Αρχείο για Μαρτίου 2008

27
Μαρ.
08

Γουίλιαμ Στάιρον – Η επιλογή της Σόφι

Πόση αλήθεια κρύβει η διαπίστωση ότι, αργά ή γρήγορα, οι περισσότεροι συγγραφείς εκμεταλλεύονται το δράμα των άλλων. (σ. 142)

Η Επιλογή της Σόφι εκδόθηκε το 1979 ύστερα από δεκαετή συγγραφική σιωπή και μεταφράζεται στη γλώσσα μας σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Αυτό το πολυσέλιδο, πυκνότατο μυθιστόρημα (που θεωρείται ένα από τα συναρπαστικότερα της σύγχρονης λογοτεχνίας), πιστέψτε με, δεν σε κουράζει ποτέ. Σε βυθίζει σταδιακά στους τρεις παράλληλους και δραματικά εφαπτόμενους κόσμους των τριών ηρώων του και σου προσφέρει μερικές από τις συναρπαστικότερες σελίδες που έχουν ποτέ γραφτεί για τη φύση του κακού, το βάρος της μνήμης, τις πίσω πλευρές του έρωτα και της φιλίας, την απώλεια, την ψυχολογική κατάρρευση, τον πόλεμο, τη μοίρα.

Ήρωες: Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Στίνγκο, ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας, μετακομίζει στο Μπρούκλιν, σε μια λαϊκή πανσιόν που δεν διέφερε σε τίποτα από τα άσυλα των απόρων. Εκεί παγιδεύεται στο δαιδαλώδη ιστό της παθιασμένης και κυκλοθυμικής σχέσης των γειτόνων του, ενός ζεύγους που ζει φιλιώνει και ερωτοτροπεί λίγες μόνο ώρες μετά την πιο βάναυση σκηνή και για τους οποίους αναρωτιέται «αν είναι και οι δύο τρελοί ή παρίες, υποταγμένοι σε ένα παράξενο κοινό πεπρωμένο».
Ο (Εβραίος) Νέηθαν, ένας γητευτής μονίμως «κουρδισμένος», genius και διασκεδαστής μαζί, γίνεται έμπιστος φίλος του και γκουρού. Η ακαταμάχητη γοητεία του αντισταθμίζεται από μια ακαθόριστη σκοτεινή πλευρά του και από ξαφνικές αλλαγές σε διάθεση και συμπεριφορά, τα φοβερά tempetes (μπουρίνια) του. Σα να πετάει στον αέρα όπως το αεροπλάνο, κι ολοένα υψώνεται κι ανεβαίνει στη στρατόσφαιρα όπου ο αέρας είναι τόσο αραιός που δε μπορεί άλλο να πετάξει και να αναγκάζεται να πέσει. Κι όταν λέω ότι πέφτει, εννοώ, ως κάτω…
Η (Πολωνή και καθολική) Σόφι τον βλέπει ως σωτηρία της και καταστροφή της. Εργάζεται σ’ έναν αμφιλεγόμενο χειροπράκτη, διαβάζει Ντος Πάσσος και Τόμας Γουλφ αλλά αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή. Κυριεύεται από βαθιά μελαγχολία και μαύρη απελπισία εξαιτίας του ότι επέζησε από το Άουσβιτς, φοβούμενη πως δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τις ενοχές της. Ενοχές, διαβρωτικές σαν το θαλασσινό νερό. Μπορεί κάποιος να κουβαλάει μέσα του την τοξίνη της ενοχής μια ολόκληρη ζωή, όπως τον τύφο. Αγωνίζεται απεγνωσμένα να διαγράψει το όνομα του στρατοπέδου από το λεξιλόγιό της, γνωρίζοντας ότι αν επέτρεπε να εισχωρήσει στη μνήμη της, θα κινδύνευε να χάσει, να δώσει τέλος στη ζωή της. Έχει δει το γαλαζωπό νέφος της καμένης ανθρώπινης σάρκας, συνεπώς αδυνατεί να πιστέψει σ’ ένα Θεό που γυρίζει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η ανικανότητα των ανθρώπων να καταλάβουν πραγματικά ήταν ένας ακόμα από τους λόγους για τους οποίους απέφευγε να μιλά γι’ αυτά.
Πλοκή: Από την πρώτη στιγμή που θα τους δει κολλημένους τον ένα πάνω στον άλλο, σαν ένα σκοτεινό ανάγλυφο με φόντο τον ροζ διάδρομο με ένα κρεμαστό γλόμπο των σαράντα βατ, ο Στίνγκο δε θα πάψει να έλκεται από το ιδιόμορφο αυτό ζευγάρι, η σύγχιση και ταραχή των οποίων τροφοδοτείται απ’ τους βασανισμένους τους ψυχισμούς. Σταδιακά θα αρχίσει να θέλγεται σφοδρά από τις πολλαπλές γοητείες και αδυναμίες της Σόφι και να γίνει ο υποδοχέας των μυστικών της, μέχρι τον πυρήνα της τραγικής απόφασής της ανάμεσα σε δύο αβάσταχτες επιλογές. Μόνο που η Σόφι δεν είναι απολύτως ειλικρινής στις εξιστορήσεις της – αποκρύπτει, μεταπλάθει και παραπλανεί (άλλο ένα γοητευτικό στοιχείο υπονόμευσης της μυθοπλαστικής «αλήθειας»).
Γοητεία: Υπάρχουν τόσα στοιχεία που κάνουν την ανάγνωστη αυτού του έργου μια λογοτεχνική περιπέτεια μύησης. Η μυθοπλασία κινείται σε πολλά χρονικά επίπεδα, με αλλεπάλληλες χωροχρονικές παλινδρομήσεις. Στην αφήγηση του Στίνγκο εμπλέκονται οι σπαρακτικές διηγήσεις της Σόφι, όπως εκείνες της παρουσίας της στο σπίτι του Ρούντολφ Ές το 1943 και της δραματικής της ικεσίας για σωτηρία.
