήθως εκλαμβάνεται ως επιπολαιότητα, τονίζει σε πολλές συνομιλίες ο συγγραφέας, επιμένοντας να μην ξεχνάει να αναλογίζεται ο αναγνώστης την σπουδαιότητα της ανάμνησης αυτής καθεαυτήν και τη σπουδαιότητα του να θυμόμαστε να θυμηθούμε.

Paint it white

Με τα χρόνια η φράση Δεν χάνουμε με τίποτα το κέφι μας έχει γίνει περίπου το σύνθημά μου. Ουσιαστικά, η φράση αυτή περιγράφει μια ανυπότακτη στάση, μια άρνηση να πάθουμε κατάθλιψη από γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε με τον θυμό ή την πικρία που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ως αντίδραση στην εποχή ή την περιοχή στην οποία έχουμε βρεθεί εντελώς τυχαία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε την αδικία και τα δεινά που αφθονούν στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ανακουφίσουμε, όμως ταυτόχρονα να επιμένουμε να περνάμε καλά. [σ. 265]

Εκδ. Αίολος, 2011, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 388 (Conversations with Tom Robbins – Liam O. Purdon & Beef Torrey (ed.), 2011), με εισαγωγή και χρονολόγιο.

ΥΓ. Και βέβαια οι παραφρασμένοι ή μη τίτλοι ψυχεδελισμάτων των Beatles, Rolling Stones, Scott McKenzie, United States of America, Electric Prunes, Jimi Hendrix Experience, Country Joe and the Fish και Led Zeppelin, ουδεμία σχέση έχουν με την (συναινετική) πραγματικότητα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φακός στο στόμα. Ένα χρονικό για την Αθήνα

Ο ουρανός που δεν μας προστατεύει

στο δικό μας μυαλό έχουμε συνδέσει την καθημερινότητα με το ερείπιο και έχουμε συνηθίσει στη θέα του ημιτελούς, του ανεπισκεύαστου και του όντως κατεστραμμένου. Γι’ αυτό ίσως δεν μας κάνουν εντύπωση τα έμβια, τα ανθρώπινα ερείπια γύρω μας. Να, λοιπόν, που έχουμε μεταβληθεί σε ένα μουσείο ερειπίων. […] Τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε  το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε. Κι έτσι επιλέγουμε απλώς να μην κοιτούμε. [σ. 95 – 96]

1. Ο συγγραφέας και ο δρομέας

Η δουλειά του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά με τον αγώνα του μαραθωνοδρόμου: ο δρομέας τρέχει μόνος, η διαδρομή καταλήγει στην αφετηρία, ο αγώνας γίνεται υπό αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, η τέχνη του αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δρομέα, μια άσκηση ρυθμού, άλλοτε επιζητώντας την ταχύτητα (: στην ακαριαία μεταμόρφωση του βιώματος σε λέξεις) και άλλοτε το αντίθετό της (: στην συγκράτηση της έκφρασης και στην κούραση της σκέψης πάνω σ’ αυτό), ενώ συχνά ο αγώνας γίνεται χωρίς ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι η γραφή ενός χρονικού μοιάζει με μια σύντομη επιτάχυνση κατά τη διάρκεια ενός μαραθωνίου. Το τρέξιμο πίσω από τα γεγονότα ανταγωνίζεται την ωρίμανση της εντύπωσης, αμφότερα αποστρέφονται την πλοκή (μολονότι δεδομένη όπου υπάρχει γραφή) και τελικά το παροντικό βλέμμα φιλοδοξεί να διατηρήσει την δραστικότητά του και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Κάπως έτσι, δρομέας της μιας ανάσας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εντάσσει τις  παραπάνω σκέψεις στον «επίλογο» ενός χρονικού που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως χειρόγραφου κομματιού ενός μελλοντικού βιβλίου που συζευγνύει κείμενο, εικόνα και περιπλάνηση· ενός έργου που γράφτηκε μεμιάς και παραδόθηκε άμεσα στον εκδότη. Το χρονικό συνδυάζει παρατήρηση, συνομιλία, δοκίμιο και μυθοπλασία και αποδίδει ακριβώς την συγκυρία της πόλης [του] κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

2. Η πόλη των νέων φόβων

Στην πόλη μας ο αισθησιασμός μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την οδύνη.

Η μητροπολιτική τοπολογία, γράφει ο Χρυσόπουλος, δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο όπου όλα τα γεγονότα συμβαίνουν αλλά από μια πρωτοφανή διασπορά προς κάθε γωνία της πόλης. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός [αυτό που συμβαίνει] μεταμορφώνεται σε φόβο [αυτό που σημαίνει], που συχνά συναντιέται στα ίδια μέρη με την ηδονή [εκεί όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα]. Η πόλη τελευταία έχει σιωπήσει, έχει σκοτεινιάσει και ίσως γι’ αυτό ακούγεται τόσο έντονα ο νέος οξύς ήχος, η μεταλλική στριγγλιά από τα καροτσάκια πολυκαταστημάτων που σέρνουν οι περιπλανώμενοι ρακοσυλλέκτες. Αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση. Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο), γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας («τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ. [σ. 28]

3. Ο συγγραφέας περιπατητής του αστικού τοπίου

Δεδηλωμένος περιπατητής του αστικού τοπίου, ο συγγραφέας υποκύπτει για άλλη μια φορά στην σφοδρή επιθυμία να εγκαταλείψει το δωμάτιό του («των φαντασμάτων») για έναν περίπατο στην πόλη. Είναι άλλωστε απαραίτητο για τον οποιονδήποτε περιηγητή να εγγράφει στην προσωπική του ανάγνωση το οποιοδήποτε περιβάλλον και η κάθε διαδρομή να γίνεται η δική του διαδρομή, συνώνυμη της επινόησης και της προσωπικής μυθοπλαστικής κατασκευής. Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει. [σ. 52]

Αλλά αδιάσπαστο πλέον κομμάτι της Αθήνας αποτελούν οι σκιώδεις υπάρξεις που αποφεύγουμε στους δρόμους, γυρνώντας το πρόσωπο ή αλλάζοντας την κατεύθυνση του περιπάτου μας. Αναπόφευκτα ο συγγραφέας σκοντάφτει στην πρώτη διπλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με «γιγάντιο σαλιγκάρι» και δίνει την εντύπωση ενός «έμψυχου απορρίμματος». Αναρωτιέται κανείς αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ανθρώπινο σκουπίδι… Το απροστάτευτο σώμα που κείται στο δημόσιο χώρο έχει, ως εικόνα, κάτι το βαθιά ανησυχαστικό – ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύει μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα.

4. Ο συγγραφέας και ο άστεγος

Αυτό το βιβλίο δεν γράφεται μόνο από τον συγγραφέα. Ο άνθρωπος που ζει έξω γίνεται πρόθυμος συνομιλητής του (σε σημείο να εκφράζει μια ύστατη επιθυμία επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν ζει έξω), μ’ έναν λόγο θρυμματισμένο, αλλά όχι περισσότερο θρυμματισμένο από του συγγραφέα και της πόλης [τους]. Στο κάθισμα μπροστά από το αμαξοστάσιο των λεωφορείων εκφράζονται τα συμπυκνώματα της εμπειρίας: Όταν πέσεις έξω είναι δύσκολο να ξανασηκωθείς. Δεν μπορείς να βγεις απ’ το πεζοδρόμιο. […] Άμα βγεις στο δρόμο, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην κανονική ζωή. […] Μόλις δουν [ενν. η αστυνομία] άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σα να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς. Δεν ξέρω, γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. […] Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση κι αυτή είναι προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, και στο τέλος απλά μέχρι να πεθάνεις. […]

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι κοιμούνται οπουδήποτε, από τις εσοχές και τους ακάλυπτους κτιρίων μέχρι σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, ξαποσταίνουν στα κινούμενα λεωφορεία, παρακαλούν για διαμονή στα νυχτερινά, μαθαίνουν πως τα καλάθια των αχρήστων στις στάσεις έχουν τα χρησιμότερα αποφάγια, «διαμένουν» πίσω από την δημόσια βιβλιοθήκη (ονομασία διπλής ειρωνείας), ξεκοιλιάζουν τα πεταμένα στρώματα από τα συρμάτινα ελατήρια, επιχειρούν να προφυλαχτούν από το κρύο μέσα στους κάδους απορριμμάτων. Ο δρόμος πληθαίνει από νέους κατοίκους, συνήθως πρόσφατους συνταξιούχους που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Στην οσμή του ανθρώπινου σώματος ζέχνει μια κοινή μοίρα, την φράση δεν θέλω να συνεχίσω, αυτό δεν είναι ζωή δεν μπορεί να ακολουθεί καμία φράση.

Ο συγγραφέας θυμάται τον παράξενο, σχεδόν ειρωνικό παραλληλισμό:  το να είσαι συγγραφέας απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει. Αλλά πώς είναι να ζεις σε δημόσια θέα με όλη τη σημασία της λέξης; Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία οδηγώντας έναν «κανονικό άνθρωπο» στο περιθώριο και κάποιον ήδη περιθωριοποιημένο στην άβυσσο; Και ο συγγραφέας ως συγγραφέας θα εστιάσει λαίμαργα το βλέμμα του στον γονατισμένο ή θα φοβηθεί μην του κλέψει την αξιοπρέπειά του; Κι όταν δεν τον ξαναβρεί στο συνηθισμένο του σημείο, θα ανησυχήσει μήπως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του ή θα ελπίσει πως τα κατάφερε; Τι να ευχηθεί; Να τον βρει αύριο στο ίδιο σημείο;

5. Καταγραφείς και καταγραφόμενοι

Σε κάθε σελίδα αναζητώ την δική μου θέση σ’ αυτή το χρονικό. Πού βρίσκομαι ο ίδιος ως αναγνώστης, ως διαβιών στην συγκεκριμένη πόλη των νέων αστέγων, ως περαστικός δίπλα από τα καταλύματά τους, πεζός διαβάτης της πεζής πραγματικότητας; Αν αποστρέψω το βλέμμα δειλιάζω; Αν προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν απαλλάσσω την καθημερινότητά μου από ένα (παραπάνω) δυσάρεστο άγος/άλγος; Αν δεν γυρίσω το κεφάλι αλλά τους κοιτάξω με καθαρό βλέμμα είμαι περισσότερο γενναίος και διατείνομαι πως κοιτάζω στα ίσια το πρόβλημα; Στα πόσα ευθεία βλέμματα απαλλάσσομαι; Και ως προσωρινός ενδιάμεσος [αναγνώστης] μεταξύ χρονικογράφου και έκθετου της πόλης, σε ποια θέση είναι πιθανότερο να βρεθώ σε μια μελλοντική συγκυρία, του καταγραφέα ή του καταγραφόμενου; Ποια απατηλότητα με πείθει πως το πρώτο είναι πιθανότερο από το δεύτερο; Και πως η απάθεια της ενδιάμεσης ζώνης συνεπάγεται ασφάλεια;

6. Η επιστροφή του συγγραφέα στο γραφείο του

Ο συγγραφέας ΧΧ για άλλη μια φορά επέλεξε τον πιο σύνθετο τρόπο να (απο-, περι-, κατα-, εγ-, συγ-) γράψει την οιονεί πόλη, την ύπαρξή του στην πόλη και την ύπαρξη εκείνων κάπου ανάμεσα, δηλαδή τους τρεις διαφορετικούς άξονες που έχουν καρφωθεί εγκάρσια στον βίο μας. Όσον αφορά τον τρίτο (την παροντική και μελλοντική διάσταση του οποίου αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να συλλάβουμε), θα μπορούσε να συγγράψει μια ευπώλητη νουβέλα των αστέγων ή ένα μυθιστόρημα των ανθρώπων του δρόμου και να εξαργυρώσει την συγγραφική ευαισθησία πάνω στο απαγορευμένο θέμα. Αλλά πιστός στην υβριδική του γραφή (που αυτή τη φορά απόλυτα την επιζητά η ίδια η «ιστορία») επιχειρεί να κυκλώσει και να κυκλωθεί από το θέμα, μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος.  Και για μια ακόμη φορά έγραψε ένα βιβλίο που είναι αδύνατο να διαβαστεί μόνο μια φορά αλλά και να κλείσει: η τελευταία του σελίδα είναι η πρώτη ενός άλλου που δεν θα είναι μόνο έντυπο αλλά θα γράφεται σε κάθε νέα περιπλάνηση δική του και δική μας.

Κι όσο υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που με τον φακό στο στόμα, για να έχει τα χέρια ελεύθερα, έψαχνε (για) την επιβίωσή του στον κάδο των σκουπιδιών, εκκινώντας άθελά του το παρόν βιβλίο, δεν θα παύω να σκέφτομαι γι’ αυτόν πως, σε αντίθεση με τον απέραντο τίτλο εκείνου του βιβλίου του Πολ Μπόουλς (The Sheltering Sky), ούτε ο ουρανός δεν τον προστατεύει.

Η πόλη μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα – έξω. Όπως βάζουμε το χέρι για να γυρίσουμε μια κάλτσα. Όσα προορίζονταν κάποτε για τον προστατευμένο από το δημόσιο βλέμμα χώρο, όλα εκείνα που παρέμεναν κρυφά – ή μάλλον ιδιωτικά – μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, τώρα γίνονται δίχως καμιά προφύλαξη καταμεσής του δρόμου. Η κηδεμονία του σώματος, οι βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος και το φαγητό, οι διαπληκτισμοί και οι ερωτοτροπίες τώρα πλέον ξεχύνονται με απελπισία ολόγυρά μας, όχι με αιδημοσύνη ούτε με το θράσος της απόλαυσης, αλλά με έναν νευρικό σπασμό. [σ. 33-34]

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 128, με σειρά φωτογραφιών του συγγραφέα (εκτός τεσσάρων που προέρχονται από το Athensville.blogspot.com).

Οι φωτογραφίες του δρόμου τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων για τη γραφή του βιβλίου (εκτός από τις δυο τελευταίες που είναι διαδικτυακές) και είναι ανέκδοτες.  Οι φωτογραφίες όπου εικονίζεται ο ίδιος συγγραφέας είναι από τους: Πέπη Λουλακάκη (1), Γ. Καμπούρη (2) και Σωκράτη Σπανού (video – still) (3).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.