Λογοτεχνείο, αρ. 68

Άντριου Κράμεϋ, Πφιτς, εκδ. Πόλις, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 194 – 195 (Andrew Crumey, Pfitz, 1995)

Είσαι καθισμένος στο γραφείο σου. Σου αρέσει η μυρωδιά του μελανιού, σου αρέσει το χαρτί, σου αρέσει και η δερμάτινη πολυθρόνα που τη βρίσκεις τόσο άνετη. Σου αρέσει η υφή του χαρτιού, το τρέξιμο της πένας πάνω στο χαρτί. Σου έστειλαν άλλο ένα απόσπασμα που υποτίθεται ότι είναι γραμμένο απ’ αυτόν. Αισθάνεται ότι ήδη ξέρεις ποιος είναι, τι είναι, κι ωστόσο, καθετί που του προσθέτεις τον κάνει λιγότερο οικείο· τον απομακρύνει όλο και πιο πολύ από αυτό που ήθελες να δημιουργήσεις. Μα αυτός, ωστόσο, πέραν πάσης προσδοκίας σου, συνεχίζει να μεγαλώνει. Νόμιζες ότι θα μπορούσες να ελέγχεις την προσωπικότητά του, πλασμένη κατά μια εικόνα της επιλογής σου – φρούδη ελπίδα· εκείνος δεν θ’ αργήσει ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία νόμισες ότι θα μπορούσες να τον συγκρατήσεις και να τον περιορίσεις. Οι λέξεις τον γεννούν, κι αυτός γεννάει εσένα. Σε λίγο, μπορεί να μεγαλώσει τόσο, ώστε να σε θεωρήσει αναλώσιμο.

Δεν είμαι εγώ ο συγγραφέας αυτών των λέξεων – τον έψαξα (τους έψαξα) κι εγώ. Τους βλέπω μέσα μου, στα σκοτεινά, όταν ξαπλώνω στο αχυρένιο στρώμα μου και κλείνω τα μάτια. Τους βλέπω να με δημιουργούν και να δημιουργούν όλους αυτούς τους άλλους που μπορεί ακόμα να γίνω.

Στον Κυριάκο Αθανασιάδη

Περιοδικό Το Δέντρο τεύχος 175 – 176 (Καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο: Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.