Το Δέντρο, τεύχος 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Δ1Πώς διαβάζουμε. Κριτήρια – ψευδείς Κανόνες. Το κείμενο, η ανάγνωση, το κοινό

«Παραλογοτεχνία»: έννοια παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή, συνθήκη άπνοιας των ιδεών, περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας, πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών, έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού: ιδού ορισμένες από τις πιθανές και εκφραζόμενες στο εκδοτικό σημείωμα όψεις ενός φαινομένου που αποτελεί αντικείμενο διαλόγου στο αφιερωματικό φάκελο του τρέχοντος τεύχους του Δέντρου. Από την μία πλευρά η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία, από την άλλη ένας μεγάλος περιφερειακός κόσμος στέκεται απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Και στη μέση ο μέσος αναγνώστης, ευτυχής που οι χαρακτήρες που συναντά στα παρ – αναγνώσματα (ας προσθέσω κι εγώ τον δικό μου όρο στην πάντα πλούσια λεξιλογία των εκδοτών) είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζει με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του· σε ετούτη την αυτοβιογραφική συνθήκη δεν χρειάζεται να επικοινωνήσει με καμία ετερότητα.

Dino_Buzzati_1Για να ορίσουμε στις μέρες μας τι είναι παραλογοτεχνία πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι λογοτεχνία, προτείνει ο Ερρίκος Μπελιές σε συνομιλία του με τον Τάσο Γουδέλη, και προσπερνώντας τους στενούς ορισμούς λέει πως πρόκειται για την έκφραση η οποία εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες καταθέσεις γραφής και ανοίγει νέους δρόμους. Χρησιμοποιώντας το ενδεικτικό παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ, ο μεταφραστής υποστηρίζει πως ο συγγραφέας που έχει γνώση της παράδοσης και του μοντερνισμού, συν το ταλέντο, έχει να αρθρώσει κάτι, ενώ αν ξεκινάει από την ίδια την Γουλφ και την θραυσματικότητα της έκφρασης μένει εκεί στατικά και δεν αποδίδει. Για τον Μπελιέ οι διδάσκοντες την δημιουργική γραφή είναι οι «εκθεσάδες» του Γυμνασίου σε άλλη ηλικία, η θεματολογία στην Τέχνη δεν έχει όρια και ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εκφράσει την δική του ανάγκη και όχι την ανάγκη των καιρών.

virginia woolfΟ Δημήτρης Ραυτόπουλος εντοπίζει ένα ενοιολογικό τέρας στην ίδια τη λέξη «παραλογοτεχνία», ιδίως αν υπολογίσει κανείς τις σημασίες του «παρά». Σε κάθε περίπτωση η παραλογοτεχνία υπήρχε πάντα, και η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στις «ευριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη που ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόητους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας». Πώς γίνεται όμως και σήμερα πολλαπλασιάζεται η παραγωγή εκατοντάδων τίτλων και ειδών, ακόμα και εν μέσω οικονομικής κρίσης; Προσπερνώντας τους γνωστούς συντελεστές της αγοράς, ο Ραυτόπουλος στέκεται σ’ έναν παράγοντα που δεν πολυεξετάζεται, τον «κοινωνιοψυχολογικό»: Η μαζοποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συμπορεύεται με τη μιντιακή αίγλη, τη λάμψη της δημοσιότητας, το πρότυπο του «αναγνωρίσιμου». Για να βγει από την ανωνυμία, για να ’χει τη δική του στιγμή διασημότητας, κάποιος σκοτώνει ανθρώπους. Άλλοι σκοτώνουν μόνο τη γλώσσα ή τον Αριστοτέλη, το Καντ, ακόμα και τον Λιοτάρ. Η ντόπια γραφομανία ίσως μπορεί να συνδεθεί και με την παρακμή της πολιτικής, της επανάστασης ή του ριζοσπαστισμού. [σ. 69]

Barthes-Milano1974Η Άννα Κουστινούδη στο κείμενό της Παραλογοτεχνία [Η παρανάγνωση του Κανόνα ή ο Κανόνας της παρανάγνωσης], εκκινεί από την Απόλαυση του Κειμένου με την οποία ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να ορίσει τη ουσία της συγγραφικής και αναγνωστικής απόλαυσης του ηδονικού /οργασμικού (la texte de jouissance) και όχι του απολαυστικού απλά (le texte de plaisir), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ηδονική /οργασμική διάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί παρά μόνο να προκύψει και μάλιστα στιγμιαία μέσα από την αμφίδρομη σχέση συγγραφής – ανάγνωσης. Οι ρώσοι φορμαλιστές και οι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης πρώτοι αποπειρώνται να ορίσουν την έννοια της «παραλογοτεχνίας», εισάγοντας τον όρο της «ανοικείωσης». Ένα εφήμερο λογοτεχνικό κείμενο…

…παράγεται και προσλαμβάνεται με τρόπο μηχανικό και αυτοματοποιημένο, χωρίς να προκαλεί στον αναγνώστη/τρια την αίσθηση της ανοικείωσης, μέσω της οποίας η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας της λογοτεχνίας οφείλει να ανατρέπει, να διασπά και να καταργεί την στερεοτυπική, ανυποψίαστη σχέση μας με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οικεία πραγματικότητα. Η λογοτεχνία λοιπόν, σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο… [σ. 55 – 56]

Κείμενα και συνομιJuan Bosch_λίες ανοίγουν θέματα, ξεδιπλώνουν όψεις και φωτίζουν γωνίες του ιδιαίτερου φαινομένου που καίει (και, επιτρέψτε μου, ενίοτε ζέχνει) πάνω στα γραφεία όλων των εμπλεκόμενων του λογοτεχνικού κόσμου. Ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι και τιτλούχοι: Στάντης Αποστολίδης – Εξ απαλών ονύχων προετοιμάζεται ο αναγνώστης παραλογοτεχνίας, Βενετία Αποστολίδου – Παραλογοτεχνία και λογοτεχνικό σύστημα, Γιώργος Αριστηνός – Το λούστρο μιας παστρικής λογοτεχνίας, Γιώργης Γιατρομανωλάκης – Στην άσκηση της λογοτεχνίας δεν υπάρχουν κανόνες, Γιάννης Δάλλας – Ο μέσος αναγνώστης έχει δημιουργήσει Κανόνα, Νίκος Δήμου – Τρεις (παρ)αναγνώσεις του Δον Κιχώτη, Πέτρος Μαρτινίδης – Παραλογοτεχνία ή παραναγνώστες;, Μαίρη Μικέ – Παραλογοτεχνία, Μιχαήλ Γ. Μπακογιάννης –  «Παραλογοτεχνία» και άδολη αναγνωστική τέρψη – ή μήπως όχι;, Ερρίκος Μπελιές – Έχει σημασία ο στόχος που θέτει εις εαυτόν ο συγγραφέας, Δημήτρης Ραυτόπουλος – Διόνυσος και Βάτραχοι, Μάνος Στεφανίδης – Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε…, Μίλτος Φραγκόπουλος – Λογοτεχνία – Παραλογοτεχνία: Ένας ατελεύτητος διάλογος κ.ά.

Benjamin1929Στο υπόλοιπο λογοτεχνικό σώμα, η λογοτεχνία με κεφαλαίο το λάμδα, χωρίς προθέσεις και προθέματα: διαλεχτά διηγήματα από τους Χουάν Μπος (του ιδιαίτερου Δομηνικανού συγγραφέα αλλά και πολιτικού, που φυλακίστηκε επί Τρουχίλο, εγκατέλειψε την χώρα, επανήλθε με την Δημοκρατία, έγινε Πρόεδρός της και απομακρύνθηκε εκ νέου από τις ΗΠΑ και την Εκκλησία), Ντίνο Μπουτζάτι, Ντονάτο Καρίζι, εξομολογητικά – δοκιμιακά κείμενα από τους Αντρέα Καμιλέρι και Ίαν ΜακΓιούαν, τέσσερα ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ (μτφ. Νάντια Πούλου), τρία ποιήματα της Αντριέν Ριτς (μτφ. Άννα Κουστινούδη). Κάπου ανάμεσα, ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Αδειάζοντας τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, μια εξομολόγηση για τον συλλέκτη βιβλίων που υπήρξε, με δηλωμένη πρόθεση να μας δείξει τη σχέση του συλλέκτη με τα συλλογή του, και περισσότερο με την συλλεκτική δράση παρά με την ίδια τη συλλογή. Εάν, όντως, κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, του συλλέκτη συνορεύει με το χάος των αναμνήσεων, γράφει ο γερμανός φιλόσοφος, όπως και για την συλλογή ως ορισμό της ακαταστασίας που, ενσωματωμένη σ’ αυτή τη συνήθεια, φαίνεται σαν τάξη, αλλά και για τον συλλέκτη που δεν προτάσσει την λειτουργική αξία ή την χρησιμότητα των αντικειμένων, αλλά την υποχρέωση που του εμπνέουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, ως θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου.

cees-nooteboom- brasilia1968Στην εξίσου λογοτεχνική – με βάρος στην τέχνη του λόγου  – γαλαρία μας περιμένουν τα συνήθη ερεθιστικά μικρά και μεσαία κείμενα. Στο “Facebook” του ο Κώστας Μαυρουδής παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τους διάφορους έκπληκτους με τον εντόπιο νεοναζισμό και απορεί για την αθωότητα της μέσης νοημοσύνης, που θεωρεί το «κακό» μια ηθική κατηγορία ξένη, ένα είδος εκτροπής, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, αγνοώντας ότι «το κακό είναι ο θρίαμβός μας, τα διαπιστευτήρια της ζωής στην ύπαρξη, που ζητά επιβεβαίωση, τη χωρίς όρους συνομιλία με τον κόσμο». Θυμάται μάλιστα και τον Αλέξανδρο Κοτζιά, που είχε ανάλογα εκπλαγεί με την υποστήριξη της κοινής γνώμης σε άλλες, παλαιές δολοφονίες, μολονότι συγγραφέας, εξοικειωμένος δηλαδή με τα ανεντόπιστα σκοτάδια αυτού που λέμε ψυχή. Και μιλώντας για τον Κοτζιά, ο Μαυρουδής θυμάται ένα κείμενο του εκλιπόντα συγγραφέα με αφιέρωση προς τον Θ. Βοσταντζόγλου, συγγραφέα του περίφημου Αντιλεξικού, χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Ήταν η πρώτη φορά, μας ομολογεί, συναντούσε την περίπτωση ενός πεζογράφου να εξομολογείται ότι οφείλει χάριτες στις άψυχες σελίδες ενός λεξικού μ’ ένα νεύμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτό το ογκώδες αρχείο των εννοιών. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Dino Buzzati, Virginia Woolf, Roland Barthes [1974], Juan Bosch, Walter Benjamin [1929], Cees Nooteboom [1968].

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (άνοιξη 2013)

exΑφιέρωμα Αεροδρόμια

Τα αεροδρόμια κρύβουν ίσως τις ευκαιρίες για τις πιο μύχιες σκέψεις των ταξιδιωτών. Αν θα τις κάνεις ή όχι, αξιοποιώντας την ευκαιρία, εναπόκειται σε σένα και τον κάθε ταξιδευτή. Αν, όμως, το κάθε ταξίδι δεν είναι ο προορισμός αλλά το ίδιο το ταξίδι, η ευκαιρία αυτή απομειώνεται σε χάπενινγκ σκέψης και συλλογισμών. Όλο αυτό το μαζεμένο φορτίο φαιάς ουσίας βαραίνει κατά την απογείωση και κάνει το μέσο να σέρνεται στον…αέρα. Δισεκατομμύρια στιγμές εγκεφαλικών λειτουργιών μέσα σ’ ένα υπολογιστή, με σκληρό δίσκο υποδοχής σκέψεων. Data ξένα σε γλώσσες προγραμματισμού, που χωνεύονται στην άκτρακτο και, λίγο αργότερα, αποβάλλονται μαζί με τα απόβλητα γκαζολίνης. Στον ουρανό. Διαλύονται σε σταγονίδια νοήμονος βροχής. Χους εις χουν απελεύσοιτο….

… γράφει ο Χρήστος Οικονόμου στο αφήγημα «Άνθρωποι στον …αέρα», μια από τις είκοσι τέσσερις συμμετοχές στο αφιέρωμα του τεύχους. Από την πρώτη σελίδα οι συγγραφείς επιβάτες εμφανίζονται σαν σε πίνακα αφίξεων – αναχωρήσεων: Alberto Fuguet, Carlos Drummonde de Andrande, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιάννης Ευσταθιάδης, Λίνα Αλικάκου – Σορόγκα, Διαμαντής Μπασαντής, Άρης Σφακιανάκης, Μηνάς Βιντιάδης, Λένη Σβορώνου, Χρύσα Φάντη, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίκος Ξένιος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Λίλα Κονομάρα, Χρύσα Σπυροπούλου, Λίλη Μιχαηλίδου.

man-sitting-in-airport-patrick-arthur-okeeffeΤο αεροδρόμιο, αυτή η εγγύηση της σίγουρης επιστροφής στην ευλογία της συνήθειας, της επανένωσης με τν μητρικό κορμό… Θα μπορούσε ο κατεξοχήν ταξιδιογράφος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας να λείπει από την αίθουσα αναμονής; Φυσικά και όχι: ο Γιώργος Βέης ήδη συντάσσει έλεγχο «αφιξαναχωρήσεων», εν μέσω «γραφών εδάφους – σχεδόν αέρος». Οι σημειώσεις του από τα ατελεύτητα ταξίδια αρχίζουν από τις ιδιάζουσες μεταιχμιακές πολιτείες: Αεροδρόμιο Άνκορατζ της Αλάσκας, Αεροδρόμιο Μελβούρνης, Αεροδρόμιο LaGuardia Νέας Υόρκης, Αεροδρόμιο Χονγκ Κονγκ, Αεροδρόμιο Ντίλι Ανατολικό Τιμόρ, Αεροδρόμιο Αντίς Αμπέμπα, Αεροδρόμιο Σιγκαπούρης.

airport_at_nightΓράφοντας για το Αεροδρόμιο Ντουμπάι, ο συγγραφέας διαβάζει απόπειρες συνύπαρξης του τυχαίου με το προκαθορισμένο· ποιος η ποια κάθεται δίπλα του παίζει αποφασιστικό ρόλο για το πώς θα κυλήσουν οι ώρες. Μπορεί και συλλαμβάνει ενίοτε το μύθο που περιβάλλει τον συνεπιβάτη του, το πιθανό δαιμόνιο που κρύβεται μέσα του, όπως μας παραδέχεται, προσθέτοντας: Ως συγγραφέας βέβαια οφείλω κατά τον τρόπο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες να παραμείνω πιστός στις φαντασιακές μου εμμονές, αποφεύγοντας να ενδώσω, όσο είναι δυνατόν, στις εφήμερες απλώς περιστάσεις μιας υποτιθέμενης «πραγματικότητας».

airport-ronald-haberΤο αφήγημα του Φίλιππου Δρακονταειδή Γερεβάν αντί Τιφλίδας είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: η αναγκαστική αλλαγή του προορισμού αλλά και οι απρόσμενες και σπαρταριστές εικόνες στην αναπάντεχη γη της προσγείωσης και η επιστροφή εν μέσω αναταράξεων – και λόγω αυτών – με τα χέρια σφιχτά πιασμένα μαζί με την συνταξιδιώτισσα, χέρια που παρέμειναν δεμένα μέχρι το χάραμα στο Μετέκι, στον τρίτο της όροφο. Στα απέναντι καθίσματα ο Αχιλλέας Κυριακίδης σκαρώνει μια αυτοσχέδια ανθολογία με παρεμφερή αερο-αναγνώσματα.

denmark-airport-volcano-2010-4-15-11-21-13Αεροδρόμιο είναι τα μαύρα πτερύγια των πινάκων που τινάζονται κοκέτικα κάθε τόσο και οι φωνές του μέλλοντος που ανακοινώνουν αναχωρήσεις και αφίξεις, επιβάτες που φτάνουν μέσα από τη σκόνη του χρόνου, άνθρωποι αλλαγμένοι από την ενέργεια άλλων κόσμων μ’ αόρατες δονήσεις να τους σκεπάζουν τους ώμους μέσα σε μια διάχυτη μυρωδιά κηροζίνης και βαλίτσας, την αεροπλανίλα. Τους τυλίγει η ηδονή κι η ικανοποίηση της φυγής, η σπαρταριστή χαρά που νιώθει όποιος τα’ αφήνει όλα πίσω για να αφεθεί στα καλέσματα του αγνώστου. Τους ολοκληρώνει η γλυκόπικρη εμπειρία της άφιξης, της επιστροφής της αέναης ακύρωσης στου πρώτου ονείρου…

Vienna_Airport_at_night_by_diesterne…  ίσως κάτι αναγνωρίζουμε σ’ αυτό το δεύτερο από τα δέκα σημεία του Airports της Ρίτας Λάββα. Και διόλου τυχαία το τελευταίο κείμενο του αφιερώματος έχει τίτλο Situation Terminal – εδώ ο Paul Goldberger γράφει πάνω στο ερώτημα: μπορεί κανείς να σχεδιάσει ένα όμορφο αεροδρόμιο;  Στις τελευταίες σελίδες, εκεί όπου βρίσκονται οι αποσκευές, ο Νάνος Βαλαωρίτης μένει να στοχάζεται πάνω στο ερώτημα του Henri Peyre σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Τι σημαίνει η Ελλάδα για τη μοντέρνα Γαλλία;», παραλλάσσοντας όμως το ερώτημα σε «Τι σημαίνει η μοντέρνα Ελλάδα για τη Γαλλία;». Η καθιερωμένη κριτικογραφία και τα ένθετα / διάσπαρτα ποιήματα (Έλσα Κορνέτη, Παναγιώτης Βούζης, Γιώργος Μπλάνας κ.ά.) συμπληρώνουν το τεύχος – ταξίδι. Το επόμενο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2013 [αρ. 34], και ήταν αφιερωμένο στην Τήνο, ενώ το φθινοπωρινό τεύχος που αναμένεται μέσα στον Νοέμβριο θα είναι αφιερωμένο στο Χρέος, «το οικονομικό και το άλλο». [σ. 192]