Κάρλος Φουέντες – Τα κρυστάλλινα σύνορα. Μυθιστόρημα σε εννέα διηγήματα

Η Λεηλασία: Ο Διονίσιο «Βάκχος» Ράνχελ δεινός πράκτης της μεξικανικής μαγειρικής, αναλαμβάνει μια προσωπική σταυροφορία: να κηρύττει την καλή κουζίνα σε μια χώρα ανίκανη να την καταλάβει ή να την υλοποιήσει: στις ΗΠΑ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας απογύμνωσαν τα μεξικανικά εδάφη (Καλιφόρνια, Γιούτα, Νεβάδα, Κολοράντο, Αριζόνα, Νέο Μεξικό, Τέξας), μπορεί τώρα να μιλάμε για επανάκτησή τους μέσω ενός διαφορετικού ιμπεριαλισμού; Αφού οι γκρίνγκος μας γάμησαν το 1848 με το δόγμα του «προφανούς πεπρωμένου», τώρα θα τους ξεπληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα, με απόλυτα μεξικάνικα γλωσσικά, φυλετικά, γαστριμαργικά όπλα. Ευτυχώς που οι μεγάλες εθνικές κουζίνες υπάρχουν μόνο όταν προκύπτουν απ’ τον λαό. Ο Διονίσιο αφήνει τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη και γίνεται ενεργητικός αποστολέας. Άλλωστε γνωρίζει πως μέσα στις γεύσεις κρύβεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτική σοφία.

Ως καλός Μεξικάνος παραχωρούσε στους γκρίνγκος όλη τη δύναμη του κόσμου εκτός από αυτήν ενός αριστοκρατικού πολιτισμού: τον είχε το Μεξικό, με αντάλλαγμα μια αβυσσαλέα ανισότητα και μια αδικία, ίσως αξεπέραστη. Ο Διονίσιο φιλάρεσκα κάθεται και παρατηρεί τους εκατοντάδες παχύσαρκους επισκέπτες των φαστ φουντ, να λειτουργούνται με την εθνική αμερικάνικη όστια του κέτσαπ (τούτο εστί το αίμα μου) και τις αμέτρητες θερμίδες (τούτο εστί το σώμα μου), τους Αμερικανούς να τρώνε ό,τι δεν μπορούν να γαμήσουν. Και προσκαλεί σε βαθιές, εμφατικές συνομιλίες μια σειρά συνδαιτημόνων, υπαρκτών και φασματικών…

Η Μαλιντσίν στις Μακίλας παίρνει το πρώτο λεωφορείο απ’ τη χωμάτινη γειτονιά της μέχρι το εργοστάσιο συναρμολόγησης έγχρωμων τηλεοράσεων, με αμοιβή δέκα φορές μικρότερη απ’ ότι στις ΗΠΑ αλλά δέκα φορές μεγαλύτερη από το τίποτα στο υπόλοιπο Μεξικό. Στα σύνορα από τα δεκαπέντε της, βάζει χρώματα σε κουτιά «για να καταλήξει βαμμένη από μέσα». Σ’ έναν λίγο ομορφότερο κόσμο, αντί για την ετικέτα «συναρμολογημένη στο Μεξικό» στις τηλεοράσεις θα έπρεπε να γράφεται «κατασκευασμένη από τη Μαρίνα Άλμπα Μαρτίνεζ». Αν κάποιος της ζητήσει κρεβάτι με αντάλλαγμα την προαγωγή της θα πάει σε άλλο εργοστάσιο, εδώ κανείς δεν πάει παραπάνω, όλοι κινούμαστε πλαγίως, σαν καβούρια κι όμως, αυτή η οριζόντια μετακίνηση, χωρίς προοπτικές ανόδου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βελτιώνουν τη θέση τους. Η Μαρίνα στις Μακίλες γοητεύεται από τον Ρονάλντο, που κυκλοφορεί μ’ ένα κινητό μονίμως κολλημένο στο αυτί, σαν να διαπραγματεύεται μ’ όλο τον κόσμο. Είναι θέμα χρόνου να διαπιστώσει πως υπήρξε θύμα του και πως τίποτα στην ζωή της δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι Πέμπτες τους ήταν μια κοροϊδία, το κινητό του δεν είχε ποτέ μπαταρία, αλλά του πρόσφερε προσωπικότητα, σπουδαιότητα. Ο μοναδικός στον οποίο είναι απαραίτητη η Μαρίνα είναι ο εργοστασιακός μηχανισμός. Πίσω στη βάση σου βλαμμένη, και βγάλε τα γελοία σου ψηλοτάκουνα.

