Antonio Tabucchi – Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Μια μαρτυρία

t2Η αντίστροφη μαθητεία και η ύστατη αντίσταση

Ίσως κι εγώ να μην είμαι ευτυχής με όσα συμβαίνουν στην Πορτογαλία, ομολόγησε ο Περέιρα. Η κυρία Ντελγκάντο ήπιε μια γουλιά μεταλλικό νερό και είπε: τότε κάντε κάτι. Κάτι, σαν τι; απάντησε ο Περέιρα. Τι να σα πω, είπε η κυρία Ντελγκάντο, εσείς είστε ένας διανοούμενος, γράψτε για όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη, εκφράστε ελεύθερα τη σκέψη σας, κάντε κάτι , ο Περέιρα ισχυρίζεται ότι θα ήθελε να της πει πολλά πράγματα. Θα ήθελε να της απαντήσει διότι πάνω από αυτόν υπήρχε ένας διευθυντής, ό όποιος ήταν άνθρωπος του καθεστώτος, και διότι υπήρχε επίσης και το ίδιο το καθεστώς, με την αστυνομία και τη λογοκρισία του, και ότι στην Πορτογαλία όλοι ήταν φιμω­μένοι, ότι κανείς δεν μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του και ότι αυτός περνούσε τη μέρα του σε ένα μίζερο δωματιάκι της όδου Ροντρίγκο ντα Φονσέκα, παρέα με έναν ασθματικό ανεμιστήρα, υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας θυρωρού που πιθανότατα ήταν χαφιές της αστυνομίας. Δεν είπε όμως τίποτε απ’ όλα αυτά, ο Περέιρα, είπε μόνο: θα κάνω ό,τι μπορώ, κυρία Ντελγκάντο, αλλά δεν είναι εύκολο, κάποιος σαν κι εμένα, σε μια χώρα σαν κι αυτή, να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, εγώ, ξέρετε, δεν είμαι ο Τόμας Μανν…. [σ. 69]

showimg2.cgiΟ Περέιρα ισχυρίζεται. O Περέιρα θυμάται. Ο Περέιρα υποστηρίζει. Ο Περέιρα σκέφτηκε. Ο Περέιρα απάντησε. Ο Περέιρα ομολόγησε. Σε ποιον, πού, για ποιο λόγο; Ας το αναζητήσει ο αναγνώστης, ας το συμπεράνει, ας το κρίνει ο ίδιος – η ανάγνωση του παρέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία.

Λισαβόνα, Αύγουστος, 1938. Ο Περέιρα, υπεύθυνος για την πολιτιστική σελίδα της μικρής απογευματινής εφημερίδας Λισμπόα, περιφέρει το ταλαίπωρο σαρκίο του ανάμεσα σ’ ένα άθλιο δωματιάκι, στο καφέ Ορκίντεα και στο γραφείο του. Ή αλλιώς, σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα παρέα με έναν ασθματικό ανεμιστήρα, σε ένα στέκι όπου ξεγελάει τη μοναξιά του δειπνώντας και πίνοντας λεμονάδες και σ’ ένα γραφείο όπου εξαργυρώνει την αγάπη του για την λογοτεχνία.

Sostiene-PereiraΕυτραφής (το λίπος περικύκλωνε την ψυχή του – αν και εκ των υστέρων διαπιστώνουμε πως ίσως επρόκειτο για άλλου είδους ασφυξία), δυσκίνητος, εξαντλημένος, επιβιώνει σε μια ζωή μοναχική, ύστερα από τον θάνατο της γυναίκας του, στο πορτραίτο της οποίας συνεχίζει να απευθύνεται και να διηγείται τα νέα της ημέρας. Κυρίως όμως ζει μια ζωή ήσυχη: έχει αναλάβει μια ρουμπρίκα για νεκρολογίες, συχνά και για ζώντες συγγραφείς, για κάθε ενδεχόμενο. Ένας νέος, ο Μοντέιρο Ρόσσι, προτείνει τη συνεργασία του σε αυτή την περί θανάτου χρονογραφία· αλλά στις δοκιμαστικές του καταθέσεις επιλέγει ανεπιθύμητους λογοτέχνες. Όταν ο Ρόσσι γράφει για τον Λόρκα πως δολοφονήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους και πως όλος ο κόσμος αναρωτιέται πώς ήταν δυνατόν να συμβεί μια μέγιστη βαρβαρότητα, ο Περέιρα αναστατώνεται.

salazar_aH χώρα βρίσκεται υπό την δικτατορία του Σαλαζάρ· η γειτονική Ισπανία σε εμφύλιο πόλεμο, η Ιταλία υπό τον φασισμό του Μουσολίνι. Ο Περέιρα διαμαρτύρεται: δεν μπορείς να προκαλείς την τύχη σου αναφέροντας ένα ανατρεπτικό στοιχείο. Γνωρίζει όμως καλά ότι ολόκληρη η χώρα σιωπά, άνθρωποι χάνονται, η πόλη αναδίδει θάνατο. Σύμφωνοι, απάντησε ο Περέιρα, αλλά η Ισπανία είναι δυο βήματα από εδώ, κι εσύ ξέρεις τι συμβαίνει στην Ισπανία, πρόκειται για μαζική σφαγή, κ όμως υπήρχε μια νόμιμη κυβέρνηση, για όλα ευθύνεται ένας θρησκόληπτος αρχηγός. Κι εδώ η αστυνομία παριστάνει το αφεντικό όλων μας, σκοτώνει κόσμο, γίνονται κατ’ οίκον έρευνες, υπάρχει λογοκρισία, πρόκειται για ένα αυταρχικό κράτος, ο λαός δεν μετράει καθόλου, η κοινή γνώμη δεν μετράει καθόλου. [σ. 61]

sostiene_pereira_marcello_mastroianni_roberto_faenza_002_jpg_kzzmΟ Περέιρα έχει επιλέξει τη σιωπή. Η ζωή του τάχθηκε στη λογοτεχνία, άλλωστε συχνά μεταφράζει διηγήματα σπουδαίων συγγραφέων για την εφημερίδα, που τα αισθάνεται ως μηνύματα σε μπουκάλι που κάποιος θα μαζέψει. Το καθήκον του ολοκληρώνεται εκεί. Κάποτε θυμάται μια φράση του θείου του: η φιλοσοφία φαίνεται να ασχολείται μόνο με την αλήθεια αλλά πιθανώς λέει μόνο φαντασίες, ενώ η λογοτεχνία φαίνεται να ασχολείται μόνο με φαντασίες αλλά πιθανώς λέει μόνο την αλήθεια.

at6Ο Ρόσσι δεν υποχωρεί: στην επόμενη συνεργασία του χαρακτηρίζει τον Μαρινέττι εχθρό της δημοκρατίας, σκοτεινή προσωπικότητα, πολεμοκάπηλο. Τίθεται και αυτή στον φάκελο. Αργότερα σειρά θα πάρει ο Ντ’ Αννούντσιο· όμως οι δυο συνεργάτες συναντιούνται και συζητούν. Στην διαφωνούσα συντροφιά σύντομα προστίθεται η σύντροφος του Ρόσσι, Μάρτα. Παρά τα παράξενα συναισθήματά του ο Περέιρα σπεύδει να δηλώσει: Εγώ δεν είμαι σύντροφος, ο μοναδικός μου σύντροφος είναι ο εαυτός μου. Θα έπρεπε να είστε από τους δικούς μας, του λέει κάποια στιγμή αργότερα η Μάρτα. Προτιμώ να μην ξέρω τίποτε από τις ιστορίες σας, απαντάει ο Περέιρα, προσθέτοντας: η Ιστορία δεν είναι ένα ζώο που εξημερώνεται εύκολα. Θα μεσολαβήσει όμως να δώσει μυστική στέγη στον Ρόσσι σε μια πανσιόν, θα τους συναντήσει και άλλες φορές.

Αλλά ο Περέιρα δεν μπmastroianni-pereiraορεί να ησυχάσει. Ακούει τις κουβέντες στα καφενεία, αναζητά τις ξένες εφημερίδες που φτάνουν με μεγάλη καθυστέρηση. Πηγαίνει στην θαλασσοθεραπευτική κλινική της Παρέντε και συζητάει με τον γιατρό Καρντόζο. Κι αν ο Μοντέιρο με την Μάρτα έχουν δίκιο; Τότε η ζωή του δεν θα έχει κανένα νόημα, ούτε η πίστη του πως η λογοτεχνία είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Ο δόκτωρ Καρντόζο τού γνωρίζει την γαλλική θεωρία της συνομοσπονδίας των ψυχών. Το να πιστεύει κανείς ότι ζει αυτοδύναμος, αποκομμένος από την άμετρη πολλαπλότητα των διαφόρων εγώ, σημαίνει ότι ζει σε μια αρκετά αφελή ψευδαίσθηση, αυτή της μίας και μοναδικής ψυχής …ενώ η προσωπικότητα μοιάζει με συνομοσπονδία διαφορετικών ψυχών, γιατί όλοι έχουμε διαφορετικές ψυχές μέσα μας που ελέγχονται από ένα ηγεμονικό εγώ που έχει τους επιβληθεί· και κάθε φορά που ένα άλλο εγώ πιο ισχυρό επιχειρεί να αναδυθεί και αποδειχτεί ισχυρότερο, γίνεται αυτό ένα ηγεμονικό εγώ, είτε με άμεσο χτύπημα είτε με αργή διάβρωση. Κι εμείς, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα από το να το υποβοηθήσουμε. Διαφορετικά οι συγκρούσεις με τον εαυτό μας θα είναι ανελέητες.

DP 25Abril74Κι ο κύριος Περέιρα βλέπει όνειρα της νιότης του, αποφεύγει την θυρωρό – καταδότη του καθεστώτος, ακούει τους συμβιβασμένους – Εμείς είμαστε άνθρωπο του Νότου, Περέιρα, και υπακούουμε σε όποιον φωνάζει περισσότερο, σε όποιον διατάζει. […] Καταλαβαίνεις; κυβερνούσε ο αρχηγός, κι εμείς είχαμε πάντα ανάγκη από έναν αρχηγό, ακόμα και σήμερα έχουμε ανάγκη από έναν αρχηγό. [σ. 61 – 62]. Δημοσιεύει ένα διήγημα του Αλφόνς Ντωντέ εγκωμιαστικό για την Γαλλία κατά της Γερμανίας τον καλεί για εξηγήσεις ο διευθυντής στο γραφείο του. Ο Περέιρα του απαντά ότι αφού δεν τέθηκε το περίφημο λευκό κενό σε λέξεις ή φράσεις από την λογοκρισία δεν υπάρχει πρόβλημα. Στην λογοκρισία είναι ηλίθιοι, είναι αναλφάβητοι, ο διευθυντής της επιτροπής λογοκρισίας είναι ένας έξυπνος άντρας αλλά δε μπορεί να διαβάζει ο ίδιος τα δοκίμια όλων των πορτογαλικών εφημερίδων οι υπόλοιποι είναι απλώς υπάλληλοι, φτωχοί αστυνομικοί που πληρώνονται για να μην αφήνουν να περνούν λέξεις ανατρεπτικού περιεχομένου, δεν είναι σε θέση να καταλάβουν ένα διήγημα!

salazar11[1]Η πορεία των πραγμάτων είναι δεδομένη και αναπότρεπτη. Ο Περέιρα θα προσφέρει κατάλυμα στον Ρόσσι, η πόρτα θα χτυπήσει, οι ασφαλίτες θα εισβάλλουν και θα φερθούν με τον τρόπο που το κάνουν στις δικτατορίες όλου του κόσμου, οι αμόρφωτοι θα ειρωνευτούν την κουλτούρα, οι τραμπούκοι θα αναζητήσουν τον νεαρό για να τον ανακρίνουν «για τις πατριωτικές αξίες που ξέχασε». Ο Περέιρα θα τους αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια, θα ταπεινωθεί και θα ηττηθεί αλλά θα φυλάξει ένα τελευταίο ευφυές σχέδιο, μια ύστατη νίκη με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει, ένα συγκλονιστικό δημοσίευμα που θα πάρει τον δρόμο για την εφημερίδα εξαπατώντας τους λογοκριτές, ένα κείμενο για το τι συνέβη στο σπίτι του μαζί με ένα ύστατο μήνυμα στην Μάρτα. Κι ύστερα, όλος ο κόσμος δικός του.

atΌπως πάντα, η γραφή του Ταμπούκι μας εισάγει βαθειά στον κόσμο του χαρακτήρα του, στις μικρές, επαναλαμβανόμενες συνήθειές του, στις λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας αβάσταχτης, στις περιπλανήσεις του στην Λισαβώνα, στους περιπάτους σε μια πόλη που βράζει αλλά και σιωπά. Σε αυτό το ελεγειακό και βαθειά συγκινησιακό μυθιστόρημα η συνειδητοποίηση δεν γίνεται στη νεαρή ηλικία ή στα ύστατα γηρατειά, ούτε ενεργοποιείται από ένα οριακό γεγονός παρά γίνεται σταδιακά, ως μια αργή διεργασία σε μια δραματική συγκυρία. Σε αυτή την αντίστροφη μαθητεία, ο αποσυρμένος από την ζωή περνάει από την αισθητική στην ηθική· αφυπνίζεται από το άμυαλο ζεύγος των νέων ή απλά ανασύρει αυτό που είχε πάντα κρυμμένο. Πιθανώς να έφταιγε εκείνο το ηγεμονικό εγώ που δόθηκε σε αναρίθμητους ανθρώπους και τους έκανε να σιωπούν στα φασιστικά καθεστώτα και να συνεχίζουν να εθελοτυφλούν και σήμερα.

antonio_tabucchi_by_raschiabarile-d4u4pmsΣτο υπέροχο σημείωμά του στο τέλος ο συγγραφέας μας εξομολογείται πως ο ίδιος ο Περέιρα τον επισκέφτηκε ένα βράδυ ως ένα πρόσωπο σε αναζήτηση ενός συγγραφέα. Δεν κατάλαβε γιατί διάλεξε εκείνον να αφηγηθεί την ιστορία του αλλά μπόρεσε να θυμηθεί ένα πρόσωπο που πράγματι άξιζε να μνημονευτεί: έναν δημοσιογράφο που κάποτε δημοσίευσε σε μια πορτογαλική εφημερίδα ένα σκληρό άρθρο κατά του καθεστώτος και ύστερα από ταλαιπωρίες αναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της εξορίας. Όταν μετά το 1974 επανήλθε η δημοκρατία, εκείνος είχε απ’ όλους ξεχαστεί. Τώρα στη θέση του πιθανώς ήρθε ο Περέιρα για «να περιγράψει μια επιλογή» και να αφηγηθεί την ιστορία εκείνων που έχασαν την Ιστορία, που δεν μπήκαν ποτέ στα επίσημα εγχειρίδια.

Εκδ. Άγρα, 2010, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, [Sostiene Pereira, 1994], σελ. 215. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδο σημείωμα του συγγραφέα και εντεκασέλιδη συνέντευξη του συγγραφέα στο περιοδικό Lire [1995].

Οι φωτογραφίες με τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος [Sostiene Pereira, Roberto Faenza, 1995].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 159.

Susan Sontag – Η γοητεία του φασισμού. Δυο δοκίμια

Οι καλές1 τέχνες του κακού

Διατηρώ ιδιαίτερα ζωντανό στη μνήμη μου το ντοκιμαντέρ για την Λένι Ρίφενσταλ που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την χρονιά που κυκλοφόρησε [Ray Mueller – Die Macht der Bilder, 1993]. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το τελευταίο μέρος, που αφορούσε τα ενδιαφέροντα της σκηνοθέτιδας του ναζισμού σε όψιμη ηλικία: την φωτογράφιση του υποβρύχιου κόσμου κι ενός «πρωτόγονου» αφρικανικού λαού. Ακριβώς από το λεύκωμα για τους τελευταίους εκκινεί η Sontag στο πρώτο της δοκίμιο, από το βιβλίο της Λένι Ρίφενσταλ Οι τελευταίοι των Νούμπα, που περιλαμβάνει φωτογραφίες των σημερινών κατοίκων της αρχαίας Νουβίας.

2H Sontag εκπλήσσεται με την εισαγωγή του βιβλίου της Ρίφενσταλ, όπου αναφέρεται ως «μια μυθική προπολεμική κινηματογραφίστρια μισοξεχασμένη από ένα έθνος που επέλεξε να εξαλείψει από τη μνήμη του μια περίοδο της ιστορίας του» – ένας ιδιαίτερα ντροπαλός υπαινιγμός σχετικά με την Γερμανία και το Τρίτο Ράιχ· στο δε κυρίως κείμενο η δεκαετία του ’30 χαρακτηρίζεται ως … «τραυματική και κρίσιμη» και γενικώς επιχειρείται για άλλη μια φορά η λεύκανση του παρελθόντος της Ρίφενσταλ. Μόνο που το μεγαλύτερο μέρος του έργου της έχει ορθώς χαρακτηριστεί ως ναζιστική προπαγάνδα· οι τέσσερις από τις έξι ταινίες που γύρισε ήταν ντοκυμανταίρ που παρήγγειλε και χρηματοδότησε η ναζιστική κυβέρνηση (για κομματικά συνέδρια, για την Βέρμαχτ ή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες)· υπήρξε φίλη και σύντροφος του Χίτλερ, φίλη του Γκαίμπελς και η μόνη μεταξύ των Γερμανών κινηματογραφιστών που δεν υποχρεωνόταν να λογοδοτεί στην υπηρεσία Κινηματογράφου. Τι συμβαίνει λοιπόν;

leniriefenstahlH έκδοση της Ρίφενσταλ συνοψίζει τη βασική γραμμή της αυτοθυματοποίησης που μηχανεύτηκε η ίδια κατά τη δεκαετία του ’50: αποκάλεσε τη δουλειά της κινηματογράφο – αλήθεια [cinéma – verité] και τόνιζε πως πρόκειται για σκέτη αφήγηση. Ξεχνούσε βέβαια το γεγονός πως στις περίφημες κινηματογραφήσεις της, ιδίως στον Θρίαμβο της θέλησης η εικόνα δεν είναι απλώς η καταγραφή της πραγματικότητας αλλά τελικά η εκτοπισμός της πραγματικότητας από την εικόνα· πως και οι τέσσερις ταινίες της κατά παραγγελία των ναζί δοξολογούν την αναγέννηση του σώματος και της κοινότητας δια μέσου της λατρείας ενός ακαταμάχητου ηγέτη. Οι υπερασπιστές της αργότερα εστίασαν στην ιδέα του κάλλους, τονίζοντας ότι η Ρίφενσταλ ενδιαφερόταν πάντοτε για την ομορφιά. Κι έτσι οι τελευταίοι της Νουβίας είναι το έσχατο αναγκαίο βήμα στην αποκατάστασή της: είναι το τελικό ξαναγράψιμο του παρελθόντος.

leni-riefenstahlΑλλά και εδώ, τόσο οι φωτογραφίες όσο και το κείμενο αποτελούν ολοφάνερη συνέχεια του ναζιστικού της έργου. Οι πρωτόγονοί της Ρίφενσταλ περιμένουν την τελική δοκιμασία της υπερήφανης, ηρωικής κοινότητάς τους. Εξυμνείται μια κοινωνία στην οποία η επίδειξη σωματικής επιδεξιότητας (στις δοκιμασίες των αγώνων πάλης) και η νίκη του ισχυρότερου συνιστούν τα ενοποιητικά σύμβολα μιας κοινοτικής κουλτούρας. Τον ρόλο του «διαφθορέα» δεν τον παίζουν πλέον οι Εβραίοι αλλά ο ίδιος ο «πολιτισμός». Οι γυναίκες φυσικά αποκλείονται από όλες τις επίσημες λειτουργίες και περιορίζονται στον ρόλο της τροφού και της βοηθού. Παραδόξως αποσιωπάται ο εμφύλιος πόλεμος που κατασπάραξε το συγκεκριμένο τμήμα του Σουδάν επί δώδεκα χρόνια καθώς αυτό που την ενδιαφέρει είναι ο μύθος και όχι η ιστορία.

Αυτό που διακρίνει τη φασιστική εκδοχή της παλιάς ιδέας του ευγενούς αγρίου είναι η περιφρόνηση για οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό. Στον αντίποδα προτείνεται η συνεχής ενασχόληση με καταστάσεις αυτοκυριαρχίας, υποτακτικής συμπεριφοράς, ακραίας προσπάθειας και αντοχής στη σωματική καταπόνηση και υιοθετούνται δυο φαινομενικά αντίθετες στάσεις: η εγωμανία και η δουλικότητα.

triumph-des-willens-triumph-of-the-will-leni-riefenstahl-1935Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρώπινων ομάδων […] γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. […] Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο. [σ. 29]

Τα χαρακτηριστικά της φασιστικής τέχνης προφανώς αναπαράγονται στην επίσημη τέχνη των κομμουνιστικών χωρών· κοινή είναι η αντίληψη όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων ότι η τέχνη έχει ως λειτουργία να «απαθανατίζει» τους ηγέτες τους και τα δόγματά τους. Αλλά υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές: ο κομμουνισμός τονίζει τον ρεαλισμό, ενώ ο φασισμός τον απορρίπτει εν ονόματι του ιδεαλισμού· πολύ περισσότερο, η τέχνη του πρώτου ενισχύει μια ουτοπική ηθική, ενώ του δεύτερου μια ουτοπική αισθητική. Η κομμουνιστική τέχνη χαρακτηρίζεται από μια άφυλη αγνότητα ενώ η ναζιστική εμφανίζεται ως φιλήδονη.

The Night Porter (1974)Ακριβώς σε αυτό το στοιχείο εστιάζει η Σόντακ στο δεύτερο μέρος του πρώτου δοκιμίου, που αφορά το βιβλίο Εμβλήματα των SS. Η φαντασίωση σχετικά με τις στολές (που υποδηλώνουν την κοινότητα, την τάξη, την ταυτότητα, την νόμιμη άσκηση βίας) και πολύ περισσότερο οι ίδιες οι φωτογραφίες των στολών εκφράζουν την σεξουαλική φαντασίωση της νομιμότητας της βίας, του δικαιώματος να ασκεί κανείς ολοκληρωτική εξουσία πάνω στους άλλους και να τους μεταχειρίζεται ως κατώτερους.

Όταν το μήνυμα του φασισμού ουδετεροποιείται από μια αισθητική θεώρηση της ζωής, τα διάφορα διακοσμητικά μπιχλιμπίδια αποκτούν σεξουαλικό χαρακτήρα. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή την ερωτικοποίηση του φασισμού σε συναρπαστικές και εκ βαθέων αποκαλύψεις όπως είναι Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας και το Ήλιος και ατσάλι του Μισίμα και σε ταινίες όπως το Scorpio Rising του Kenneth Anger καθώς και στις πιο πρόσφατες και λιγότερο σημαντικές Οι καταραμένοι του Βισκόντι και Ο θυρωρός της νύχτας της Καβάνι. [σ. 40]

Triumph of the will- Riefenstahl in NuremberΔιόλου τυχαία στην πορνογραφία (λογοτεχνία, κινηματογράφο, εξαρτήματα) τα SS παραπέμπουν σε ακραίες περιοχές της σεξουαλικής εμπειρίας. Ουδέποτε πριν αισθητικοποιήθηκε τόσο συνειδητά η σχέση Κυρίου και Δούλου. Ο ίδιος ο Ζενέ είχε γράψει πως «ο φασισμός είναι θέατρο» και μας έδωσε στο μυθιστόρημά του Νεκρικές τελετές ένα από τα πρώτα κείμενα που παρουσιάζουν την ερωτική γοητεία του φασισμού πάνω σε κάποιον με φασίστα. Ακόμα και ο Σαρτρ στο μυθιστόρημα Ο θάνατος μέσα στην ψυχή είχε περιγράψει την αίσθηση της ψυχικής και σωματικής παράδοσης ενός χαρακτήρα του τη στιγμή που έμπαιναν οι ναζί στο Παρίσι.

Το δεύτερο δοκίμιο αφορά την ταινία του Χανς – Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ Χίλτερ, μια ταινία από τη Γερμανία, μια ταινία που για την Σόντακ δημιουργεί φόβο λόγω της ακρότητας του επιτεύγματος και αντιφατικά συναισθήματα. Πρόκειται για ένα θέαμα με θέμα το θέαμα, με μια ποικιλία θεατρικο – αφηγηματικών ειδών (παραμύθι, τσίρκο, θέατρο ηθών, σκηνική αλληγορία, μαγική τελετή, φιλοσοφικό διάλογο), μια επτάωρη φαντασματική ταινία, στοιχειωμένη από πρότυπα (Μελιές, Αιζενστάιν) και αντιπρότυπα (Ρίφενσταλ, Χόλιγουντ), από τον γερμανικό Ρομαντισμό, τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ και ιδίως την φαντασμαγορία – τη στοχαστική – αισθητική φόρμα που προτιμούσε ο τελευταίος.

4Εδώ ο σκηνικός χώρος έχει πολλαπλές χρήσεις: χώρος περισυλλογής, θεατρικής υποβολής, εμβλημάτων, μελαγχολίας, ηθικής Κρίσης και ερημότοπος θανάτου, όπου οι αναστοχαζόμενοι ηθοποιοί απαγγέλουν καταλόγους, διατυπώνουν κρίσεις, θέτουν ερωτήματα, αναλαμβάνουν ρόλους, Μπορεί άραγε αυτό το μεταθέαμα να κατανοήσει και να ξορκίσει το παρελθόν, πράγμα που αποτελούσε τη μέγιστη ηθική φιλοδοξία του σκηνοθέτη; Η Σόντακ σαγηνεύτηκε από το κινηματογραφικό αυτό αριστούργημα αλλά είναι βέβαιη πως το παρελθόν δεν ξεγράφεται.

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2010, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 84 [Fascintating Fascism, The New York Review of Books, 6.12.1975, Syberberg’s Hitler, The New York Review of Books, 21.2.1980].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 157.