Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα – Ο γατόπαρδος

 Πλάνα από σελίδες πλάνες, Β΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Υπάρχει ιδανικότερος λογοτέχνης της παρακμής και πτώσης της ιταλικής αριστοκρατίας από τον τελευταίο απόγονο μεγάλου σικελικού φεουδαρχικού οίκου; Αφοσιωμένος αναγνώστης όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και της εποχής του, ο Λαμπεντούζα βίωσε όπως και ο ήρωάς του το επερχόμενο τέλος της. Κι αν ο συγγραφέας έζησε για να δει το παλάτσο του να αλώνεται από τον Μεγάλο Πόλεμο, ο χαρακτήρας του περιέγραψε με παροιμιώδη διορατικότητα, γαλήνη, ειρωνεία και σαρκασμό (προς όλες τις πλευρές) το γέρμα ενός ολόκληρου κόσμου (1860-1910), παραδίδοντας το οριστικό του μνημείο. Εκφραστής μιας φιλοσοφημένης στωικότητας και αποδοχής των πραγμάτων, διατηρώντας εκλεπτυσμένο στιλ γραφής και σκέψης, ο Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα υπήρξε πανέτοιμος για την αναπόφευκτη Στροφή που θα άλλαζε την Ιστορία και την ιστορία του. Το έργο έμεινε ανέκδοτο όσο ζούσε ο συγγραφέας (1), που έγραψε μόνο στα τελευταία του χρόνια, αλλά η μελοδραματουργία του (ιδανικά κινηματογραφημένη από τον Λουκίνο Βισκόντι) μένει αιώνια στο χρόνο – όπως ο Γατόπαρδος στο Οικόσημο.

(1) Ο Έλιο Βιτορίνι «γνωμοδότησε» κατά της έκδοσής του (ως απολογητικής της αριστοκρατίας) σε αντίθεση με τον Τζόρτζιο Μπασάνι (Κήπος των Φίντσι – Κοντίνι) που μόλις έλαβε το χειρόγραφο από την Elena Craveri, κόρη του Benedetto Croce, το πρότεινε αμέσως στον οίκο που εργαζόταν.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Γ΄ έκδ., 2008, μτφ. Μαρία Σπυριδοπούλου, 398 σελ.  (Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Il Gattopardo (1958))

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).

Λογοτεχνείο, αρ. 89

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο, εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, σ. 128-129 (Imre Kertész, Sorstalanság, 1975).

 Το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι – όπως μου έμαθε ο Μπάντι Τσιτρόμ, που είχε μάθει το σοφό αυτό ρητό στην Υπηρεσία Εργασίας. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να πλένεσαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (παράλληλα διατεταγμένες σκάφες με σωλήνες γεμάτες τρύπες στο ύπαιθρο, μπροστά, στην πλευρά του στρατοπέδου που πήγαινε προς το δρόμο). Εξίσου σημαντικό είναι να μοιράζεις τη μερίδα σου – είτε υπάρχει είτε όχι, πρόσθεσε – με οικονομία. Από το ψωμί, όσο δύσκολη κι αν μας φαίνεται αυτή η αυστηρή αυτοπειθαρχία, πρέπει να μένει κάτι και για τον καφέ της επόμενης μέρας, ένας κομμάτι μάλιστα – χάρη στον αυστηρό έλεγχο της σκέψης και προ πάντων των χεριών μας που γυροφέρνουν συνεχώς τις τσέπες του σακακιού μας – μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα: έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε λόγου χάρη τη βασανιστική ιδέα ότι δεν θα είχαμε τίποτα να φάμε. Ότι το ύφασμα για τα παπούτσια που ανήκε στην γκαρνταρόμπα μας δεν είναι μαντίλι, όπως μέχρι τότε λανθασμένα πίστευα· ότι στα προσκλητήρια ή στη φάλαγγα είναι ασφαλές μόνο το κέντρο· ότι όταν μας μοιράζουν τη σούπα δεν πρέπει να επιδιώκουμε να πηγαίνουμε μπροστά, αλλά να μένουμε πίσω, γιατί τότε μας σερβίρουν από τον πάτο του καζανιού και συνεπώς απ’ ότι έχει μέσα η σούπα· ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την λαβή του κουταλιού μας σε εργαλείο που από τη μια μεριά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαχαίρι: όλα αυτά και άλλα πολλά ακόμα χρήσιμα πράγματα στον τομέα της αιχμαλωσίας έμαθα από τον Μπάντι…

 Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου