Marina Abramovic – Περνώντας από τοίχους

abramovic

Αυτό που ζει καθένας από εμάς, το να είναι ο μικρός, δικός του εαυτός μέσα στην ιδιωτικότητά του, δεν υπάρχει στην περφόρμανς. Είσοδος στο χώρο της σημαίνει πως ενεργείς ορμώμενος από έναν υψηλότερο εαυτό, δεν είσαι πλέον εσύ. […] Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία…Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσε δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα [σ. 58, 59]…

… γράφει για την περφόρμανς Rhythm 10 η σπάνια καλλιτέχνις και περφόρμερ στην συναρπαστική της αυτοβιογραφία, σε μια διήγηση που πραγματικά δεν ήθελα να τελειώσει. Ακόμα και στα πρώτα κεφάλαια, που αναφέρονται όπως είναι αναμενόμενο στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της χρόνια, η αφήγηση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς αυτά ακριβώς έφτιαξαν την προσωπικότητά της και το έργο της.

abramovic-2

Η μικρή Μαρίνα δυστροπεί μπροστά στην θλιβερή αισθητική του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού «που βασίζεται αμιγώς στην ασχήμια», υποφέρει με τους ατέλειωτους καυγάδες των γονέων της, που αποτελούν σημαίνοντα πρόσωπα του Κόμματος υπό την ηγεσία του Τίτο αλλά κοιμούνται παρ’ όλα αυτά με ένα πιστόλι στο κομοδίνο ο καθένας τους, βρίσκει όποτε μπορεί καταφύγιο στην γιαγιά της, που έχασε όλη της την περιουσία όταν η κόρη της τα κατέθεσε στο Κόμμα, φοβάται παθολογικά το αίμα μια ψυχοσωματική αντίδραση στην σωματική κακοποίηση που υφίστατο από την μητέρα της (το χαστούκι έπεφτε σύννεφο με κάθε αφορμή και μη αφορμή).

Κι όμως, άλλες δυο τιμωρίες της μητέρας της άνοιξαν, εκτός από τα συναρπαστικά της όνειρα, νέους κόσμους στην ανήσυχη Μαρίνα. Πρώτα η εξοικείωση με το σκοτάδι και τα πνεύματά του και τα πάσης φύσεως αόρατα όντα όταν έπρεπε τιμωρημένη να μπει στο πλακάρ, την βαθειά ντουλάπα ρούχων. Ύστερα η υποχρέωσή της διαβάσει όλο τον Προυστ, τον Καμύ και τον Ζιντ: η πραγματικότητα των βιβλίων ήταν ισχυρότερη από την πραγματικότητα γύρω της.

abramovic-relation-in-space

Η σκληρή κομμουνίστρια μητέρα της, με παθολογική εμμονή στην τάξη και την πειθαρχία την χρησιμοποιούσε συχνά ως … ασπίδα για τα χτυπήματα του συζύγου της. Η έφηβη πλέον Μαρίνα αισθάνεται ως τέρας με τα απαίσια σοσιαλιστικά διορθωτικά θορυβώδη παπούτσια και σύντομα με γυαλιά και αισθάνεται μεγάλη ντροπή όταν βρεθεί μπροστά σε οποιονδήποτε. Τι άλλαξε; Η ίδια η τέχνη: το πρώτο της δώρο, ένα σετ  με λαδομπογιές. Όταν ένας καλλιτέχνης απανθρακώνει μπροστά της το ίδιο του το έργο εκείνη συνειδητοποιεί ότι η διαδικασία είναι ανώτερη από το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αργότερα η περφόρμανς θα σημαίνει περισσότερα απ’ ότι το αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν έχει διάρκεια ούτε σταθερότητα. Οι πίνακές μου δεν είναι παρά οι στάχτες της τέχνης μου, έλεγε ο Υβ Κλάιν.

