Αρχείο για Μαρτίου 2008

27
Μαρ.
08

Γουίλιαμ Στάιρον – Η επιλογή της Σόφι

Πόση αλήθεια κρύβει η διαπίστωση ότι, αργά ή γρήγορα, οι περισσότεροι συγγραφείς εκμεταλλεύονται το δράμα των άλλων. (σ. 142)

Η Επιλογή της Σόφι εκδόθηκε το 1979 ύστερα από δεκαετή συγγραφική σιωπή και μεταφράζεται στη γλώσσα μας σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Αυτό το πολυσέλιδο, πυκνότατο μυθιστόρημα (που θεωρείται ένα από τα συναρπαστικότερα της σύγχρονης λογοτεχνίας), πιστέψτε με, δεν σε κουράζει ποτέ. Σε βυθίζει σταδιακά στους τρεις παράλληλους και δραματικά εφαπτόμενους κόσμους των τριών ηρώων του και σου προσφέρει μερικές από τις συναρπαστικότερες σελίδες που έχουν ποτέ γραφτεί για τη φύση του κακού, το βάρος της μνήμης, τις πίσω πλευρές του έρωτα και της φιλίας, την απώλεια, την ψυχολογική κατάρρευση, τον πόλεμο, τη μοίρα.

Ήρωες: Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Στίνγκο, ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας, μετακομίζει στο Μπρούκλιν, σε μια λαϊκή πανσιόν που δεν διέφερε σε τίποτα από τα άσυλα των απόρων. Εκεί παγιδεύεται στο δαιδαλώδη ιστό της παθιασμένης και κυκλοθυμικής σχέσης των γειτόνων του, ενός ζεύγους που ζει φιλιώνει και ερωτοτροπεί λίγες μόνο ώρες μετά την πιο βάναυση σκηνή και για τους οποίους αναρωτιέται «αν είναι και οι δύο τρελοί ή παρίες, υποταγμένοι σε ένα παράξενο κοινό πεπρωμένο».
Ο (Εβραίος) Νέηθαν, ένας γητευτής μονίμως «κουρδισμένος», genius και διασκεδαστής μαζί, γίνεται έμπιστος φίλος του και γκουρού. Η ακαταμάχητη γοητεία του αντισταθμίζεται από μια ακαθόριστη σκοτεινή πλευρά του και από ξαφνικές αλλαγές σε διάθεση και συμπεριφορά, τα φοβερά tempetes (μπουρίνια) του. Σα να πετάει στον αέρα όπως το αεροπλάνο, κι ολοένα υψώνεται κι ανεβαίνει στη στρατόσφαιρα όπου ο αέρας είναι τόσο αραιός που δε μπορεί άλλο να πετάξει και να αναγκάζεται να πέσει. Κι όταν λέω ότι πέφτει, εννοώ, ως κάτω…
Η (Πολωνή και καθολική) Σόφι τον βλέπει ως σωτηρία της και καταστροφή της. Εργάζεται σ’ έναν αμφιλεγόμενο χειροπράκτη, διαβάζει Ντος Πάσσος και Τόμας Γουλφ αλλά αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή. Κυριεύεται από βαθιά μελαγχολία και μαύρη απελπισία εξαιτίας του ότι επέζησε από το Άουσβιτς, φοβούμενη πως δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τις ενοχές της. Ενοχές, διαβρωτικές σαν το θαλασσινό νερό. Μπορεί κάποιος να κουβαλάει μέσα του την τοξίνη της ενοχής μια ολόκληρη ζωή, όπως τον τύφο. Αγωνίζεται απεγνωσμένα να διαγράψει το όνομα του στρατοπέδου από το λεξιλόγιό της, γνωρίζοντας ότι αν επέτρεπε να εισχωρήσει στη μνήμη της, θα κινδύνευε να χάσει, να δώσει τέλος στη ζωή της. Έχει δει το γαλαζωπό νέφος της καμένης ανθρώπινης σάρκας, συνεπώς αδυνατεί να πιστέψει σ’ ένα Θεό που γυρίζει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η ανικανότητα των ανθρώπων να καταλάβουν πραγματικά ήταν ένας ακόμα από τους λόγους για τους οποίους απέφευγε να μιλά γι’ αυτά.
Πλοκή: Από την πρώτη στιγμή που θα τους δει κολλημένους τον ένα πάνω στον άλλο, σαν ένα σκοτεινό ανάγλυφο με φόντο τον ροζ διάδρομο με ένα κρεμαστό γλόμπο των σαράντα βατ, ο Στίνγκο δε θα πάψει να έλκεται από το ιδιόμορφο αυτό ζευγάρι, η σύγχιση και ταραχή των οποίων τροφοδοτείται απ’ τους βασανισμένους τους ψυχισμούς. Σταδιακά θα αρχίσει να θέλγεται σφοδρά από τις πολλαπλές γοητείες και αδυναμίες της Σόφι και να γίνει ο υποδοχέας των μυστικών της, μέχρι τον πυρήνα της τραγικής απόφασής της ανάμεσα σε δύο αβάσταχτες επιλογές. Μόνο που η Σόφι δεν είναι απολύτως ειλικρινής στις εξιστορήσεις της – αποκρύπτει, μεταπλάθει και παραπλανεί (άλλο ένα γοητευτικό στοιχείο υπονόμευσης της μυθοπλαστικής «αλήθειας»).
Γοητεία: Υπάρχουν τόσα στοιχεία που κάνουν την ανάγνωστη αυτού του έργου μια λογοτεχνική περιπέτεια μύησης. Η μυθοπλασία κινείται σε πολλά χρονικά επίπεδα, με αλλεπάλληλες χωροχρονικές παλινδρομήσεις. Στην αφήγηση του Στίνγκο εμπλέκονται οι σπαρακτικές διηγήσεις της Σόφι, όπως εκείνες της παρουσίας της στο σπίτι του Ρούντολφ Ές το 1943 και της δραματικής της ικεσίας για σωτηρία.
Ο λόγος είναι χειμαρρώδης, κοσμημένος με κάθε δυνατή λέξη που μπορεί να αποδώσει την πληθώρα των συναισθημάτων και των μνημών που ταλανίζουν τους ήρωες. Συχνά στο κείμενο ενσωματώνονται αναφορές σε έργα των Τζωρτζ Στάινερ, Χάννα Άρεντ, Ρίτσαρντ Ρουμπινστάϊν, στις σημειώσεις της Σιμόν Βέιλ για την οδύνη και την αληθινή φαυλότητα, σε μελετητές που έγραψαν για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ανατομία του ψυχισμού του Ες.
Ήχοι/μουσική: Όμως η γραφή του Στάιρον διακρίνεται από ένα ακόμα σπάνιο χαρακτηριστικό: παντού στη διήγηση σπέρνονται ήχοι και νότες, που δένονται οργανικά με την αφήγηση. Η ιδιόμορφη τριάδα μοιράζεται ένα κοινό πάθος για τη μουσική, τζαζ και κλασική σε μια εποχή πολύ πριν την εμφάνιση του ροκ ή την αναβίωση της φολκ, θεωρώντας την σαν αναγκαίο ναρκωτικό, κάτι ανάλογο με τη θεία πνοή. Η μουσική είναι παρούσα στο ασφυκτικό δωμάτιο του «ζεύγους» μέσα από ένα μικρό ραδιόφωνο Ζενίθ και το γραμμόφωνο των δίσκων. Οι συμφωνίες του Μάλερ, η 5η του Μπραμς, το κονσέρτο για τσέλο του Χάιντν, η Ποιμενική του Μπετόβεν – το τελευταίο μουσικό κομμάτι που άκουσε η Σόφι προτού πάει στην κόλαση.
Έκτοτε θα διχάζεται απ’ την αντίφαση «της αφηρημένης κι ωστόσο απέραντης ομορφιάς της μουσικής» και τις σχεδόν απτές διαστάσεις της απελπισμένης οδύνης της. Όταν σταματάει η μουσική, ακούγεται το κλάμα της ή το ανήσυχο τρίξιμο των ελατηρίων της συνουσίας της και οι συνοδευμένοι από σχόλια οργασμοί. Στο τέλος μένει η σιωπή, κι ο αφηγητής μένει ν’ ακούει τους μακρινούς νυχτερινούς ήχους του Μπρούκλιν – το αλαργινό αλύχτισμα ενός σκύλου, ένα περαστικό αυτοκίνητο, το σιγανό γέλιο ενός ζευγαριού στην άκρη του κόσμου, τις δυνατές ομιλίες των νυχτοκόπων του Μανχάτταν.
Φάκελος φιλοξενούμενου: 1925 – 2006. Τέκνο του Αμερικάνικου Νότου (για τον οποίο έγραψε μερικές σημαδιακές σελίδες), συν-δημιουργός του λογοτεχνικού περιοδικού «The Paris Review», επίγονος του Φώκνερ, «λογοτεχνικός σύντροφος» των Γκορ Βιντάλ και του Νόρμαν Μέιλερ, φίλος του Κουρτ Βόνεγκατ. Κυρίως όμως, ένας ικανός συγγραφέας που κάποια στιγμή απέκτησε τα πάντα στη ζωή του (ευτυχισμένη οικογένεια, εγκατάσταση σε μια φάρμα στο Κονέκτικατ και τριαντάχρονη αφοσίωση στη συγγραφή, ήρεμη ζωή χωρίς το άγχος της επιβίωσης) αλλά τι παράξενο… Για άλλη μια φορά όλες αυτές οι αρμονίες όχι μόνο δεν αρκούν σε μια ταραγμένη ψυχή αλλά μπορεί και να οδηγήσουν σε κατάθλιψη και αυτοκτονικές εμμονές. Αυτός ο χρόνιος πότης κατάφερε ακόμα και το οριστικό διαζύγιο απ’ το οινόπνευμα (όταν αυτό «είχε πάψει να συμφωνεί μαζί του») αλλά όχι και από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, βρέθηκε αντίκρυ με «την απελπισία πέρα από την απελπισία», νοσηλεύτηκε σε κλινική και βγήκε ζωντανός, για να διηγηθεί τη σκληρή του δοκιμασία στο «Θέα στο σκοτάδι. Χρονικό μιας τρέλας» (1990, στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις).
Συντεταγμένες: William Styron, Sophie’s choice, 1979. Ελληνική μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Ποταμός, 2005, σελ. 652. Ας σημειωθεί πως η «στατική» κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Άλαν Πάκουλα το 1982 δεν αποδίδει ούτε στο ελάχιστο τη θυελλώδη γραφή και τα επίπεδα της Σταϊρονικής γραφής. Πρόσφατα υπήρξε και διασκευή σε όπερα από την Washington National Opera και την Royal Opera House του Λονδίνου.
Κάποιες φορές, μέσα στο πανδαιμόνιο των περιπαθών λυσσασμένων παραινέσεων και των εκκωφαντικών απαιτήσεων, μες στις κραυγές, τους πνιχτούς ψιθύρους και τις λάγνες προτροπές, άκουσα άραγε στ’ αλήθεια τον Νέηθαν να ψελλίζει τα αντατριχιαστικά λόγια που τώρα θυμόμουν; (σ. 100)
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
24
Μαρ.
08

Eric Matthews -The imagination stage (Empyrean, 2008)

eric-matthews-large.jpg

Σύνθετη περίπτωση ο Eric. Από τη μία εμφανίζεται ως ένας μοναχικός μπαλανταδόρος κι από την άλλη ακούγεται σαν ολόκληρη μπάντα. Μετά, ακροβατεί ανάμεσα σε μπαλαντουργία χαμηλού προφίλ και σε πιο χλιδάτες έως και μέινστριμ επιλογές. Τέλος, η φωνή του, κατάλληλη για βαριετέ εξομολογήσεις μιας pub, μπορεί σε στιγμές να θυμίσει ερμηνείες κλασικών -κυρίως 70ς- τραγουδιστών και μεγάλων ακροατηρίων. Να προσθέσω και πως τα δύο πρώτα άλμπουμ του στα 90ς μόνο στη Sub Pop (που τα κυκλοφόρησε) δεν ταίριαζαν; Και πως όταν αποφασίσει να εξαφανιστεί μπορεί να περάσουν και 8 χρόνια ανάμεσα σε δυο κυκλοφορίες του;

Μιλάμε πάνω απ’ όλα για ένα γεννημένο singer/ songwriter – και έναν από τους ικανότατους του είδους. Συνθέτει, ενορχηστρώνει τα πάντα, τα παίζει όλα, τραγουδάει. Έχει μόνον έναν υπάλληλο να του αλλάζει το ποτήρι με το νερό. Οκ, ξέρω πως δε σας έπεισε αυτό το τελευταίο.

Η στερεή, συμπαγής και συγχρόνως ρευστή chamber pop αυτού του παιδιού είναι στις περισσότερες στιγμές της μαγική. Θα αντλήσω παραδείγματα από την υπέροχη πρώτη επτάδα του. Αρχικά, κρατώντας τα προσχήματα, μας δίνει μια ιδέα για την ευκολία του να συνθέσει ένα πιασάρικο concrete rock track – το αποδεικνύει και δεν ξανασχολείται με το θέμα. Στο δεύτερο σκαλί, η «συνθετική» αρχή του That kiss of life διακόπτεται από μια απρόσμενα βελούδινη φωνή, προτού βυθιστούμε στην πνευστή ατμόσφαιρα ενός τυπικού Bacharach lounge. Τέτοιες crooning στιγμές είναι διάσπαρτες εδώ, αλλά και μερικές περιπλοκάδες α λα Andy Partridge κάνουν τον ήχο του να «αγγλίζει».

2642.jpg

Με το Little 18 όμως, χάνω τα λόγια μου… Το πιάνο γίνεται σκελετός και η ερμηνεία του σάρκα που πλάθεται ανάλογα με τη διάθεση των στίχων. Το φωνητικό του φλερτ με τις mainstream επιρροές του (εδώ σε μια λευκή σόουλ φωνή τύπου Steely Dan) φτάνει στο αποκορύφωμα στο Don’t take that light, στο ενδιάμεσο δυο σπαρακτικών, πιο εσωτερικών, α λα Ed Harcourt στιγμών (Radio boy, In our lives). Η νέα του φωνητική progressive παράκαμψη αστράφτει ολόκληρη στο Devil red glow – οι κόκκινοι διαβολάκοι που λαμπυρίζουν εδώ έχουν τη μορφή του Eno και του Fripp.

Γεννημένος στο Gresham, Oregon, με ρίζες στο 60s and 70s rhythm and blues, αλλά έχοντας ακούσει πολλή μουσική (αν κρίνουμε από τα ραντίσματα με τζαζ νότες και art rock φωνητικές δοκιμές), ο Ε.M. έχει ήδη βγάλει τα It’s heavy in here (1995), The lateness of the hour (1997), Six kinds of passion and looking for an exit (2005) και Foundation sounds (2006). Στο ενδιάμεσο εκείνο χάσμα έκανε άπειρες συνεργασίες και side projects. Νωρίτερα, γύρω στο 1992, είχε σχηματίσει με τον Αυστραλό Richard Davies τους Cardinal, με έναν ομώνυμο δίσκο το 1994 (επανέκδοση το 2006).

Αυτός ο πέμπτος δίσκος του, με περισσότερα πλήκτρα από ποτέ και με drum loops που παραδόξως ταιριάζουν στην «παραδοσιακή» του υφή (ακούστε τη φτερωτή τους αντανάκλαση στο Radio boy) είναι με διαφορά ο καλύτερός του.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15178

21
Μαρ.
08

Ευρετήριο Μουσικών Ιστολογίων

Ευρετήριο Μουσικών Ιστολογίων

 

21
Μαρ.
08

Ευρετήριο ονομάτων/δίσκων

Ευρετήριο δισκοπαρουσιάσεων

  1. Alejandro Escovedo – The boxing mirror (2006)
  2. Αlessandro Mannarino – Supersantos (2011)
  3. Αlias – All things fixable (2005)
  4. Alias – Fever dream (2011)
  5. Anderson (Jon)/Wakeman (Rick) – The living tree (2010)
  6. Andrew Bird – Noble beast (2009)
  7. Asobi Seksu – Fluorescence (2011)
  8. Beach House – Teen Dream (2010)
  9. Bent – Ariels (2004)
  10. Beth Gibbons – Out of season (2002)
  11. Bike for three! – More heart than brains (2009)
  12. Blood Axis – Born again (2010)
  13. Brian Wilson – That lucky old sun (2008)
  14. British Sea Power – Man of Aran (2009)
  15. Bye Bye Bicycle – Compass (2009)
  16. Chapelier Fou – 613 (2010)
  17. Clann Zu – Rua (2003)
  18. Clann Zu – Black coats and bandages (2004)
  19. Club 8 – The boy who couldn’t stop dreaming (2008)
  20. Club 8 (II) – The People’s Record (2010)
  21. Concretes –  – S/T (2006)
  22. Danielle de Picciotto & Alexander Hacke – Hitman’s Heel (2010)
  23. Danger Mouse & Sparklehorse –  – Dark night of the soul (2009)
  24. Destroyer – Destroyer’s Rubies (2006)
  25. Destroyer – Kaputt (2011)
  26. Devotchka – 100 Lovers (2o11)
  27. Divine Comedy – Absent Friends (2004)
  28. Ed Harcourt – The beautiful lie  (2006)
  29. Edward Sharpe & The Magnetic Zeros – From below (2009)
  30. Ennio Morricone w/Dulce Pontes – Focus (2003)
  31. Eric Matthews – The imagination stage (2008)
  32. Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (2008)
  33. Flotation Toy Ring – Bluffer’s guide to the flight deck (2005)
  34. Get Well Soon – Vexations (2010)
  35. Gnac– The arrival of the fog (2007)
  36. Glen Campbell – Ghost on the canvas (2011)
  37. Godspeed You! Black Emperor
  38. Gustaf Spetz
  39. Hawkwind
  40. Hidden Cameras
  41. Hooverphonic
  42. I Am Kloot
  43. Jeanne Moreau & Etienne Daho – Le Condamné à Mort (De Jean Genet) (2010)
  44. Νίκος Ξυδάκης
  45. Jackie Leven
  46. Jason Lytle (Grandaddy)
  47. John Frusciante (Red Hot Chilli Peppers)
  48. Josh Ritter
  49. Julee Cruise – The art of being a girl (2002)
  50. Lhasa
  51. Lila Downs
  52. Lykke Li – Wounded rhymes (2011)
  53. Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (2003)
  54. Maps
  55. Melodium – Petit Jama (2011)
  56. Metro Decay
  57. MGMT
  58. Micah Hinson
  59. Miracle Fortress
  60. Odawas
  61. OMD (Orchestral Manoeuvres in the Dark) – History of modern (2010)
  62. Parts & Labour
  63. Patrick Wolf – Lupercalia (2010)
  64. Peter, Bjorn and John
  65. Phillip Boa and the Voodo Club
  66. Piano Magic
  67. Pieter Nooten – Here is why (2010)
  68. Porcupine Tree
  69. Richard Hawley
  70. Robert Forster (Go Betweens)
  71. Sambassadeur 1
  72. Scanner
  73. Scott Matthew
  74. Sebastien Schuller
  75. Sieben – Star Wood Brick Firmament (2010)
  76. Silver Jews
  77. Soulsavers (Mark Lanegan)
  78. Soundtrack of Our Lives
  79. Spearmint
  80. Spiritualized – Amazing grace (2003)
  81. Spiritualized II
  82. Steve Wilson (Porcupine Tree)
  83. Syd Matters
  84. Telephone Jim Jesus
  85. Ten Kens
  86. The Coral – Butterfly House (2010)
  87. The Dears
  88. The Dears – Degeneration Street (2011)
  89. The Killers
  90. The Lovetones
  91. The Midnight Juggernauts
  92. The Most Serene Republic
  93. The Mummers
  94. The New Pornographers
  95. The Nits – Wool (2000)
  96. The Peth
  97. The Radio Debt
  98. The Walkmen
  99. Tom Waits – Real Gone (2004)
  100. Ulrich Schnauss
  101. Underworld
  102. Urban Native Integrated Nations of Europe (UNITE) – The Gathering of Strangers (2010)
  103. Ute Lemper
  104. World’s End Girlfriend – Seven Idiots (2010)
20
Μαρ.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 483 (Μάρτιος 2008)

… είδα ότι ο τύπος της ΕΣΣΔ τα τελευταία δέκα χρόνια της λογοτεχνικής μου δραστηριότητας τα κατέγραψε σε 301 άρθρα. Από αυτά τα εγκωμιαστικά ήταν μόνο τρία, ενώ τα εχθρικά και υβριστικά 298. Αυτά τα τελευταία 298 αποτελούν τον καθρέφτη της ζωής μου ως συγγραφέα. (…) Σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας ότι το να μη μπορώ να γράφω ισοδυναμεί με το να ζω σαν θαμμένος ζωντανός. (…) Παρακαλώ την κυβέρνηση να δώσει εντολή να εγκαταλείψω την ΕΣΣΔ (…)  Αν όλα όσα έγραψα δεν είναι πειστικά…και με καταδικάσουν σε εφ’ όρου ζωής σιωπή (…) παρακαλώ να μου δώσετε εργασία ανάλογη με την ειδικότητά μου (…) αν όχι (…) να με διορίσετε ως κομπάρσο, αλλά και αν αυτό είναι αδύνατο, τότε διορίστε με ως εργάτη σκηνής (…) γιατί είμαι, την παρούσα στιγμή, αντιμέτωπος με το φάσμα της ανέχειας, την έλλειψη στέγης και τον θάνατο.

 Τα παραπάνω έγραφε το 1930 σε επιστολή του στην Σοβιετική Κυβέρνηση ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο κορυφαίος συγγραφέας του γκροτέσκου και της ανελέητης σάτιρας, μια από τις πιο αδικημένες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τρέχον τεύχος του Διαβάζω.

Αυτός ο μόνιμα εξεγερμένος δημιουργός με τους εκλεπτυσμένους τρόπους και την παράτολμη γραφή και ζωή, που την ημέρα εργαζόταν στον τύπο και το θέατρο και τις νύχτες έγραφε πυρετωδώς τα έργα του, παρέμεινε άγνωστος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του λόγω του ανελέητου πολέμου, ή μάλλον κρυφτού, που του επιφύλασσε η κρατική ηγεσία κι ο ίδιος ο Στάλιν: από τις μυστικές έρευνες στο σπίτι του, την κατάσχεση χειρογράφων και ημερολογίων ως την απόσυρση κάθε θεατρικού του έργου και την πλήρη απαγόρευση δημοσίευσης κάθε άλλου. Ο Μπουλγκάκοφ, στερημένος από κάθε έσοδο από την εργασία του και ακατάπαυστα λοιδωρούμενος από τους λιβέλλους των εφημερίδων, δεν δίσταζε να γράφει επιστολές κατευθείαν στον Στάλιν, ζητώντας μια εξήγηση που, φυσικά, ποτέ δεν έλαβε.

Το πλήρες αυτό αφιέρωμα, που δημιουργεί εντονότατα συναισθήματα, περιλαμβάνει εκτός από ποικίλα βιογραφικά, αυτοβιογραφικά και άλλα κείμενα και σειρά επιστολών όπου διαφαίνεται ανάγλυφα η απεγνωσμένη προσπάθεια του κράτους να εξαφανίσει το όνομά του από οπουδήποτε. Δεν το κατάφεραν, γιατί μπορεί τα έργα του (Η Λευκή Φρουρά, Διαβολιάδα, Τα μοιραία αυγά κ.λπ. και πάνω απ’ όλα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα – το κατά Μπόρχες μοναδικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας) όσο ζούσε να μην βρήκαν ποτέ το δρόμο προς αναγνώστες ή θεατές, σήμερα όμως θεωρούνται μνημειώδη.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα η συνέντευξη με τον Reader’s Diggest, έναν από τους πρώτους βιβλιο-blogger στη χώρα μας, που δεν ασχολήθηκε μόνο με βιβλία που αγνοούσε η κριτική, αλλά και έκρινε βιβλία επωνύμων που περνούσαν στο απυρόβλητο.

Οι 164 σελίδες του τεύχους γεμίζουν με ένα Φάκελο περί χάρτινης γεύσης (ο γευσιγνώστης Αλέξανδρος Σακκάς περνάει από το κριτικοσκόπιο 30 βιβλία μαγειρικής και οίνου), συνέντευξη με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τις γνωστές ερεθιστικές στήλες κ.ά. Εγκαινιάζεται, τέλος, μια νέα στήλη που θα ενημερώνει για κόμικς μέσω …κομικς, μια ιδέα που, απ’ όσο γνωρίζω, είναι εντελώς πρωτότυπη.

17
Μαρ.
08

Χούλιο Γιαμαθάρες – Στη μέση του πουθενά

Για μας που θέλουμε λογοτεχνικούς ήρωες καθημερινούς και συνηθισμένους, έστω κάτι σαν κι εμάς, το διήγημα αποτελεί την προσφορότερη δεξαμενή. Εκεί, συνήθως, αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στους αφανείς «αντι-ήρωές» τους και στους ιδιόμορφους πρωταγωνιστές πολλών μυθιστορημάτων.

Τα επτά σύντομα διηγήματα του Χ.Γ. τιμούν τέτοια οικεία σε μας πρόσωπα, Ο συγγραφέας ρίχνει κι άλλο φως στη χαρακτηροθήκη του:Έχω επιλέξει τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή να βρίσκομαι κοντά στους πιο αδύναμους, σε αυτούς που δεν έχουν φωνή, σε εκείνους που δεν ακούει κανείς. Οι ισχυροί δεν έχουν ανάγκη, έχουν πολλούς υπηρέτες.
Όμως αυτή η αναγνωρισιμότητα των φιγούρων εδώ δεν είναι παρά η αρχή: αυτό που μας κάνει να απολαμβάνουμε τις περιπέτειές τους είναι το γεγονός πως τους πετυχαίνουμε σε μια οριακή τους στιγμή, στη μέση του πουθενά: το μέρος που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεσαι όταν νοιώθεις ή είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Μέχρι να κλείσουμε το βιβλίο έχουν φάει τα μούτρα τους, έχουν ταπεινωθεί, έχουν παίξει κρυφτό με την ησυχία τους (κι αδύνατο να την βρούν), έχουμε ξεκαρδιστεί (τουλάχιστο δύο φορές σε κάθε διήγημα), έχουμε κρυφά ψιθυρίσει «υπομονή, μαζί σου είμαι εγώ»! Πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει ο Γιαμαθάρες στην εισαγωγή, για φίλους του ή πρόσωπα που γνωρίζει και, αντί να τους αφιερώσει ένα διήγημα όπως συνηθίζεται, τους μετατρέπει σε πρωταγωνιστές των δικών τους ιστοριών, εν αγνοία τους, χωρίς να ξέρει αν θα τους άρεσε, ελπίζοντας όμως να τον συγχωρήσουν. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ιστορίες που έχουν ζήσει αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να τις έχουν ζήσει! Άνθρωποι χωρίς απαντήσεις, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Όσα δε φέρνει η ώρα τα φέρνει η στιγμή, φταίει «η κακιά η ώρα», το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, τι καντεμιά κι αυτή που σε δέρνει. Όσοι έχετε ακούσει διψήφιες φορές τις παραπάνω φράσεις και θέλετε να τις ξορκίσετε από τη ζωή σας, εδώ θα το ξανασκεφτείτε. Είναι πολύ εύκολο να βρεθείς έξω από τον κύκλο, μερικές φορές αρκεί ένα ελάχιστο βήμα για να πάψεις να είσαι «κανονικός». Κι αν παλαιότερα ήσουν αυτός που κοιτούσε περίεργα τον άτυχο ξένο, τώρα μπορεί να είσαι εσύ αυτός που τον κοιτάζουν μαζεμένοι περίεργοι με οίκτο, θλίψη ή απλά αδιαφορία.
Προσέξτε, γιατί θα μπορούσατε εσείς να είστε ο σταθμάρχης που βασιλεύει σε ράγες χωρίς περαστικούς συρμούς ή ο μποέμ τύπος που δεν μιλάει χρόνια με τη γυναίκα του και τα πίνει με μια γαλοπούλα ανοίγοντάς της την καρδιά του. Όσο για μένα, με είδα σίγουρα στη θέση των ηρώων στα δύο μαργαριτάρια της συλλογής, τα Πιλότος Καμικάζι και Το Άφθαρτο Μυθιστόρημα. Ως συγγραφέα, δηλαδή, που δεν έχει εκδώσει ποτέ τίποτα κι ετοιμάζει ένα μυθιστόρημα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν φύλαξε τα νώτα του: δεν είχε τη σύνεση να αλλάξει τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας (δηλαδή των συγχωριανών του!) – κι αυτή έμελε να είναι η συμφορά του… Ή ως έναν τραπεζικό υπάλληλο που επιχειρεί να μετακινήσει ένα αυτοκίνητο που τον εμποδίζει και οι λεπτές συγκυρίες που λέγαμε τον οδηγούν στο να το οδηγεί απεγνωσμένα κάθε λίγο και μακρύτερα με σπαρταριστά επακόλουθα.
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Χ.Γ. μεταπηδά από το ένα είδος γραφής στο άλλο. Από τους επιμήκεις στίχους επικών ποιημάτων ή το ζοφερό μυθιστορηματικό κλίμα της Κίτρινης Βροχής (για πολλούς η κορυφαία του στιγμή), εδώ έχουμε σύντομες ιστορίες ρεαλιστικού ύφους και άνετης γραφής σε ένα γλυκύτατο, περιπετειώδες, αγγιχτικό εκατοντασέλιδο. Αν πιστέψουμε τις κραυγές των καιρών, δεν υπάρχει καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους αλλά υπάρχει πατρίδα για τους ηττημένους, κι αυτή είναι η λογοτεχνία – και, στην προκείμενη περίπτωση, η διηγηματογραφία του Γιαμαθάρες!
Φάκελος φιλοξενούμενου: Μπεγκαμιάν, Λεόν, Ισπανία, 1955. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, ταξιδιωτικά αφηγήματα, κινηματογραφικό σενάριο, άρθρα στην Ελ Παΐς. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το φεγγάρι των λύκων, Η κίτρινη βροχή και Η τέχνη του ψεύδεσθαι [δοκίμιο] αλλά και διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Συντεταγμένες: Julio Llamazares, En mitad de ninguna parte, 1994. Στα ελληνικά: μετάφραση Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόλογος-επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007, σελ. 101.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14956
14
Μαρ.
08

Odawas – Raven and the white light (Jagjaguwar, 2007)

odawas-cover.jpg 

Όταν ο Θεός ήταν ένα μικρό κακό παιδί… πώς να ήταν άραγε τότε ο κόσμος; Πιθανώς σαν κι αυτόν που περιγράφουν οι Odawas εδώ, τόσο στο ομότιτλο τραγούδι όσο και στο μεγαλύτερο μέρος του Raven: γεμάτος μυστήριο, ομίχλη, απόκοσμους ήχους και ουράνιες μελωδίες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μαγεμένων του Raven μίλησαν για τη γοητεία του Alleluia, με το χαρακτηριστικό σφύριγμα που ευτυχώς θυμίζει περισσότερο Andrew Bird παρά Brian Ferry. Εξίσου πολλούς εραστές απέκτησε το When God Was A Wicked Child, με τη σχεδόν παιδική, παραμυθένια φολκίτσα του που μας αποκαθαίρει μετά από μια παραπλανητική εισαγωγή – ένα βαρύ ρέκβιεμ που παραπέμπει περισσότερο σε γοτθικό σύνολο. Όμως το αδιαφιλονίκητο, κατά τη γνώμη μου, μαργαριτάρι εδώ είναι το Getting To Another Plane, λες κι έστειλαν την Αλίκη στη χώρα των Ψυχεδελικών Θαυμάτων να βρει ξεχασμένα αριστουργήματα. Και, φανταστείτε, είμαστε μόνο στο τέταρτο τραγούδι.

Ίσως η ίδια Αλίκη τους παρέσυρε σε πλείστες παγίδες, τους έριξε σε ολόκληρα δάση επικότητας και ενορχηστρωμένης υπερβολής. Δεν έμειναν πιστοί στην αρχική τους σαρδόνια folk της νέας εποχής (Circus Song) και παρασύρθηκαν από δεινοσαυρικές τεχνο-ροκ σειρήνες, σε σημείο να ακούγονται ακριβώς σαν King Crimson (Barnacles and Rustic Debris). Στα ενδιάμεσα, απλώνουν τις μυριάδες επιρροές τους, σε σημείο να ακούγονται, όπως γράφτηκε, σαν ο Randy Newman να προσπαθεί να τραγουδήσει Angelo Badalamenti.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην τρίτη κυκλοφορία των Odawas μετά το αυτοκυκλοφορημένο αρχικά, στην Birds and Rockets αργότερα, Vitamin City ep (2004) και το ντεμπούτο The Aether Eater στην Jagjaguwar (2005), όπου στιχουργούσαν …Δάντη και Βιργίλιο. Στο τελευταίο τρακ, ο Mike Tapscott (σύνθεση, φωνή, κιθάρα, αρμόνικα, mouth harps, manmade sounds) κερδίζει νέες εντυπώσεις τραγουδώντας σαν απόκοσμος Neil Young. Αν μαζί με τους υπόλοιπους Isaac Edwards (keys, atmosphere from non-manmade materials) και Brad Cash (engineering, technique, drumming) μείνουν στη ψυχεδελική φολκ τύπου Pearls Before Swine και τη διανθίσουν με όλα αυτά τα μαγικά κουτιά που φαίνεται πως διαθέτουν, τότε περιμένουμε νέα ταξιδέματα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14949

11
Μαρ.
08

Late night partners: Ed Harcourt, Nick Hornby

Ed Harcourt – The beautiful lie (Heavenly, 2006)
Nick Hornby – H κάθοδος των τεσσάρων
Κάποιος ή κάποια που μας τηλεφωνεί μόνο όταν είναι μεθυσμένος/η. Η πολλαπλάσια ηδονή του τελευταίου τσιγάρου ή του τελευταίου οτιδήποτε. Η βροχή που πέφτει πάνω στους καλύτερους. Η δυσκολία να βρούμε καλούς φίλους. Άνθρωποι – σωστά ναρκωτικά. Επαναστάσεις που δε γίνονται έξω αλλά μέσα σε καρδιές. Ένας σύντροφος για αργά τη νύχτα. Καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε καλά αλλά ελάχιστοι τις τραγουδούν. Ο Ed Harcourt τις κάνει τίτλους και τραγούδια. Υπέροχα τραγούδια: You only call me when you’re drunk, The last cigarette, I am the drug, Good friends are hard to find, Revolution in my heart.
Τον έχουμε υπό στενή παρακολούθηση από το ξεκίνημά του, τον έχουμε φακελώσει στο συρτάρι με τους εξαίρετους «μοναχούς», δηλαδή εκείνους που γράφουν και τραγουδάνε τα γραψίματά τους αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και προικισμένους μουσικούς που ακολουθούν μια καταδική τους πορεία. Η καρτέλα μας είναι γραμμένη κι απ’ τις δύο πλευρές: πιάνο, τρομπέτα, βιολί, μπάντζο, ντραμς και νεροχύτης (αν μεταφράζω σωστά το kitchen sink), όλα παίζονται από τον Ed.
6 δίσκοι σε 5 χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και το download-only Elephant’s Graveyard (με B sides και demos) μάλλον δεν είναι ένδειξη αργοκίνητου δημιουργού. Το Ωραίο του Ψέμα είναι η αποκορύφωση της συνεχούς του έμπνευσης και ξεπερνά το μέχρι σήμερα καλύτερό του Here be monsters. Δηλώνοντας προσεκτικός ακροατής τρυφερών και ύπουλων τζαζιστών όπως ο Chet Baker αλλά και αναγνώστης του John Keats, ο Εντ κάνει δίσκους τα συμβάντα της ζωής του – άλλωστε ένας μεγάλος έρωτας τού ενέπνευσε τον (τρίτο καλύτερο) δίσκο του Strangers. Τον θυμάμαι στα πρώτα του LP: βράχνιαζε σαν τον Tom Waits, οπότε και οι συνδέσεις ήταν αναπόφευκτες. Τώρα αφήνει το λεπτό αδύναμο κρύσταλλο της φωνής του να φανεί σ’ όλη του την αδυναμία.
Παρά το γεγονός ότι ο φίλος μας ειδικεύεται στις έξοχες μπαλάντες, μπορούμε εδώ να βρούμε έξοχη ποπ τραγουδοποιΐα στο Whirlwind in d minor, καθάριο σόουλ συναίσθημα στο Visit from the dead dog κι ένα αναπάντεχο οργιώδες φινάλε στο You only call me when you’re drunk. Θα με αγαπάς κι όταν γεράσω; Ακόμα βέβαια ελπίζω ότι θα το προλάβω… (το γέρας καλέ μου Έντ ή το συναίσθημά της;). Αλλά τα «άλλα» του είναι που με περιμένουν στο σπίτι όταν γυρνάω πολύ αργά το βράδυ από μια ατέλειωτη δουλειά: μια βραχνή έγχορδη μπαλάντα κυριολεκτικά της προχωρημένης αργής νύχτας (Late night partner), ένα αποκορύφωμα εγχόρδων/ πιάνου (Rain on the pretty ones) – ένα κομμάτι ατόφιο διαμάντι. Και πώς μετά να σε πιάσει ύπνος; Κοιτάς τον άδειο δρόμο κάτω, σκέφτεσαι πως στις άλλες άκρες του πλανήτη η σκηνή επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, δεν θες να κοιμηθείς αν δεν τον ακούσεις (ολόκληρο!) 2 φορές. Αυτός ο μόνιμος μοναχικός σύντροφος στις δύσκολές μου ολονυχτίες εκφράζει ακριβώς αυτό που είμαι εκείνη τη στιγμή.
Αν ο κύριος Harcourt φτάνει στα όρια της μοναχικότητας, άλλοι τέσσερις μόλις τα ξεπέρασαν. Τόπος: Ταράτσα, Στέκι των Αυτοχείρων, Βόρειο Λονδίνο. Χρόνος: Αλλαγή χρονιάς/ χιλιετίας. Ένα ατιμασμένο δημόσιο πρόσωπο που χάνει ό, τι έχει και δεν έχει επειδή το κάτω κεφάλι υπερίσχυσε του άνω. Μια μεσήλιξ με ένα «μη φυσιολογικό» παιδί που της έχει ρουφήξει τη ζωή. Μια πιτσιρίκα με τα γνωστά θεμελιώδη προβλήματα κάθε «νέου» (έφαγε χυλόπιτα, είναι πίτα, μισεί γονείς). Κι ένας νυν ντελίβερι και πρώην συγκροτηματίας που η ζωή του ήταν η μπάντα του. Η τετράς των αποτυχημένων συνευρίσκεται τυχαία στην ταράτσα – ούτε να αυτοκτονήσεις μόνος σου δεν μπορείς.
Εδώ έχουμε ένα θέμα που γνωρίζουμε καλά αλλά που κανείς δεν μπορεί και τόσο εύκολα να ασχοληθεί μαζί του από την λογοτεχνική πλευρά: άνθρωποι που κάποτε ζούσαν «φυσιολογικά, κανονικά», τώρα βρίσκονται σε ένα σκαλοπάτι προ αυτοχειρίας. Που σκέφτονται πως τα επιχειρήματα του να συνεχίσεις να ζεις λιγοστεύουν. Η έκπληξη όμως δεν είναι ότι ο έξυπνος τούτος συγγραφέας καταπιάνεται με αυτό το μαύρο κουτί. Είναι ότι σε βάζει μέσα του χωρίς να σε σκοτεινιάζει καθόλου. Είναι ότι δείχνει την ευτράπελη, γελοία, αστεία, τρυφερή πλευρά μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το γνώριμο στιλ του Hornby (ο οποίος, παρεμπιπτόντως είναι ένας μανιακός του ροκ εντ ρολ, της λογοτεχνίας, τους ποδοσφαίρου, της μιζέριας και της αισιοδοξίας – ναι, τα τελευταία συνδυάζονται άνετα): να μιλάει για εμμονές, καταθλίψεις ή δυστυχίες με μια μορφή ελαφρότητας, καθόλου αβάσταχτης, αλλά ούτε και πουπουλένιας. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο στα Πυρετός της μπάλας, High Fidelity, Για ένα αγόρι, Πώς να είσαι καλός (βιβλία του που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας). Ο N.H. ποτέ δεν φημιζόταν για την περίτεχνη διαπλοκή προτάσεων, ούτε για απολαυστικές λεκτικά σελίδες. Το βάρος δίνεται σε ιδέες και καταστάσεις, σε μια πλοκή που προχωρά και σε παίρνει. Η γραφή του θρυμματίζεται εναλλάξ με τους αφηγηματικούς μονολόγους των τεσσάρων, ευτυχώς διανθισμένους με διαλόγους.
Πώς μπορείς να χειριστείς την αποτυχία; Πώς μπορείς να αποχωριστείς τον κυνισμό; Οι ήρωες ξεκινούν από μερικά βασικά αυτοκτονικά αξιώματα: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί, «Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο«. Όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο, ενώ παραμένουν στην κοσμάρα τους, αρχίζουν να αποκτούν αμοιβαίο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Εννοείται πως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν ποτέ – ούτε στις ελληνικές ταινίες δεν γίνεται πια αυτό. Αλλά μπορείς κάποτε να δεις ορισμένα πράγματα διαφορετικά.
Επιστρέφω στον Harcourt, που δεν θα τραγουδήσει και μόνος του το καλύτερό του κομμάτι (κι ένα από τα ομορφότερα του 2006). Φωνάζει τους καλύτερούς του φίλους, ανώνυμους γείτονες ή σκαμμένες φιλίες ετών και συγχρωτίζονται στο δικό τους μεταμεσονύκτιο ύμνο: Revolution in my heart. Ωδή: To the junkies in the streets/ To the gangsters in our towns/ And the others underground/ To the prostitutes and whores/ To the self-admiring bores/ To the drinkers in a drought/ And the writers steeped in doubt/ To the bailiffs and their bills/ To the child whose thoughts could kill/ To the veteran who fights/ All his demons late at night.
Eκδ. Πατάκη, 2005, σελ. 354 μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου [Nick Hornby – A Long Way Down].Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
11
Μαρ.
08

Telephone Jim Jesus – Anywhere out of the everything (Anticon, 2007)

telephone-jim-jesus-cover.jpg

Ο πιο συναρπαστικός ηλεκτρονικός δίσκος του 2007 προέρχεται ξανά από έναν μόνο του. Φοβάμαι όμως, πως ο όρος ηλεκτρονικός δεν σημαίνει πια τίποτα, εκτός αν συμφωνήσουμε όλοι σε ένα ποσοστό των ψηφιακών οργάνων, κριτήριο που αυτόματα γεννάει αμέτρητα άλλα.

Ο George Chadwick είχε την τύχη να προέρχεται από το New London, New Hampshire. Και λέω τύχη γιατί αυτό ακριβώς το περιορισμένο και μονίμως παγωμένο περιβάλλον τον έκανε να φύγει μια ώρα αρχύτερα προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Να παρατήσει το μετεφηβικό «goth-hardcore» (!) υβρίδιο ονόματι Unfit που είχε παρέα με τους Dave Bryant (Passage) and Matt Valerio (Bomarr) και να μετακομίσει μαζί τους στο Όκλαντ, νοικιάζοντας ένα μικροσκοπικό δωμάτιο σε μια αποθήκη – δίπλα στο ενδιαίτημα του Sole.

 tjj-banner.jpg

Μετά, γίνεται απλώς θέμα χρόνου το: να δει πώς και πόσα μπορεί να κάνει κανείς με ηλεκτρονικά εργαλεία και χιπ χοπ κατσαβίδια, να σχηματίσει ένα σχήμα για να τα κάνει πράξη (Restiform Bodies), να δει ότι τα καταφέρνει και μόνος του, να βγάλει από πάνω του την πρώτη του αυτο-κυκλοφορία: A Point Too Far to Astronaut. Στους τυχερότερους, εδώ ανήκει και η διασταύρωση με εκείνους που θα τον πάρουν στην εκλεκτή τους ομάδα. Η Anticon δε θα άφηνε να της ξεφύγει τέτοιο φυντάνι. Πρώτα θα του επανακυκλοφορήσουν το 2004 το πρώτο του πόνημα με προσθήκη κομματιών και επισκεπτών και μετά θα τον γνωρίσουν με όλες τις φυσιογνωμίες της.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς απώλειες. Ο ΤΤJ (που διάλεξε το όνομα για να μπερδεύεται ο κόσμος στη διάκριση των τριών λέξεων) σε μια δραματική τουρ (με Sole και Pedestrian το 2005) χάλασε μια φιλία χρόνων και ξέμεινε στην Ευρώπη σε ανήσυχη κατάσταση, ανάμεσα στο διαμέρισμα του Sole στην Βαρκελώνη και σε μια λιθουανική κατάληψη στο Βόρειο Λονδίνο. Για μήνες έκανε μόνο τις παραστάσεις που του επέτρεπαν να βγάζει εισιτήρια για τα τρένα. Πίσω στις ΗΠΑ συμμετείχε στην ανασυγκρότηση μιας βιετναμέζικης κοινότητας μετά την «Κατρίνα» κι εργάστηκε αλλά και περφόρμαρε σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο ξενοδοχείο στο Cape Cod.

 tjj04_web.jpg

Όλα αυτά βρήκαν ανάγλυφη διέξοδο στο Anywhere Out of the Everything (ξανά ο στίχος από το Anywhere Out of the World του Baudelaire). Είναι τέτοιος ο πλούτος των ηχοχρωμάτων εδώ, που συμβαδίζουν με την οποιαδήποτε διάθεσή σου. Το Birdstatic, ας πούμε, λες και προσπαθεί να αποτυπώσει κάθε δυνατή χρωματική απόχρωση, ενώ το Hit By Numbers ζωγραφίζει όλους τους τόνους του γκρίζου. Το Ugly Knees αποτελεί επιτομή του σημερινού ήχου της Anticon – μερικά μέτρα παραπέρα από τους 13 & God, κι έναν αιθέρα ψηλότερα από τα άφωνα του Alias.

Αν έχετε λαίμαργα αυτιά, θα χαρούν να καταβροχθίσουν όλα αυτά τα διαδοχικά στρώματα από samples, φωνές, πλήκτρα σαν σχοινιά που κρατούν σε αέναη κίνηση της ψευδο-μελωδίας-μαριονέτας, μελωδίες χαρακωμένες από ρυθμούς και αντίστροφα, κολάζ που θέλεις να διαλύσεις και να ξανασυνθέσεις, μέχρι να φτάσεις στην επιφάνεια όπου χαμένες φωνές περαστικών, του ημι-μίστερ Anticon Pedestrian και (στο Suicide Wings) του ίδιου του τύπου, συλλαβίζουν τις σκέψεις τους ή σουρεαλιστικά ποιήματα σε ένα περιφερόμενο Dictaphone.

Η Anticon στα κορυφαία της, για άλλη μια φορά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14924

05
Μαρ.
08

Χέιζελ Ρόουλι – ΤΕΤ Α ΤΕΤ. Simone de Beauvoir – Jean-Paul Sartre

Ποτέ δεν πίστεψα ότι μια επιλογή μπορεί να είναι αμετάκλητη. Μια επιλογή επιλέγεται συνεχώς.

Μπορεί η κοινή ζωή και σχέση ενός Ζαν Πολ Σαρτρ και μιας Σιμόν ντε Μποβουάρ να αποτελέσουν περιεχόμενο βιβλίου που διαβάζεται με την ηδονή να τρέχει από τα δάχτυλα που το ξεφυλλίζουν; Αν η απάντηση ήταν όχι, δεν θα ασχολούμασταν καν.

 Το έργο των δύο διανοητών δεν χρειάζεται κανένα μεσολαβητή, εφόσον μιλάει (αλλά και κρίνεται) από μόνο του και ιδίως σήμερα που κάθε αγιοποίηση ακούγεται σαν ανέκδοτο. Ο κοινός τους βίος όμως, τόσο στενά δεμένος με το έργο αυτό αλλά και το φιλοσοφικο-λογοτεχνικο-ερωτικό σύμπαν τους, σαφώς μας ενδιαφέρει. Όχι επειδή είμαστε ηδονοβλεψίες (δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες «πικάντικες» σκηνές εδώ μέσα) αλλά επειδή έχει τεράστιο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς με ποιο τρόπο αυτοί οι μανιώδεις της γραφής και της ανάγνωσης μετέτρεψαν τη φιλοσοφία σε ζωή και δοκίμασαν το πρακτικά αδιανόητο στον έρωτα (την πολυγαμία και την ανταλλαγή ερωτικών συντρόφων). Να δούμε πότε το κατάφεραν ευφυώς και πότε απέτυχαν παταγωδώς.

 Η βιογράφος αυτής της «αιρετικής» σχέσης κάνει για μας όλη τη βρομοδουλειά, σκάβοντας στην προσωπική αλληλογραφία του ζεύγους μεταξύ τους ή με τρίτους, στα άρθρά τους σε κάθε έντυπο, σε ανέκδοτο υλικό αλλά και συνομιλώντας προσωπικά με πλείστους εμπλεγμένους. Χάρη στη χειρουργική αυτή αναβίωση, συνοδοιπορούμε στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους.

Και με σένα, και χωρίς εσένα.

Βλέπω ένα νεαρό Σ. να θέλει να γοητεύσει τους πάντες και κυρίως τις γυναίκες, κι εφόσον αδυνατεί με τα σωματικά του χαρίσματα (με εκείνο το άγαρμπο, διόλου ελκυστικό σώμα, κι έχοντας χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά το φως από το δεξί του μάτι από την ηλικία των δύο με αποτέλεσμα να αλληθωρίζει), βάζει σκοπό να το καταφέρει με τις λέξεις.

Βρίσκει τη συνοδοιπόρο του. Τυλίγουν το δεσμό τους με την υπόσχεση της απόλυτης διαφάνειας και ειλικρίνειας, ανταλλάζοντας με ευχαρίστηση κάθε μύχια λεπτομέρεια της ζωής τους και ρίχνοντας στα σκουπίδια την ιδέα της εχεμύθειας, ως «κατάλοιπο της μικροαστικής υποκρισίας». Απορρίπτουν τον γάμο ως ανήθικο και τη συμβίωση ως εκφυλιστική ρουτίνα. Αρνούνται τη μονογαμία, αντιπροτείνοντας ελευθερία και σταθερότητα, περιστασιακές σχέσεις και δέσμευση άλλου τύπου. Διεκδικούν την απόλυτη ατομική ελευθερία και συμφωνούν να μη στερήσουν από τους εαυτούς τους δευτερεύουσες και παρορμητικές σχέσεις, κυνηγώντας τις εμπειρίες ακόμα και του «τυχαίου» έρωτα. Για να μη ζήσουν «την μόνιμη δυσαρέσκεια των εραστών».

Κανόνας μας είναι ο εαυτός μας κι ο ίδιος δημιουργεί τους κανόνες του.

Η υπαρξιστική φιλοσοφία του Σ. διαπνεόταν από μια απόλυτη βουλησιαρχική αντίληψη: Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό που είναι, δημιουργεί τον εαυτό του, επιλέγει τις ιδιότητές του. Είμαστε μόνοι μας, χωρίς δικαιολογίες, είμαστε το σύνολο των πράξεών μας. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος κι η ελευθερία εμπεριέχει την αγωνία της επιλογής, το βάρος της ευθύνης. Κανείς δεν πρέπει να χρησιμοποιεί τα συναισθήματά του ως δικαιολογία – τα δάκρυα και η κακοκεφιά είναι αδυναμίες. Με τη δύναμη της θέλησης μπορεί καθένας να ξεπεράσει όλων των ειδών τα συναισθήματα, τις ταλαιπωρίες και τα εμπόδια και να γίνει πλήρως αυτόνομος. Αντιπροσωπευτικό ήρωα του υπαρξισμού θεωρούσε τον Ζαν Ζενέ, εφόσον εκείνος, παρά το ατυχέστατο ξεκίνημά του, επέλεξε να γίνει συγγραφέας δημιουργώντας το θετικό μέσα το αρνητικό.

Το γράψιμο είναι μια ασχολία που δεν γνωρίζει ανάπαυλα.

Η μετατροπή της ζωής τους σε αφήγημα αποτελούσε την πιο φιλήδονη ευχαρίστησή τους. Έγραφαν στα παρισινά καφέ, ανάμεσα στο θόρυβο των φλιτζανιών και το σαματά των φωνών. Κάθε εξωτερικός χώρος τούς ήταν οικείος, όσο και τα δωμάτια των ξενοδοχείων που άλλαζαν ακατάπαυστα. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Σ., προτιμούσε να κάθεται σε καρέκλα που δεν ανήκει σε κανέναν ή ανήκει σε όλους. «Δεν είχε τίποτα στην ιδιοκτησία του, ούτε καν κρεβάτι, ξόδευε τα χρήματά του αμέσως μόλις τα κέρδιζε, χάριζε τα βιβλία του, πρόσφερε χωρίς δεύτερη σκέψη τα χρήματά του, τον χρόνο του, τον ίδιο του τον εαυτό, έδινε αδιάκοπα χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα, δεν είχε την ανάγκη κανενός». Αρεσκόταν να εφαρμόζει τις φιλοσοφικές ιδέες στην καθημερινότητα και γνώριζε πώς να ξεδιαλύνει πολύπλοκες ιδέες και να τις κάνει προσιτές και ερεθιστικές.

Στη ζωή μου υπήρξα περισσότερο αυνανιστής των γυναικών παρά ενεργός εραστής.

Εισχωρούμε στους ομόκεντρους κύκλους της παρέας τους, που μιλούσαν μεταξύ τους στον πληθυντικό για τα πάντα. Στις γυναίκες που γνώρισαν ή μοιράστηκαν αλλά και τις «τυχαίες» σχέσεις τους, που είχαν συμφωνήσει να μην τους γίνουν ποτέ «απαραίτητες», σε εκείνο το παιχνίδι της αποπλάνησης του άλλου όπου ρίχνονταν με πάθος, σαν ένα διανοητικό αγώνισμα που τους ερέθιζε σε μέγιστο βαθμό. Γύρω τους, θα περάσουν οι φίλοι δορυφόροι ο ευάλωτος αλαζόνας Αλμπέρ Καμί, ο αδικοχαμένος συγγραφέας Πολ Νιζάν, ο πολύς φιλόσοφος Μερλό – Ποντί, ο Μαξ Ζακόμπ, ο Μπόρις Βιαν με την ιδιότητα κυρίως του τρομπετίστα της modern jazz, η παρέα της Ρώμης (Έλιο Βιτορίνι, Κάρλο Λέβι, Ιγκνάτζο Σιλόνε), η ομάδα του περιοδικού Temps modernes, ο Ρεϊμόν Κενό, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ζορζ Μπατάιγ, ο Άρθουρ Κέσλερ, ο Νίκος Παπατάκης. Παράμερα βλέπω τον εξαιρετικό Αμερικανό συγγραφέα Νέλσον Όλγκριν, αυτόν που γνώρισε στην Μ. τις κακόφημες γειτονιές και τα νέγρικα μπαρ του Σικάγο και την έκανε να αμφισβητήσει το ερωτικό της μανιφέστο.

Δρόμοι της ελευθερίας.

Αυτός ο φιλόσοφος του μπιστρό και της ασφάλτου ένιωθε πως, γράφοντας, αναμετριέται με την Ιστορία την οποία μπορεί και να αλλάξει – πόσο μάλλον όταν κάθε δημοσίευση ή και δήλωση του ζεύγους διαβαζόταν φανατικά. Εναντιώθηκε στον πόλεμο της Αλγερίας και το Βιετνάμ αλλά και στην καταπίεση στην Κούβα και δεν δίστασε μετά την εισβολή στην Πράγα να αποκαλέσει τους Σοβιετικούς (που τον είχαν καταπεριποιηθεί στα ταξίδια του εκεί) «εγκληματίες πολέμου» (κάτι που δεν έκανε νωρίτερα για την Ουγγαρία – ένα από τα «ατοπήματά» του) με δυσάρεστες συνέπειες για τους εκεί φίλους, που έχασαν τις δουλειές τους.

Εκτός από τον πόλεμο και την κατοχή που έκοψε τη ζωή όλων στα δύο, είχαν να αντιμετωπίσουν από καταγγελίες και απολύσεις από τις δουλειές τους έως πραγματικά δύσκολες στιγμές. Η σύνταξη του Μανιφέστου των 121 (μαζί με Μπρετόν, Ντιράς, Ρομπ-Γκριγιέ, Σαρό, κ.ά., για ανεξαρτησία της Αλγερίας και αμνηστία για τους γάλλους στρατιώτες που αρνήθηκαν να πολεμήσουν εναντίον του αλγερινού λαού) είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των Γάλλων να στραφεί εναντίον τους με απειλητικές διαθέσεις, αλλά και να απαγγελθούν στον Σ. νομικές κατηγορίες (μέχρι την υπαναχώρηση του Ντε Γκολ που ατακάρισε «Δεν ρίχνεις στη φυλακή έναν Βολταίρο»), ενώ αργότερα το σπίτι του θα καταστρεφόταν από επίθεση με εκρηκτικά.


Σε μια μνημειώδη στιγμή, τον βλέπω να τον διακόπτει από το γεύμα του ένας δημοσιογράφος για να του ανακοινώσει τη βράβευση με Νόμπελ. Ο Σ. λέει πως δεν ενδιαφέρεται και στρέφει την προσοχή του στις φακές και το αρνάκι του. Αργότερα δηλώνει πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να επιτρέπει στον εαυτό του να μετατρέπεται σε θεσμό και πως ευχαρίστως θα δεχόταν το βραβείο στη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία και μετά το μανιφέστο, αλλά τότε κανείς δεν του το πρόσφερε. Παρομοίως, όταν η Μ. κέρδισε το Γκονκούρ για τους Μανδαρίνους της: δεν πήγαν στην εκδήλωση, δεν ευχαρίστησαν κανέναν, μόνο η παρέα απόλαυσε ένα ήσυχο εορταστικό γεύμα.

Ναυτία – Η κόλαση είναι οι άλλοι;

Φυσικά, όπως συμβαίνει με τέτοιες ιδιάζουσες προσωπικότητες, η υποφαινόμενη ωραιότητα κρύβει παρενέργειες. Η συμπεριφορά τους συχνά γινόταν γραφική ή υπερβολική, θεατρινίζουσα και αυτάρεσκη. Τα πρόσωπα του κύκλου τους χρησιμοποιούνται ως βασικό υλικό έμπνευσης για τα μυθιστορήματά τους αλλά και εφαρμογής των κοσμοθεωριών τους. Ο Σ. αμφισβητούσε συνέχεια τον εαυτό του και τα κίνητρά του, ευάλωτος πίσω από την αγέρωχη δημόσια εικόνα του, ένας χρόνιος καταθλιπτικός.

Οι γυναίκες αποτελούσαν την ασπίδα του προς τον κόσμο και τον αντιπερισπασμό από την ακατάπαυστη εργασία του. Αποτελούσαν προέκταση του υπερεγώ του – σε καμία όμως δεν έδωσε κάτι από το βαθύτερο εαυτό του, εκτός ίσως από την Μ., που ο ίδιος θεωρούσε ότι δημιούργησε. Η σταδιακή μετά θάνατον έκδοση της αλληλογραφίας τους χωρίς καμία λογοκρισία δημιούργησε πικρίες και σοκ στους εραστές και φίλους τους, που διάβαζαν απροκάλυπτα εις βάρος τους αρνητικά ή και ταπεινωτικά σχόλια. Η σύμβαση περί αλήθειας αφορούσε μόνο τους δύο – οι υπόλοιποι έμεναν στο σκοτάδι.

Η τελετή του αποχαιρετισμού.

Το ενδιαφέρον του βιβλίου αυξάνεται όσο προχωρούν οι ηλικίες, καθώς ο Σ. ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του με πατημένο γκάζι. Ρίχνεται ξανά στην πολιτική, φτιάχνει εφημερίδες (και την Liberation), πηγαίνει στα κοινόβια να φάει με τους μετανάστες, τους βοηθάει με όποιο τρόπο μπορεί, αγωνίζεται και επιτυγχάνει μαζί με την Σιμόνα του τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων.

 Ήδη από το 1950 χρησιμοποιεί ένα διεγερτικό μείγμα αμφεταμίνης και ασπιρίνης, συχνά σε συνδυασμό με μισό μπουκάλι ουίσκι, για να γράφει για ώρες, χωρίς διακοπή, όλα όσα περνάνε από το μυαλό του με απίστευτη ταχύτητα. Το 1954 έπαιρνε γύρω στα είκοσι δισκία την ημέρα και όταν η Μ. του έλεγε πως αυτοκτονεί λίγο λίγο, της απαντούσε πως δεν τον ένοιαζε, πως ήθελε να ανάψει τον ήλιο στο κεφάλι του! Αδυνατεί να πατήσει φρένο και στις προσωπικές του σχέσεις, προσπαθώντας απεγνωσμένα να τις συνδυάσει αλλά και να κρύψει τη μία από την άλλη. Η τύφλωσή του είναι θέμα χρόνου – για 50 χρόνια η πραγματικότητά του βρισκόταν στις λέξεις και τώρα πρέπει να τις στερηθεί.

Εικόνες, εικόνες…

Βλέπω εκείνον με το γρήγορο βάδισμά του και με σκυμμένο το κεφάλι να θυμίζει μποξέρ, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ένας θαρραλέος πιτσιρίκος που τόλμησε να του ζητήσει να γίνει γραμματέας του κι έμεινε μαζί του για 11 χρόνια. Να κάθεται σε μια από τις αναρίθμητες εκδρομές της παρέας, σε κάποιο λιβάδι για να γράψει κι εκείνοι επιστρέφοντας ύστερα από ώρες να τον βρίσκουν να δουλεύει απτόητος από το μανιασμένο άνεμο.

 

Βλέπω εκείνη να μιλά ανοιχτά για το γυναικείο σώμα και τη γυναικεία σεξουαλικότητα, να περπατάει με μανία εξοχές και βουνά, να προσπαθεί να κατευνάσει τους δυο δαίμονές της, τη ζήλια και το φόβο του θανάτου. Τους βλέπω να ταξιδεύουν ασταμάτητα, να πολεμούν λυσσαλέα το αναπόφευκτο άγχος του υπαρξιακού κενού και να ξορκίζουν κάθε είδους θλίψη στο χαρτί.

Στο τέλος, συλλαμβάνω το μεταξύ τους βλέμμα: ικανοποιημένοι που τήρησαν τις υποσχέσεις τους, με όλες τις αυταπάτες και τα τιμήματα. Η ζωή τους ήταν δικό τους δημιούργημα. Έζησαν πραγματικά όπως επέλεξαν, ισορροπώντας στον έρωτα δίχως όρια, τη συντροφικότητα της παρέας, τη συμμετοχή στα κοινά του κόσμου και τη συγγραφή. Και υποκλίνομαι.

Συντεταγμένες: Hazel Rowley, Tete-a-tete: Simon de Beauvoir & Jean-Paul Sartre, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σ. 407, μετάφραση Ελίκη Βαρβάκη. Με 11 μαυρόασπρες φωτογραφίες, εκτενείς σημειώσεις και επίμετρο με συγκεντρωμένη όλη την εργογραφία του ζεύγους και τη σχετική βιβλιογραφία που έχει εκδοθεί εδώ και στο εξωτερικό.

Οι τίτλοι των παραπάνω κομματιών είναι παρμένοι από γραπτά ή τίτλους έργων τους, με εξαίρεση τον 2ο (παράφραση της γνωστής φράσης από την Γυναίκα της διπλανής πόρτας του Φ. Τριφό).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14919
02
Μαρ.
08

Ute Lemper – But one day (Decca, 2003)

Obscure the late afternoon with a drape, don’t let him follow her latest escape…

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την θεατρική αποτύπωση ενός τραγικού χωρισμού ντυμένη με τη μεταθεατρική μουσική του Elvis Costello; Σίγουρα όχι εγώ… Camphor and cigarettes perfume the scandal, now he’s counting the hinges and watching the door handle, as he hangs the clothes on the back of the door, perfectly matching outfits that she wore…
Ωχ, παρασύρθηκα απ’ το «Passionate Fight» του προηγούμενού της δίσκου. Σα να την έβλεπα να βγαίνει στη σκηνή θρυμματισμένη μα πάντα στυλιζαρισμένη να μας τραγουδήσει τις ταπεινώσεις της. Είναι εκείνη που θα εισαγάγει στις νεότερες γενιές τον Brecht και τον Weil, τώρα που τα Αlabama Songs και τα υπόλοιπα σχεδόν δεν ακούγονται απ’ τα βινυλιακά τους σκρατς. Μόνο μου η Lemper δεν είναι απλά η Lotte Lenya του σήμερα. Μας ξαναθυμίζει ένα είδος απ’ το οποίο άντλησαν γόνιμες επιρροές πλείστοι επίγονοι, που απ’ αυτούς αγαπήσαμε ένα απ’ τα πλέον εγγενή στοιχεία του ροκ : τη θεατρικότητα. Απ’ τον Cave, τον Costello και τον Hannon – άλλωστε οι υπέροχες συνθέσεις και των τριών στόλιζαν το προηγούμενό της «Punishing Kiss». Από την άποψη αυτή, εγώ είμαι καταευχαριστημένος με το δίσκο της αυτόν, καθότι είναι ένα αντικαθρέφτισμα του Τιμωρού Φιλιού.
H 40χρονη-και Γερμανίδα δε μας ήρθε χωρίς αποσκευές. Mε ποικίλες σπουδές σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και συμμετοχές σε σκηνές από μεγάλων μιούζικαλ (Cats, Peter Pan, Cabaret) μέχρι μικρών χώρων πειραματικά έργα, με παραστάσεις αφιερωμένες στον Μεγάλο Κουρτ και με φιλμική συμμετοχή στο παραγνωρισμένο αριστούργημα «Prospero’s Books» του Peter Greenaway αλλά και στο «Ready to Wear» του Robert Altman, την ψάχνει και ψάχνεται διαρκώς. Κι οι δίσκοι της αυτό δείχνουν : απ’ την ποπ άποψη της καλλιτεχνίας της στο «Crimes of the Heart» του 1991, στη συνεργασία με τον Nyman («Songbooks» – απογοητευτική για τα μεγέθη τους), στα tributes στους Weil, Edith Piaf Marlene Dietrich και στα ιδιαίτερα εκφραστικά προσωπικά της.
Και εδώ οι συνθέσεις άλλων συναρμολογούν υπόγεια κι αισθαντικά τον προσωπικό της μικρόκοσμο, έναν κόσμο εγκατάλειψης, ματαίωσης, ή, στην καλύτερη περίπτωση, υποταγής. Τα διάφορα τραγουδιστικά της είδη (γκροτέσκο, ελαφρύ, καμπαροειδές, θεατρικό, γυμνό, εξομολογητικό, πομπώδες, εμπορικότροπο) αγκαλιάζονται σε μια απ’ τις καλύτερες παρτούζες του είδους. Δύο συνθέσεις των Weill (3, 7), Brel (5, 11), Piazzolla (2, 9), Eisler (12, 13), μια του Heymann («Living without you», η ομορφότερη του δίσκου) και πέντε δικές της, με τη συμμετοχή της Laure Anderson στο «Lena», ισότιμες στο κλίμα των άλλων. Και 3-4 από εδώ συνθέτουν άνετα το σάουντρακ μιας ερωτικής πλάνης ή αποπλάνη(ση)ς. Άρα το εξώφυλλο με το γυάλινο κτίριο και τη διαφημιστική αισθητική δεν αποδίδει ποσώς το περιεχόμενο εδώ. Πιστεύω πως είναι έτοιμη να απομακρυνθεί πλέον από τις συνθέσεις άλλων και να βουτήξει σε νεότερες, και γιατί όχι σε δικές της, εφόσον η πεντάδα της εδώ είναι άρτια.
Σκοτείνιασε το σούρουπο με βαρύ παραπέτασμα, δεν τον άφησε να την ακολουθήσει στην τελευταία της φυγή…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=22588
02
Μαρ.
08

The Most Serene Republic – Population (Arts & Crafts, 2007)

 

Αν αυτή η  Δημοκρατία είναι ήσυχη, τότε πώς είναι η φασαριόζικη; Εδώ ήδη από το εισαγωγικό τρακ κάτι σαν θίασος μοιάζει να πλησιάζει από μακριά, με τα αλλόκοτα βιολιά και το απειλητικό μαρς του. Και μετά αρχίζει αυτός ο ευχάριστος και κυρίως απρόβλεπτος χαμός μιας μπάντας με δύο φωνές που μοιάζουν δέκα και με ολοζώντανο το θεατρικό στοιχείο. Μπορεί ένα art rock γκρουπ να είναι ρυθμικό; Μπορεί ένας ηχητικός χαμός να παραμένει ποπ; Μπορούν παράφωνες ερμηνείες να οδηγούν σε χορωδιακή έκσταση; Μπορεί ένα αρμονικό ροκ εντ ρολ κομμάτι να μοιάζει να εκτελείται από φωνητικό σύνολο του ενός ουτοπικού δήμου;

To σεξτέτο-καμάρι του Milton, Ontario, αποτελεί πρόσφατο απόκτημα της Arts & Crafts αλλά και το πρώτο σχήμα της εταιρίας που δε συνδέεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τους Broken Social Scene. Το Population είναι εμπνευσμένο από τις γειτονιές του προαστίου που ζούνε τούτοι οι έξι twenty-something τύποι που εγκατέλειψαν τις σχολές τους ξεσηκωμένοι από όλο αυτό το ευνοϊκό μουσικο-κολεκτιβικό κλίμα της περιοχής. Τον αρχικό πυρήνα αποτέλεσαν οι Ryan Lenssen και Adrian Jewett, που ξεκίνησαν το 2003 ως Thee Oneironauts με το ep Night of the Lawnchairs, προτού το σχήμα αποτελέσει εξάδα, με τρεις κιθάρες, δυο φωνές (με την προσθήκη της Emma Ditchburn που συνδυάζεται πανέξυπνα με την αρσενική φωνή) και διψήφιες ευτυχείς συγχορδίες.

 

 

Μου αρέσουν οι δίσκοι όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Αυτή η αίσθηση παραμένει στο Population ακόμα και μετά τα πρώτα ακούσματα, ενώ φυσιολογικά θα έπρεπε να έχει εξατμιστεί. Μερικά τελειώματα, όπως τα έγχορδα του Sherri And Her Beautiful Net ή το φοβερό πιανάκι στο Neurathenia, κάποια όργανα που ακούγονται σαν παιχνίδια μέσα στα τραγούδια, οι διάφορες εναλλαγές φωνών, όλα δημιουργούν ένα πανηγυρικό και πολύ διασκεδαστικό σύνολο. Στο κορυφαίο Present Of The Future End συνδυάζουν Dog Faced Hermans, Russian Futurists και Tilly And The Wall.

Απρόβλεπτοι σαν They Might Be Giants της νέας χιλιετίας, ευχάριστοι στο αυτί όπως οι αδικημένοι Postal Service και φυσικά θεατρικοί όπως οι Cardiacs – τους θυμάστε ή είμαι ο μόνος γέρος εδώ; Αλλά τι λέω, εδώ έχουμε έναν ακόμα δίσκο χωρίς καν αναφορά στο metacritics, τους Cardiacs θα ανέφεραν; Οι MSR θαυματουργούν στα ινστρουμένταλς, είτε τα σκοτεινά (Inwit), είτε τα φωτεινά (A Mix Of Sun And Cloud). Στο Humble Peasants τα western σφυρίγματα χορεύουν στους νοτιάδες των Tragic Mulato και των Calexico. El loco por el sexo!

 


Ο Lenssen δηλώνει πως θα είναι ευτυχισμένος αν ακούει κάποιος τον «δυστοπικό» αυτό δίσκο μια φορά το χρόνο και πως μελέτησε πολλά ντουέτα μέχρι να πειστεί πως δε θέλει να τα επαναλάβει, αλλά να εντάξει τις δύο φωνές στον αριθμό των οργάνων. Το όνομα δεν το πήραν από το φιλήσυχο προάστιό τους αλλά από την επίσημη ονομασία του κράτους της Βενετίας στις δόξες του: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Προηγούμενοι δίσκοι: Underwater Cinematographer (Sunday League, 2005), Phages (limited edition tour ep, self-release, 2006). Αν αυτή η Δημοκρατία είναι γαλήνια, φανταστείτε πώς θα είναι η ανήσυχη.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14670



Μαρτίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.035.343 hits

Αρχείο