Λογοτεχνείο, αρ. 58

Joseph Conrad – Προσωπικό ημερολόγιο, εκδ. Printa, [σειρά Εκ Βαθέων], 2000, μτφ. Νάσια Ντινοπούλου, Αργυρώ Πατσού, σ. 62-63 [επίμετρο: Czeslaw Milosz – Ο πατέρας του Τζόζεφ Κόνραντ, μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου] (A personal record, 1912)
Ίσως είμαι αναγκασμένος, άθελά μου, να γράφω τώρα πια το ένα βιβλίο μετά το άλλο, όπως παλιότερα ήμουν αναγκασμένος να πηγαίνω το ένα ταξίδι μετά το άλλο. Οι σελίδες πρέπει να διαδέχονται η μια την άλλη – ακριβώς όπως και οι λεύγες στο παρελθόν – πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στο προκαθορισμένο τέλος το οποίο, καθώς δεν είναι άλλο από την ίδια την Αλήθεια, είναι Κοινό· κοινό για όλους τους ανθρώπους και όλα τα επαγγέλματα.

Δεν ξέρω ποια παρόρμηση από τις δύο ήταν για μένα πιο μυστηριώδης και υπέροχη. Στη συγγραφή, ωστόσο, όπως άλλωστε και στη θάλασσα, έπρεπε να περιμένω να μου δοθεί η ευκαιρία. Θα ’θελα να εξομολογηθώ σ’ αυτό το σημείο πως δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θαυμάσιους τύπους που θα έμπαιναν στη θάλασσα μέσα σε μια σκάφη χάριν παιδειάς, και αν μπορώ να υπερηφανευτώ για την συνέπειά μου, το ίδιο ίσχυε πάντα και για το συγγραφικό μου έργο. Κάποιοι άνθρωποι, όπως έχω ακούσει, γράφουν στα βαγόνια των τρένων και ίσως και να μπορούσαν να γράφουν καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο σκοινί που απλώνουν τα ρούχα· όμως, οφείλω να ομολογήσω πως λόγω των συβαρίτικων καταβολών μου δεν καταδέχομαι να γράψω χωρίς κάτι που να μοιάζει τουλάχιστον με καρέκλα. Αράδα αράδα, παρά σελίδα σελίδα κύλησε η Τρέλα του Αλμάγιερ.

Στον Γιάννη Πατίλη

Λογοτεχνείο, αρ. 57

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών, εκδ. Άγρα, 2004, σ. 230-234.

Την εποχή που ασκήτευε ο Μακάριος στην Αίγυπτο οι χριστιανικές αποκαλύψεις είχαν πολλαπλασιαστεί. Εντελώς προσφάτως είχε κάνει την εμφάνισή της και η λεγόμενη Αποκάλυψη Παύλου. Ο συγγραφέας της έλαβε αφορμή από τον ισχυρισμό του αποστόλου ότι είχε κάποτε οδηγηθεί στον παράδεισο όπου άκουσε ρήματα άρρητα και ανέλαβε να αναπτύξει ορισμένα από αυτά (…)

Οι ασκητές επιβεβαίωναν του σύγχρονούς τους για την ύπαρξη των αρρήτων. Οι στερήσεις, οι νηστείες και οι προσευχές τους επέτρεπαν να δουν και να ακούσουν όσα δεν αξιώνονταν οι κοινοί πιστοί. Ο συνηθέστερος τρόπος επίσκεψης σε ουράνιους και χθόνιους τόπους ήταν με οράματα και ενύπνια. Ένας άλλος ασκητής της Αιγύπτου είχε ισχυριστεί ότι οδηγήθηκε κάποτε με το σώμα του στον παράδεισο, όπου είδε πλήθος αγίους και όπου γεύτηκε καρπούς. Επιδείκνυε μάλιστα, ως πειστήριο, ένα μεγάλο και εξαίρετο σύκο, ευωδιαστό και μεστό. Οι μαθητές του το είχαν φυλάξει και το έδειχναν στους επισκέπτες χρόνια αργότερα (…)

Ο παράδεισος και η κόλαση δεν ήταν φιλολογικοί τόποι. Ήταν πραγματικές καταστάσεις. Ανέμεναν τους ανθρώπους, κατά τα έργα τους (…)

Αν οι άνθρωποι φαντάζονται τον παράδεισο ως τόπο που περιλαμβάνει αυτά που στερούνται, τότε είναι χαρακτηριστικό ότι Ιουδαίοι, Έλληνες και χριστιανοί τον περιέγραφαν σχεδόν πάντα ως κήπο με άπλετο φως, αστείρευτες πηγές, αειθαλή δέντρα και καρποφόρα φυτά. Σε τέτοιους κήπους δεν είχαν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί. Παραδείσους συντηρούσαν οι μονάρχες της Ανατολής για την ανάπαυση και τη διασκέδασή τους – για την τρυφή τους.

Στον Κώστα Καβανόζη