Έλσα Μοράντε – Το ανδαλουσιανό σάλι και άλλες ιστορίες

Σε πόσες σιωπές, σε πόσες σκιές άραγε αυτοφωτίστηκε η γραφή της Έλσα Μοράντε; Σκέφτομαι και μετράω: στο ημίφως μιας ευρύτερης απομόνωσης και σιωπής, στο περιθώριο των μεγάλων αισθητικών ρευμάτων που επηρέασαν την ιταλική λογοτεχνία της εποχής, στη σκιά του σπουδαίου Αλμπέρτο Μοράβια, τον οποίο παντρεύτηκε σε μια ακόμα σκοτεινιά, εκείνη του μεγάλου πολέμου (1941). Όμως εκείνη μαστόρευε μόνο εκείνα που γνώριζε καλά και η ανάπλαση της ιστορίας τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας (Το ψέμα και τα μάγια, 1948) προσέλκυσε τις ματιές λεπταίσθητων κι ορθάνοιχτων οφθαλμών (Ι. Καλβίνο, Ν. Γκίνζμπουργκ, Γ. Λούκατς). Η νέα δεκαετής σιωπή της γέννησε Το Νησί του Αρτούρο και ανέθρεψε το θέμα που θα κυριαρχούσε στη λογοτεχνία της: τη φθορά της γονικής εικόνας, τους ψεύτικους αγγέλους της εφηβείας, την αποκάλυψη λατρεμένων προσώπων ξεγυμνωμένων από μύθους και φωτοστέφανα. Ίσως μόνο στην Ιστορία διέφυγε τούτων για να εξακτινωθεί σε κύκλους πολυάνθρωπους, σε μορφές συνωστισμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως τρυφερά προλογίζεται εδώ από τον Mario Fusco, ήρωες και συγγραφέας ψάχνουν μέσα στον κόσμο των λέξεων μια μαγική μετάφραση μιας αγόητης κι άχρωμης πραγματικότητας.

Στο διήγημα Ο κλέφτης των φώτων η εξάχρονη αφηγήτρια βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό της (τους σκονισμένους περαστικούς, την απέναντι ξεγυμνωμένη από χορτάρι αυλή) κλεισμένη στο σπίτι για να προσέχει την γιαγιά της, που μια ακολουθία αμέτρητων χρόνων την είχε απομυζήσει αργά αργά, μέχρι να συρρικνωθεί σε έναν μικρό σκελετό, σαν από ξύλο, τόσο που αδυνατούσε και να πεθάνει ακόμα. Η μητέρα της με κάθε ευκαιρία καταριέται την μικρή, με το γοητευτικό αλλά φθαρμένο από τη μνησικακία πρόσωπό της στραμμένο προς τον Ναό. Ο Ναός διακρίνεται απ’ το παράθυρο· ο θόλος, το θαμπό φως απ’ τις λυχνίες των νεκρών. Οι νεκροί, σκέφτεται το κορίτσι, θα αισθάνονταν πιο ήσυχοι μέσα στο έρεβός τους εάν είχαν ένα φως. Κάθε βράδυ όμως ο φύλακας σβήνει τις λυχνίες για οικονομία στο λάδι. Και το κορίτσι, υποχρεωμένο στη σιωπή για να μην του στερήσει τη δουλειά του, κραυγάζει σιωπηλά, μέχρι να χαθεί ο κηροσβέστης στα δρομάκια. Σε μια οριακή της στιγμή βρίσκεται φοβισμένη στον τοίχο του Ναού, αλλά λυτρώνεται απ’ τη συνύπαρξη με τον Κλέφτη των Φώτων (που έχασε τη φωνή του, θεϊκό σημάδι στο μυαλό της) και τις σκιές των νεκρών. Ένα ολόκληρο περιβάλλον, ασφυκτικό και δεισιδαίμον, έχει ήδη οδηγήσει το κοριτσάκι σε κόσμους φασματικούς κι ανείδωτους.

Αλλά μερικές φορές ακόμα και η συνείδησή μας ψεύδεται… (σ. 182)

…μονολογεί ένας άλλος πρωτοπροσώπως αφηγούμενος σ’ Έναν εξίσου ολιγοσέλιδο Άντρα Χωρίς Χαρακτήρα. Εδώ ο νεαρός, φρέσκος φοιτητής, επιστρέφει στο χωριό του για τις καθιερωμένες θερινές διακοπές, όπου φιλάρεσκα κυκλοφορεί η παραθερίστρια Κάντιντα Β., με την αύρα της πρωτευουσιάνας ανάμεσα σε επαρχιώτες. Οι έξοδοί της παίρνουν σταδιακά τη μορφή θεάματος, καθώς εκείνη, κάθε μέρα όλο και πιο ευτραφής, όλο και πιο επηρμένη, αδυνατεί να διακρίνει υποκριτικούς θαυμασμούς και απροκάλυπτα περιγελάσματα, εκλαμβάνει δε την αληθή αδιαφορία του νέου ως αδυναμία συναισθηματικής έκφρασης εξαιτίας της συστολής του. Εκείνος (με την επίγνωση πως του λείπει «το πνεύμα του ποιητή και η τόλμη του ιππότη») υπερβαίνει τα όρια του θάρρους του για να την προστατεύσει, γνωστοποιώντας της την κακεντρέχεια των φίλων του, αποκαλύπτοντας την κωμωδία πίσω απ’ την πλάτη της. Όταν με υποκριτική ειλικρίνεια (μια πολύ βαθειά έννοια που εκπροσωπεί επάξια) την καθιστά κρυμμένη αυτήκοο μάρτυρα της ομαδικής κοροϊδίας η νεαρή συντρίβεται. Μόνο οι ψευδαισθήσεις της τής επέτρεπαν να ζει. Σκοτώνοντάς τις, σκότωσε και την ίδια.

