Λογοτεχνείο, αρ. 3

Τζόναθαν Κόου, Τι ωραίο πλιάτσικο!, εκδ. Πόλις, 1997, μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σ. 154 ( Jonathan Coe, What a carve up!, 1994)

Αποφάσισα να υιοθετήσω μια αυστηρή τακτική με τη λέξη «νοσοκομείο». Η λέξη αυτή δεν επιτρέπεται πια στις συζητήσεις: στο εξής, τα αποκαλούμε «μονάδες παροχής». Κι αυτό γιατί μοναδικός σκοπός τους, στο μέλλον, θα είναι να παρέχουν υπηρεσίες τις οποίες θα αγοράζουν απ’ αυτά οι Υγειονομικές Αρχές και οι γιατροί μέσω συνομολογημένων συμβολαίων. Το νοσοκομείο γίνεται κατάστημα, η περίθαλψη γίνεται εμπόρευμα, τα πάντα λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες των επιχειρήσεων: να παράγεις πολύ και να πουλάς φτηνά. Η υπέροχη απλότητα αυτής της ιδέας με αφήνει άναυδο.

 Στην ημερήσια διάταξη ήταν επίσης η δημιουργία εσόδων. Δεν βλέπω για ποιο λόγο οι μονάδες παροχής να μη χρεώνουν τους επισκέπτες με τέλη στάθμευσης, για παράδειγμα. Επίσης πρέπει να παρακινηθούν να μισθώνουν τα κτίριά τους σε καταστήματα λιανικής. Είναι ανόητο να παραμένουν κενές όλες αυτές οι κλειστές πτέρυγες, όταν μπορούν να μετατραπούν σε μαγαζιά που θα πουλάνε λουλούδια, φρούτα ή ό,τι άλλο αγοράζουν συνήθως όσοι επισκέπτονται κάποιον άρρωστο. Χάμπουργκερ, ας πούμε. Ή μικρομπιχλιμπίδια και σουβενίρ.

Στον Γιώργο Κορδομενίδη

Περιοδικό Κ (Κριτική), τεύχος 16 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2008)

 

Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε / τόσο πού μεγάλη σημασία δώσαμε στη ζωή.

Ακριβές στην ώρα του ένα ακόμα όχημα Κριτικής Λογοτεχνίας και Τεχνών, στην συνήθη χορταστική εξαμηνιαία του διαδρομή, τη δεύτερη για το 2008, πάντα με μοναδική για τα δεδομένα μας αισθητική εμφάνιση (δεν υπάρχει σελίδα που να μην έχει στο κάθετο ¼ της σχετικές μαυρόασπρες φωτογραφίες και παραθέματα). Στην τιμητική θέση, μπροστά μπροστά, η υπέροχη Μέλπω Αξιώτη εκείνο το κράμα νησιώτικης ψυχής, φλογισμένης ακτιβίστριας και εξόριστης ταξιδιώτισσας στις «λαϊκές δημοκρατίες».

 Η γραφή της ήταν αναμφίβολα μοντερνιστική, συνδύαζε τα υλικά του ντοκιμαντέρ με ποικίλους πειραματισμούς τεμάχιζε τους χρόνους, πολλαπλασίαζε τις οπτικές γωνίες, μιλούσε ξεκάθαρα μέσα στο έργο της για την αγωνία του έργου της (κι όλα αυτά στην δεκαετία του 30!), προτού βουτήξει στις δικές της εκδοχές για τον υπερρεαλισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Παρίσι, Δρέσδη, πρώην Ανατολικό Βερολίνο, Βαρσοβία, Βουλγαρία, 1905 – 1973, φαντάζομαι την δωρική της μορφή αρχικά, το σκαμμένο προσωπείο της αργότερα, να αγωνίζεται να μεταπλάσει τις ταλαιπωρίες της σε πνευματική θερμότητα.

Η Μαίρη Μικέ παρουσιάζει ένα ανέκδοτο μυθιστόρημά της και οι Κώστας Μαυρουδής, Αλέξανδρος Αργυρίου, ο συντοπίτης της Παναγιώτης Κουσαθανάς και άλλοι υπογράφουν τις προσκλήσεις για τον κόσμο εκείνης που ζώντας στα όρια της ανέχειας έγραφε σπαρακτικά …βρέθηκα στους δρόμους της αβύσσου, να μείνω πάλι στους δρόμους, χωρίς στέγη…

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μελετήματα αποτελούν, ακόμα, «Η μουσική, το τραγούδι και ο χόρος στο λογοτεχνικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου», μια από τις λίγες περιπτώσεις τέτοιας θεματικής προσέγγισης, και μια πτήση πάνω από την άξενη ενδοχώρα ολόκληρου του έργου του Ανδρέα Μήτσου. Ευκόλως εννοούμενα και τα υπόλοιπα γνώριμα: λογοτεχνία, θέατρο, κριτικές κλπ.

Όσο για μας, μακάρι να βρούμε κάποτε το χρόνο να χορέψομε και πάλι με την Μαρία, να δούμε με τις δικές της ματιές τον Εικοστό Αιώνα, να συζητήσουμε πίσω από ένα σφαλιστό νησιωτικό παράθυρο με την Κάδμω

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.