Η πρωτευουσιάνα: Δον Λεονάρντο Μπαρόσο, 75, πρώην υπουργός, νονός της Μιτσελίνα Λαβόρντε, 25. Η νεαρή βαφτισιμιά καταφτάνει στην πόλη του Καμπάσας, στο γνωστό μεξικάνικο τοπίο: σκονισμένη πλατεία, ξεφτισμένοι τοίχοι εκκλησίας, μπαρόκ προσόψεις – μέχρι εδώ έφτασε το μπαρόκ. Μια αυτοκρατορία των αναψυκτικών: υπάρχει άλλη χώρα που να καταναλώνει περισσότερα αεριούχα ποτά;  Σκοπός της η ολοκλήρωση του συμφώνου των δυο οικογενειών: η απεριόριστη προστασία που έδωσε ο ισχυρός πολιτικός στην ξεπεσμένη της οικογένεια θα ανταλλαγεί με τον γάμο της με τον γιο του – κάτι που εκείνη μόλις τώρα μαθαίνει. Αλλά και ο νεαρός κληρονόμος Μαριάνο, το μόνο που ονειρεύεται είναι να τον αφήσουν στην ησυχία του, κλεισμένο στο ράντσο να διαβάζει όλη μέρα, χωρίς άλλη παρέα από εκείνους τους Ινδιάνους που αντιμετώπιζαν με φυσικότητα και αδιαφορία τις διαστροφές της φύσης.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των ενδιαφερομένων. Ο Τσάρος των Βορείων Συνόρων ήταν είναι και θα είναι πανίσχυρος. Κτήματα, τελωνεία, έλεγχος των ψεύτικων συνόρων, της γυάλινης μεμβράνης μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ, των κρυστάλλινων διάτρητων, απ’ όπου κάθε χρόνο περνάνε εκατομμύρια άνθρωποι, ιδέες, εμπορεύματα. Ξέρει καλά πως η υγεία του Μεξικού συνίσταται στην περιοδική ανανέωση των ελίτ. Όταν οι ντόπιες αριστοκρατίες παρατείνουν πέραν του δέοντος την παραμονή τους, τις διώχνουμε με τις κλωτσιές. Εδώ δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν οι Σομόσα και Τρουχίγιο. Και δεν πειράζει αν νοιώθει κτήνος. Έχει τον γιο του, με τον οποίο αισθάνεται πως εξανθρωπίζεται, άρα, σε αντίστιξη, η νύφη του φαίνεται πρόσφορη για να αποκτηνωθεί ξανά – και να την αποκτηνώσει.

Το στοίχημα: Ο Λεάντρο Ρέγες είναι οδηγός για τουρίστες. Στην εθνική οδό οι εξατμίσεις των φορτηγών κι ο μολυσμένος αέρας της πόλης τους αποκοιμίζει όλους εκτός από τον ίδιο. Οδηγεί γρήγορα κι επαναλαμβάνει τις πολιτιστικές περιγραφές του κασσετοφώνου, εκδικούμενος τις τουρίστριες που ζητούν εξωτικά ρομάντζα στα χέρια των άθλιων της συνομοταξίας του. Αποδοτικός συνδυασμός: η βάρβαρη φυσική βία και το ύφος της λογιοσύνης. Η Ισπανίδα επιβάτιδα όμως Ενκαρνασιόν Καλδάσο είναι σκληρή αντίπαλος: εγώ θα σου δείξω πώς να περνάς καλά. Είσαι ένας τύπος ανασφαλής, μεταμφιεσμένος σε αλαζόνα. Μη δηλητηριάζεσαι. Μην περνάς τη ζωή σου λέγονται γιατί αυτοί κι όχι εγώ; Και οι δυο τους ενώνονται σε μια μοναδική ένωση όπου ο καθένας θα γεύεται τη δική του αξία. Παίρνουν το αυτοκίνητο για να τρέξουν προς την νέα τους ζωή. Ευτυχισμένο τέλος; Σε διήγημα του Φουέντες; Αστειεύεστε;

