Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.

Αναθεωρητική (Σ)χολή

Το mic.gr μάς έστρωσε κάτω και μας κατέστρωσε αφιέρωμα στο οποίο υποχρεωθήκαμε να επιλέξουμε ένα τραγούδι από υποτιθέμενους κλασικούς δίσκους του ροκ με την απαραίτητη επιστημονική επιχειρηματολογία. Μας υποχρέωσε και «μας υποχρέωσε». Εις ανταπόδοσιν, απαντήσαμε με τον πλέον πικρόχολο πικροσχολιασμό.

Beatles – White Album

Οι Beatles δεν είχαν τίποτα ποτέ να μου πουν. Αποτελούν Ιστορία μνημειωμένη και απομακρυσμένη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μπετόβεν, ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Υπήρξαν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μένα και τη ζωή μου. Η πρώτη μου ανάμνηση από δαύτους (και γι’ αυτό μοναδική) ήταν ένα μηχανικό αυτοκινητάκι, με ορχήστρα πάνω, που έπαιζε ένα κομμάτι που μ’ άρεσε πολύ. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών, από τις πανπρώτες μου μνήμες. Αργότερα έμαθα πως το τραγούδι λεγόταν Ob-La-Di Ob-La-Da και ξενέρωσα. Εγώ ήθελα τίτλους εμβλήματα, όχι Ομπλαντά, Ντιρλανταντά και Ντιριντάχτα.

Αργότερα γνώρισα και τις αντιπαθητικές τους φάτσες. Την φλώρικη μούρη του ΜακΚάρτνεϋ (με μια φωνή που απορώ πώς αγαπήθηκε), το θρασύ υφάκι του Λέννον (μα ποιοι είμαστε ρε παιδί μου, ουρλιάξτε κοριτσάκια μου, έτσι …έτσι….), για την δε σπουδαία μορφή του Ρίνγκο Σταρ η πένα μου είναι πολύ λίγη… Ο Λέννον βέβαια δυστυχώς δολοφονήθηκε – ένα στοιχείο που στον κάλπικο αυτό κόσμο μυθοποιεί και θρυλοποιεί κι έτσι κανείς δεν διανοείται να τον κρίνει μουσικά, φωνητικά, κλπ, ενώ η αντιπολεμική του «δράση» σαφώς τον καταξίωσε στις συνειδήσεις «των πολλών», όπως θα έλεγε κι ο Χομπσμπάουμης. Τελικά μόνο ο Χάρρισον είχε συγκροτημένη προσωπικότητα (κι έβγαλε και τους καλύτερους προσωπικούς δίσκους).

Τα τραγούδια τους μου φαίνονταν υπερβολικά απλά, παιδικά και, το χειρότερο, υπερ-υπερ-υπερεκτιμημένα. Στις μελωδίες κάτι κατάφερναν, όπως βέβαια κι άλλα χίλια γκρουπ του ροκ. Επίσης τους λουζόμασταν ακατάπαυστα από τον Πετρίδη, που δεν υπήρξε εκπομπή που να μην μας τους σερβίρει επαναλαμβάνοντας πόσο σπουδαίοι είναι ενώ εμείς βράζαμε σε μια νεότητα που ζητούσε νέα ακούσματα (που μας τα περιόριζε μια φορά τη βδομάδα). Στο δικό μου μυαλό βέβαια αυτό που αναπολούσε ήταν η παιδική/ εφηβική /νεανική του ηλικία, το προσωπικό του παρελθόν. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως ένας νέος του ’20 θεωρεί κορυφαία μουσική της ζωής του τον Αττίκ και τον Γιαννίδη. Έτσι κι εγώ προκρίνω το Ομπλαντάκι. Κατά τα άλλα οι Beatles δεν με αφορούν.

Davie Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust

Ποιος διάλεξε τον λιγότερο ενδιαφέροντα δίσκο του Μπάουι από την πρώτη μνημειακή περίοδο; Ακόμα και η επιλογή μου φαίνεται μονόδρομη. To Starman είχε τρομερή μελωδία, φευγάτη ιστορία, δραματική εξέλιξη κι ένα πρωτόγνωρο, διαστημάτο φίλινγκ. Χρόνια αργότερα το διασκεύασε ο Boy George και παραδόξως του ταίριαζε: κανείς του χώρου δεν υπήρξε ποτέ τόσο ΟΥΦΟ.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ο Μπάουι δούλεψε για τα καλά όλους τους εραστές της ροκ εντ ρολλ μυθολογίας. Μπορεί να χτυπιόταν στη σκηνή ως Ziggy ουρλιάζοντας «εμείς θα χτυπήσουμε το κατεστημένο, εμείς θα το λιώσουμε σα βδέλλα», μπορεί να έφτασε στις κόψεις τις τρομερές, αλλά δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να τα κάνει πράξη, ούτε να κάνει τον εγκέφαλό του τυρί γραβιέρα από τα ντραγκς. Σου λέει, κορόιδο είμαι; Ας ζήσω ως τα γεράματα, να το γλεντήσω πουλώντας τις υπέροχες περσόνες μου.

The Doors – The Doors

Doors…τους σεβόμουν αλλά κάπως κάτι κάπου κάποτε δεν μου πήγαινε. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, μια επαναστατικότητα που είχε έδαφος να αναπτυχθεί. Με τα δικά μου εφηβικάτα όμως (που ούτως ή άλλως δε θέλω να θυμάμαι) ήταν ασύμβατοι. Αφήστε που ακόμα και σήμερα όταν ακούω την εισαγωγή του Riders on the storm βλέπω μπροστά μου άσπρες ποδιές και την αποστειρωμένη αίθουσα με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Γιατί να λατρέψω ένα τύπο που χαράμισε ζωή και ταλέντο στα ναρκωτικά; Σας παραπέμπω στο σημείωμα του Μπάμπη Αργυρίου για τον θάνατο του Dee Dee Ramone εδώ. «Το έχω δει το έργο πολλές φορές και δε λυπάμαι πια όλους αυτούς που η ζωή τους φέρθηκε γενναιόδωρα χαρίζοντάς τους ταλέντο και δημιουργική φλέβα κι αυτοί… πλήττουν μέσα στη δόξα και το χρήμα και το ρίχνουν σε αυτοκαταστροφικά παιχνίδια». Ζήσε καλά, πέθανε νέος – το συζητάμε. Ζήσε μαστούρα, πέθανε νέος – λίγο δειλία το βρίσκω.

Επίσης πάντα αναρωτιόμουν: αν ο Μόρρισον δεν ήταν ωραίος, αλητάκος, ανάρχα και μικροπεθαμένος, θα είχε τέτοιο φοβερό σουξέ ανάμεσά μας; Αν ήταν χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και χοντρά γυαλιά, τραγουδούσε καθιστός Come on baby light my fire θα τον κάναμε γκράφιτι στις σχολικές τσάντες, αφίσα, είδωλο; Anyway, εδώ μέσα αυτό που συνεχίζω μέχρι σήμερα να τιμώ είναι το Μπρεχτικό Alabama Song (Whiskey Bar). Ήταν η πρώτη μου επαφή με ένα άλλο είδος, μια άλλη γραφή, και χρειαζόμουν κι ένα μύθο για την περιπλάνηση στα μπαρ που θεωρούσα ως ιδανικό τρόπο ζωής. Μετά μεγάλωσα.

Velvet Underground and Nico

Εδώ η απάντηση διχάζεται. Να διαλέξω Venus in Furs ή το Sunday Morning; «Θεωρητικά» θεωρώ ανυπέρβλητο το πρώτο: με έθισε στην κιθαριστική επαναληπτικότητα, ύμνησε το S/M, έσπασε κάποια τραγουδιστικά στερεότυπα. Αλλά πώς να αντισταθείς στον μελωδικότερο ύμνο από τους πιο καμμένους υμνητές; Είτε υμνεί την αισιοδοξία μέσα στο βούρκο, είτε το αντίθετο, η ίδια η μουσική του Sunday Morning σε σπρώχνει να ζήσεις ένα εκατομμύριο ακόμα κυριακάτικα πρωινά. Άσε που ο Κύριος Ρίντιος εξέφρασε μ’ ένα στίχο το πρόβλημα μιας ζωής μας: I’ve got a feeling I don’t want to know.

Λίγα χρόνια μετά το Perfect Day θα συμπληρώσει την δυάδα που από τη μία όψη ξεχειλίζει ήλιο κι από την άλλη σε περιμένει το σκοτάδι. Σήμερα νοιώθω τη γνωστή γεμιστική ικανοποίηση που τόσο ο Reed όσο ο Cale ζουν μέχρι σήμερα όπως γουστάρουν, μετράνε δεκαετίες διαρκούς δημιουργίας, και μουσικά το προχώρησαν πολύ μακριά. Για μένα αυτοί είναι οι πραγματικοί ρόκερς. Till the end.

