Χούλιο Γιαμαθάρες – Στη μέση του πουθενά

Για μας που θέλουμε λογοτεχνικούς ήρωες καθημερινούς και συνηθισμένους, έστω κάτι σαν κι εμάς, το διήγημα αποτελεί την προσφορότερη δεξαμενή. Εκεί, συνήθως, αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στους αφανείς «αντι-ήρωές» τους και στους ιδιόμορφους πρωταγωνιστές πολλών μυθιστορημάτων.

Τα επτά σύντομα διηγήματα του Χ.Γ. τιμούν τέτοια οικεία σε μας πρόσωπα, Ο συγγραφέας ρίχνει κι άλλο φως στη χαρακτηροθήκη του:Έχω επιλέξει τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή να βρίσκομαι κοντά στους πιο αδύναμους, σε αυτούς που δεν έχουν φωνή, σε εκείνους που δεν ακούει κανείς. Οι ισχυροί δεν έχουν ανάγκη, έχουν πολλούς υπηρέτες.
Όμως αυτή η αναγνωρισιμότητα των φιγούρων εδώ δεν είναι παρά η αρχή: αυτό που μας κάνει να απολαμβάνουμε τις περιπέτειές τους είναι το γεγονός πως τους πετυχαίνουμε σε μια οριακή τους στιγμή, στη μέση του πουθενά: το μέρος που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεσαι όταν νοιώθεις ή είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Μέχρι να κλείσουμε το βιβλίο έχουν φάει τα μούτρα τους, έχουν ταπεινωθεί, έχουν παίξει κρυφτό με την ησυχία τους (κι αδύνατο να την βρούν), έχουμε ξεκαρδιστεί (τουλάχιστο δύο φορές σε κάθε διήγημα), έχουμε κρυφά ψιθυρίσει «υπομονή, μαζί σου είμαι εγώ»! Πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει ο Γιαμαθάρες στην εισαγωγή, για φίλους του ή πρόσωπα που γνωρίζει και, αντί να τους αφιερώσει ένα διήγημα όπως συνηθίζεται, τους μετατρέπει σε πρωταγωνιστές των δικών τους ιστοριών, εν αγνοία τους, χωρίς να ξέρει αν θα τους άρεσε, ελπίζοντας όμως να τον συγχωρήσουν. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ιστορίες που έχουν ζήσει αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να τις έχουν ζήσει! Άνθρωποι χωρίς απαντήσεις, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Όσα δε φέρνει η ώρα τα φέρνει η στιγμή, φταίει «η κακιά η ώρα», το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, τι καντεμιά κι αυτή που σε δέρνει. Όσοι έχετε ακούσει διψήφιες φορές τις παραπάνω φράσεις και θέλετε να τις ξορκίσετε από τη ζωή σας, εδώ θα το ξανασκεφτείτε. Είναι πολύ εύκολο να βρεθείς έξω από τον κύκλο, μερικές φορές αρκεί ένα ελάχιστο βήμα για να πάψεις να είσαι «κανονικός». Κι αν παλαιότερα ήσουν αυτός που κοιτούσε περίεργα τον άτυχο ξένο, τώρα μπορεί να είσαι εσύ αυτός που τον κοιτάζουν μαζεμένοι περίεργοι με οίκτο, θλίψη ή απλά αδιαφορία.
Προσέξτε, γιατί θα μπορούσατε εσείς να είστε ο σταθμάρχης που βασιλεύει σε ράγες χωρίς περαστικούς συρμούς ή ο μποέμ τύπος που δεν μιλάει χρόνια με τη γυναίκα του και τα πίνει με μια γαλοπούλα ανοίγοντάς της την καρδιά του. Όσο για μένα, με είδα σίγουρα στη θέση των ηρώων στα δύο μαργαριτάρια της συλλογής, τα Πιλότος Καμικάζι και Το Άφθαρτο Μυθιστόρημα. Ως συγγραφέα, δηλαδή, που δεν έχει εκδώσει ποτέ τίποτα κι ετοιμάζει ένα μυθιστόρημα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν φύλαξε τα νώτα του: δεν είχε τη σύνεση να αλλάξει τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας (δηλαδή των συγχωριανών του!) – κι αυτή έμελε να είναι η συμφορά του… Ή ως έναν τραπεζικό υπάλληλο που επιχειρεί να μετακινήσει ένα αυτοκίνητο που τον εμποδίζει και οι λεπτές συγκυρίες που λέγαμε τον οδηγούν στο να το οδηγεί απεγνωσμένα κάθε λίγο και μακρύτερα με σπαρταριστά επακόλουθα.
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Χ.Γ. μεταπηδά από το ένα είδος γραφής στο άλλο. Από τους επιμήκεις στίχους επικών ποιημάτων ή το ζοφερό μυθιστορηματικό κλίμα της Κίτρινης Βροχής (για πολλούς η κορυφαία του στιγμή), εδώ έχουμε σύντομες ιστορίες ρεαλιστικού ύφους και άνετης γραφής σε ένα γλυκύτατο, περιπετειώδες, αγγιχτικό εκατοντασέλιδο. Αν πιστέψουμε τις κραυγές των καιρών, δεν υπάρχει καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους αλλά υπάρχει πατρίδα για τους ηττημένους, κι αυτή είναι η λογοτεχνία – και, στην προκείμενη περίπτωση, η διηγηματογραφία του Γιαμαθάρες!
Φάκελος φιλοξενούμενου: Μπεγκαμιάν, Λεόν, Ισπανία, 1955. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, ταξιδιωτικά αφηγήματα, κινηματογραφικό σενάριο, άρθρα στην Ελ Παΐς. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το φεγγάρι των λύκων, Η κίτρινη βροχή και Η τέχνη του ψεύδεσθαι [δοκίμιο] αλλά και διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Συντεταγμένες: Julio Llamazares, En mitad de ninguna parte, 1994. Στα ελληνικά: μετάφραση Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόλογος-επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, σελ. 101.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14956

Late night partners: Ed Harcourt, Nick Hornby

Ed Harcourt – The beautiful lie (Heavenly, 2006)
Nick Hornby – H κάθοδος των τεσσάρων
Κάποιος ή κάποια που μας τηλεφωνεί μόνο όταν είναι μεθυσμένος/η. Η πολλαπλάσια ηδονή του τελευταίου τσιγάρου ή του τελευταίου οτιδήποτε. Η βροχή που πέφτει πάνω στους καλύτερους. Η δυσκολία να βρούμε καλούς φίλους. Άνθρωποι – σωστά ναρκωτικά. Επαναστάσεις που δε γίνονται έξω αλλά μέσα σε καρδιές. Ένας σύντροφος για αργά τη νύχτα. Καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε καλά αλλά ελάχιστοι τις τραγουδούν. Ο Ed Harcourt τις κάνει τίτλους και τραγούδια. Υπέροχα τραγούδια: You only call me when you’re drunk, The last cigarette, I am the drug, Good friends are hard to find, Revolution in my heart.
Τον έχουμε υπό στενή παρακολούθηση από το ξεκίνημά του, τον έχουμε φακελώσει στο συρτάρι με τους εξαίρετους «μοναχούς», δηλαδή εκείνους που γράφουν και τραγουδάνε τα γραψίματά τους αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και προικισμένους μουσικούς που ακολουθούν μια καταδική τους πορεία. Η καρτέλα μας είναι γραμμένη κι απ’ τις δύο πλευρές: πιάνο, τρομπέτα, βιολί, μπάντζο, ντραμς και νεροχύτης (αν μεταφράζω σωστά το kitchen sink), όλα παίζονται από τον Ed.
6 δίσκοι σε 5 χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και το download-only Elephant’s Graveyard (με B sides και demos) μάλλον δεν είναι ένδειξη αργοκίνητου δημιουργού. Το Ωραίο του Ψέμα είναι η αποκορύφωση της συνεχούς του έμπνευσης και ξεπερνά το μέχρι σήμερα καλύτερό του Here be monsters. Δηλώνοντας προσεκτικός ακροατής τρυφερών και ύπουλων τζαζιστών όπως ο Chet Baker αλλά και αναγνώστης του John Keats, ο Εντ κάνει δίσκους τα συμβάντα της ζωής του – άλλωστε ένας μεγάλος έρωτας τού ενέπνευσε τον (τρίτο καλύτερο) δίσκο του Strangers. Τον θυμάμαι στα πρώτα του LP: βράχνιαζε σαν τον Tom Waits, οπότε και οι συνδέσεις ήταν αναπόφευκτες. Τώρα αφήνει το λεπτό αδύναμο κρύσταλλο της φωνής του να φανεί σ’ όλη του την αδυναμία.
Παρά το γεγονός ότι ο φίλος μας ειδικεύεται στις έξοχες μπαλάντες, μπορούμε εδώ να βρούμε έξοχη ποπ τραγουδοποιΐα στο Whirlwind in d minor, καθάριο σόουλ συναίσθημα στο Visit from the dead dog κι ένα αναπάντεχο οργιώδες φινάλε στο You only call me when you’re drunk. Θα με αγαπάς κι όταν γεράσω; Ακόμα βέβαια ελπίζω ότι θα το προλάβω… (το γέρας καλέ μου Έντ ή το συναίσθημά της;). Αλλά τα «άλλα» του είναι που με περιμένουν στο σπίτι όταν γυρνάω πολύ αργά το βράδυ από μια ατέλειωτη δουλειά: μια βραχνή έγχορδη μπαλάντα κυριολεκτικά της προχωρημένης αργής νύχτας (Late night partner), ένα αποκορύφωμα εγχόρδων/ πιάνου (Rain on the pretty ones) – ένα κομμάτι ατόφιο διαμάντι. Και πώς μετά να σε πιάσει ύπνος; Κοιτάς τον άδειο δρόμο κάτω, σκέφτεσαι πως στις άλλες άκρες του πλανήτη η σκηνή επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, δεν θες να κοιμηθείς αν δεν τον ακούσεις (ολόκληρο!) 2 φορές. Αυτός ο μόνιμος μοναχικός σύντροφος στις δύσκολές μου ολονυχτίες εκφράζει ακριβώς αυτό που είμαι εκείνη τη στιγμή.