Στο πέτρινο χωριό του Λεάντρο ο τρελός Πακίτο είναι ευτυχισμένος επειδή είναι ζωντανός, ο ήλιος λάμπει και του έχουν μείνει τέσσερα δόντια. Αλλά ο σκληρός κόσμος δεν του το συγχωρεί, έχουν όλοι κεφάλια από πέτρα: τίποτα δεν μπαίνει μέσα τους. Μόνο διαρκώς βάζουν στοίχημα για τα πάντα, για να περάσει η ώρα τους – και τώρα στοιχημάτισαν ποιος θα τον βαρέσει περισσότερο. Σε τέτοια τραγικά στοιχήματα συμμετείχε κι ο Λεάντρο. Άλλους ήθελε να χτυπήσει για τις αδικίες του, μα πάντα ξεσπούσε κι αυτός στον αδύναμο φτωχοδιάβολο. Αλλά τη στιγμή που οι τραμπούκοι πανηγυρίζουν πάνω στον συντετριμμένο Πακίτο φτάνει ένας μεγαλόσωμος άντρας, ο πατέρας του. Κοπανάει τα κεφάλια των δυο, μιλάει για την αποφυλάκισή του, για τα φυλαγμένα χρήματα που προτίθεται να στοιχηματίσει. Να κάνει ένα βήμα αυτός που χτύπησε τον Πακίτο. Πώς να τολμήσει να μη φανερωθεί; Ποιος να διανοηθεί να μη στοιχηματίσει;

Θα ξεκινήσουν ο καθένας από διαφορετικές πλευρές προς τη σήραγγα του Μπάριος ντε λα Λούνα, κι οι δυο απ’ το αντίθετο ρεύμα. Αν βγουν σώοι, μοιράζονται τα λεφτά. Αν σωθεί μόνο ένας, τα παίρνει όλα. Ο νταής αισθάνεται ήδη τις τρεμάμενες ματιές στην πλάτη του, την περιφρόνηση στις λέξεις του γέρου. Η επαφή των ματιών ήταν χειρότερη, πιο επικίνδυνη από των χεριών. Έπρεπε να αποφευχθεί. Όλοι τους ήταν πολύ άντρες επειδή δεν κοιτάζονταν ποτέ στα μάτια. Κι αυτό ήταν το λάθος του Πακίτο, τον κοίταξε στα μάτια, έστω και καταφοβισμένος. Τώρα είναι η σειρά του πατέρα να κοιτάξει τον νταή με ένα κόκκινο βλέμμα, αναμμένο σαν ξαναζωντανεμένο κάρβουνο, το τελευταίο ζωντανό κάρβουνο στη μέση της στάχτης που όλοι πίστευαν σβησμένο. Η μοίρα όλων δίνει ραντεβού στο σκότος της σήραγγας, σ’ ένα ευφυές τέλος. Αυτό το σκισμένο στα δυο διήγημα αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες φουεντικές εκλάμψεις.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο θα συνεχίσει να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και να ορίζει τις ζωές των άλλων. Του αρέσει που στο Μεξικό πάντα υπάρχουν άνθρωποι διεφθαρμένοι, αυταρχικοί, με πλεόνασμα εξουσίας, πάντα υπερισχύει η ανάπτυξη, η ευημερία, η εκμετάλλευση πετρελαίου. Κι αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι η έκφραση «ελεύθερος κόσμος» είναι ταυτόσημη με την «ελεύθερη αγορά».

Κάθε φορά που ο Φουέντες χαρακτηρίζει ένα σύνολο κειμένων ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα (όπως δηλαδή και το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες – βλ. και εδώ), τότε γνωρίζουμε πως πρόκειται για διηγήματα που στέκονται μόνα κι ολομόναχα μέσα στην κορυφαία τους δραματουργία αλλά και συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, καθώς περιπλανιούνται στους ίδιους τόπους όπου πηγαινοέρχονται οι ίδιοι οριακοί χαρακτήρες. Τόσο στα 9 κομμάτια των Κρυστάλλινων Συνόρων όσο και στο προαναφερθέν κατακαίει η γραφή ενός απόλυτα σημερινού Φουέντες, που δεν έπαψε ποτέ να ησυχάζει σ’ ένα είδος γραφής (από τα τόσα που τον καθιέρωσαν) αλλά να γράφει μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους πάνω στα πιο απαγορευμένα κι ανεπιθύμητα θέματα. Ποτέ άλλοτε ο εξαίρετος Μεξικανός Γλύπτης του Λόγου δεν ήταν τόσο σύγχρονος, άγριος, δραματικός, ευρηματικός, διαβολεμένα ανήσυχος μαέστρος στην απεικόνιση του σύγχρονου Μεξικού και του Άθλιεμένου Κόσμου του που κάποιοι άλλοι καταδίκασαν σε αέναη επανάληψη ως τον θάνατο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 262 σελ. (Carlos Fuentes, La frontera de cristal, 1995).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr. Στη φωτογραφία, όψη των Μεξικανο-ΗΠικών συνόρων. Ένα Λιμπρόφιλο Βλέμμα εδώ.

Ζερόμ Γκαρσέν – Οι δυο αδελφές από την Πράγα

Η εκδοτική πορνεία

Σε σκληρή επιστολή που προτάσσεται των κεφαλαίων της νουβέλας η Κλάρα Γκότβαλντ κατηγορεί τον αφηγητή ως αρχέτυπο βλακείας και ως θύμα με την συγκατάθεσή του. Τον εγκαλεί για την παροιμιώδη ανικανότητά του να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό του και του γνωστοποιεί πως στο πρόσωπό του εκδικήθηκε για όλους αυτούς των οποίων την ανικανότητα και την ανάγκη για φιλοφρονήσεις υπέμεινε από συμφέρον τόσα χρόνια. Στο τέλος ομολογεί με τη σειρά της πως έπεσε θύμα του και παραδέχεται, με κάποια ανησυχία, πως τον έχει ικανό να την κάνει και βιβλίο…

Εκείνος αποτελεί έναν συγγραφέα με βιβλία («εκλεπτυσμένες αποτυχίες») που αντιμετωπίζονται πάντα με επιείκεια και εκδίδονται με μοιρολατρία από φίλο εκδότη. Ιδού μια συγγραφική αυτοπαρουσίαση: «Έγραφα με απόλυτη ψυχρότητα και ελάχιστη επιείκεια, χωρίς συναισθηματισμούς ή ποιητικότητες, επιλέγοντας να είμαι όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστος, το περήφανο πορτρέτο ενός απωθητικού ανθρώπου, που μοναδικό του κίνητρο για να ενεργεί, να αποφέρει και να χαίρεται ήταν το παθολογικό ενδιαφέρον για τον εαυτό του. Όταν τελείωνα το βιβλίο μου θα έπρεπε, ιδανικά, να μοιάζει με το μαύρο κουτί που βρίσκει κανείς, μετά τη συντριβή κάποιου αεροπλάνου, ανάμεσα σε καμένους θάμνους και σάβανα από στραπατσαρισμένες λαμαρίνες. Λογοτεχνία για εμπειρογνώμονες, ασφαλιστές και χωροφύλακες» (σ. 119). Αυτή τη φορά έχει την ιδέα να ξαναγράψει την Αρμάνς του Σταντάλ με τον δικό του τρόπο, παρατείνοντας τη ζωή του αυτόχειρα Οκτάβ. Και απευθύνεται στην Κλάρα.

Εκείνη, μια «ατζέντισσα – ηγεμόνας», έχει μετατρέψει το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό της πρακτορείο σε φοβερή πολεμική μηχανή, προσφέροντας ευυπόληπτο καταφύγιο σε διαψευσμένες υπάρξεις συγγραφέων και ηθοποιών, στην κωμωδία της κοινωνικής καταξίωσης και στην τραγωδία μιας στραγγισμένης ζωής. Η μνήμη της σταμάτησε στην Ανοιξιάτικη Πράγα και το ημίφωτο παρελθόν της στην Τσεχοσλοβακία του 1972, οπότε και έφυγε για το Παρίσι («Η Γαλλία είναι η πατρίδα μου. Πριν δεν υπάρχει»), για να κατακτήσει ένα μονοπώλιο σε μια πόλη που παρασκηνιακά την κουτσομπολεύει και δημόσια δηλώνει αφοσίωση. Μια πλανεύτρα που αποκαλείται «το ροντβάιλερ της ελίτ», που παραπλανά την εκλεκτή της πελατεία, θωπεύοντάς την στα φανερά, χλευάζοντάς την μυστικά.

