Christos Tsiolkas – Νεκρή Ευρώπη

Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα

Αυτή είναι μια Ελλάδα που πεθαίνει. Βγάλε τις φωτογραφίες σου· την επόμενη φορά που θα έρθεις εδώ όλα αυτά θα έχουν πεθάνει.

Ο αφηγητής εναποθέτει στην φωτογραφική του τέχνη κάθε ελπίδα κατανόησης του νεοελληνικού αστικού τοπίου και βίου· άλλωστε η επιστροφή του στην προγονική Ελλάδα γίνεται με αφορμή μια έκθεση έργων του. Η περιπλάνησή του όμως σε Αθήνα και επαρχία θρυμματίζει κάθε προσδοκία καλλιεργημένη και καλλωπισμένη στους μεταναστευτικούς κόλπους  της Μελβούρνης. Μπορεί να θεαθεί η ψυχή της πόλης μέσα από τον ευρυγώνιο  φακό, να αποκαλυφθούν οι ημίφωτες γωνίες με την ρύθμιση ενός διαφράγματος, να αιχμαλωτιστεί ο χρόνος της με την ταχύτητα του κλείστρου; Πού βρίσκεται το αληθινό της πρόσωπο; Στα κλειστοφοβικά δωμάτια ή στους αγοραφοβικούς δρόμους, στα μελαγχολικά μπαλκόνια ή τις δύσοσμες διαδρομές; Και μέσα από το σκόπευτρο ποιος θα κοιτάζει;

Ο 35χρονος φωτογράφος πασχίζει να δει μέσα απ’ τα μάτια ντόπιων και ξένων. Διαπιστώνοντας πως κάθε ένδειξη ελληνικότητας πάνω του έχει επισκιαστεί από την προφορά και τους τρόπους του, αντιμετωπίζοντας τον φθόνο και το παράπονο των γηγενών (χαρακτηριστική η στιχομυθία μ’ έναν γέροντα χωριανό, αν οι μετανάστες ξέχασαν εκείνους ή το αντίστροφο) ο «αδαής ταξιδιώτης από τους αντίποδες» αναρωτιέται σε ποιο δελτίο εθνικής, πολιτισμικής ή φαντασιακής ταυτότητας είναι καταχωρημένος. Σε μια Οδύσσειά τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική αναζητά τη συνάντηση με το κληρονομημένο οικογενειακό παρελθόν στην Ελλάδα σκοτεινότερων εποχών που «έδιωξε» τους γονείς του – η Αυστραλία υπήρξε επιλογή πολιτικής διαφυγής και απόδραση από την επαρχιακή ασφυξία για πατέρα και μητέρα αντίστοιχα – και με το ευρύτερο φαντασιακό κέλυφός της, την Ευρώπη.

Απέναντι στις ματαιωμένες προσδοκίες στέκεται ο αντίλογος του αυτόχθονος κατά της μαζοχιστικής εμμονής με το παρελθόν, που αναρωτιέται γιατί να στερηθεί το εισαγόμενο καταναλωτικό λούστρο της νέας τους ζωής (δεδομένο για τον χορτασμένο ξένο) μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στις νοσταλγίες των παιδικών φωτογραφιών και τις προσδοκίες των τουριστικών καρτ ποστάλ. Σε αντίθεση με τον γκρίζο κι ενίοτε βρόμικο ρεαλισμό της παροντικής αφήγησης, που εκφράζει ιδανικότερα και τις ομοερωτικές αναζητήσεις του ήρωα, ο συγγραφέας (Μελβούρνη, 1965) επιλέγει τις φωτοσκιάσεις μιας μαγικότερης και ηθογραφικοποιημένης εκδοχής του στα εναλλασσόμενα κεφάλαια του σκληρού παρελθόντος, όπου η ελληνική περιφέρεια ζούσε υπό την ολοκληρωτική ισχύ ενστίκτων και προκαταλήψεων.

Αν η σύγχρονη Ελλάδα άλλαξε εξωτερική μάσκα διατηρώντας ρατσιστικά κατάλοιπα, τότε η Ευρώπη που περιδιαβαίνει στην συνέχεια ο ήρωας (σταθμεύοντας σε εμβληματικές της πόλεις) μοιάζει ένας μετα-ιδεολογικός, ναρκωτικός και πορνογραφικός κοπρώνας. Οι ιστορίες για τους «κακομαθημένους αριστοκράτες των σαλονιών της», που έμαθε να ονειρεύεται από τους Τζόυς, Φλωμπέρ και Σταντάλ, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, ούτε καν με τις  ερωτικές του επιθυμίες. Αποστερημένη από τις τελευταίες ιδεολογίες και με «πολίτες» στα όρια της ανυπαρξίας, η μόνη σχέση της είναι η διαιώνιση της δουλείας, σε μοντέρνες πλέον μορφές (εργασία, πορνεία, διακίνηση μεταναστών).