Clash – London Calling

Respect. Προσωπικότητες. Να τους ακούς, να τους διαβάζεις, και μακάρι και να τους ζούσες. Τρελή αδικία το ότι στη χώρα μας παίζονται μόνο με το Rock the Cashbah και Should I stay or should I go, κατώτερα από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τραγούδια τους… Βέβαια προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ το λέρωμα του πούρου ροκ εντ ρολλ με λευκιές φανκιές. Σα να έμπαινε σαρδόνια ένα μέινστριμ ρεύμα στο δωμάτιο.  Επίσης δεν γνωρίζω κανέναν που να ακούει σήμερα ολόκληρους τους δίσκους τους. Αλλά ίσως αυτή είναι η πορεία κάποιων σπουδαίων δίσκων: δεν είναι να ακούγονται πάντα, ούτε να ακούγονται ολόκληροι.

London Calling. Επιτέλους, ένα τραγούδι που μου έδινε να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί πάνω. Που καλούσε για βοήθεια, αλλά και συμμετοχή. Που δεν έκανε γελοίες επιδείξεις σαν τους Σεξοπιστολάδες αλλά έριχνε ευθεία το βλέμμα και κάρφωνε οργή.Και κάποιος που για πρώτη φορά μου έλεγε ευθέως πως ζει δίπλα στο βασιλικό ποτάμι, άστεγος.

Joy Division – Closer

Άλλη μια περίπτωση που ο θάνατος εκτοξεύει στα ύψη τη μουσική σου, απ’ όποια πλευρά και να το πάρει κανείς. Φοβάμαι πως οι JD δεν θα έχαιραν αντίστοιχης εκτίμησης αν ο Ian Curtis δεν είχε αυτοκτονήσει, έχοντας βέβαια νωρίτερα τραγουδήσει την κατάθλιψή του. Μουσικά τα περισσότερα κομμάτια τους δε μου άρεσαν ποτέ. Σωστά το είχε γράψει ο Κοντογούρης σ’ ένα παλιό Ποπ και Ροκ στο μονοσέλιδο που παρουσίαζε τα πολύ καινούργια σχήματα: «θυμίζουν πρώιμους Black Sabbath». Δεν αναφερόταν βέβαια στο Closer που είναι αλλιώς.

Decades. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε τον επιθανάτιο ρόγχο του, η μουσική του πραγματικά επενδύει τον Θάνατο. Και μέχρι σήμερα δε μπορώ να φανταστώ άλλο τραγούδι να τον πλησιάζει τόσο, ίσως ακολουθεί το The Funeral των Cure. Αλλά υπήρχε κάτι ψεύτικο, κάτι φτιαχτό στην εκφορά του Robert Smith. Ενώ στη φωνή του Curtis….

Tuxedomoon – Desire

Τους αγάπησα σ’ όλες τις μορφές, τους άκουσα πάρα πάρα πολύ, σκάβω μέχρι σήμερα ακόμα και τους προσωπικούς τους δίσκους του καθενός. Αλλά όσο κι αν ακουστεί «αιρετικό», το Desire ούτε τότε ούτε σήμερα μπορώ να το ακούσω, σίγουρα όχι ολόκληρο. Εδώ είχα την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, ότι η μουσική μας πάει σε καινούργιες διαδρομές (εντάξει, μετά είδα ότι δεν ήταν και τόσο καινούργιες, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία) αλλά κάθε φορά μετά από λίγη ώρα στόπαρα την κασέτα. Τι έλειπε; Μα η καρφωτική, στοιχειωτική μελωδία. Αυτό που θα έκαναν λίγο αργότερα και πάλι όχι πάντα. Εδώ το είχε μόνο το East/Jinx/…/Music #1, το πρώτο αριστούργημα των Νέων Ευρωπαίων που ήταν Αμερικανοί.

The Smiths – The Queen is Dead

Ο χειρότερος δίσκος των Smiths, από τους κανονικούς, όχι τους δεκαπέντε συλλογικούς και bestικούς. Για άλλη μια φορά ένα συγκρότημα (που τα είπε όλα με τον πρώτο δίσκο και τα σιγνκλάκια της πρώτης περιόδου) γίνεται στην καθυστερημένη χώρα μας καθυστερημένα γνωστό, με το χειρότερο σύνολό του, για άλλη μια φορά στη χώρα μας σουξέ γίνεται το χειρότερο κομμάτι του, το Bigmouth strikes again (τελικά αυτά τα βήτα φωνητικά τι είναι; αυτιστικό παιδάκι; κινέζικο καρτούν; στρουμφάκι; βλακωδία του παραγωγού; γιατί δεν έβαλε και καμιά σφυρίχτρα;).

Φάρος λαμπρός εδώ το There is a light that never goes out. Άψογη ποπ και τα απαραίτητα ψευτομελοδραματικά λογάκια που ευτυχώς αποποιήθηκα έγκαιρα, όταν η μούσα μου πήγε και τα έφτιαξε με τον μαλάκα της σχολής, άρα ξύπνησα νωρίς: κανείς και τίποτα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτόν, ούτε ουρανίσια, ούτε θαλασσίσια. Tonight by your side it’s such a heavenly way to die; Oxi kale, ase kalytera, lew na zisw ki egw (opws allwste ki esy) kai na paw stin epomeni.

Violent Femmes – Violent Femmes

Τι; Violent Femmes;;; Ένα από τα πιο υπερεκτιμημένα γκρουπ του γαλαξία; Ούτε μισό κομμάτι! 1983, εποχή που δεκάδες σκηνές (από αγγλική post punk ως αμερικανική ψυχεδελική) βράζουν, κάποιοι αποφασίζουν πως πρέπει να λατρέψουμε τους Violent Femmes και τους Dream Syndicate. Αρχίζει μια ανελέητη προώθηση μέσω Ποπ και Ροκ (ίσως αλλοθάκι για τις παλιατσούρες με τις οποίες μας είχαν βομβαρδίσει – ο Ήχος κράτησε μικρότερο καλάθι αν και το φούλαρε κι αυτός) μόνο που δεν ήταν καλά συνεννοημένοι: άλλος τους έλεγε γκαράζ (!), άλλος νεοψυχεδέλεια (!!), μόνο γιεγιέδες δεν τους είπαν. Ενώ ήταν απλή αμερικάνικη ροκούρα.

Σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε κι όλους αυτούς τους μεθυσμένους που χοροπηδούσαν και σε ξενύχιαζαν με το Kiss Off, παθιασμένοι με τους δέκα λόγους που άξιζε να φτύσουν την γκόμενα που δεν είχαν ακόμα. Στο δικό μου θυμικό η αντίστοιχη θηλυκή συμπεριφορά παρατηρείται στο άκουσμα του άσματος «Τα έδωσα όλα κι έμεινα στον άσσο», όπου χτυπιούνται δεσποινίδες που δεν έχουν δώσει ακόμα τίποτα απολύτως και σε κανέναν.

Portishead – Dummy

Εδώ καταθέτω ένα βιογραφικό παράδοξο. Ζούσα επί χρόνια σε ιδιόμορφες συνθήκες: χωρίς τηλεόραση (σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη μόνο ο Αγγελάκας κι εγώ – εννοώ από τις επώνυμες προσωπικότητες), χωρίς ράδιο, αργότερα χωρίς σιντιέρα, χωρίς παρέες με ίδια μουσικά γούστα και για καιρό χωρίς ίντερνετ – πήγαινα τα κείμενα στο πρώιμο mic σε…δισκέτα. Έτσι δεν πήρα ποτέ χαμπάρι τις «εκρήξεις» νέων «σκηνών» παρά πολύ αργότερα. Πρώτα διάβαζα και μάθαινα για τους περίφημους π.χ. Oasis, Blur, Massive Attack, Portishead – για να αναφέρω τα δήθεν «νέα» ονόματα. Έτσι, έχοντας διαβάσει τόσους ύμνους, όταν τελικά τα άκουγα η απογοήτευση ήταν τεράστια: «Γι’ αυτό το πράμα παραληρούν όλοι;»

Κάπως έτσι και με το ετούτο το κατά τα άλλα άρτιο σχήμα. Ενδιαφέρον αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έχεις περάσει ήδη απ’ όλη τη Μαύρη Θηλυκότητα, απ’ όλη την Σόουλ και Μπλουζ Αισθαντικότητα, τι να σου πούνε τα εγγλέζικα μελόπαιδα; Θα μου πεις, βαρεθήκαμε τις Μυθολογίες του Μέμφις, ας φτιάξουμε μια του Μπρίστολ. Και εγέννητο Trip Hop! Sour Times εδώ, ως μονόφθαλμο στα τυφλά. Όλως τυχαίως, οι 99 στους 100 αυτό διαλέγουν.

Bjork – Post

Τόσο με τους Sugarcubes όσο και τη Bjork επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά πως η υποτιθέμενη ανεξάρτητη σκηνή λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο με την μέινστριμ, απλώς ένοιωθε λίγο σαν Β΄ Εθνική. Τα πραγματικά «ανεξάρτητα» υπέροχα σχήματα ήταν μακριά από δω, ήταν στις άγνωστες εταιρείες, στα απανταχού συνοικιακά υπόγεια, στους χειροποίητους δίσκους. Έτσι, όταν έβλεπα διαρκώς στην κορυφή των τοπ του περιοδικού Catalogue τους μεν και τη δε, έλεγα αποκλείεται αυτοί να αξίζουν φράγκο.

Βέβαια η δαιμόνια ποντικομούρα δεν ήταν χαζή να μείνει πάνω στο παγόβουνο των indies. Το ’δειχνε απ’ την αρχή πως θέλει να γίνει σταρέσσα και επέλεξε να πλασάρει ακριβώς αυτό που δεν έχουν οι άλλοι/ες. Ποτέ μου δε κατάλαβα πώς είναι δυνατό μια άτεχνη, γκριναροπαραληρούσα φωνή σε εντελώς αμελωδικά κομμάτια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Μήπως επειδή το πακέτο της λιλιπούτειας καλικάντζαρης από την παγωμένη Θούλη ήταν «κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου»; Μήπως όλο και κάποιες χρειάζονταν ένα ασχημομούρικο (δηλαδή αντι-τηλεοπτικό) είδωλο να ταυτιστούν;

Ούτε ένα κομμάτι της, όχι από το δίσκο, αλλά και γενικά δεν μπορώ να ακούσω πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Όταν δε έμαθα πως θα τραγουδούσε σε ολόκληρο μιούζικαλ, του Λαρς Φον Τρίερς κιόλας, σκέφτηκα να ένα απολύτως σύγχρονο και αναίμακτο βασανιστήριο για κάθε ανακριτική αρχή. Βάλε τον ύποπτο να το δει 10 φορές και θα στα ομολογήσει όλα.

R.E.M. – Green

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον. Αδιάφορο συγκρότημα, ελάχιστα χάιλαιτς. Οι Αμερικανοί U2. Τελικά φαινόταν από την αρχή πως τους άρεσαν πολύ τα στάδια.Αν υπήρχε η συνήθεια να ονοματίζουμε τα στάδια και με ονόματα συγκροτημάτων, σίγουρα θα είχαμε κάποιο γήπεδο «REM». Φίλοι φίλαθλοι καλώς ήρθατε στο Στάδιο REM όπου σε λίγο θα διεξαχθεί η μεγάλη αναμέτρηση…Ως σπήκερ θα τους ταίριαζε (στην ανία και τον δεινοσαυρισμό) μόνο ο απαράμιλλος, ο κορυφαίος, ο μετρ κύριος…Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος!

Στις φωτογραφίες:1. Μην τους κοιτάς οργισμένος Harrison, τώρα αυτοί σου έλαχαν. 2. Σταράνθρωπος στο Εξώφυλλο του Σταρανθρώπου. 3. Brecht και Weil γελούν χωρίς να ξέρουν πως θα τραγουδηθούν από άλλους επαναστάτες, δεκαετίες μετά. Ή το ξέρουν; 4. Reed, Cale και Warhol γελούν, χωρίς να ξέρουν πως η υστεροφημία τους είναι κερδισμένη. Ή το ξέρουν; 5. Ο Joe Strummer σίγουρα θα διάβαζε Πανδοχείο αν υπήρχε τότε κι αν ήταν έντυπο. 6. Ο Ian Curtis σε μια σπάνια χαρούμενη στιγμή με τους άλλους τρεις Joy Division. Οι οποίοι – αυτό που λέγαμε – προτίμησαν να ζήσουν και να τραγουδήσουν τα βάθη τους ως New Order. 7. Tuxedo Moon σε πρωτόλεια μορφή: διακρίνονται και οι 4 προσωπικότητες: S. Brown, P. Principle, W.Tong. B. Reininger. 8. Όσο και να αλλάξεις, εμείς μαζί σου. Και όντως δεν πεθαίνει. 9. Μια χάριν αφίσας έξυπνη αναγωγή του ονόματος των Violent Femmes στον σαδομαζοχισμό των παλαιών διδασκαλισσών. 10. H λαίδη Portishead προσπαθεί να μας ανάψει μια φλόγα. 11. Η άλλη λαίδη και τα 20 μάτια των REM που κατάφεραν να με υπνώσουν, χρόνια τώρα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ, όπου και σπαρταριστά «αντιδραστικά» σχόλια. Όλο το αφιέρωμα εκεί.