Η συνεργασία τους ενισχύεται με την άφιξη της αδελφής της Χίλντα (που αναπόφευκτα «μεταφέρει» την χώρα της), «μιας Κλάρα με αμβλυμένες τις αντιστάσεις, ενός μαχητή χωρίς όπλα». Το δικέφαλο πλέον πρακτορείο προκαλεί διπλάσια ζήλια και έχθρα σ’ ένα Παρίσι όπου η φαλλοκρατία τρεφόταν από την ξενοφοβία και ο φόβος των γυναικών από το φθόνο της επιτυχίας. Η συμμαχία τους βασίζεται στη λήθη ενός παρελθόντος που δεν αναφέρεται ποτέ. Γοητευμένος από τις αδελφές που του θυμίζουν τις Δεσποινίδες του Ροσφόρ, περιορισμένος σε ρόλο συνοδού πολυτελείας, «ένας άνθρωπος σε τράνζιτ, ένας μυθιστοριογράφος σε αναμονή, σα χαμένος στην ουδέτερη ζώνη ενός αεροδρομίου», ο συγγραφέας επιχειρεί να συμμαχήσει με την Χίλντα, που νωρίτερα του έδειξε την δική της πλευρά: «Ειλικρινά νομίζεις ότι η αγωνία σου να γράψεις κάτι ενδιαφέρει κανέναν; Ούτε ξέρεις, ούτε έχεις ζήσει τίποτα. Εσύ ποτέ δεν είδες ξένα στρατεύματα να εισβάλλουν νύχτα στην πατρίδα σου, συνθλίβοντας στο πέρασμά του τα όνειρά σου. Δεν σου απαγόρευσαν ποτέ να γράφεις, να μιλάς, να ζεις. Η εισβολή και η εξορία είναι λέξεις που αγνοείς». (σ. 92).

Όταν αμφότεροι ανακαλύψουν στο εξοχικό Ξέφωτο της Κλάρα την πελατεία τους να επιδίδεται σε σκηνές παρμένες από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, η Κλάρα υπεραμύνεται της έπαυλής της: δεν πρόκειται για πορνοικία αλλά για την φυσική προέκταση του πρακτορείου, μια κλινική αναζωογόνησης και χαλάρωσης ανασφαλών μελών, «ηθοποιών με υπερμέγεθες εγώ και άχρηστων συγγραφείς που επιθυμούν ν’ ακούνε τι φοβερό ταλέντο έχουν». Και η τριάδα οφείλει να συνεργαστεί και σ’ αυτό, συνένοχοι στην Βίλα των Μεδίκων, δεμένοι με κρυφή συμφωνία: με την Κλάρα «πάμπλουτη επίκληρη χήρα περικυκλωμένη από απεγνωσμένους επαίτες σε μια αυλή των θεαμάτων», τη Χίλντα υποχρεωμένη ν’ ανταλλάξει ιδιότητες με την αδελφή της και τον ίδιο να παρακολουθεί την θεατρική παράσταση και μάλιστα από το προεδρικό θεωρείο, έχοντας μετατραπεί από απλός θεατής σε σιωπηρός συνεργός. Υπήκοος στο πριγκιπάτο της Γκοτβαλντίας.