Αν ο κύριος Harcourt φτάνει στα όρια της μοναχικότητας, άλλοι τέσσερις μόλις τα ξεπέρασαν. Τόπος: Ταράτσα, Στέκι των Αυτοχείρων, Βόρειο Λονδίνο. Χρόνος: Αλλαγή χρονιάς/ χιλιετίας. Ένα ατιμασμένο δημόσιο πρόσωπο που χάνει ό, τι έχει και δεν έχει επειδή το κάτω κεφάλι υπερίσχυσε του άνω. Μια μεσήλιξ με ένα «μη φυσιολογικό» παιδί που της έχει ρουφήξει τη ζωή. Μια πιτσιρίκα με τα γνωστά θεμελιώδη προβλήματα κάθε «νέου» (έφαγε χυλόπιτα, είναι πίτα, μισεί γονείς). Κι ένας νυν ντελίβερι και πρώην συγκροτηματίας που η ζωή του ήταν η μπάντα του. Η τετράς των αποτυχημένων συνευρίσκεται τυχαία στην ταράτσα – ούτε να αυτοκτονήσεις μόνος σου δεν μπορείς.
Εδώ έχουμε ένα θέμα που γνωρίζουμε καλά αλλά που κανείς δεν μπορεί και τόσο εύκολα να ασχοληθεί μαζί του από την λογοτεχνική πλευρά: άνθρωποι που κάποτε ζούσαν «φυσιολογικά, κανονικά», τώρα βρίσκονται σε ένα σκαλοπάτι προ αυτοχειρίας. Που σκέφτονται πως τα επιχειρήματα του να συνεχίσεις να ζεις λιγοστεύουν. Η έκπληξη όμως δεν είναι ότι ο έξυπνος τούτος συγγραφέας καταπιάνεται με αυτό το μαύρο κουτί. Είναι ότι σε βάζει μέσα του χωρίς να σε σκοτεινιάζει καθόλου. Είναι ότι δείχνει την ευτράπελη, γελοία, αστεία, τρυφερή πλευρά μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το γνώριμο στιλ του Hornby (ο οποίος, παρεμπιπτόντως είναι ένας μανιακός του ροκ εντ ρολ, της λογοτεχνίας, τους ποδοσφαίρου, της μιζέριας και της αισιοδοξίας – ναι, τα τελευταία συνδυάζονται άνετα): να μιλάει για εμμονές, καταθλίψεις ή δυστυχίες με μια μορφή ελαφρότητας, καθόλου αβάσταχτης, αλλά ούτε και πουπουλένιας. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο στα Πυρετός της μπάλας, High Fidelity, Για ένα αγόρι, Πώς να είσαι καλός (βιβλία του που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας). Ο N.H. ποτέ δεν φημιζόταν για την περίτεχνη διαπλοκή προτάσεων, ούτε για απολαυστικές λεκτικά σελίδες. Το βάρος δίνεται σε ιδέες και καταστάσεις, σε μια πλοκή που προχωρά και σε παίρνει. Η γραφή του θρυμματίζεται εναλλάξ με τους αφηγηματικούς μονολόγους των τεσσάρων, ευτυχώς διανθισμένους με διαλόγους.
Πώς μπορείς να χειριστείς την αποτυχία; Πώς μπορείς να αποχωριστείς τον κυνισμό; Οι ήρωες ξεκινούν από μερικά βασικά αυτοκτονικά αξιώματα: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί, «Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο«. Όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο, ενώ παραμένουν στην κοσμάρα τους, αρχίζουν να αποκτούν αμοιβαίο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Εννοείται πως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν ποτέ – ούτε στις ελληνικές ταινίες δεν γίνεται πια αυτό. Αλλά μπορείς κάποτε να δεις ορισμένα πράγματα διαφορετικά.
Επιστρέφω στον Harcourt, που δεν θα τραγουδήσει και μόνος του το καλύτερό του κομμάτι (κι ένα από τα ομορφότερα του 2006). Φωνάζει τους καλύτερούς του φίλους, ανώνυμους γείτονες ή σκαμμένες φιλίες ετών και συγχρωτίζονται στο δικό τους μεταμεσονύκτιο ύμνο: Revolution in my heart. Ωδή: To the junkies in the streets/ To the gangsters in our towns/ And the others underground/ To the prostitutes and whores/ To the self-admiring bores/ To the drinkers in a drought/ And the writers steeped in doubt/ To the bailiffs and their bills/ To the child whose thoughts could kill/ To the veteran who fights/ All his demons late at night.
Eκδ. Πατάκη, 2005, σελ. 354 μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου [Nick Hornby – A Long Way Down].Πρώτη δημοσίευση: εδώ.