Λογοτεχνείο, αρ. 103

Τζερόμ Τζερόμ, Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος), εκδ. Τεκμήριο, 1980, μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, σ. 73 [Jerome K. Jerome, Three Men in a Boat (To Say Nothing of the Dog), 1889]

Είμαστε, άντρες και γυναίκες, πλασμένοι για τον ήλιο. Αγαπάμε τη ζωή και το φως. Γι’ αυτό και στριμωχνόμαστε στις μεγάλες πόλεις κι αφήνουμε την ύπαιθρο, χρόνο με το χρόνο, να ερημώνεται. Τη μέρα, στο φως του ήλιου, όταν η φύση είναι ξύπνια και γεμάτη κίνηση, οι πλαγιές των λόφων και τα πυκνά δάση μας γοητεύουν. Μα τη νύχτα, όταν η Μάνα Γη κοιμάται και μεις μένουμε ξάγρυπνοι, α! ο κόσμος, τότε, μας φαίνεται πολύ έρημος και μας πιάνει φόβος, σαν παιδιά που μείναν μόνα σ’ ένα άδειο σπίτι. Αναστενάζουμε με νοσταλγία και λαχταράμε τους φωτισμένους δρόμους της πόλης, την ανθρώπινη φωνή και τον καθησυχαστικό παλμό της ζωής. Μέσα στη βαθιά σιωπή νοιώθουμε μικροί κι αβοήθητοι. Όταν τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν με τον νυχτερινό αέρα, μας τριγυρίζουν ένα σωρό φαντάσματα που αναστενάζουν με παράπονο, μας γεμίζουν μελαγχολία. Τρέχουμε, τότε, όλοι μαζί στις πόλεις, ανάβουμε μεγάλα βεγγαλικά από εκατομμύρια φώτα γκαζιού, φωνάζουμε και τραγουδάμε για να νοιώσουμε πάλι γενναίοι.

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….