Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 84 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009, κυκλοφ. Μάιος 2009)

Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη

Η ποίησή μου είναι μια συνεχής αυτοβιογραφία. Μοιάζει και πρέπει να διαβάζεται σαν ένα είδος υποσυνείδητου ημερολογίου της ζωής μου ως σήμερα. Τα ποιήματά μου δεν είναι σκληρά – απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό… Όπως πάντα η εκλεπτυσμένη διακριτικότητα των Εντευκτηριαστών αναφέρεται σε Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη, ενώ στην ουσία πρόκειται για ένα ακόμα πλήρες αφιέρωμα, με κείμενα των Βερονίκης Δαλακούρα, Θέμη Λιβεριάδη, Ανδρέα Παγουλάτου, Θανάση Τριαρίδη, Βασίλη Αμανατίδη, Λευτέρη Ξανθόπουλο και πολλών άλλων. Σταχυολογώ από τον Πάνο Θεοδωρίδη: Όταν ανακάλυψε την ανεμόσκαλα προς το ουράνιο λιβάδι δεν πήρε μαζί του σακίδιο να τις μαζεύει. Ανέβηκε στο λιβάδι και όταν κατέβηκε, είχε μαζί του ό,τι μπορεί να κρατήσεις μια παλάμη. Με εκατό ουράνιες λέξεις, διαλυμένες ανάμεσα σε άλλες χίλιες που υπήρχαν καταγής, διαμόρφωσε ένα αγαθό ποιητικό έργο, τόσο κλειστό και παρεξηγημένο…είπε λιγότερα απ’ ατά που μπορούσε, μπόρεσε περισσότερα από αυτά που άντεχε, άντεξε όσα υπέφεραν οι κάτοικοι μιας τεράστιας πόλης. Ευτυχώς, ήταν περίπου αδύνατο να μελοποιηθεί…

Άξιο αναφοράς ένα κείμενο για τον Γκεόργκ Τρακλ τον ποιητή για τον οποίο οι λέξεις σκοτεινός, εξπρεσσιονιστής, «καταραμένος» ακούγονται κοινότοπες. Ίσως τα χαρακτηριστικά «φίλος του Όσκαρ Κοκόσκα» και «αποθανών από βαριά θλίψη στα 27 του ύστερα από πλείστες απογνώσεις και καταθλίψεις» να περιγράφουν πολύ περισσότερα για την ποίησή του, όπως και το γεγονός πως ο Σαχτούρης μερικές σελίδες πριν τον αναφέρει ως μια εκ των επιρροών του. Σκέφτομαι μια από τις κολάσεις που έπρεπε να περάσει ο Τρακλ, όταν ως τραυματιοφορέας στον πρώτο πόλεμο έπρεπε μόνος του να περιθάλψει ενενήντα βαριά τραυματισμένους.

Διηγήματα των Ανδρέα Μήτσου, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Τάκη Γραμμένου, Δημήτρη Σωτάκη, Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, ενώ ο Peter Branagh που σκηνοθέτησε την νέα εκδοχή του Sleuth γράφει για τις συναντήσεις του με τον Χάρολντ Πίντερ και την σκοτεινότερη και αστειότερη εκδοχή του για το έργο, γεμάτη επώδυνες παρατηρήσεις για την ευθραυστότητα του αρσενικού «εγώ» και τη διαβρωτική δύναμη της σεξουαλικής ζήλειας.

getImageΡίχνω μια ματιά στη βιο-εργο-«δισκο»γραφία του Σαχτούρη και θυμάμαι τις κυκλοφορίες του Μιχάλη Σιγανίδη (Το πρωί και το βράδυ, Το τραίνο – το φάντασμα φίλος), που ακούγαμε μέχρις εξάντλησης τότε στην αυλή της Οδού Αχιλλέως στην Άνω Πόλη: οργανικοί αυτοσχεδιασμοί, τζαζ και θόρυβοι, υποτάσσονταν στην συγκλονιστική Σαχτούρεια φωνή. Και διαβάζοντας τις ευθύβολες απαντήσεις του σε συνεντεύξεις που σπανιότατα έδινε είναι σαν να τον ακούω: Δεν υπάρχουν «ολίγοι εκλεκτοί» ούτε κανένας «κώδικας». Η ποίησή μου, όπως άλλωστε όλες οι ποιήσεις, χρειάζεται ανθρώπους με μια ευαισθησία για την ποίηση (άσχετη με τη μόρφωση που έχουν) [σ. 208]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Περιοδικό Πόρφυρας τεύχος 131 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

 

Το πορφυρό αφιέρωμα που λάμπει στις κεντρικές σελίδες του περιοδικού αφορά μια εξαιρετική λογοτέχνη μιας αλλοτινής κόκκινης χώρας: η 80χρονη σήμερα Κρίστα Βολφ, κάποτε εκπρόσωπος της Ανατολικογερμανικής Λογοτεχνίας και πάντα σκληρή και διαπεραστική φωνή της σύγχρονης γερμανικής γραφής έχει την τιμητική της. Η συγγραφέας που έριξε τις έννοιες ευθύνη και ενοχή στο καθαρτήριο της γραφής, που βασανίστηκε όσο λίγοι για το πότε η μνήμη γίνεται μνήμα και πότε μνημείο, που ασκήθηκε στην αυτολογοκρισία και τον κρυπτικό λόγο για να ξεγλιστρά από τους χωροφύλακες του λόγου, εξακολουθεί να παράγει έργο πυκνό και συχνά απαιτητικό, αλλά πλήρως αποδοτικό αν μπεις στον κόσμο του. Ενδιαφέρουσες όλες οι προσεγγίσεις, όπως π.χ. η σύγκριση με παρεμφερή έργα των Νίκου Μπακόλα και Περικλή Σφυρίδη από την Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

Ακόμη, ποίηση Γιώργη Μανουσάκη και Frantisek Halas, διηγήματα των Φ.Δ. Δρακονταειδή και Γιάννη Καβάσιλα, σύγκριση της Έρημης Χώρας του Cawein και του Eliot (εκείνη του δεύτερου είχε κατηγορηθεί για υπερβολικά πολλές ομοιότητες με το Waste Land του πρώτου) ενώ σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη εντοπίζει στα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ μια σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου δράματος και μια πρώιμη διάνοιξη οδού προς Ίψεν και Στρίντμπεργκ. Εκείνα τα Ύψη όπου κανείς δεν συγχωρούσε κανέναν και το μίσος ήταν η άλλη όψη της αγάπης, η ίδια η Μπροντέ τα πλήρωσε με την ζωή της, όπως έγραψε ο Μπατάιγ στη Λογοτεχνία και το Κακό (La literature du mal). Και σκέφτομαι τις διακλαδώσεις της πορείας ενός βιβλίου: από τα αρχικά 4 ή 5 αντίτυπα που πούλησε ένα βιβλίο «βέβηλης κακίας από μια δύσθυμη αγροίκο συγγραφέα», όπως θεωρήθηκε τότε, μέχρι ετούτη την αναγνωστική όψη του σ’ ένα εκλεκτό περιοδικό της βορειοδυτικότερης νήσου μιας χώρας. [σ. 144]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.