Λογοτεχνείο, αρ. 67

Άλντους Χάξλεϋ – Ο τυφλός λυτρωτής, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επιμ. Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδ. Scripta, 2004, σελ. 332 (Aldous Huxley, Eyeless in Gaza, 1936).

Ήταν περασμένες δύο. Ο Άντονι, ξαπλωμένος ανάσκελα, χάζευε το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι. Ο ύπνος λες και αρνιόταν να έρθει, λες και κάποιο κακόβουλο ξένο σώμα μέσα στο σώμα του τον εμπόδιζε. Έξω, στα πεύκα οι γρύλοι τραγουδούσαν αδιάκοπα τη μουσική της ύπαρξής τους· κατά αραιά διαστήματα, το λάλημα ενός πετεινού ξεπηδούσε από τη σκοτεινιά, όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο κοντινό, μέχρι που όλα τα πουλιά των γύρω κήπων ξεσηκώνονταν, απαντώντας το ένα στο άλλο. Και μετά, χωρίς προφανή λόγο, το ένα μετά το άλλο σιωπούσαν και το ξέσπασμά τους καταλάγιαζε και έσβηνε ολοένα – ο Άντονι αφουγκραζόταν τον ήχο που ξεμάκραινε και φανταζόταν πως διέσχιζε ολόκληρη τη Γαλλία, σαν βιαστικό κύμα. Ίσως εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και φανταζόταν πως έπειτα κάπου χτυπούσε το κύμα και επέστρεφε, τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει. Επέστρεφε από τη Βόρεια Θάλασσα· πάνω από τα πεδία των μαχών· περνώντας από τις παρυφές του Παρισιού και μέσα από τα δάση, από πουλί σε πουλί· μετά διέσχιζε τις πεδιάδες της Μπος· σκαρφάλωνε τους λόφους της Βουργουνδίας και, σαν εναέριο ποτάμι, ο ήχος κατέβαινε ορμητικά την κοιλάδα του Ρήνου· περνούσε τη Βαλάνς, την Οράνζ, την Αβινιόν, την Αρλ και το Αιξ και τους γυμνούς λόφους της Προβάνς· και τότε, να ’τος πάλι ο στριγκός ορυμαγδός, επέστρεφε σκεπάζοντας την ηχηρή, διαρκή σιγή των γρύλων.

Στον Κώστα Λογαρά

Λογοτεχνείο, αρ. 66

W(ilhelm) N(ero) P(ilate) Barbellion (Bruce Frederick Cummings), The Journal of a Disappointed Man, 1920, σ. 72 [το απόσπασμα από το βιβλίο του Ντέβιντ Λοτζ, Ανήκουστος βλάβη, εκδ. Bell, 2009 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008), μτφ. Έφη Τσιρώνη, σ. 331]

Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. Κι όταν πεθάνω, η ύλη που συνθέτει το σώμα μου θα παραμείνει ακατάλυτη και αιώνια – άρα, ό,τι και να απογίνει η «Ψυχή» μου, η σκόνη μου θα συνεχίσει να υπάρχει, με το κάθε ξεχωριστό άτομό μου να παίζει το δικό του ξεχωριστό ρόλο -, είναι βέβαιο δηλαδή ότι θα εξακολουθήσω με κάποιο τρόπο ν’ αφήνω το σημάδι μου. Όταν πεθάνω, μπορείτε να με βράσετε, να με κάψετε, να με σκορπίσετε – αλλά δεν μπορείτε να με καταστρέψετε: τα μικροσκοπικά άτομά μου απλώς θα χλευάσουν την τόση εκδικητικότητα. Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο