(δε)κατα, τεύχος 39, φθινόπωρο 2014

unnamed

Φάκελος; Γιατί γράφουμε;

 ….διότι απλούστατα δεν γίνεται διαφορετικά. Γράφουμε διότι λειτουργούμε. Ως διαδικασία αναπνοής κι εκπνοής. […] Μου είναι αδύνατον να σκεφτώ «δεν γράφω»: πρόκειται για σκέψη θανάτου. Βεβαίως αντιγράφω, όσο μεθοδικότερα μπορώ, αυτό που συμβαίνει εντός μου, αυτό που ο νους μου παρέχει ως εικόνα δύναμης. Από την άποψη αυτή γράφω, σημαίνει αποδελτιώνω τα δεδομένα, τα οποία προϋπήρξαν προ πολλού ή σχετικά προσφάτως ένδον. […] Η γραφή ως ολική προσοικείωση της ζωής: οι λέξεις που δεν θέλουν ν’ αφήσουν τίποτα, ως εκ των πραγμάτων, να πέσει στο χώμα της λήθης [σ. 93]

…απαντάει ο Γιώργος Βέης στο ερώτημα – επίκεντρο του «φακέλου» στο παρόν τεύχος του περιοδικού «Γιατί γράφουμε;» ενώ στο δικό του κείμενο ο Γιώργος Μπλάνας καταλήγει: συνεπώς στο ερώτημα Γιατί γράφουμε; περιέχει κατά κάποιος τρόπο την απάντησή του, αφού τιθέμενο απαντά στην προβληματική της ματαιότητας της γραφής. Και η απάντηση είναι: Για τίποτα, αφού ούτε αποτελεσματικοί μπορούμε να είμαστε ούτε κάποιου είδους αλήθεια μπορούμε να προσφέρουμε. [σ. 98]. Ο Φίλιππος Δρακονταειδής μετατρέπει το θέμα [Γιατί δεν γράφουμε] και εκκινεί από ένα οριακό προσωπικό γεγονός που βίωσε στην ηλικία των τεσσάρων: «την εκτέλεση του πατέρα του, στελέχους, όπως λέγεται, της Αντίστασης», και όλα όσα ακολούθησαν: την κατάταξή του στην χορεία των ορφανών, την υποχρέωση απόκρυψης του γεγονότος για ευνόητους λόγους, την επιτυχή έκφραση «θύμα πολέμου».

Gaza

Αν τα κατοπινά χρόνια δεν συσσώρευαν πρόσθετες οδύνες από σεισμούς, αρρώστιες, δυστυχήματα, θα υπήρχε κάποια απόσταση από όλα αυτά. Αν η ζωή ήταν (έτσι φαντάζομαι) ελάχιστα πιο εύκολη και το πρώτο κοστούμι μου δε ήταν το κοστούμι του θείου που είχε πεθάνει και το είχαμε δώσει στον σύντροφο ράφτη να το γυρίσει ανάποδα και να το φέρει στα μέτρα μας, θα είχα πάρει κάποια απόσταση από τον πατέρα μου. Νομίζω πως έμεινα δίπλα του, πως δεν έφυγα ποτέ από το πλευρό του. Τώρα πια, στον τελευταίο ατραπό του βίου μου, φαίνεται πως τον έχω στην προστασία μου, λες και εγώ είμαι ο πατέρας του, αφού εκτελέστηκε στην ηλικία των 37 ετών (και σε αυτή την ηλικία παρέμεινε(, ενώ εγώ είμαι πρεσβύτερός του. Κρίνω λοιπόν σήμερα πως έγραψα εκείνους τους στίχους ως φωνή προς τον εκτελεσμένο, ως επιβεβαίωση του δεσμού μου, ως αλλαγή που τον ενδιέφερε. Ίσως συνέχισα να γράφω για να νιώθω παραλήπτης είναι ο πατέρας μου, αυτή η απουσία παρουσία. [σ. 72]

octavio-paz

Τις υποψίες τους πάνω στο ερώτημα καταθέτουν ακόμα οι Χρύσα Σπυροπούλου, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Ελισάβετ Αρσενίου, Παναγιώτης Γούτας, Νίνα Ράπη, Χρύσα Φάντη, Γιώτα Αργυροπούλου, Στάθης Κουτσούνης, κ.ά. και ο φάκελος συμπληρώνεται με μια παλαιά σχετική αναφορά του Νίκου Καββαδία. Η πλούσια ύλη περιλαμβάνει διηγήματα και αφηγήματα[Μαρία Μήτσορα, Φοίβος Μπότσης, Βιρχίλιο Πινιέρα, Jose Emilio Pachecko]· στο μαγνητόφωνο ο περίφημος φωτογράφος Peter Mayer, τονίζει ότι η ψηφιακή φωτογραφία σε φέρνει πλησιέστερα σε αυτό που θέλεις να εκφράσεις, σε άλλη ηχογράφηση ο Πέτρος Μάρκαρης συζητάει για την κρίση και το αστυνομικό μυθιστόρημα· ο Γιάννης Πολύζος στα πάντα ενδιαφέροντα Γράμματά του από την Νέα Υόρκη γράφει για την έκθεση Come closer: Art around the bowery 1969 – 1989· o Γιώργος Ρούβαλης συντομογραφεί τα εκατοντάχρονα του Οκτάβιο Παζ αλλά και τον νέο μεξικανικό σινεμά, ο Homero Aridjis εκτενώς νεκρολογεί τον Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες ο Carl Rakozi καταθέτει «μια σημείωση για την μουσική και την μουσικότητα» και τέλος, στο τέλος του τεύχους, ο Ελαχιστότατος και οι ’ πνάκηδες φέρνουν τα πάνω κάτω.

mahfood_chomsky

Προς υπεράσπιση του Ομπάμα, ίσως ο ίδιος να μη γνωρίζει τι κάνει το Ισραήλ στη Γάζα με τα όπλα που έχει την ευγένεια να του προσφέρει. Άλλωστε στηρίζεται στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες που είναι πολύ απασχολημένες να συλλέγουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αό τους πολίτες οπότε δεν υπάρχει χρόνος για άλλες υποθέσεις. Ο στόχος του Ισραήλ είναι εδώ και καιρό πολύ απλός: Η βήμα βήμα επιστροφή στον «κανόνα». Ποιος είναι όμως ο «κανόνας»; Για τη Δυτική Όχθη ο «κανόνας» υπαγορεύει την συνέχιση της παράνομης κατασκευής οικισμών και υποδομών έτσι ώστε να γίνει εφικτή η ενσωμάτωσή τους με το Ισραήλ, όπως αξία και αν έχει αυτή, εξωθώντας ταυτόχρονα τους Παλαιστίνιους σε υποβαθμισμένες γειτονιές, που θα της επιβάλλεται καταστολή και βία. [σ. 28]

Simin Behbahani.

….γράφει ο Noam Chomsky σ’ ένα εκτενέστατο κείμενό του για την Δυτική υποκρισία και τα δύο μέτρα και δυο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην κρίση στην Ουκρανία και στην σφαγή στην Γάζα. Και αναχωρούμε με τον πολύτιμο λόγο της κορυφαίας ποιήτριας του Ιράν Simin Behbahani, που πέθανε τον περασμένο Αύγουστο το καλοκαίρι: Εμείς οι συγγραφείς θα ήμασταν ειλικρινά τιμημένοι την ημέρα που δεν θα υπάρχει κανένας συγγραφέας στη φυλακή, κανένας φοιτητής υπό κράτηση και οι δημοσιογράφοι θα είναι ελεύθεροι καθώς και οι πένες τους.  [σ. 192]

Στις εικόνες: Γάζα, Octavio Paz, Noam Chomsky, Simin Behbahani.

Επί του πιεστηρίου: το νέο τεύχος [αρ. 40] των (δε)κάτων έχει ήδη κυκλοφορήσει

Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014)

Δ.

Εάν δεχτούμε ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να ανταποκριθεί εξ ορισμού σε επείγοντα κοινωνικά θέματα, γιατί τα αντανακλαστικά το συγγραφέα δεν (πρέπει να) υπακούουν, σε όρους αμεσότητας αλλά διάρκειας, τότε η όποια σημερινή παραγωγή γύρω από την «κρίση» είναι συζητήσιμη. Γιατί ακόμα και οι μεγάλες φωνές της λογοτεχνίας κάποτε που ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση της συγκυρίας, χρησιμοποίησαν το ιστορικό πλαίσιο περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως κέντρο προβληματισμού τους. Στις μυθοπλασίες τους κυριαρχεί η «έρημος» του ανθρώπου» και όχι το τεκμήριο της εποχής…

… γράφει ο Τάσος Γουδέλης σ’ ένα πυκνό κείμενο που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο· ο συγγραφέας τονίζει πως το παραπάνω τεκμήριο απασχολεί τον ενήμερο αναγνώστη ως ένας ακόμα σκηνογραφικός συντελεστής που σχετίζεται πάντα με δραματικό και υπάλληλο τρόπο με την ατομικότητα: η ύπαρξη σε κάθε περίσταση επιβάλλει αναπόφευκτα την εξουσία της. Πράγματι, ο «ιστορικός άνθρωπος» είναι πια κενός λόγος· άλλωστε όσοι αντιλαμβάνονται την λογοτεχνία ως ρεπορτάζ δεν έχουν πρόβλημα να αναπαράγουν αυτόματα το πραγματικό. Η ιδεωδέστερη στιγμή για την τέχνη ήταν ανέκαθεν εκείνη κατά την οποία ο δημιουργός ήταν σε θέση να διαχειριστεί ή απλώς να κατανοήσει την κρίση του μέσου του. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ, για παράδειγμα, με τον ημιτελή Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, υπαινίχθηκε σαφώς το ατελέσφορο της γραφής (του) να αναπαραστήσει την κρίση του μοντέρνου ανθρώπου.

Henry de Montherlant par Jean Mangeot

Το κείμενο βρίσκεται στις πολύτιμες οπισθόφυλλες σελίδες του τεύχους – που όπως έχουμε ξαναγράψει αποτελούν τον καθρέφτη αλλά και τον πνεύμονα των λογοτεχνικών περιοδικών· σχετίζεται όμως άμεσα και με το κυρίως σώμα του τεύχους, εφόσον ένα από τα τρία σύντομα αφιερώματα αφορά την «νεοελληνική κρίση». Εδώ καταθέτουν σκέψεις πάνω σε όψεις του θέματος οι Πέτρος Μαρτινίδης, Γιώργος Σιακαντάρης, Βαγέλης Χατζηβασιλείου, Ρέα Γαλανάκη, Δημήτρης Φύσσας και Δημήτρης Ραυτόπουλος. Ενδεικτικό θραύσμα από τον πάντα ευρηματικό λόγο του τελευταίου: Στα λόγια μένει η εξέγερση του 99%, παναπεί ολόκληρης της κοινωνίας, κατά του 1% των πλουτοκρατών. Γιατί μέσα στο 99% οι ανισότητες είναι τεράστιες, σκανδαλώδεις και τα όρια ρευστά. / Η Άμεση Δημοκρατία, εδώ και τώρα, εναντίον της «Πλουτοπίας», δηλαδή του ρασιοναλισμού των αγορών, της νέας θρησκείας με ιερείες τους υπερειδικευμένους αναλυτές, που χειρίζονται τα «αλγκοτρέιντινγκς».

Φυσικά εδώ μας περιμένει διόλου άσχετη και η οφειλόμενη συνέχεια του αφιερώματος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ξεκίνησε από το προηγούμενο τεύχος. Στο αρχικό κείμενο [εκ] της εκδόσεως, που πάντα μοιάζει με τον εγκέφαλο αυτού του γοητευτικού σώματος, μας υπενθυμίζονται τα λόγια του Μίλαν Κούντερα για τον πόλεμο που «ονομάστηκε ψευδώς Παγκόσμιος, διότι δεν αφορούσε παρά την Ευρώπη και ούτε καν όλη την Ευρώπη. Όμως το επίθετο “παγκόσμιος” εκφράζει εύγλωττα το συναίσθημα της φρίκης μπροστά στο γεγονός ότι, στο εξής, τίποτα απ’ ότι συμβαίνει στον πλανήτη δεν θα είναι πια τοπική υπόθεση, ότι όλες οι καταστάσεις αφορούν τον κόσμο ολόκληρο…». Κάτι δηλαδή που αγνόησαν οι πάντα αδιάβαστοι κυβερνήτες.

Colette in 'Le Petit Faun', 1906

Πόλεμος…Μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα δεν ήταν παρά μια πελώρια λέξη φαρδιά πλατιά πάνω στις ναρκωμένες καλοκαιρινές εφημερίδες. Πόλεμος; Ίσως, αλλά πολύ μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Όχι εδώ…Πώς να φανταστείς ότι θα αρκούσε να δρασκελίσει η ηχώ και μόνο του πολέμου αυτούς τους άγριους βράχους για τα νους κάνει να φανούν πιο απαλοί, με το κύμα στα πόδια τους, το αραιό θαλασσινό χορτάρι τους, το αγιόκλημα, την άμμο ρυτιδωμένη απ τα νύχια των πουλιών. …Τέτοιος παράδεισος δεν ήταν καθόλου φτιαγμένος για τον πόλεμο, μονάχα για τις μικρές διακοπές μας, για τη μοναξιά μας…

… γράφει η Κολέτ, με τον γοητευτικό της λόγο που, σκέφτομαι, μοιάζει να αποδίδει σκέψεις αμέτρητων άλλων ανθρώπων. Ο φάκελος περιλαμβάνει πεζά, ποιήματα, δοκίμια, ημερολογιακές εγγραφές Ποιήματα και πεζά των Ανρί ντε Μοντερλάν, Μπλεζ Σαντράρ, Γκιγιόμ Απολινέρ, Αντρέ Ζιντ, Κολέτ, Αντρέ Μπρετόν, Ετιέν Φορ, Γιόζεφ Βίτλιν, Μαρτσέλο Φλόρες, Γιώργο Κόκκινο, Κώστα Καραβίδα, Έλλη Λεμονίδου. Το τρίτο αφιέρωμα του τεύχους αφορά τον Φραντς Κάφκα, τον συγγραφέα του οποίου η προβληματική σχετίζεται με όσα αφορούν τις συνέπειες του Μεγάλου Πολέμου, όπως μας υπενθυμίζουν οι εκδότες: ότι οριζόμαστε όλο και περισσότερο από εξωγενή δεδομένα που μας παγιδεύουν. Περιλαμβάνονται πεζά κείμενα του συγγραφέα αλλά και κείμενα των Πρίμο Λέβι, Ντίνο Μπουτζάτι, Όρσον Ουέλς, Τζ.Μ. Κούτσι, Ούλριχ Γκέινερ, Αλέξανδρου Κυπριώτη κ.ά.

Jean-Michel Folon, 1973, illus. for Kafka's Metamorphosis 4

Περί παραμυθιών ο λόγος στις πίσω σελίδες, αλλά και μερικές σκέψεις που είναι απαραίτητες απέναντι στο κλίμα της εποχής που επιθυμεί, τολμώ να πω, να μεταλλάξει τον χαρακτήρα της. Ο ρόλος του παραμυθιού δεν είναι να διδάξει αλλά να διασκεδάσει μέσω της πλοκής και να κινητοποιήσει την φαντασία, γράφει η Λίτσα Χατζοπούλου. Τα παραμύθια των Γκριμ, του Άντερσεν κ.α. δεν είναι παιδικά αναγνώσματα· ακόμα και στην διασκευασμένη τους εκδοχή, την υποταγή τους δηλαδή στο «πολιτικώς ορθό» και χωρίς τρομακτικές σκηνές και «ηθικώς» ύποπτες εξελίξεις, αρκετά μας φαίνονταν μάλλον εφιαλτικά. Το «ευτυχισμένο τέλος» τους δεν αρκούσε για να απαλείψει, λ.χ., τον φόβο που είχαμε νιώσει μέσα στο ζαχαρένιο σπίτι της μάγισσας, όταν ετοιμαζόταν να μαγειρέψει τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ (ακόμη χειρότερα, όταν δεν υπήρχε «ευτυχισμένο τέλος», όπως σε όλα τα παραμύθια του Άντερσεν.

Η Χατζοπούλου μας θυμίζει πως σε επίπεδο γενεαλογίας, τα παραμύθια δεν ήταν εξαρχής προορισμένα μόνον ή αποκλειστικά για παιδιά· αποτελούσαν πρωτίστως λαογραφικό υλικό, δηλαδή ιστορίες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα είτε για να ερμηνεύσουν ανεξήγητα και ακατανόητα φαινόμενα (άρα είχαν ρόλο ανάλογο των μυθικών αφηγήσεων) είτε απλώς χάριν παιδιάς. Τα παραμύθια, λέει ο J.R.R.Tolkien, εξορίστηκαν στο παιδικό δωμάτιο μαζί με ό,τι δεν χωρούσε σε κανέναν άλλο χώρο του σπιτιού. Δεν αποκλείεται να αντιμετωπίστηκαν ως κείμενα χαμηλής λογοτεχνικής αξίας εξαιτίας της δημώδους προέλευσής τους. Μένει λοιπόν το ερώτημα πώς μια κοινωνία δίνει στα παιδιά της κείμενα που γενικώς περιφρονεί και πώς τα παραμύθια, σε αντίθεση με την λογοτεχνία του φανταστικού, αποκλείστηκαν ως λογοτεχνικό είδος ή εντάχθηκαν γενικώς και αορίστως στην παιδική λογοτεχνία.

54

Και μιλώντας για την νέα αυτή εποχή, η Ιταλίδα συγγραφέας Πάολα Μαστρακόλα εστιάζει στο απόλυτο δημιούργημά της: …το selfie είναι το χαμόγελο που απευθύνουμε στον εαυτό μας. Ο νάρκισσος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Εμείς ναι. Εμείς οι αληθινοί Νάρκισσοι. / Σίγουρα, πρόκειται για ένα χαμόγελο το οποίο θα δουν όλοι εκείνοι στους οποίους θα στείλουμε τη φωτογραφία. Αλλά απουσιάζει ο μεσάζων. Απουσιάζει ο άλλος. Υπάρχουν μόνο οι παραλήπτες (οι οποίοι είναι πολλοί). Δεν υπάρχει το μάτι (το οποίο είναι μοναδικό). Και χωρίς το μοναδικό μάτι, το οποίο μας κοιτάζει, μένουμε μόνοι. / Με τη selfie, στέλνουμε στους άλλους τη μοναξιά μας. [απόδοση Φανή Μουρίκη]  [176 σελ.]

Στις εικόνες: Henry de Montherlant, Colette [Le Petit Faun, 1906], εικονογράφηση του Jean – Michel Folon για την Μεταμόρφωση του Κάφκα [1973], εικονογράφηση από πολωνικό παραμύθι.