Φυσικά είναι θέμα χρόνου «μια Ανατολικοευρωπαία στο Παρίσι» να εντείνει περισσότερο τη γενική καχυποψία και, καθώς οι επιθανάτιες προσευχές και οι ικεσίες των μελλοθάνατων δημιουργών φτάνουν μέχρι έξω, το πρακτορείο να μετατραπεί «από κυψέλη σε πυρηνικό εργοστάσιο». Οι τραγικές συνέπειες βρίσκουν τους χαρακτήρες σε απόσυρση. Η Κλάρα, πάντα ξένη για τους Γάλλους, τους «αδιόρθωτους ξενόφοβους», ξεσπάει σε γράμματα βαθιά προσβλητικά, έχοντας μάθει καλά στη Γαλλία την εθνική τέχνη της παρωδίας και την ιδιαίτερη τεχνική της λιβελογραφίας. Η αυτοάμυνά της: στον εκδοτικό χώρο που κατεξοχήν διέπεται από τους νόμους της υποκρισίας μίλησε ανοιχτά για ζητήματα για τα οποία όλοι σιωπούσαν, προτείνοντας το μοντέλο του Αμερικανού ατζέντη, που εκτελεί συγχρόνως χρέη νομικού, λογοτεχνικού συμβούλου, τραπεζίτη, επιμελητή κειμένων, ψυχολόγου και νοσοκόμου. Η επιθυμία της: να πληρώσει ο καθένας για κάθε επαγγελματική υποκρισία και ψεύτικη φιλοφρόνηση. Να συντρίψει μεθοδικά τους ματαιόδοξους ανθρώπους που η ίδια δημιούργησε. Ενδεικτικά: Έχω την τιμή να σας ανακοινώσω πως τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα από τις πατάτες που γράψατε έγιναν πολτός τον περασμένο Ιούνιο, για να ανακυκλωθούν και να γίνουν ένα ωραιότατο χαρτί περιτυλίγματος. Απόδειξη πως ακόμα και ένα βιβλίο μηδενικής αξίας μπορεί σε κάτι να φανεί χρήσιμο (σ. 156).

Εκείνος διχασμένος ανάμεσα στην σκέψη πως εκείνη ήταν πιο ενδιαφέρουσα απ’ οποιαδήποτε μυθιστορηματική του ηρωίδα και στην ιδέα της συγγραφής ενός απωθητικού, μισάνθρωπου μυθιστορήματος, εγκαταλείπει την Αρμάνς στον σκληρό του δίσκο (δηλαδή σε τάφο ηλεκτρονικό), διαπιστώνοντας άλλωστε  πως ο Οκτάβ του 2005 καταλήγει όπως κι εκείνος του 1827 – καίγεται, μα δε βγάζει φλόγα, με το μέλλον το ίδιο ανέλπιδο – , ο ίδιος ταυτιζόμενος πλέον με τον πλανευτή του Σταντάλ που εγκαταλείπεται από το δυνατό του σώμα, «εκείνο που του πρόσφερε τόσες εφήμερες ηδονές μα δεν κατόρθωσε ποτέ να πλησιάσει στην ουσία της ευτυχίας».

Η εξαιρετικά πυκνή κι ενδιαφέρουσα νουβέλα του Γκαρσέν (διακεκριμένου κριτικού και γνώστη της γαλλικής – και όχι μόνο – λογοτεχνίας) βρίθει από κινηματογραφικές αναφορές (Μπρεσόν, Ταβερνιέ, Σωτέ, Βαρντά κ.ά.), λεπτές ειρωνικές ματιές αλλά και φιλικά νεύματα σε συγγραφείς (Μ. Ουελμπέκ, Φ. Σολλέρ, Ζ. Γκρακ, ενώ η ψυχογράφηση ορισμένων σχέσεων θυμίζει τον Πασκάλ Μπρυκνέρ), στηλιτεύει ασθένειες δημόσιες (η γαλλική ξενοφοβία) και ιδιωτικές (η υπέρμετρη φιλοδοξία – η Κλάρα αυτοκαταστρέφεται μ’ ένα αντίτυπο της Θεωρίας της Φιλοδοξίας του Ερώ ντε Σεσέλ στην τσάντα της) και ακτινογραφεί ακαριαία έναν κόσμο που δεν έχει μεγάλες διαφορές από εκείνον της πορνείας.

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ρένη Παπαδάκη, σ. 170 (Jérôme Garcin, Les Soeurs de Prague, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011). Στην τελευταία φωτογραφία το εξώφυλλο του Nevedenie (Η Άγνοια) του Μίλαν Κούντερα, που «αναφέρεται» σε καίριο σημείο της πλοκής.