Στα όρια μιας ακόμα σπαρακτικής διασταύρωσης μοιρών (Ο Σικελός στρατιώτης), αυτή τη φορά εν μέσω πολέμου, οι γυναίκες μιας καλύβας στο βουνό, όπου φιλοξενείται για ένα βράδυ η αφηγήτρια προτού αναχωρήσει προς μια αβέβαιη Ρώμη, δέχονται την καταφυγή του Γκαμπριέλε, ενός στρατιώτη των συμμαχικών στρατευμάτων, που τους διηγείται την ιστορία του. Μεταλλωρύχος στη Σικελία, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, μόνος με το απερπάτητο κοριτσάκι του, που σταδιακά άρχισε να κακομεταχειρίζεται, καθώς τα βάσανα και η ανέχεια άρχισαν να λυγίζουν την καθημερινότητά τους. Η δεκαπεντάχρονη Ασούντα στέλνεται ως υπηρέτρια στο σπίτι του ενωμοτάρχη, αλλά πνιγμένη ανάμεσα στις βίαιες επιθέσεις του γιου του και στο ενδεχόμενο επιστροφής στον πατέρα της, αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι. Ο πατέρας της αποστερημένος πια από κάθε επιθυμία ύπνου, γνωρίζοντας πως η άταφη λόγω αυτοχειρίας κόρη του δεν θα κοιμηθεί ποτέ, κατατάχθηκε στο στρατό, συνεχώς και ακατάπαυστα μαχόμενος, με την ελπίδα ενός θανάσιμου χτυπήματος, μιας φυσικής απόδοσης δικαιοσύνης, προς μια επιστροφή και συνάντηση με την κόρη του, για να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον και να την κοιμίσει στην αγκαλιά του, όπως όταν ήταν μικρή.

Για σένα, ιερό καπρίτσιο, όψη θεϊκή, χωρίς όπλα, χωρίς πυξίδα έχω ξεκινήσει…Για δύσκολες αγάπες έχω γεννηθεί…στιχουργούσε η Μοράντε στον ποίημά της Περιπέτεια και καθώς ο Giorgio Agaben στο επίμετρό του αναφέρει την παραγνωρισμένη ποιητική της συλλογή Άλλοθι (Alibi) από την οποία προέρχεται, σκέφτομαι πόσο ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι στους περισσότερους χαρακτήρες των δώδεκα διηγημάτων της συλλογής. Κι ο έτερος επιμετρών Giorgio Carponi, μιλάει για τα λεπτά όρια μεταξύ μαγείας και ποίησης, για το παλιό και ξεχασμένο είδος αφήγησης (που περιλαμβάνει τα παραμύθια και την αναλαμπή που αφήνουν στην ίδια την πραγματικότητα), για την εκκίνηση της Μοράντε από την πιο αντικειμενική πραγματικότητα μέχρι να μας παρασύρει στην βαθιά και σχεδόν ανιστορική ατμόσφαιρα της δικής της ποίησης, σ’ ένα υπόγειο ρεαλισμό, σ’ έναν τόνο νοσηρά ρομαντικό.

Φυλλομετρώντας, τέλος την εργοβιογραφία της κλέβω κι εγώ με τη σειρά μου, τα σκόρπια «φώτα» της δικής της ζωής: την αναχώρηση από το σπίτι της στα 18 της, θυσιάζοντας σπουδές, την ζωή με τον Αλμπέρτο Μοράβια, την φυγή τους στο Νότο λόγω της αντιφασιστικής τους δράσης, την κοινή και χωριστή τους ζωή, τα ταξίδια τους (μέχρι και την Ινδία, μαζί με τον Π.Π. Παζολίνι), την (έστω και ανεπιτυχή) επιθυμία της να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, όταν αντιλήφθηκε πως η υγεία της θα την εμπόδιζε να ζήσει με πληρότητα, όπως μέχρι τότε ζούσε [1912-1985].

Εκδ. Άγρα, 2004, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, εισαγωγή Mario Fusco, επίμετρο Giorgio Agamben και Giorgio Carponi, με εξασέλιδη εργοβιογραφία και μονοσέλιδη ασπρόμαυρη φωτογραφία της συγγραφέως (Elsa Morante, Lo scialle andaluso, 1963).

Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.