Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης

Κλείνει ο άνθρωπος σαν στρείδι και δεν ακούει όσα είναι για να τον σώσουν, να τον ανασύρουν από τα μαλλιά στη στεριά, μισοπνιγμένο, για να στεγνώσει εκεί μονολογεί ο κύριος Επισκοπάκης, του οποίου το εξωσυζυγικόν πάθος για μία Αντιγόνη συνοψίζεται σε 7 λέξεις: Πέμπτη μεσημέρι, τρεις ώρες, Hotel Marie, Εξάρχεια. Μόνο που εδώ δεν έχουμε ζεύγος αλλά ερωτικό τετράγωνο, εφόσον η κυρία μοιράζεται σε τρεις αρσενικούς, με σειρά αρχαιότητας: τον αξιωματικό σύζυγο (όχι τυχαία η σειρά των δυο λέξεων), τον πρώην ιστορικό νυν έμπορο κύριο Επισκοπάκη και τον αγριμιώδη Βαλκάνιο μετανάστη που τους εκβιάζει.

Ο καημένος ο κύριος Επισκοπάκης! Ερωτεύτηκε αυτή την οδοντογιατρέσσα του μαζοχισμού και του αυτοπροσδιορισμού, που οι ήχοι της την ώρα του έρωτος μοιάζουν με κάτι σπαρακτικά ηπειρώτικα μοιρολόγια ή σα να ρουφούν χιλιάδες μέλισσες τη γύρη των ανθών στον κήπο του πατρικού του. Την ερωτεύτηκε «επειδή αγάπησε τη σιωπή του κι ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους του» αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε, όπως ψευδώς εκτόξευε τις λεξούλες της παιγνιδίζοντας ήχους και ρυθμούς (αποδεικνύοντας για νιοστή φορά πως περί βιτσίων και φετίχ ουδείς λόγος). Κι όμως ο πρωτόγονος βουλγαροτραφής διεκδικητής (που του θυμίζει έναν παλιό ποδοσφαιριστή του Αιγάλεω) θα αποδειχτεί γερός αντίπαλος γιατί δεν θα κωλώσει στις αποφάσεις, ίσως κι επειδή ο κόσμος του υπόκοσμου αποτελεί μια νέα χώρα για εκείνη. Τόσο γερός, που θα διεκδικήσει διπλή μοιχεία και θα την απολαύσει με την ψυχή του.

Ο Επισκοπάκης (ή ο συγγραφέας; τα μπερδεύω…) αγωνίζεται να επισκοπήσει τα πάντα που [του] συνέβησαν, συνομιλώντας σφιχτά και φοβικά μαζί μας αλλά και με την ίδια του την αφήγηση και τη διεστραμμένη υποκειμενικότητά της. Άμα φτάσει πάντως κανείς στον πάτο του ευτελισμού και της ταπείνωσης, βρίσκει εκεί τα κατακάθια, τα ψήγματα του εαυτού του. Κι αυτό είναι μια σπουδαία ανταμοιβή. Μ’ ένα τέτοιο πολύτιμο ψήγμα, όπως το νόμισμα στον περαματάρη του Αχέροντα, μπορεί κανείς να εξαγοράσει πράγματα ανεκτίμητα. (σ. 72)

Ο Μήτσου συμπλήρωσε λογοτεχνική 25ετία έχοντας πλέον καταστεί εκλεκτός του νεωτερικού είδους με δυο μυθιστορήματά του κι έξι συλλογές διηγημάτων (ορισμένα από τα οποία συναρπαστικά, ιδίως στα Σφήκες και Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού). Εδώ για άλλη μια φορά περιλαμβάνει συνηθισμένους τύπους (που τελικά δεν είναι και τόσο συνηθισμένοι, όπως κανείς μας) και τους μελανιάζει με την πλέον υπονομευτική και παρωδιακή γραφή και μουσική, σχεδόν μελωδική γλώσσα.

Με το διπλά απρόσμενο κινηματογραφικό αλλά και εντελώς γκογκολικό τέλος, η πολυπόθητη αφομοίωση με το αντικείμενο του πόθου γίνεται κάπως αργά – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο. (σ. 104) Ταιριαστή μουσική εδώ, σαφώς το Each man kills the thing he loves σε όλες του τις εκτελέσεις!

Αποσπάσματα: Την ηδονή που μου ’δινε η κάθε λέξη της δεν μπόρεσα ποτέ μου να ομολογήσω σε κανέναν. Ούτε και να την ερμηνεύσω. Ήταν διαστροφή, μια καθαρά αφροδισιακή διεργασία. Γιατί έλειωνα πραγματικά που την άκουγα να μιλά κι έτοιμος ήμουν σε κάθε λέξη της – ντρέπομαι να το διατυπώσω, τόσο αφύσικο – να εκσπερματώσω… Τέτοια τερτίπια δεν μου είχε κάνει ποτέ ο εαυτός μου ως τότε. Κι ούτε του το επέτρεπα. Σαν να ’χε ξεφύγει τώρα από μακρόχρονη επίβλεψη και επιστασία, με λοιδορούσε και με περιέπαιζε. (σ. 34)

Συγκολλούσαμε τον λιγοστό και πολύτιμο χρόνο των τριών ωρών έτσι που να αποκτά σώμα και ενότητα και να φαίνεται συνολικά μεγαλύτερος. Γιατί τότε αρχίζει να μετράει ο χρόνος, όταν έχεις κατακτήσει και την παραμικρή γωνιά του χώρου γύρω σου. (σ. 15)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αμφιλοχία, 1950. Έξι συλλογές διηγημάτων (Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό, Ο φόβος της έκρηξης, Γέλια, Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί, Σφήκες), δύο μυθιστορήματα (Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, Ο σκύλος της Μαρί). Σπουδές αγγλικής λογοτεχνίας και ελληνικής φιλολογίας, διδακτορικό για την καθημερινότητα και τη λογοτεχνία. Καθηγητής – φιλόλογος στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Συντεταγμένες: Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού), εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, σελ. 143.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651

Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχη 126 και 127

 

Πόρφυρας, τεύχος 126 (Γενάρης-Μάρτης 2008 )

To πυκνογραμμένο κερκυραϊκό περιοδικό δεν διστάζει να δημιουργήσει ένα τεύχος – αφιερωτήριο σε έναν μουσικοσυνθέτη. Εδώ, λοιπόν, τιμάται γραπτώς ο Γιάννης Μαρκόπουλος, o συνθέτης που κατά τη γνώμη μου πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλον και σε απόσταση αναπνοής τόσο την ελληνική ποίηση (αρμονική σύζευξη στην οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση το αφιέρωμα), όσο και το τελετουργικό στοιχείο. Ομολογώ πως ο Μαρκόπουλος τα τελευταία χρόνια με έκανε να τον ξανακούσω χάρη σε δυο εκπληκτικά έργα οργιαστικής θεατρικότητας, τα Η Λειτουργία του Ορφέα και Το Τραγούδι του Αχιλλέα (το τελευταίο, με την έξοχη ποίηση του Γιώργου Παπακώστα)

Ευκαιρία να διατρέξουμε όλη την εργογραφία του και να διαβάσουμε κείμενα από συγγραφείς (Πάνος Θεοδωρίδης – μη ξεχνάμε στιχούργησε προ τετραετίας το μουσικό έργο Ταχύτατος Λούης, Γιώργος Χρονάς, Μάνος Ελευθερίου, Μανόλης Πρατικάκης, Γιάννης Ευσταθιάδης κ.ά.), μουσικογράφους αλλά και ακροατές που ψάχνουν τις δικές τους σχέσεις με τις μαρκοπουλικές ωδές. Ο ίδιος ο συνθέτης καταθέτει συνθέτοντας την Ιθαγένεια.

Πόρφυρας, τεύχος 127 (Απρίλιος – Ιούνιος 2008 )

Στις ηπιότερες κλιματικές συνθήκες των δύο τελευταίων ανοιξιάτικων και του πρώτου καλοκαιρινού μήνα μπορούν να αναπνεύσουν και πάλι μετά από χρόνια δύο λανθάνοντα διηγήματα της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, εκείνης της πρώτης ελληνίδας που έγραψε πεζογραφία, αυτοεξορίστηκε από την Κωνσταντινούπολη στο Βουκουρέστι για να αποφύγει εμπόδια και αντιδράσεις του ανδροκρατούμενου κλίματος κι έγραψε πάνω από εκατό διηγήματα – ψυχογραφήσεις της αστικής της τάξης, προτού αδικοχαθεί στα 39 της.

Σε άλλα μελετήματα οι συνεργάτες βουτούν, ως είθισται, σε βαθιά και άγνωστα νερά και αναζητώντας αναγραμματισμούς στην ποίηση του Εμπειρίκου, ή την μορφή του Οιδίποδα σε κορυφαία ποιήματα, επανεκτιμούν την Κάθοδο των Εννιά του Θ. Βαλτινού (το καθοριστικό εκείνο διήγημα της μάταιης, ελεγειακής πορείας ανταρτών σε ένα πυρακτωμένο κατακαλοκαιρισμένο βουνό, κοινώς στο πουθενά) κ.ά. Εδώ χώρεσαν ακόμη δύο ωραιότατα αφηγήματα των Γιάννη Καβάσιλα και Δήμητρας Μήττα (Ικαρία!), ποίηση, φωτογραφίες, και όπως πάντα ποίηση.

Κλείνω με δύο από τα Ενδοσκοπικά του Βασίλη Καραβίτη: Η ευτυχία; Φάντασμα / που πλανιέται ακόμα. / Να το ξορκίζεις νηφάλιος. // Ξέχασε πώς άρχισαν όλα/ Ξέχασε πώς τελειώνουν όλα. / Μείνε χωρίς μνήμη. Θα το προσπαθήσω και μακάρι να το καταφέρω, αγαπητέ ποιητή.