Ο λόγος είναι χειμαρρώδης, κοσμημένος με κάθε δυνατή λέξη που μπορεί να αποδώσει την πληθώρα των συναισθημάτων και των μνημών που ταλανίζουν τους ήρωες. Συχνά στο κείμενο ενσωματώνονται αναφορές σε έργα των Τζωρτζ Στάινερ, Χάννα Άρεντ, Ρίτσαρντ Ρουμπινστάϊν, στις σημειώσεις της Σιμόν Βέιλ για την οδύνη και την αληθινή φαυλότητα, σε μελετητές που έγραψαν για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ανατομία του ψυχισμού του Ες.
Ήχοι/μουσική: Όμως η γραφή του Στάιρον διακρίνεται από ένα ακόμα σπάνιο χαρακτηριστικό: παντού στη διήγηση σπέρνονται ήχοι και νότες, που δένονται οργανικά με την αφήγηση. Η ιδιόμορφη τριάδα μοιράζεται ένα κοινό πάθος για τη μουσική, τζαζ και κλασική σε μια εποχή πολύ πριν την εμφάνιση του ροκ ή την αναβίωση της φολκ, θεωρώντας την σαν αναγκαίο ναρκωτικό, κάτι ανάλογο με τη θεία πνοή. Η μουσική είναι παρούσα στο ασφυκτικό δωμάτιο του «ζεύγους» μέσα από ένα μικρό ραδιόφωνο Ζενίθ και το γραμμόφωνο των δίσκων. Οι συμφωνίες του Μάλερ, η 5η του Μπραμς, το κονσέρτο για τσέλο του Χάιντν, η Ποιμενική του Μπετόβεν – το τελευταίο μουσικό κομμάτι που άκουσε η Σόφι προτού πάει στην κόλαση.
Έκτοτε θα διχάζεται απ’ την αντίφαση «της αφηρημένης κι ωστόσο απέραντης ομορφιάς της μουσικής» και τις σχεδόν απτές διαστάσεις της απελπισμένης οδύνης της. Όταν σταματάει η μουσική, ακούγεται το κλάμα της ή το ανήσυχο τρίξιμο των ελατηρίων της συνουσίας της και οι συνοδευμένοι από σχόλια οργασμοί. Στο τέλος μένει η σιωπή, κι ο αφηγητής μένει ν’ ακούει τους μακρινούς νυχτερινούς ήχους του Μπρούκλιν – το αλαργινό αλύχτισμα ενός σκύλου, ένα περαστικό αυτοκίνητο, το σιγανό γέλιο ενός ζευγαριού στην άκρη του κόσμου, τις δυνατές ομιλίες των νυχτοκόπων του Μανχάτταν.
Φάκελος φιλοξενούμενου: 1925 – 2006. Τέκνο του Αμερικάνικου Νότου (για τον οποίο έγραψε μερικές σημαδιακές σελίδες), συν-δημιουργός του λογοτεχνικού περιοδικού «The Paris Review», επίγονος του Φώκνερ, «λογοτεχνικός σύντροφος» των Γκορ Βιντάλ και του Νόρμαν Μέιλερ, φίλος του Κουρτ Βόνεγκατ. Κυρίως όμως, ένας ικανός συγγραφέας που κάποια στιγμή απέκτησε τα πάντα στη ζωή του (ευτυχισμένη οικογένεια, εγκατάσταση σε μια φάρμα στο Κονέκτικατ και τριαντάχρονη αφοσίωση στη συγγραφή, ήρεμη ζωή χωρίς το άγχος της επιβίωσης) αλλά τι παράξενο… Για άλλη μια φορά όλες αυτές οι αρμονίες όχι μόνο δεν αρκούν σε μια ταραγμένη ψυχή αλλά μπορεί και να οδηγήσουν σε κατάθλιψη και αυτοκτονικές εμμονές. Αυτός ο χρόνιος πότης κατάφερε ακόμα και το οριστικό διαζύγιο απ’ το οινόπνευμα (όταν αυτό «είχε πάψει να συμφωνεί μαζί του») αλλά όχι και από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, βρέθηκε αντίκρυ με «την απελπισία πέρα από την απελπισία», νοσηλεύτηκε σε κλινική και βγήκε ζωντανός, για να διηγηθεί τη σκληρή του δοκιμασία στο «Θέα στο σκοτάδι. Χρονικό μιας τρέλας» (1990, στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις).
Συντεταγμένες: William Styron, Sophie’s choice, 1979. Ελληνική μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Ποταμός, 2005, σελ. 652. Ας σημειωθεί πως η «στατική» κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Άλαν Πάκουλα το 1982 δεν αποδίδει ούτε στο ελάχιστο τη θυελλώδη γραφή και τα επίπεδα της Σταϊρονικής γραφής. Πρόσφατα υπήρξε και διασκευή σε όπερα από την Washington National Opera και την Royal Opera House του Λονδίνου.
Κάποιες φορές, μέσα στο πανδαιμόνιο των περιπαθών λυσσασμένων παραινέσεων και των εκκωφαντικών απαιτήσεων, μες στις κραυγές, τους πνιχτούς ψιθύρους και τις λάγνες προτροπές, άκουσα άραγε στ’ αλήθεια τον Νέηθαν να ψελλίζει τα αντατριχιαστικά λόγια που τώρα θυμόμουν; (σ. 100)
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
Advertisements
24
Μαρ.
08

Eric Matthews -The imagination stage (Empyrean, 2008)

eric-matthews-large.jpg

Σύνθετη περίπτωση ο Eric. Από τη μία εμφανίζεται ως ένας μοναχικός μπαλανταδόρος κι από την άλλη ακούγεται σαν ολόκληρη μπάντα. Μετά, ακροβατεί ανάμεσα σε μπαλαντουργία χαμηλού προφίλ και σε πιο χλιδάτες έως και μέινστριμ επιλογές. Τέλος, η φωνή του, κατάλληλη για βαριετέ εξομολογήσεις μιας pub, μπορεί σε στιγμές να θυμίσει ερμηνείες κλασικών -κυρίως 70ς- τραγουδιστών και μεγάλων ακροατηρίων. Να προσθέσω και πως τα δύο πρώτα άλμπουμ του στα 90ς μόνο στη Sub Pop (που τα κυκλοφόρησε) δεν ταίριαζαν; Και πως όταν αποφασίσει να εξαφανιστεί μπορεί να περάσουν και 8 χρόνια ανάμεσα σε δυο κυκλοφορίες του;

Μιλάμε πάνω απ’ όλα για ένα γεννημένο singer/ songwriter – και έναν από τους ικανότατους του είδους. Συνθέτει, ενορχηστρώνει τα πάντα, τα παίζει όλα, τραγουδάει. Έχει μόνον έναν υπάλληλο να του αλλάζει το ποτήρι με το νερό. Οκ, ξέρω πως δε σας έπεισε αυτό το τελευταίο.

Η στερεή, συμπαγής και συγχρόνως ρευστή chamber pop αυτού του παιδιού είναι στις περισσότερες στιγμές της μαγική. Θα αντλήσω παραδείγματα από την υπέροχη πρώτη επτάδα του. Αρχικά, κρατώντας τα προσχήματα, μας δίνει μια ιδέα για την ευκολία του να συνθέσει ένα πιασάρικο concrete rock track – το αποδεικνύει και δεν ξανασχολείται με το θέμα. Στο δεύτερο σκαλί, η «συνθετική» αρχή του That kiss of life διακόπτεται από μια απρόσμενα βελούδινη φωνή, προτού βυθιστούμε στην πνευστή ατμόσφαιρα ενός τυπικού Bacharach lounge. Τέτοιες crooning στιγμές είναι διάσπαρτες εδώ, αλλά και μερικές περιπλοκάδες α λα Andy Partridge κάνουν τον ήχο του να «αγγλίζει».

2642.jpg

Με το Little 18 όμως, χάνω τα λόγια μου… Το πιάνο γίνεται σκελετός και η ερμηνεία του σάρκα που πλάθεται ανάλογα με τη διάθεση των στίχων. Το φωνητικό του φλερτ με τις mainstream επιρροές του (εδώ σε μια λευκή σόουλ φωνή τύπου Steely Dan) φτάνει στο αποκορύφωμα στο Don’t take that light, στο ενδιάμεσο δυο σπαρακτικών, πιο εσωτερικών, α λα Ed Harcourt στιγμών (Radio boy, In our lives). Η νέα του φωνητική progressive παράκαμψη αστράφτει ολόκληρη στο Devil red glow – οι κόκκινοι διαβολάκοι που λαμπυρίζουν εδώ έχουν τη μορφή του Eno και του Fripp.

Γεννημένος στο Gresham, Oregon, με ρίζες στο 60s and 70s rhythm and blues, αλλά έχοντας ακούσει πολλή μουσική (αν κρίνουμε από τα ραντίσματα με τζαζ νότες και art rock φωνητικές δοκιμές), ο Ε.M. έχει ήδη βγάλει τα It’s heavy in here (1995), The lateness of the hour (1997), Six kinds of passion and looking for an exit (2005) και Foundation sounds (2006). Στο ενδιάμεσο εκείνο χάσμα έκανε άπειρες συνεργασίες και side projects. Νωρίτερα, γύρω στο 1992, είχε σχηματίσει με τον Αυστραλό Richard Davies τους Cardinal, με έναν ομώνυμο δίσκο το 1994 (επανέκδοση το 2006).

Αυτός ο πέμπτος δίσκος του, με περισσότερα πλήκτρα από ποτέ και με drum loops που παραδόξως ταιριάζουν στην «παραδοσιακή» του υφή (ακούστε τη φτερωτή τους αντανάκλαση στο Radio boy) είναι με διαφορά ο καλύτερός του.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15178

21
Μαρ.
08

Ευρετήριο Μουσικών Ιστολογίων

Ευρετήριο Μουσικών Ιστολογίων

 

21
Μαρ.
08

Ευρετήριο ονομάτων/δίσκων

Ευρετήριο δισκοπαρουσιάσεων

  1. Alejandro Escovedo – The boxing mirror (2006)
  2. Αlessandro Mannarino – Supersantos (2011)
  3. Αlias – All things fixable (2005)
  4. Alias – Fever dream (2011)
  5. Anderson (Jon)/Wakeman (Rick) – The living tree (2010)
  6. Andrew Bird – Noble beast (2009)
  7. Asobi Seksu – Fluorescence (2011)
  8. Beach House – Teen Dream (2010)
  9. Bent – Ariels (2004)
  10. Beth Gibbons – Out of season (2002)
  11. Bike for three! – More heart than brains (2009)
  12. Blood Axis – Born again (2010)
  13. Brian Wilson – That lucky old sun (2008)
  14. British Sea Power – Man of Aran (2009)
  15. Bye Bye Bicycle – Compass (2009)
  16. Chapelier Fou – 613 (2010)
  17. Clann Zu – Rua (2003)
  18. Clann Zu – Black coats and bandages (2004)
  19. Club 8 – The boy who couldn’t stop dreaming (2008)
  20. Club 8 (II) – The People’s Record (2010)
  21. Concretes –  – S/T (2006)
  22. Danielle de Picciotto & Alexander Hacke – Hitman’s Heel (2010)
  23. Danger Mouse & Sparklehorse –  – Dark night of the soul (2009)
  24. Destroyer – Destroyer’s Rubies (2006)
  25. Destroyer – Kaputt (2011)
  26. Devotchka – 100 Lovers (2o11)
  27. Divine Comedy – Absent Friends (2004)
  28. Ed Harcourt – The beautiful lie  (2006)
  29. Edward Sharpe & The Magnetic Zeros – From below (2009)
  30. Ennio Morricone w/Dulce Pontes – Focus (2003)
  31. Eric Matthews – The imagination stage (2008)
  32. Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (2008)
  33. Flotation Toy Ring – Bluffer’s guide to the flight deck (2005)
  34. Get Well Soon – Vexations (2010)
  35. Gnac– The arrival of the fog (2007)
  36. Glen Campbell – Ghost on the canvas (2011)
  37. Godspeed You! Black Emperor
  38. Gustaf Spetz
  39. Hawkwind
  40. Hidden Cameras
  41. Hooverphonic
  42. I Am Kloot
  43. Jeanne Moreau & Etienne Daho – Le Condamné à Mort (De Jean Genet) (2010)
  44. Νίκος Ξυδάκης
  45. Jackie Leven
  46. Jason Lytle (Grandaddy)
  47. John Frusciante (Red Hot Chilli Peppers)
  48. Josh Ritter
  49. Julee Cruise – The art of being a girl (2002)
  50. Lhasa
  51. Lila Downs
  52. Lykke Li – Wounded rhymes (2011)
  53. Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (2003)
  54. Maps
  55. Melodium – Petit Jama (2011)
  56. Metro Decay
  57. MGMT
  58. Micah Hinson
  59. Miracle Fortress
  60. Odawas
  61. OMD (Orchestral Manoeuvres in the Dark) – History of modern (2010)
  62. Parts & Labour
  63. Patrick Wolf – Lupercalia (2010)
  64. Peter, Bjorn and John
  65. Phillip Boa and the Voodo Club
  66. Piano Magic
  67. Pieter Nooten – Here is why (2010)
  68. Porcupine Tree
  69. Richard Hawley
  70. Robert Forster (Go Betweens)
  71. Sambassadeur 1
  72. Scanner
  73. Scott Matthew
  74. Sebastien Schuller
  75. Sieben – Star Wood Brick Firmament (2010)
  76. Silver Jews
  77. Soulsavers (Mark Lanegan)
  78. Soundtrack of Our Lives
  79. Spearmint
  80. Spiritualized – Amazing grace (2003)
  81. Spiritualized II
  82. Steve Wilson (Porcupine Tree)
  83. Syd Matters
  84. Telephone Jim Jesus
  85. Ten Kens
  86. The Coral – Butterfly House (2010)
  87. The Dears
  88. The Dears – Degeneration Street (2011)
  89. The Killers
  90. The Lovetones
  91. The Midnight Juggernauts
  92. The Most Serene Republic
  93. The Mummers
  94. The New Pornographers
  95. The Nits – Wool (2000)
  96. The Peth
  97. The Radio Debt
  98. The Walkmen
  99. Tom Waits – Real Gone (2004)
  100. Ulrich Schnauss
  101. Underworld
  102. Urban Native Integrated Nations of Europe (UNITE) – The Gathering of Strangers (2010)
  103. Ute Lemper
  104. World’s End Girlfriend – Seven Idiots (2010)
20
Μαρ.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 483 (Μάρτιος 2008)

… είδα ότι ο τύπος της ΕΣΣΔ τα τελευταία δέκα χρόνια της λογοτεχνικής μου δραστηριότητας τα κατέγραψε σε 301 άρθρα. Από αυτά τα εγκωμιαστικά ήταν μόνο τρία, ενώ τα εχθρικά και υβριστικά 298. Αυτά τα τελευταία 298 αποτελούν τον καθρέφτη της ζωής μου ως συγγραφέα. (…) Σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας ότι το να μη μπορώ να γράφω ισοδυναμεί με το να ζω σαν θαμμένος ζωντανός. (…) Παρακαλώ την κυβέρνηση να δώσει εντολή να εγκαταλείψω την ΕΣΣΔ (…)  Αν όλα όσα έγραψα δεν είναι πειστικά…και με καταδικάσουν σε εφ’ όρου ζωής σιωπή (…) παρακαλώ να μου δώσετε εργασία ανάλογη με την ειδικότητά μου (…) αν όχι (…) να με διορίσετε ως κομπάρσο, αλλά και αν αυτό είναι αδύνατο, τότε διορίστε με ως εργάτη σκηνής (…) γιατί είμαι, την παρούσα στιγμή, αντιμέτωπος με το φάσμα της ανέχειας, την έλλειψη στέγης και τον θάνατο.

 Τα παραπάνω έγραφε το 1930 σε επιστολή του στην Σοβιετική Κυβέρνηση ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο κορυφαίος συγγραφέας του γκροτέσκου και της ανελέητης σάτιρας, μια από τις πιο αδικημένες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τρέχον τεύχος του Διαβάζω.

Αυτός ο μόνιμα εξεγερμένος δημιουργός με τους εκλεπτυσμένους τρόπους και την παράτολμη γραφή και ζωή, που την ημέρα εργαζόταν στον τύπο και το θέατρο και τις νύχτες έγραφε πυρετωδώς τα έργα του, παρέμεινε άγνωστος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του λόγω του ανελέητου πολέμου, ή μάλλον κρυφτού, που του επιφύλασσε η κρατική ηγεσία κι ο ίδιος ο Στάλιν: από τις μυστικές έρευνες στο σπίτι του, την κατάσχεση χειρογράφων και ημερολογίων ως την απόσυρση κάθε θεατρικού του έργου και την πλήρη απαγόρευση δημοσίευσης κάθε άλλου. Ο Μπουλγκάκοφ, στερημένος από κάθε έσοδο από την εργασία του και ακατάπαυστα λοιδωρούμενος από τους λιβέλλους των εφημερίδων, δεν δίσταζε να γράφει επιστολές κατευθείαν στον Στάλιν, ζητώντας μια εξήγηση που, φυσικά, ποτέ δεν έλαβε.

Το πλήρες αυτό αφιέρωμα, που δημιουργεί εντονότατα συναισθήματα, περιλαμβάνει εκτός από ποικίλα βιογραφικά, αυτοβιογραφικά και άλλα κείμενα και σειρά επιστολών όπου διαφαίνεται ανάγλυφα η απεγνωσμένη προσπάθεια του κράτους να εξαφανίσει το όνομά του από οπουδήποτε. Δεν το κατάφεραν, γιατί μπορεί τα έργα του (Η Λευκή Φρουρά, Διαβολιάδα, Τα μοιραία αυγά κ.λπ. και πάνω απ’ όλα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα – το κατά Μπόρχες μοναδικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας) όσο ζούσε να μην βρήκαν ποτέ το δρόμο προς αναγνώστες ή θεατές, σήμερα όμως θεωρούνται μνημειώδη.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα η συνέντευξη με τον Reader’s Diggest, έναν από τους πρώτους βιβλιο-blogger στη χώρα μας, που δεν ασχολήθηκε μόνο με βιβλία που αγνοούσε η κριτική, αλλά και έκρινε βιβλία επωνύμων που περνούσαν στο απυρόβλητο.

Οι 164 σελίδες του τεύχους γεμίζουν με ένα Φάκελο περί χάρτινης γεύσης (ο γευσιγνώστης Αλέξανδρος Σακκάς περνάει από το κριτικοσκόπιο 30 βιβλία μαγειρικής και οίνου), συνέντευξη με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τις γνωστές ερεθιστικές στήλες κ.ά. Εγκαινιάζεται, τέλος, μια νέα στήλη που θα ενημερώνει για κόμικς μέσω …κομικς, μια ιδέα που, απ’ όσο γνωρίζω, είναι εντελώς πρωτότυπη.

17
Μαρ.
08

Χούλιο Γιαμαθάρες – Στη μέση του πουθενά

Για μας που θέλουμε λογοτεχνικούς ήρωες καθημερινούς και συνηθισμένους, έστω κάτι σαν κι εμάς, το διήγημα αποτελεί την προσφορότερη δεξαμενή. Εκεί, συνήθως, αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στους αφανείς «αντι-ήρωές» τους και στους ιδιόμορφους πρωταγωνιστές πολλών μυθιστορημάτων.

Τα επτά σύντομα διηγήματα του Χ.Γ. τιμούν τέτοια οικεία σε μας πρόσωπα, Ο συγγραφέας ρίχνει κι άλλο φως στη χαρακτηροθήκη του:Έχω επιλέξει τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή να βρίσκομαι κοντά στους πιο αδύναμους, σε αυτούς που δεν έχουν φωνή, σε εκείνους που δεν ακούει κανείς. Οι ισχυροί δεν έχουν ανάγκη, έχουν πολλούς υπηρέτες.
Όμως αυτή η αναγνωρισιμότητα των φιγούρων εδώ δεν είναι παρά η αρχή: αυτό που μας κάνει να απολαμβάνουμε τις περιπέτειές τους είναι το γεγονός πως τους πετυχαίνουμε σε μια οριακή τους στιγμή, στη μέση του πουθενά: το μέρος που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεσαι όταν νοιώθεις ή είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Μέχρι να κλείσουμε το βιβλίο έχουν φάει τα μούτρα τους, έχουν ταπεινωθεί, έχουν παίξει κρυφτό με την ησυχία τους (κι αδύνατο να την βρούν), έχουμε ξεκαρδιστεί (τουλάχιστο δύο φορές σε κάθε διήγημα), έχουμε κρυφά ψιθυρίσει «υπομονή, μαζί σου είμαι εγώ»! Πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει ο Γιαμαθάρες στην εισαγωγή, για φίλους του ή πρόσωπα που γνωρίζει και, αντί να τους αφιερώσει ένα διήγημα όπως συνηθίζεται, τους μετατρέπει σε πρωταγωνιστές των δικών τους ιστοριών, εν αγνοία τους, χωρίς να ξέρει αν θα τους άρεσε, ελπίζοντας όμως να τον συγχωρήσουν. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ιστορίες που έχουν ζήσει αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να τις έχουν ζήσει! Άνθρωποι χωρίς απαντήσεις, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Όσα δε φέρνει η ώρα τα φέρνει η στιγμή, φταίει «η κακιά η ώρα», το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, τι καντεμιά κι αυτή που σε δέρνει. Όσοι έχετε ακούσει διψήφιες φορές τις παραπάνω φράσεις και θέλετε να τις ξορκίσετε από τη ζωή σας, εδώ θα το ξανασκεφτείτε. Είναι πολύ εύκολο να βρεθείς έξω από τον κύκλο, μερικές φορές αρκεί ένα ελάχιστο βήμα για να πάψεις να είσαι «κανονικός». Κι αν παλαιότερα ήσουν αυτός που κοιτούσε περίεργα τον άτυχο ξένο, τώρα μπορεί να είσαι εσύ αυτός που τον κοιτάζουν μαζεμένοι περίεργοι με οίκτο, θλίψη ή απλά αδιαφορία.
Προσέξτε, γιατί θα μπορούσατε εσείς να είστε ο σταθμάρχης που βασιλεύει σε ράγες χωρίς περαστικούς συρμούς ή ο μποέμ τύπος που δεν μιλάει χρόνια με τη γυναίκα του και τα πίνει με μια γαλοπούλα ανοίγοντάς της την καρδιά του. Όσο για μένα, με είδα σίγουρα στη θέση των ηρώων στα δύο μαργαριτάρια της συλλογής, τα Πιλότος Καμικάζι και Το Άφθαρτο Μυθιστόρημα. Ως συγγραφέα, δηλαδή, που δεν έχει εκδώσει ποτέ τίποτα κι ετοιμάζει ένα μυθιστόρημα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν φύλαξε τα νώτα του: δεν είχε τη σύνεση να αλλάξει τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας (δηλαδή των συγχωριανών του!) – κι αυτή έμελε να είναι η συμφορά του… Ή ως έναν τραπεζικό υπάλληλο που επιχειρεί να μετακινήσει ένα αυτοκίνητο που τον εμποδίζει και οι λεπτές συγκυρίες που λέγαμε τον οδηγούν στο να το οδηγεί απεγνωσμένα κάθε λίγο και μακρύτερα με σπαρταριστά επακόλουθα.
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Χ.Γ. μεταπηδά από το ένα είδος γραφής στο άλλο. Από τους επιμήκεις στίχους επικών ποιημάτων ή το ζοφερό μυθιστορηματικό κλίμα της Κίτρινης Βροχής (για πολλούς η κορυφαία του στιγμή), εδώ έχουμε σύντομες ιστορίες ρεαλιστικού ύφους και άνετης γραφής σε ένα γλυκύτατο, περιπετειώδες, αγγιχτικό εκατοντασέλιδο. Αν πιστέψουμε τις κραυγές των καιρών, δεν υπάρχει καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους αλλά υπάρχει πατρίδα για τους ηττημένους, κι αυτή είναι η λογοτεχνία – και, στην προκείμενη περίπτωση, η διηγηματογραφία του Γιαμαθάρες!
Φάκελος φιλοξενούμενου: Μπεγκαμιάν, Λεόν, Ισπανία, 1955. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, ταξιδιωτικά αφηγήματα, κινηματογραφικό σενάριο, άρθρα στην Ελ Παΐς. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το φεγγάρι των λύκων, Η κίτρινη βροχή και Η τέχνη του ψεύδεσθαι [δοκίμιο] αλλά και διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Συντεταγμένες: Julio Llamazares, En mitad de ninguna parte, 1994. Στα ελληνικά: μετάφραση Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόλογος-επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, σελ. 101.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14956
14
Μαρ.
08

Odawas – Raven and the white light (Jagjaguwar, 2007)

odawas-cover.jpg 

Όταν ο Θεός ήταν ένα μικρό κακό παιδί… πώς να ήταν άραγε τότε ο κόσμος; Πιθανώς σαν κι αυτόν που περιγράφουν οι Odawas εδώ, τόσο στο ομότιτλο τραγούδι όσο και στο μεγαλύτερο μέρος του Raven: γεμάτος μυστήριο, ομίχλη, απόκοσμους ήχους και ουράνιες μελωδίες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μαγεμένων του Raven μίλησαν για τη γοητεία του Alleluia, με το χαρακτηριστικό σφύριγμα που ευτυχώς θυμίζει περισσότερο Andrew Bird παρά Brian Ferry. Εξίσου πολλούς εραστές απέκτησε το When God Was A Wicked Child, με τη σχεδόν παιδική, παραμυθένια φολκίτσα του που μας αποκαθαίρει μετά από μια παραπλανητική εισαγωγή – ένα βαρύ ρέκβιεμ που παραπέμπει περισσότερο σε γοτθικό σύνολο. Όμως το αδιαφιλονίκητο, κατά τη γνώμη μου, μαργαριτάρι εδώ είναι το Getting To Another Plane, λες κι έστειλαν την Αλίκη στη χώρα των Ψυχεδελικών Θαυμάτων να βρει ξεχασμένα αριστουργήματα. Και, φανταστείτε, είμαστε μόνο στο τέταρτο τραγούδι.

Ίσως η ίδια Αλίκη τους παρέσυρε σε πλείστες παγίδες, τους έριξε σε ολόκληρα δάση επικότητας και ενορχηστρωμένης υπερβολής. Δεν έμειναν πιστοί στην αρχική τους σαρδόνια folk της νέας εποχής (Circus Song) και παρασύρθηκαν από δεινοσαυρικές τεχνο-ροκ σειρήνες, σε σημείο να ακούγονται ακριβώς σαν King Crimson (Barnacles and Rustic Debris). Στα ενδιάμεσα, απλώνουν τις μυριάδες επιρροές τους, σε σημείο να ακούγονται, όπως γράφτηκε, σαν ο Randy Newman να προσπαθεί να τραγουδήσει Angelo Badalamenti.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην τρίτη κυκλοφορία των Odawas μετά το αυτοκυκλοφορημένο αρχικά, στην Birds and Rockets αργότερα, Vitamin City ep (2004) και το ντεμπούτο The Aether Eater στην Jagjaguwar (2005), όπου στιχουργούσαν …Δάντη και Βιργίλιο. Στο τελευταίο τρακ, ο Mike Tapscott (σύνθεση, φωνή, κιθάρα, αρμόνικα, mouth harps, manmade sounds) κερδίζει νέες εντυπώσεις τραγουδώντας σαν απόκοσμος Neil Young. Αν μαζί με τους υπόλοιπους Isaac Edwards (keys, atmosphere from non-manmade materials) και Brad Cash (engineering, technique, drumming) μείνουν στη ψυχεδελική φολκ τύπου Pearls Before Swine και τη διανθίσουν με όλα αυτά τα μαγικά κουτιά που φαίνεται πως διαθέτουν, τότε περιμένουμε νέα ταξιδέματα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14949




Μαρτίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 990.798 hits

Αρχείο

Advertisements