Τότε ήταν που αναρωτήθηκε γιατί να περιοριστεί στις δυο διαστάσεις της ζωγραφικής όταν μπορεί να δημιουργήσει τέχνη με οτιδήποτε, με φωτιά, νερό, με το ανθρώπινο σώμα, με σκόνη, με σκουπίδια, με τα πάντα. Συνειδητοποίησε ότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει απόλυτη ελευθερία και το συναίσθημα ήταν απόλυτα απελευθερωτικό. Στην Σχολή Καλών Τεχνών άρχισε να βγάζει σε κοινή θέα εκείνα για τα οποία ντρεπόταν.

abramovic-freeing-the-voice

Το διεθνές 1968 έκανε τους νεαρούς γιουγκοσλάβους να δουν πως όλα είχαν γίνει για το θεαθήναι: ο τιτοϊκός κομμουνισμός δεν είχε ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία και η συμμετοχική τέχνη αποτελεί προς το παρόν τον μοναδικό τρόπο ελευθερίας. Η Αμπράμοβιτς μαζί με πέντε φίλους φτιάχνει την Ομάδα 70 που επιθυμεί να φέρει την ίδια την ζωή στην τέχνη. Ενημερώνονται για τους κονσεπτουαλιστές στην Αμερική που έβαζαν σημαντικές λέξεις στα αντικείμενα, το ιταλικό κίνημα Arte Povera που μετέτρεπε καθημερινά αντικείμενα σε τέχνη, το αντιεμπορικό Γερμανικό Fluxus, τον Γόζεφ Μπόις, τον Ναμ Τζουν Πάικ. Εκείνη αρχίζει να κατασκευάζει καρτ ποστάλ όπου αφαιρεί τα μνημεία του Βελιγραδίου – μια άλλη έκφραση έντονης επιθυμίας για ελευθερία.

Όπως είναι αναμενόμενο, η συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου της στην χρονολογικά γραμμική αφήγηση των περφόρμανς της. Σταχυολογώ εδώ ένα μόνο μέρος από τις διηγήσεις της. Στο Rhythm 10 (1973) μετατρέπει σε περφόρμανς ένα παράφρον ρωσικό και γιουγκοσλαβικό «παιχνίδι»: χτυπάει γρήγορα με ένα μαχαίρι το κενό ανάμεσα στα ανοιγμένα δάχτυλα του χεριού της. Σε κάθε αστοχία υποχρεώνεσαι να πιεις και φυσικά όσο περισσότερο μεθάς τόσο πιθανότερο είναι να μαχαιρωθείς. Η καλλιτέχνις για πρώτη φορά αισθάνεται τον ηλεκτρισμό τους σιωπηλού κοινού και το αίσθημα κινδύνου που την ενώνει με τους θεατές. Ήμασταν ένας ενιαίος οργανισμός. Φυσικά στο τέλος είναι καταματωμένη.

abramovic-freeing-the-body

Ακολουθεί το Rhythm 5 (1974), όπου βάζει το σώμα της μέσα σε φλεγόμενο ξύλινο πεντάκτινο αστέρι (σύμβολο της καταπίεσης του κομμουνισμού, πεντάλφα αρχαίων θρησκειών κλπ.)· μπροστά στο καθηλωμένο κοινό χάνει τις αισθήσεις της. Στο Rhythm 2 (1974) παίρνει ταυτόχρονα δυο χάπια, ένα που αναγκάζει τους κατατονικούς να κινηθούν κι ένα που ηρεμεί τους σχιζοφρενείς. Πρώτα τραντάζεται ολόκληρη, ύστερα πέφτει σε παθητική έκσταση, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα. Στο Rhythm 4 (1974) αναζητά και πάλι τις δυο καταστάσεις, της συνειδητότητας και της μη συνειδητότητας, ως νέους τρόπους χρήσης του σώματός της ως υλικού. Γονατισμένη πάνω από έναν βιομηχανικό ανεμιστήρα προσπαθεί να βάλει στους πνεύμονές της όσο περισσότερο αέρα μπορεί, μέχρι αναισθησίας.

abramovic-rhythm-0

Οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες την σχολιάζουν ως επιδειξιομανή μαζοχίστρια που πρέπει να μπει σε ψυχιατρείο. Αυτές οι αντιδράσεις της εμπνέουν το πιο τολμηρό της έργο μέχρι σήμερα. Τι θα γινόταν αν, αντί να κάνει κάτι η ίδια στον εαυτό της, αφήσει το κοινό να αποφασίσει τι θα της κάνει; Στο Rhythm 0 (1975) στη Νάπολη στέκει ανέκφραστη μπροστά από ένα τραπέζι με εβδομήντα δυο αντικείμενα (από τσεκούρι, σφυρί, πριόνι, μαχαίρι, βελόνες, μέχρι στιλό, μέλι, καθρέφτη) που το κοινό μπορεί να χρησιμοποιήσει πάνω της όπως θέλει για τις επόμενες έξι ώρες. Η Αμπράμοβιτς θυμάται πως σε όλη την περφόρμανς οι γυναίκες ήταν που έλεγαν στους άντρες τους τι να της κάνουν και τελικά δεν την βίασαν επειδή εκείνες ήταν μπροστά. Στο χώρο υπήρξε μια διάχυτη σεξουαλικότητα· άλλωστε  η συμπεριφορά απέναντι σε μια γυναίκα στη Νότια Ιταλία είναι άλλοτε σαν σε Παναγίας και άλλοτε σαν σε πόρνης. Στο τέλος καταλήγει μισόγυμνη και αιμορραγούσα, αλλά όταν αρχίσει εκείνη πλέον να πλησιάζει το κοινό όλοι τρέχουν να φύγουν.

abramovic-thomas-lips

Τι έμεινε από εκείνη την παράσταση πέρα από την ύστερη συνειδητοποίηση ότι το κοινό μπορεί να σε σκοτώσει; Η ουσία μιας περφόρμανς είναι πως κοινό και ερμηνευτής δημιουργούν το έργο μαζί. Η καλλιτέχνις ήθελε να δοκιμάσει τα όρια του κοινού, να δει πόσο μακριά θα έφταναν. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την οδύνη, την θνητότητα· η αναπαράσταση αυτών των φόβων απελευθέρωσε τους δικούς της φόβους. Η συνέχεια δεν μπορεί να μην είναι ανάλογη. Στην περφόρμανς Thomas Lips (1975) αυτομαστιγώνεται άγρια μέχρι· στην αρχή σπαράζει αλλά μετά ο πόνος εξαφανίζεται. Ο πόνος ήταν τοίχος κι εκείνη πέρασε μέσα του βγαίνοντας στην άλλη πλευρά.

Στο Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful (1975) κάθεται γυμνή ενώπιον του κοινού κρατώντας μεταλλική βούρτσα και χτένα, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της όσο πιο λυσσασμένη μπορεί, μέχρι να πονάει αφόρητα, ενώ επαναλαμβάνει τις φράσεις του τίτλου, που σαρκάζουν την γιουγκοσλαβική αισθητική αντίληψη πως η τέχνη πρέπει να είναι όμορφη και οι πίνακες πρέπει να ταιριάζουν με τα χαλιά και τα έπιπλα. Αν πάλι η τέχνη είναι απλώς πολιτική καταντάει εφημερίδα. Η τέχνη πρέπει να ενοχλεί, να θέτει ερωτήματα, να προβλέπει το μέλλον.

abramovic-art-must-be-beautiful-artist-must-be-beautiful

Στο Freeing the Voice (1975) ουρλιάζει επί τρεις ώρες μέχρι να χάσει την φωνή της. Η γνωριμία της με τον καλλιτέχνη Φρανκ Ούβε (Ουλάι) Λάιζιπεν δεν την οδηγεί μόνο σε έναν θυελλώδη έρωτα αλλά και στον βασικό της παρτενέρ στις επόμενες παραστάσεις. Στο Relation in Space (1976) τρέχουν γυμνοί πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, ενώ από τα μικρόφωνα ακούγεται ο ήχος της σάρκας πάνω στην σάρκα, ένας ήχος μουσικός, ρυθμικός. Το ζευγάρι ζει κυριολεκτικά στον δρόμο, σε ένα παλιό αστυνομικό Σιτροέν και ταξιδεύει, κάτι που για την Αμπράμοβιτς ήταν πάντοτε αφροδισιακό. Στο Breathing In, Breathing Out (1977) αναπνέουν ο ένας μέσα στον άλλον μέχρι λιποθυμίας. Στο Imponderabilia (1977) στέκονται γυμνοί στις άκρες μιας στενής πόρτας αναγκάζοντας τους θεατές να περάσουν ανάμεσά τους στραμμένοι σε έναν από τους δυο. Στο Light / Dark (1978) ο ένας χαστουκίζει τον άλλον επί είκοσι λεπτά, χρησιμοποιώντας τα σώματα ως μουσικά όργανα.

abramovic-breathing-in-breathing-out

Η τέχνη της περφόρμανς έχει τις ιδιαιτερότητές της. Είναι πολύ πιο αυθόρμητη από το θέατρο, εφόσον δεν γίνονται πρόβες. Το κοινό συνήθως δεν χειροκροτάει ενώ συχνά ανάμεσά του βρίσκονται «διάφοροι περίεργοι και διαταραγμένοι τύποι». Όταν κάποτε σταματήσει η περιπλάνηση το ζευγάρι νοικιάζει μια παγωμένη αποθήκη στο λιμάνι του Άμστερνταμ, που σύντομα λειτουργεί ως κοινόβιο εκκεντρικών καλλιτεχνών. Στο Rest Energy (1980) προκαλεί τον κίνδυνο για άλλη μια φορά, έχοντας ένα βέλος στραμμένο στην καρδιά της, ενώ ο κόσμος ακούει μεγεθυμένο τον ήχο της. Η ίδια συνειδητοποιεί πως επανέρχεται συνεχώς στο ίδιο μοτίβο: μια ζωή προσπαθεί να αποδείξει σε όλους που μπορεί να τα καταφέρει μόνη της, πως μπορεί να επιβιώσει χωρίς να χρειάζεται κανέναν.

abramovic-imponderabilia

Τα ταξίδια κρατούν τον άνθρωπο νέο, επειδή δεν έχει χρόνο να γεράσει και το ζευγάρι δοκιμάζει να κάνει περφόρμανς στις άκρες του κόσμου. Εδώ οι σελίδες είναι βγαλμένες από την ιδανικότερη ταξιδογραφική παράδοση. Πρώτα ζουν με τους Αβορίγινες της Αυστραλίας, ύστερα με τους Θιβετιανούς μοναχούς. Οι δυο παρτενέρ αναζητούν τον συγκερασμό αρσενικού και θηλυκού ως το ύψιστο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Απέτυχαν γιατί για την Αμπράμοβιτς η προσωπική ζωή ήταν κι εκείνη μέρος της δημιουργίας της και της συνεργασίας τους και επέλεγε να θυσιάζει τα πάντα για την εκάστοτε ιδέα. Ο Ουλάι το έβλεπε διαφορετικά, έμενε όμως ένα μεγαλεπήβολο πρότζεκτ μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους: να διασχίσουν περπατώντας το Σινικό Τείχος ξεκινώντας ο καθένας από το απώτατο άκρο για να συναντηθούν στη μέση. Οι αφηγήσεις είναι συναρπαστικές για μια άγνωστη στους ξένους Κίνα, λίγο πριν το τέλος του Κομμουνισμού.

abramovic-carrying-the-skeleton

Παρά τις απογοητεύσεις η Αμπράμοβιτς δεν έπαψε να αναζητά το απόλυτο στην τέχνη της αλλά και στον ίδιο τον έρωτα. Την μια εκφράζει την κούρασή της από τα συνεχή ταξίδια, την άλλη διασώζει μαγευτικές εικόνες, όπως η επίσκεψη στο παλιό σπίτι του πατέρα της στο Μαυροβούνιο, όπου στα χαλάσματα πλέον «πλησιάζουν δυο άλογα και κάνουν έρωτα». Ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος την συντρίβει και εκφράζει την ντροπή της για τον ρόλο της Σερβίας. Αναπόφευκτα η μπαρόκ νοοτροπία των Βαλκανίων της εμπνέει το Balkan Baroque (1997), ενώ η ασίγαστη αναζήτησή της φτάνει μέχρι την Ιαπωνία και τις Ινδίες. Μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν παύει να κατακλύζεται από ιδέες, περφόρμανς, σχέδια, μνήμες, εικόνες, φιλοσοφίες, εξομολογήσεις από τους έρωτές της. Όλα είναι ζωή, καταλήγει, και όλη αυτή την ζωή κατάφερε να την παραχώσει σε 358 σελίδες, σε μια από τις πιο συναρπαστικές αυτοβιογραφίες που διαβάσαμε τα τελευταία χρόνια.

Marina Abramovic, σε συνεργασία με τον James Kaplan. Εκδ. Ροπή, 2016, μτφ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, σελ. 358 [Walk through Walls, 2016] Εκτός από το πλήθος ασπρόμαυρων φωτογραφιών που διανθίζουν τις σελίδες, στο τέλος περιλαμβάνεται δεκαεξασέλιδο παράρτημα και έγχρωμων φωτογραφιών.

abramovic-1_

Στις εικόνες: Μ.Α, Relation in space, Freeing the voice, Freeing the body, Rhythm 0, Thomas Lips, Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful, Breathing In Breathing Out, Imponderabilia, Carrying the skeleton, M.A.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 211.

Antonio Tabucchi – Ο μαύρος άγγελος

Εξώφυλλο Μαύρος Άγγελος

Πάντα απολαμβάνω την γραφή του Ταμπούκι και αδυνατώ να προκρίνω το είδος του κειμένου προτιμώ περισσότερο· διήγημα, μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Και στις τρεις λογοτεχνικές του δοκιμές ο συγγραφέας κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο του, αιχμαλωτίζοντάς τον σε ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις και τις ιστορίες. Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ακολουθεί την γνώριμή του πρόζα: ιστορίες που αντιστρατεύονται μια πραγματικότητα που δεν είναι ποτέ αρκετή (ας θυμηθούμε Το παιχνίδι της αντιστροφής), ελεγείες ή επανεμφανίσεις των φωνών της μνήμης (με τις οποίες ξεχείλιζε το Ρέκβιεμ) και βέβαια συνομιλώντας πάντα με συγγραφείς όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, τις Τρεις τελευταίες μέρες του οποίου άλλωστε επαρκώς λογοτέχνησε.

Η διαφορά εδώ είναι ότι όλο και κάποιος άγγελος θα εισχωρήσει στις ιστορίες, προσδίδοντας ένα μεταφυσικό στοιχείο. Ο τίτλος, άλλωστε, όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, ανήκει στον Εουτζένιο Μοντάλε που έπεσε πάνω σ’ έναν άγγελο με μαύρα φτερά πριν από τον ίδιο, συνεπώς είναι ένας τίτλος φόρου τιμής αλλά κυρίως τρυφερής θύμησης. Όμως σε ποιο βιβλίο του Ταμπούκι δεν υπήρχαν αλαφροΐσκιωτες αισθήσεις ή ανεξήγητες φωνές; Ίσα ίσα: αν ένα ακόμα από τα βιβλία του που απολαύσαμε είχε τον τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά, σε πλείστα γραπτά του ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς έστω και εν παραισθήσει εκείνο που του έχασε ή του διέφυγε. Κι εκείνο που τελικά μένει δεν είναι το παράξενο ή το ξένο αλλά το βαθιά ανθρώπινο που πάντα είναι και το ελάχιστα παρατηρημένο.

Lisboa_

Στις Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις τι ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον που διατηρεί ένα παιχνίδι που άλλος θα έλεγε παιδικό, ένα παιχνίδι μόνο ο ίδιος γνωρίζει και από ντροπή δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Είναι κάτι σαν πλάκα με τον εαυτό μας ή με τυχαίους περαστικούς, αυτοί είναι οι αδαείς σύντροφοι του εφευρέτη του. Αρκεί να βγαίνεις έξω για παράδειγμα μια Κυριακή, όπου όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους κι αρκεί μια φράση που αποφασίζεις ότι είναι αυτή, την απομονώνεις με την λαβίδα σαν ένα κομμάτι ύφασμα, την κόβεις με το ψαλίδι της φαντασίας και αυτή είναι το ξεκίνημα μιας ιστορίας. Είναι μια ιστορία που ανήκει μόνο σ’ εσένα, γιατί εκείνοι δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν, ούτε καν θα την αναγνώριζαν. Σε αυτό το παίγνιο…

… ο καθένας πρόσθεσε μια μικρή τσόντα, ένα πετραδάκι που εσύ μάζεψες, διάλεξες, έβαλες στη θέση που του ταίριαζε, εκείνο και μόνο εκείνο, για να φτιάξεις ένα μωσαϊκό που απόψε θα το κοιτάξεις με μάτια άπληστα, έκπληκτος για το ποιον δρόμο παίρνουν τα πράγματα, για το πώς η μια λέξη δένεται με την άλλη, το ένα γεγονός με το άλλο, η μια λεπτομέρειες με την άλλη, μέχρι να δημιουργήσουν μια ιστορία που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει: τη δική σου ιστορία. [σ. 15]

Revolución de los Claveles

Τώρα είσαι εσύ αυτός που τροφοδοτεί τους άλλους με προκατασκευασμένες φράσεις, γράφει ο Ταμπούκι, και αυτή είναι η ιδανικότερη παραβολή για την γραφή, την λογοτεχνία, την ίδια την δημιουργία. Στο δεύτερο διήγημα, Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση, μια συντροφιά φίλων, άντρες και γυναίκες πάνω από τα είκοσι, με έντονες ανησυχίες συναντιούνται σε ένα σπίτι με διάθεση να συνομιλήσουν μ’ έναν ποιητή που κάποτε υπήρξε σκληρός και μαχητικός κι ύστερα τα ίδια τα γεγονότα τον λύγισαν, μεταστρέφοντας την μαχητικότητα σε πικρία και στην αίσθηση ότι είναι μάταιο να δίνει κανείς μάχες.