Η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος είναι ακριβώς η συνδυασμένη αλλά όχι παραφορτωμένη εμπλοκή περισσότερων παραμέτρων της νεοευρωπαϊκής ταυτότητας σε ρέουσα, πειστική και βαθιά αληθινή αφήγηση: από την σύγχρονη ναρκομανία (ιδίως στις αστραπιαίες καταπόσεις χαπιών από τον περίγυρο) μέχρι την έντρομη στάση της ηπείρου απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, που, ακριβώς όπως και οι κλειστές κοινωνίες του παρελθόντος, «ό, τι δεν το ξέρει, το φοβάται». Αλήθειες που ο ήρωας, πιθανώς και ο συγγραφέας, διακρίνει καθαρότερα όλων ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα (για να θυμηθούμε τον Εμπειρίκο) «Ταξιδευτής και Επιστροφεύς».

Εκδ. Printa, 2010, μτφ. Νίκη Προδρομίδου, σελ. 445 (Christos Tsiolkas, Dead Europe, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 656, -21.5.2011 (και εδώ).

Έλενα Χουζούρη – Πατρίδα από βαμβάκι

Ιστορίας Ιστόρημα

«Η Ιστορία δεν ενδιαφέρει τον μυθιστοριογράφο καθαυτήν, σαν αντικείμενο που μπορεί να το απεικονίσει, να το καταγγείλει, να το ερμηνεύσει· ο μυθιστοριογράφος δεν είναι υπηρέτης των ιστορικών· η Ιστορία τον μαγεύει επειδή είναι σαν προβολέας που περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φωτίζει, φωτίζει τις απρόσμενες δυνατότητές της, που σε ήρεμους καιρούς, όταν η Ιστορία είναι ακίνητη, δεν αξιοποιούνται, παραμένουν αθέατες και άγνωστες». (Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μτφ. Γιάννης Χάρης, εκδ. Εστία, σ. 85-86)

Κάπως έτσι φωταγωγείται εδώ ένα υποφωτισμένο, από μυθιστορηματική άποψη, ιστορικό πεδίο, εφόσον η ζωή των μετεμφυλιακών πολιτικών μεταναστών, πλούσια «ιστορημένη» και εκ των έσω «αφηγημένη», παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθησαύριστη όσον αφορά μια περισσότερο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη μυθοπλαστική ανασκαφή. Μόνο πρόσφατα η έκδοση των μυθιστορημάτων του Γιώργου Πρασσά «…και έτσι έκλεισε ο κύκλος» και του Αλέξη Πάρνη «Η Οδύσσεια των διδύμων» (εκδ. Νεφέλη και Καστανιώτη αντίστοιχα) αλλά και η έντονη παρουσία του πολιτικού πρόσφυγα στην «Μνήμη της πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο) πιθανώς σηματοδοτούν την ωρίμανση του σχετικού ενδιαφέροντος.

Η συγγραφέας εδώ δοκιμάζει κάθε μέσο προς τον προαναφερθέντα στο παράθεμα χειρισμό: διαβάζει το δίγλωσσο σημειωματάριο του κεντρικού χαρακτήρα Στέργιου Χ., επιστρατεύει διηγήσεις τρίτων και φωνές «που έχουν εισβάλλει μέσα της», απευθύνεται στον αναγνώστη ή στους ήρωές της, μαντεύει τι θα διαβάζαμε αν κατέγραφαν τις σκέψεις τους, τους τοποθετεί σε κάδρακαι καρέ, τοπογραφεί το περιβάλλον με τις λεωφορειακές τους διαδρομές, εισχωρεί στα ενύπνιά τους, περιγράφει φωτογραφίες που διαθέτει ή φαντάζεται άλλες, ανατρέχει στον Τύπο της εποχής και πάντοτε υποθέτει χωρίς ποτέ να είναι σίγουρη. Οι χρόνοι του ξεφυλλίσματος των σημειώσεων, της συγγραφής του μυθιστορήματος (που με κάθε ευκαιρία τονίζει πως γράφει) και του ταξιδιού του Στέργιου ταυτίζονται σε παράλληλη σιδηροδρομική και μυθοπλαστική τροχιά.

Ο Στέργιος ταξιδεύει με την σύζυγο και τις κόρες του «πολιτικός πρόσφυγας από θέληση και πεποίθηση, δεύτερη φορά σε δεκαοχτώ χρόνια», αντιστρέφοντας την διαδρομή που έκανε το 1949, με αφετηρία τώρα την Τασκένδη και προορισμό τα Σκόπια, τον πλησιέστερο στην δικτατορική Ελλάδα τόπο. Η εποχούμενη α-τοπία του τρένου αποτελεί πρόσφορη σχεδία αναδρομής και ανατομής της ζωής του σε μια από τις δεκατέσσερις «Ελληνικές Πολιτείες» του Ουζμπεκιστάν, από την αμήχανη άφιξη στην Εδέμ των δικών τους Γραφών και τους πρώτους ενθουσιασμούς στις συνεχείς υπενθυμίσεις του χρέους και της άμιλλας και στην προοπτική διάρκειας που συγκρουόταν με τον πόθο της επιστροφής.

Πιστός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος, παρόλο που το Κόμμα καθόρισε δις την συναισθηματική – προσωπική του ζωή (στον γάμο του με την Σταυρούλα, συναγωνίστρια στα βουνά, και στον χωρισμό με την ρωσίδα Όλγα) αλλά και την ιατρική του ειδίκευση, θα κλυδωνιστεί από αμφιβολίες για τους εφαρμοστές της. Η αποσταλινοποίηση του εικοστού συνεδρίου, η άγνοια και η συνενοχή, η ντιρεκτίβα της απαγόρευσης των «βλαβερών» βιβλίων, οι κομματικές επαναξιολογήσεις της «Ανακαταγραφής», η καχυποψία στους κόλπους της κοινότητας, το ενδεχόμενο της διαγραφής και του κενού της μετέπειτα ζωής που συντρίβει τους συντρόφους που ζητούν την στήριξή του, όλα σηματοδοτούν την οριστική απώλεια της παλιάς χαρούμενης ατμόσφαιρας και των κοινών αυλών. Ενδεικτικές είναι οι αδύναμες στιγμές του κάτω από τα κολοσσιαία αγάλματα των Λένιν – Στάλιν που με την πέτρινη αδιαφορία τους τον αφήνουν αδιαφώτιστο. Θερινός εθελοντής στις απέραντες ουζμπέκικες βαμβακοφυτείες αναρωτιέται «αν όλοι έγιναν καινούργιοι άνθρωποι, αν ο ίδιος είναι πια ένας καινούργιος άνθρωπος», πάντα βασανιζόμενος από την ανεκπλήρωτη επιθυμία να γράψει σε απαγορευμένα αγαπημένα πρόσωπα και γενικότερα την συναισθηματική ενοχή για την οικογένεια πίσω στην πατρίδα (η ζωή της οποίας παρουσιάζεται συγχρονικά κι ενίοτε αντιστικτικά όπως π.χ. ο εξαιτίας του τερματισμός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του αδελφού του).

Η Σταυρούλα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική, εξαρχής δύσπιστη στάση καθώς, ακόμα κι όταν το άλγος του νόστου καταλαγιάσει, αρνείται να διαβεί την κύρια θύρα προς τη νέα χώρα: την εκμάθηση της γλώσσας. Η εκφραστική της αισθητοποιείται μόνο όταν τραγουδάει «με αγνώριστη, βαθιά από τα έγκατα φωνή». Ο μύθος κυκλώνεται και ανακυκλώνεται από επαναλήψεις και υπενθυμίσεις, ενώ στο περιθώριό του αναπνέει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τις ζωογόνες ανατάσεις της καθημερινότητας (όπως οι θεατρικές παραστάσεις της πολιτείας ή ο πρώτος περίπατος στην πόλη), το ζοφερό κλίμα της ημέρας του θανάτου του Στάλιν ή των «γεγονότων» της Τασκένδης αλλά και οι φευγαλέες εικόνες των ερήμων του Καζακστάν και των χρωμάτων της φθινοπωρινής Ανατολής ή οι αντηχήσεις της αρχαιότερης ιστορίας της περιοχής ως και των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

Τελικά το βαμβάκι της Νέας Χώρας δεν αντικατέστησε την πέτρα της Παλαιάς κι εκείνοι που ταξίδεψαν ως εκεί καταγεγραμμένοι ως «κάρβουνο» στα αμπάρια του πλοίου, δεν συμμετείχαν μόνο «στην συμπαντική κίνηση προς τα εμπρός για ένα υπέροχο μεγαλόπρεπο αύριο» αλλά και, κατά μεγάλη ειρωνεία, αποτέλεσαν το ιδανικότερο πολιτικό καύσιμο. Ο Στέργιος παραμένει σταθερός στην εξαρχής επιλογή «της αβύσσου αντί της σωφροσύνης» και δεν μετανιώνει για τίποτα· συνειδητοποιεί όμως ότι αδυνατεί να εναντιωθεί στην Ιστορία. Τι μένει στις κατά Κούντερα «ήρεμες» εποχές; Ένα ερώτημα αν όλα έγιναν νομοτελειακά και αν κάθε άπιαστο όραμα «σκοντάφτει στην ίδια την άχαρη ανθρώπινη φύση». Τουλάχιστο τότε είναι, όπως καταλήγει η συγγραφέας, καιρός για μυθιστορήματα.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 372.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 22 (καλοκαίρι 2010). Στις φωτογραφίες, κτίσματα από τις αλλοτινές γειτονιές των Ελλήνων της Τασκένδης.