Ο συγγραφέας αποδίδει περίτεχνα την ατμόσφαιρα της σαλαζαρικής δικτατορικής περιόδου: ένα μείγμα φόβου, λύπης και ανασφάλειας που κάνει τους Πορτογάλους να νοιώθουν πρόσφυγες σε μια πόλη που ήταν η πόλη τους και να νοσταλγούν παλιές νύχτες, όχι σαν αυτή την εχθρική με τα αρνητικά της κύματα που πάλλονταν έτοιμα να ξεσπάσουν». Σε αυτόν τον κύκλο ο Ταντέους πάντα αποζητά συνενόχους στο ξενύχτι, ώστε να διαβάσουν ποίηση για να χάσουν την αίσθηση του χρόνου. Έξω οι φανοστάτες έχουν σβήσει, μια λαμπρή ιδέα της αστυνομίας ώστε να μη συγκεντρώνονται στους δρόμους ανατρεπτικές ομάδες. 

Revolución de los Claveles Poster

Κανείς δεν θέλει να τελειώσει η βραδιά· η Ζοάνα προτείνει να διαβάσουν κάτι ακόμα, για να πιστέψει και η ίδια στην ποίηση και στη ζωή, ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν τη διάθεση να αποδώσουν στην ανάγνωση μερικών στίχων την ίδια έννοια της ελπίδας και της ψευδαίσθησης. Είναι αναπόφευκτο η νύχτα να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή. Κι ίσως σ’ αυτό το συναρπαστικό διήγημα ο Ταμπούκι να υπερβαίνει την γλυκιά ευθεία πολλών ιστοριών του και να αφήνεται σε μια απροσδόκητη, δραματικότατη κορύφωση.

Κι όλα άρχιζαν από την αρχή στη φαντασία αυτού που φανταζόταν εκείνη τη νύχτα, εν είδει παντομίμας ή μαγείας: από την πόρτα στις πολυθρόνες, από τις πολυθρόνες στην πόρτα, σαν πλάσματα υπνωτισμένα, καταδικασμένα σε μια επανάληψη χωρίς λογική, πλάσματα αναγκασμένα να ζουν συνεχώς το πρελούδιο της φρικτής περιπέτειας που τα περίμενε εκείνη η νύχτα και καμία φαντασία δεν είχε το κουράγιο να τα κάνει να ζήσουν όπως έπρεπε να ζήσουν. [σ. 45]

Tabucchi A_

Μην ξεχνάμε ότι για την ατέλειωτη θλιβερή πολιτική περίοδο της Πορτογαλίας ο Ταμπούκι έγραψε το περίφημο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Εδώ στην συλλογή ο ζοφερός πολιτικός μανδύας σκεπάζει πρώτα την Πρωτοχρονιά, στα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου ο φασισμός αυτή την φορά εμφανίζεται στην μορφή του πατέρα του μικρού ήρωα, ο οποίος αναζητά καταφύγιο στην φαντασία, δίνοντας αλλόκοσμες ιδιότητες στις οικογενειακές μορφές. Το νανούρισμα, από την άλλη, επιστρέφει στο σήμερα, και στην πρόσκληση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης προς μια κριτικό λογοτεχνίας για να δώσει διάλεξη για τον Σελίν. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και πάλι το ταξίδι για να βυθίσει την ηρωίδα στις δικές της αναδρομές. Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μου θυμίζει τη ζωή σου αφορά την ύστατη ευκαιρία για φλερτ που απρόσμενα δίνεται σε έναν γηραιό ποιητή.

Ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται στο πιο εφιαλτικό κείμενο του βιβλίου: Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε εις το όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οι ενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης.

Tabucchi b

Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών. Δεν ψάξαμε εμείς να σας βρούμε, είστε εσείς αυτός που μας έκανε νεύμα […] ο μοναδικός λόγος είναι ότι είχατε διάθεση να διηγηθείτε μια ωραία ιστορία από το άλφα ως το ωμέγα. […] Εμάς δεν μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι συμβαίνει έξω αλλά και ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Κι αυτός ο τελευταίος καγχασμός ενώνει τους πολιτικούς εφιάλτες παρελθόντος και παρόντος.

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991].

Οι ενδιάμεσες εικόνες από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων [1974], στην καρδιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ.