Αρχείο για Ιουλίου 2008

22
Ιολ.
08

Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο

Ευτυχώς ο ανεξάντλητος ποιητής και στιχοποιός Ευγένιος Αρανίτσης με την φερώνυμη ποιητική του συλλογή με απάλλαξε από τον κόπο να ψάξω τίτλο για το κείμενο. Εύγε νιε. Άλλωστε δεν μπορώ να κρύψω πως έχω σε ειδικό φάκελο θησαυρίσματα για αυστηρά εποχιακή χρήση.

Φαίνεται πως η κίτρινη εποχή προκαλεί δονήσεις ανά τις άκρες της γης, από την Αυστραλία έως τη Σουηδία. Φαίνεται επίσης πως διαλέγει να εκφραστεί μέσα στους καλύτερους δίσκους που έβγαλαν ποτέ δύο από τα πλέον αξιοσέβαστα σχήματα των παραπάνω τόπων. Δύο κορυφαία κομμάτια για το καλοκαίρι είναι τα Hell Of A Summer (Τriffids) και Pretty Days In The Summer Time (Watermelon Men), από τους καλύτερους δίσκους τους Treeless Plain και Past, Present and Future, που θα φυτέψουν καλοκαιρίες στην καρδιά σας.

Φαίνεται επίσης πως το καλοκαίρι εμπνέει για ιδανικούς ποπ ύμνους, αν κρίνουμε από τα Sun Sea Sand (Revolving Paint Dream) και The Summer You Love (St. Christopher). Το πρώτο το γνωρίσαμε από το ψυχεδελικό ποπ ντεμπούτο τους Off to heaven, στα καλά χρόνια της Creation. Μέσα στη δίλεπτή του διάρκεια η φωνή της Christine Wanless σε βουτούσε σε πελάγη ηλιόκαυστης μελαγχολίας. Δεν είναι πλέον δυσεύρετο, κυκλοφόρησε remastered μαζί με τα υπόλοιπά τους το 2006 στη συλλογή Flowers in the sky. Το δεύτερο, όπως και πολλά άλλα σιροπιαστά τους, δεν περιλαμβάνονταν σε δίσκο, αλλά στην πίσω πλευρά ενός σίνγκλ (εδώ του You Deserve More Than A Maybe) Καμπανιστές κιθάρες και ευάερα πιατίνια για ένα ακόμα καλοκαίρι που περίμεναν να είναι το καλύτερο (και προφανώς την πάτησαν, όπως κι εμείς κάθε φορά…).

Αισθήσεις όπως εκείνη της περιπλάνησης ή του αργού ψησίματος στο ηλιακό καμίνι εκφράζονται τέλεια και παύλα με τις σπονδές των ευγενών αυστραλών ψυχεδελιστών Moffs και του υποχθόνιου Mick Harvey στα Another Day In The Sun (με δροσερό απογευματινό του αντίστοιχο το By The Breeze) και The Sun Directly Overhead αντίστοιχα. Φυσικά ορισμένα στιγμιότυπα δεν έχουν θέση στην τριάδα των περισσευούμενων εποχών. Έχει μάλιστα φτάσει η στιγμή που οι αισθήσεις της άμμου στο παπούτσι και του χαζέματος παντός πλεούμενου απέκτησαν μουσική έκφραση που από μόνη της μεταδίδει ραστώνη: Sightseeing Boat (Isolation Years), Sand In Your Shoe (Αspera).

Όμως το θέρος προκαλεί και τέλειες αυταπάτες και προσμονές, αν κρίνουμε από τα ηδυπαθή Let’s Pretend It’s Summer (Brian Jonestown Massacre) και Indian Summer (James Taylor Quartet). Τα προτείνουμε όχι λόγω των ψευδαισθησιακών τίτλων αλλά και λόγω της πλαστής αναβίωσης ευγενών ειδών, όπως η ψυχεδέλεια και η acid jazz. Άψογα εις το ψευδο-είδος τους! Να προσθέσουμε την αναζήτηση του πολυτιμότερου καλοκαιρινού φίλου (του σερβιτόρου) για τον οποίον επιτέλους γράφεται ικανό κομμάτι (The black heart procession – The waiter 5), τις περίεργες ωκεάνιες μνήμες που αισθανόμαστε στα απανταχού καταστρώματα (Jack or Jive – Memory of the ocean) και ένα που περίσσεψε αλλά είναι από τα αγαπημένα μου: Τhe soundtrack of our lives – Lone summer dream. Για τίτλους τέλους έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας ροκ εντ ρολλ υποτιθέμενης άνεσης (Leather Nun – Summer’s So Short) ή μιας δακρύβρεχτης ποπ θλίψης (Hit Parade – Now The Holiday’s Over). Now the holiday’s over, I’m shaking sand from my shoes and my bag, now it’s over… Πάντως την μεγαλύτερη ποσότητα αλατιού βρίσκουμε στους δύο δίσκους των τριών/τεσσάρων κοριτσιών της Cherry Red, των Marine Girls (Beach Party και Lazy Ways), που κυκλοφόρησαν μαζί: κατά βάση με ακουστικές κιθάρες και αυτοσχέδια κρουστά, θαρρείς φτιάχτηκαν πάνω στην άμμο και δίπλα σε σκηνές.

Η λογοτεχνική ανίχνευση του θέρους είναι ακόμα δυσκολότερη, εφόσον αναρίθμητα μυθιστορήματα έχουν εντός τους καλοκαιρινές σελίδες. Όμως η χρήση αντίστοιχου λεξιλογίου στον τίτλο δείχνει ή κρύβει αρκετά περισσότερα: Αδιάβαστα εξακολουθώ να έχω τα Μετά από πολλά καλοκαίρια του Άλντους Χάξλευ, Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι της Ντόρις Λέσσινγκ και το μυθικό πλέον Δέκα και μισή βράδυ καλοκαίρι της Μαργκερίτ Ντιράς. Από την Καλοκαιρινή γραφή του Τρούμαν Καπότε και το Καλοκαιρινό ειδύλλιο της Πατρίσια Χάισμιθ, αμφότερα βουτημένα σε μελαγχολίες και σαρκασμούς, προτιμώ τις εκδοχές από δύο συγγραφείς που ύμνησαν σε πολλές σελίδες όλα όσα φέρνει και παίρνει το αγενές τούτο τρίμηνο: Ένα επικίνδυνο καλοκαίρι του Έρνεστ Χέμινγουεη και ένα Ωραίο Καλοκαίρι του Τσέζαρε Παβέζε. Μην σας παρασύρουν τα επίθετά τους, είναι σχετικά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=13745

17
Ιολ.
08

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 12-14

 

τεύχος 12 (χειμώνας 2008)

Το δίχρωμο, σχεδόν τετραγωνισμένο περιοδικό – φετίχ συνεχίζει την σειρά τευχών – αφιερωμάτων σε ένα κεντρικό θέμα, ετούτη τη φορά στην ανθίζουσα και στη χώρα μας Αστυνομική Λογοτεχνία. Το είδος έχει γίνει ιδιαίτερα απαιτητικό και σύνθετο: η λύση των μυστηρίων δεν εξαντλείται όπως άλλοτε σε έξυπνους και λογικούς συλλογισμούς αλλά βασίζεται σε ποικίλους νέους παράγοντες, όπως ψυχολογικά κριτήρια, επιστημονικά δεδομένα, κοινωνικοπολιτικά στοιχεία κ.λπ.

 Ποιες είναι λοιπόν οι τάσεις του, ποια ονόματα πρέπει να προσέξουμε; Πώς είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Τουρκία και την Κίνα, πώς διαμορφώνεται στην Αμερική; Τι σχέσεις συνάπτει με την εγκληματολογία; Πως αντιμετωπίζει ή θα αντιμετώπιζε σχετικά ζητήματα o Stephen King; O Π. Μάρκαρης, από τους ικανότερους του γηγενούς είδους αναρωτιέται αν υπάρχει αστυνομικό μυθιστόρημα στην Μεσόγειο, ενώ ένας άλλος άξιος εκπρόσωπος, ο Π. Μαρτινίδης προτιμά να μας μπερδέψει μέσω διηγήματος, όπως και οι Ian Rankin, Esmahan Aykol, Φίλιππος Φιλίππου, Χρύσα Σπυροπούλου (που επιμελείται το τεύχος) κ.ά.

Πέντε κριτικοί ή/και αναγνώστες βασανίζονται και μαρτυρούν τα αγαπημένα τους αστυνομικά, ενώ άλλοι τέσσερις συγγραφείς του είδους (Αγαπητός, Κακούρη, Πολιτοπούλου, Carlotto) μας βάζουν από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας στο εργαστήρι τους. Ακόμα και οι βιβλιοκριτικές είναι αποκλειστικά νουάρ. Με έξι λέξεις, πλήρες σκονάκι για γνώστες και αδαείς.

τεύχος 13 (άνοιξη 2008)

Το ανοιξιάτικο τεύχος είναι καταΠράσινο, κοινώς αφιερωμένο στο περιβάλλον και περιλαμβάνει μια σειρά άρθρα, δοκίμια, αναφορές και γενικότερα γραπτά εξαιρετικού ενδιαφέροντος και εξωφρενικών στοιχείων. Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να λείπει, με διηγήματα, ποίηση, τοπογραφήματα (Αμερική, Γροιλανδία, Πράσινοι, Ιάβα, Ωκεανοί, Επιχειρήσεις, Αρκτική, Βομβάη) αλλά και δοκίμια, σε ένα από τα οποία (Η λογοτεχνία του αφανισμού), με έμφαση σε δύο έργα του Β.Σ. Νάιπολ και Β.Τζ. Σέμπαλντ, διατυπώνεται η αισιόδοξη άποψη πως οι μυθιστοριογράφοι αποτελούν την καλύτερη ελπίδα της επιστήμης για να ακουστεί το μήνυμα της κλιματικής αλλαγής. Πολύ ζουμί υπάρχει και στις συνομιλίες, τόσο στην ειδική περί του θέματος συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, όσο και στις απαντήσεις 25 Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών στην ερώτηση «τι τους έρχεται στο νου όταν ακούν τη λέξη περιβάλλον».

Απολαυστικό κείμενο: Το εκτεταμένο διήγημα του Μιχάλη Μοδινού Στις βορειοδυτικές επαρχίες. Μέσα από τις σκέψεις ενός μέλους μιας αποστολής διεθνούς οργανισμού που εγκρίνει αναπτυξιακά δάνεια και χρηματοδοτεί έργα σε αναπτυσσόμενες χώρες (που είναι αδιάφορο αν εφαρμοστούν, αρκεί να απορροφηθούν τα κονδύλια) παρουσιάζεται με συγκλονιστικό τρόπο η σημερινή πραγματικότητα. Σε αυτή τη μεικτή πολυεθνική ομάδα «ο καθένας έχει το ρόλο του, άλλος επειδή είναι φθηνός και μελαχρινός, άλλος επειδή έχει τα χοντρά λεφτά, άλλος για να θυμίζει την υπανάπτυξη, και μια γυναίκα για να παράσχει το ευαίσθητο, θερμό μέρος του προγράμματος». Με τα χρόνια έχω γίνει ειδικός της λησμονιάς. Δε μπορώ να μπλέκω το συναισθηματικό στοιχείο με τη δουλειά μου. Οι υποκειμενισμοί δεν έχουν θέση στο παιχνίδι της ανάπτυξης. Ξεχνάω ό,τι ήξερα λίγες μέρες πριν. Ακόμη κι αν ήθελα να θυμάμαι μέρη, πρόσωπα, γεύσεις και μυρουδιές, το μυαλό μου διαμαρτύρεται, συγχύζεται και τα παρατάει…Είμαι ένας ναυτικός της ανάπτυξης…Σε κάθε ταξίδι χιλιάδες ερεθίσματα ενεργοποιούν τον εγκέφαλό μου και στο τέλος τον κάνουν χυλό…

τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008)

Μακροβούτι στη λογοτεχνία ο υπότιτλος, όνομα και πράγμα. Οκτώ και μία εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών από Αθήνα, Κέρκυρα, Λαμία, Άσπρα Σπίτια και Ηλεία γράφουν με είδος που επιλέγουν, και αμέτρητοι άλλοι λογοτέχνες συγγράφουν, περιγράφουν, καταγράφουν. Εδώ λάμπουν διηγήματα από δεξιοτέχνες (από Ναμπόκοφ και Ρόντι Ντόιλ μέχρι Μισέλ Φάις και Κώστα Καβανόζη – ανυπομονούμε για την «συνέχεια» του Χοιρινού με λάχανο), μια Προφορική Ιστορία περί Μπιτ, η πάντοτε κοφτερή Ελφρίντε Γέλινεκ που απαντάει ερωτώμενη, το Μπούενος Άιρες του Μπόρχες, το Πεκίνο των Μυρίων, και πολλά λοιπά. Κάπου στις χορταστικές πίσω σελίδες, επιτέλους ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για την μουσική του γνωστού μας Michel Redolfi – «ηλεκτρονικά κολάζ και μουσική των υδάτων».

Απολαυστικό κείμενο: Η «προσωπική μαρτυρία» του Γιώργου Χρονά για την πρώτη έκδοση των ποιημάτων του (Τα Αρχαία Βρέφη, 1980), που ο ίδιος ονομάζει προσωπικό κενοτάφιο τριάντα ενός χρόνων: Όπως πτωχεύσας έμπορος τις καρτέλες πελατών του – ακόμα και των επισφαλών πελατών του – τα βάζω στη σειρά και στη θέση περίπου την οριστική. Όπως βρέφη νόθα, που δηλαδή δυνατά και τυχαία συνελήφθησαν… Σας πληροφορώ από την αρχή, πως οι τύποι μου στο βιβλίο αυτό ανήκουν στη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια και σε μια μυθολογία τυχαία μα φανερά γενναία, με μείγμα αίματος στις φλέβες, με τον πανσεξουαλισμο τους, χωρίς ανησυχίες πνεύματος και το θάνατο που τους σκοτώνει πάντοτε, κάθε μέρα. Ποζάρουν σε δρόμους και σινεμά, σε μηχανουργεία και ξενοδοχεία Δ΄ τάξεως, σε διαδρόμους και λεωφορεία βοηθώντας με να περάσω βιαστικά, ποιητικά ανορθόδοξα δηλαδή, πράγματα από αυτή τους την περιπλάνηση και καταστροφή…

ΥΓ. Για τους φίλους που με ρωτούν πώς βρίσκει κανείς κάποιο τεύχος περιοδικού προηγούμενου μήνα, ένας σίγουρος τρόπος είναι τα ίδια τα γραφεία του περιοδικού. Ακόμα κι αν το τεύχος εξαντλήθηκε (όπως π.χ. συνέβη με το «νουάρ» τεύχος), πάντα υπάρχουν κάποιες επιστροφές.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15675

14
Ιολ.
08

Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης

Κλείνει ο άνθρωπος σαν στρείδι και δεν ακούει όσα είναι για να τον σώσουν, να τον ανασύρουν από τα μαλλιά στη στεριά, μισοπνιγμένο, για να στεγνώσει εκεί μονολογεί ο κύριος Επισκοπάκης, του οποίου το εξωσυζυγικόν πάθος για μία Αντιγόνη συνοψίζεται σε 7 λέξεις: Πέμπτη μεσημέρι, τρεις ώρες, Hotel Marie, Εξάρχεια. Μόνο που εδώ δεν έχουμε ζεύγος αλλά ερωτικό τετράγωνο, εφόσον η κυρία μοιράζεται σε τρεις αρσενικούς, με σειρά αρχαιότητας: τον αξιωματικό σύζυγο (όχι τυχαία η σειρά των δυο λέξεων), τον πρώην ιστορικό νυν έμπορο κύριο Επισκοπάκη και τον αγριμιώδη Βαλκάνιο μετανάστη που τους εκβιάζει.

Ο καημένος ο κύριος Επισκοπάκης! Ερωτεύτηκε αυτή την οδοντογιατρέσσα του μαζοχισμού και του αυτοπροσδιορισμού, που οι ήχοι της την ώρα του έρωτος μοιάζουν με κάτι σπαρακτικά ηπειρώτικα μοιρολόγια ή σα να ρουφούν χιλιάδες μέλισσες τη γύρη των ανθών στον κήπο του πατρικού του. Την ερωτεύτηκε «επειδή αγάπησε τη σιωπή του κι ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους του» αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε, όπως ψευδώς εκτόξευε τις λεξούλες της παιγνιδίζοντας ήχους και ρυθμούς (αποδεικνύοντας για νιοστή φορά πως περί βιτσίων και φετίχ ουδείς λόγος). Κι όμως ο πρωτόγονος βουλγαροτραφής διεκδικητής (που του θυμίζει έναν παλιό ποδοσφαιριστή του Αιγάλεω) θα αποδειχτεί γερός αντίπαλος γιατί δεν θα κωλώσει στις αποφάσεις, ίσως κι επειδή ο κόσμος του υπόκοσμου αποτελεί μια νέα χώρα για εκείνη. Τόσο γερός, που θα διεκδικήσει διπλή μοιχεία και θα την απολαύσει με την ψυχή του.

Ο Επισκοπάκης (ή ο συγγραφέας; τα μπερδεύω…) αγωνίζεται να επισκοπήσει τα πάντα που [του] συνέβησαν, συνομιλώντας σφιχτά και φοβικά μαζί μας αλλά και με την ίδια του την αφήγηση και τη διεστραμμένη υποκειμενικότητά της. Άμα φτάσει πάντως κανείς στον πάτο του ευτελισμού και της ταπείνωσης, βρίσκει εκεί τα κατακάθια, τα ψήγματα του εαυτού του. Κι αυτό είναι μια σπουδαία ανταμοιβή. Μ’ ένα τέτοιο πολύτιμο ψήγμα, όπως το νόμισμα στον περαματάρη του Αχέροντα, μπορεί κανείς να εξαγοράσει πράγματα ανεκτίμητα. (σ. 72)

Ο Μήτσου συμπλήρωσε λογοτεχνική 25ετία έχοντας πλέον καταστεί εκλεκτός του νεωτερικού είδους με δυο μυθιστορήματά του κι έξι συλλογές διηγημάτων (ορισμένα από τα οποία συναρπαστικά, ιδίως στα Σφήκες και Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού). Εδώ για άλλη μια φορά περιλαμβάνει συνηθισμένους τύπους (που τελικά δεν είναι και τόσο συνηθισμένοι, όπως κανείς μας) και τους μελανιάζει με την πλέον υπονομευτική και παρωδιακή γραφή και μουσική, σχεδόν μελωδική γλώσσα.

Με το διπλά απρόσμενο κινηματογραφικό αλλά και εντελώς γκογκολικό τέλος, η πολυπόθητη αφομοίωση με το αντικείμενο του πόθου γίνεται κάπως αργά – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο. (σ. 104) Ταιριαστή μουσική εδώ, σαφώς το Each man kills the thing he loves σε όλες του τις εκτελέσεις!

Αποσπάσματα: Την ηδονή που μου ’δινε η κάθε λέξη της δεν μπόρεσα ποτέ μου να ομολογήσω σε κανέναν. Ούτε και να την ερμηνεύσω. Ήταν διαστροφή, μια καθαρά αφροδισιακή διεργασία. Γιατί έλειωνα πραγματικά που την άκουγα να μιλά κι έτοιμος ήμουν σε κάθε λέξη της – ντρέπομαι να το διατυπώσω, τόσο αφύσικο – να εκσπερματώσω… Τέτοια τερτίπια δεν μου είχε κάνει ποτέ ο εαυτός μου ως τότε. Κι ούτε του το επέτρεπα. Σαν να ’χε ξεφύγει τώρα από μακρόχρονη επίβλεψη και επιστασία, με λοιδορούσε και με περιέπαιζε. (σ. 34)

Συγκολλούσαμε τον λιγοστό και πολύτιμο χρόνο των τριών ωρών έτσι που να αποκτά σώμα και ενότητα και να φαίνεται συνολικά μεγαλύτερος. Γιατί τότε αρχίζει να μετράει ο χρόνος, όταν έχεις κατακτήσει και την παραμικρή γωνιά του χώρου γύρω σου. (σ. 15)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αμφιλοχία, 1950. Έξι συλλογές διηγημάτων (Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό, Ο φόβος της έκρηξης, Γέλια, Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί, Σφήκες), δύο μυθιστορήματα (Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, Ο σκύλος της Μαρί). Σπουδές αγγλικής λογοτεχνίας και ελληνικής φιλολογίας, διδακτορικό για την καθημερινότητα και τη λογοτεχνία. Καθηγητής – φιλόλογος στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Συντεταγμένες: Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού), εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, σελ. 143.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651

12
Ιολ.
08

Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχη 126 και 127

 

Πόρφυρας, τεύχος 126 (Γενάρης-Μάρτης 2008 )

To πυκνογραμμένο κερκυραϊκό περιοδικό δεν διστάζει να δημιουργήσει ένα τεύχος – αφιερωτήριο σε έναν μουσικοσυνθέτη. Εδώ, λοιπόν, τιμάται γραπτώς ο Γιάννης Μαρκόπουλος, o συνθέτης που κατά τη γνώμη μου πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλον και σε απόσταση αναπνοής τόσο την ελληνική ποίηση (αρμονική σύζευξη στην οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση το αφιέρωμα), όσο και το τελετουργικό στοιχείο. Ομολογώ πως ο Μαρκόπουλος τα τελευταία χρόνια με έκανε να τον ξανακούσω χάρη σε δυο εκπληκτικά έργα οργιαστικής θεατρικότητας, τα Η Λειτουργία του Ορφέα και Το Τραγούδι του Αχιλλέα (το τελευταίο, με την έξοχη ποίηση του Γιώργου Παπακώστα)

Ευκαιρία να διατρέξουμε όλη την εργογραφία του και να διαβάσουμε κείμενα από συγγραφείς (Πάνος Θεοδωρίδης – μη ξεχνάμε στιχούργησε προ τετραετίας το μουσικό έργο Ταχύτατος Λούης, Γιώργος Χρονάς, Μάνος Ελευθερίου, Μανόλης Πρατικάκης, Γιάννης Ευσταθιάδης κ.ά.), μουσικογράφους αλλά και ακροατές που ψάχνουν τις δικές τους σχέσεις με τις μαρκοπουλικές ωδές. Ο ίδιος ο συνθέτης καταθέτει συνθέτοντας την Ιθαγένεια.

Πόρφυρας, τεύχος 127 (Απρίλιος – Ιούνιος 2008 )

Στις ηπιότερες κλιματικές συνθήκες των δύο τελευταίων ανοιξιάτικων και του πρώτου καλοκαιρινού μήνα μπορούν να αναπνεύσουν και πάλι μετά από χρόνια δύο λανθάνοντα διηγήματα της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, εκείνης της πρώτης ελληνίδας που έγραψε πεζογραφία, αυτοεξορίστηκε από την Κωνσταντινούπολη στο Βουκουρέστι για να αποφύγει εμπόδια και αντιδράσεις του ανδροκρατούμενου κλίματος κι έγραψε πάνω από εκατό διηγήματα – ψυχογραφήσεις της αστικής της τάξης, προτού αδικοχαθεί στα 39 της.

Σε άλλα μελετήματα οι συνεργάτες βουτούν, ως είθισται, σε βαθιά και άγνωστα νερά και αναζητώντας αναγραμματισμούς στην ποίηση του Εμπειρίκου, ή την μορφή του Οιδίποδα σε κορυφαία ποιήματα, επανεκτιμούν την Κάθοδο των Εννιά του Θ. Βαλτινού (το καθοριστικό εκείνο διήγημα της μάταιης, ελεγειακής πορείας ανταρτών σε ένα πυρακτωμένο κατακαλοκαιρισμένο βουνό, κοινώς στο πουθενά) κ.ά. Εδώ χώρεσαν ακόμη δύο ωραιότατα αφηγήματα των Γιάννη Καβάσιλα και Δήμητρας Μήττα (Ικαρία!), ποίηση, φωτογραφίες, και όπως πάντα ποίηση.

Κλείνω με δύο από τα Ενδοσκοπικά του Βασίλη Καραβίτη: Η ευτυχία; Φάντασμα / που πλανιέται ακόμα. / Να το ξορκίζεις νηφάλιος. // Ξέχασε πώς άρχισαν όλα/ Ξέχασε πώς τελειώνουν όλα. / Μείνε χωρίς μνήμη. Θα το προσπαθήσω και μακάρι να το καταφέρω, αγαπητέ ποιητή.

10
Ιολ.
08

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φανταστικό μουσείο

Είχε μια παράξενη γεωμετρία εκείνο το πρωινό. Τα σπίτια έμοιαζαν να σκύβουν με περιέργεια στο πέρασμά του. Οι σκιές συστέλλονταν έκπληκτες στην όψη του. (σ. 146)

Τι είναι το Φανταστικό Μουσείο; Οδηγός βασάνων της γραφής; Κατάλογος εκλεκτικών συγγενειών; Λεύκωμα ταλαιπωρημένων λογοτεχνών; Αρχείο συγγραφικών μυστικών; Φόρος τιμής προς ομότεχνους και καταδιαβασμένους; Ένα προσωπικό αφιέρωμα – καθρέφτισμα ενός δικού μας λογοτέχνη για την διασταύρωσή του με αντίστοιχους αγαπημένους του; Σταματάω το παιχνίδι με τις λέξεις, με παρέσυρε άλλωστε ο λεξικός στυλίστας Χ.Χ. αλλά συνεχίζω τις ερωτήσεις: Τι συμβαίνει παραπλεύρως της συγγραφικής διαδικασίας; Ποιοι κόσμοι ζουν και αναπνέουν παράλληλα με τους κόσμους που πλάθει ο συγγραφέας; Μπορεί η λογοτεχνική πραγματικότητα να σταθεί απέναντι στην υπαρκτή πραγματικότητα; Μπορεί να την γαληνέψει, να την ορίσει, να την μεταπλάσει; Ποιος το γνωρίζει, ποιος το ονειρεύτηκε, ποιος το προσπάθησε, ποιος το [α]πέτυχε;

Σε τούτα τα κομψο-καλλι–τεχνήματα / βιο-πεζο–γραφήματα ο Χ.Χ. γίνεται περιπατητής, ορειβάτης και κολυμβητής μέσα στον εγκέφαλο και τον ψυχισμό ορισμένων από τους εκλεκτότερους των συγγραφέων. Στο Φανταστικό Μουσείο (πινακίδα που συνομιλεί με το ομότιτλο έργο του Αντρέ Μαλρώ) φανταζόμαστε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι συγγραφείς την ώρα που συλλαμβάνουν και πραγματοποιούν τη γραφή τους. Ειδικά όταν κάποιοι εξ αυτών πλησιάζουν επικίνδυνα την ίδια τους τη μυθοπλασία, απομακρυνόμενοι από την ζωή τους. Κατεβαίνουμε στα έγκατα των εγκαταστάσεων τους και ψάχνουμε τα γρανάζια και τους μοχλούς κίνησης του μολυβιού τους στο λευκό χαρτί.

Ο Φερνάντο Πεσόα (μιλώντας μέσα από «τον ποιητή που τον φιλοξενεί») μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε χώρος για λέξεις, αγκαλιασμένος από μια αμίλητη, μισοσκότεινη απραξία περιμένοντας τις πρώτες λέξεις για να ανακαλύψει εκ νέου τον κόσμο. Ο Μπόρχες ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα να μυρίζει από απόσταση τις μασχάλες των κοριτσιών και μονολογεί: Τα ταξίδια μου είναι μια συλλογή από κασέτες μαγνητοφώνου. Είμαι τυφλός και γι’ αυτό καταδικασμένος να επισκέπτομαι μόνο ήχους. (σ. 252). Ορισμένοι προσπαθούν να πλοηγηθούν μέσω νεφών: Ο αρχειοφύλακας (και διαλεκτικός φιλόσοφος) Φεβρουάριος Μπλανσό μαζί με τους αντεστραμμένους κόσμους του, ο Εμμανουήλ Ροΐδης ενόσω υποφέρει πολλαπλώς εν έτει 1884, ο Νιζίνσκι προτού μεταμορφωθεί σε τρελή ιδιοφυΐα, ο Γιόζεφ Μπρόντσκι στο κέντρο ενός χαοτικού αστικού αρχιπελάγους που λέγεται Μόσχα, ο Περέκ, η Τσβετάγιεβα, ο Απολιναίρ, ο Χώθορν, ο Πιραντέλο (για τον οποίο και το απόσπασμα που παρατίθεται στην αρχή), άλλοι πολλοί, και κάποιοι που έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου.

Ο μικρόσωμος κι άσχημος Μπρούνο Σουλτς ζει τον έρωτα μονάχα μέσα από παθιασμένες ερωτικές επιστολές που αντάλλαζε με κάμποσες γυναίκες ταυτοχρόνως και γράφει το τερατώδες ανέκδοτο μυθιστόρημα Μεσσίας προτού σκοτωθεί άξαφνα κι ανέλπιστα, προτού ο μουσειολόγος μας σκάψει τις σημειώσεις του. Ο Τζόζεφ Κορνέλ, παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του (παρά τον έρωτά του για πωλήτριες καταστημάτων και ταμίες κινηματογράφων) κι εγκλωβισμένος στο πατρικό του, προσπαθεί να δημιουργήσει όταν τον αφήνουν ήσυχο αργά τις νύχτες, στο τραπέζι της κουζίνας, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του αναμμένου φούρνου για ζεστασιά. Κι αυτός προτού πεθάνει κατάφερε με την μοντερνιστική του τέχνη να κάνει τον κόσμο από το υπόγειο του σπιτιού του να γυρίσει προς το μέρος του.

Ο Γιάννης Μπεράτης (προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με έναν άλλο Γιάννη Μπεράτη που κατατρύχεται από την ιδέα πως η έμπνευση χάνεται) καταστρέφει κάθε έργο που γράφει, όχι όμως τον Μαύρο Φάκελο, ένα συνεχές εικοσαετές ημερολόγιο όπου κατέγραφε ιδέες, λέξεις, φράσεις, τα πάντα, ως μαγιά για την μεγάλη σύνθεση – κύκνειο άσμα, ως την τελευταία ελπίδα εμπνευσμένης αφήγησης – τον Σωσία. Κι όμως, ο διχασμένος αυτός συγγραφέας σε μια στιγμιαία παρόρμηση έγραψε ένα «διήγημα» που διαδραματίζεται στις αργεντίνικες κορυφές του Μάνο Βέρντε, ίσως ως διέξοδος στο πνιγηρό περιβάλλον του ναξιακού λατομείου όπου κάποτε έπρεπε να εργαστεί…

Σε τέτοια σκοτεινά νερά βουτάει ο Χρυσόπουλος, χρησιμοποιώντας κάθε αφηγηματικό τρόπο και πηγή που μπορεί κανείς να φανταστεί (αποσπάσματα βιβλίων, ημερολόγια, επιστολές, ανέκδοτα έργα, διηγήσεις, πληροφοριακό υλικό, ποίηση, δοκιμιακό και σχεδόν κάθε άλλη δυνατή μορφή γραπτού λόγου). Άλλωστε η ίδια η γραφή του είναι από μόνη της ένα εργαστήρι, και μάλιστα με παράθυρα προς τις τέσσερις πλευρές του, μονίμως ανοιχτά – γιατί ποτέ δεν μας απέκλεισε την πρόσβαση στις εμπνεύσεις του και τα διαβάσματά του. Εξαιρετικά δύσκολη και πολύτιμη δημιουργία.

Αποσπάσματα: Γονατίζω μπροστά του επειδή αισθάνομαι ότι είναι ανήθικο να στέκεσαι όρθιος μπροστά σε έναν άνθρωπο που είναι υποχρεωμένος να έρπει. Η επαιτεία είναι μια πράξη θρησκευτική, στην οποία τα δύο συμμετέχοντα μέρη (ελεήμων και ευεργετούμενος) ακολουθούν – έστω ασυναίσθητα – μια αρχέγονη τελετουργική χορογραφία γονυκλισιών και υποκλίσεων. Μέσα από αυτήν τη συναλλαγή ο επαίτης καθαγιάζεται. Σκέφτομαι ότι οι δυο μας συνιστούμε ένα ζευγάρι σχεδόν ντοστογεφσκικό. (Απέναντι στη Μαρίνα Τσβετάγιεβα, σ. 213)

Κάθε βράδυ, γυρνώντας στο διαμέρισμα της παρόδου Καζάρμενι Περεούλοκ με το απαρχαιωμένο ηλεκτρικό λεωφορείο, στεκόμουν για λίγο έξω από την αντικρινή μονοκατοικία. Ένα θεόκλειστο παλιό οίκημα, σκοτεινό σαν κενοτάφιο. Και όμως, από τα παράθυρά του, μπορούσες να διακρίνεις πλήθος πολύχρωμα λαμπιόνια να αναβοσβήνουν σαν χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Μου είπαν ότι ήταν ένας κρυφός σταθμός ελέγχου για τις πυρηνικές κεφαλές που βρίσκονται φυτεμένες βαθιά στην πόλη, έτοιμες να εκτοξευτούν μέσα από τα έγκατα της μοσχοβίτικης γης. (Ο Γιόζεφ Μπρόντσκι αγαπά τη Μόσχα, σ.66)

Καρτέλα φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1968. Έργογραφία: Ο βομβιστής του Παρθενώνα (1996), Οι συνταγές του Ναπολέοντα Δελάστου (1997), Ο μανικιουρίστας (2000), The black dress (δίγλωσσο artist’s book, N.J. 2002), Encounters (λεύκωμα, Reykjavik 2003), Περίκλειστος κόσμος (Καστανιώτης 2003), Σουνυάτα (1999/2004), Το γλωσσικό κουτί (2006).

Συντεταγμένες: Πλήρης τίτλος: Φανταστικό μουσείο. Παραλλαγές στο πρόσωπο του συγγραφέα [πεζογράφημα]. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, σελ. 263.

Επισκεπτήριο: www.chrissopoulos-vivlia.blogspot.com/

Στις «άλλες» δύο εικόνες: Σουλτς – Πεσόα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651

07
Ιολ.
08

Χαρούκι Μουρακάμι – Νορβηγικό δάσος

Χαλάρωσε κι αμέσως θα νοιώσεις καλύτερα. Αυτό μου λένε όλοι. Μα αν χαλαρώσω το κορμί μου τώρα, θα διαλυθώ. Θα γίνω χίλια κομμάτια. Έτσι ζούσα πάντα και μόνο έτσι μπορώ να συνεχίσω να ζω. Αν χαλάρωνα έστω και για ένα δευτερόλεπτο δε θα ξανάβρισκα το δρόμο για να γυρίσω πίσω. Κάπως έτσι μας συστήνεται ο αφηγητής Τόρου Οκάντα, φοιτητής στα τέλη των ιαπωνικών 60ς, εποχής των πανεπιστημιακών αναβρασμών, των κοινωνικών οραμάτων και των νέων σεξουαλικών νοοτροπιών.

Το Δάσος γράφτηκε από τον Μουρακάμι σε ένα ταξίδι φυγής στην Ρώμη και ήταν το έργο που τον καθιέρωσε στην χώρα του και ιδίως στη νεότητά της. Με τη γνωστή του λεπτομερή και ψυχογραφική γραφή (συγγενεύοντας ανεπαίσθητα με τους Κόμπο Αμπέ και Κενζαμπούρο Οε), τοποθετεί γύρω από τον κεντρικό του ήρωα (που διαβάζει Καπότε, Άπνταϊκ, Τσάντλερ και Φιτζέραλντ και κουρντίζει κάθε πρωί τον εαυτό του περίπου 36 φορές) μια σειρά ιδιαίτερων χαρακτήρων, όπως τον ιδιόμορφο συγκάτοικο στην εστία που γυμνάζεται με τα παραγγέλματα του ραδιοφώνου «παρέα με το υπόλοιπο έθνος» και τον αποπλανητικό Ναγκασάβα – ένα αδιόρθωτο ρεμάλι με εκπληκτική ευγένεια, αχόρταγο αναγνώστη αλλά αποφασισμένο να μην αγγίζει βιβλίο από συγγραφέα που δεν ήταν τουλάχιστο τριάντα χρόνια πεθαμένος («Μόνο αυτά τα βιβλία εμπιστεύομαι»).

Οι φοιτητικές εστίες με τα μικρά δωμάτια και τους σκοτεινούς κοινόχρηστους χώρους «θυμίζοντας παλιές πολωνικές ταινίες» και η πανταχού διεσπαρμένη μουσική των Morrison, Ο. Coleman, Β. Bacharach, Lennon/McCartney, Thelonious Monk, Β. Dylan, A.C. Jobim, R. Charles, H. Mancini, και πολλών κλασικών, προκλασικών και μετακλασικών αποτελούν απλώς το πλαίσιο που οι χαρακτήρες του πρέπει να διαχειριστούν θανατηφόρα θέματα: αυτοκτονία φίλου, σχιζοφρένεια φίλης, απώλεια γονέων. Σε αυτές τις πλέον σκοτεινές όψεις της ζωής αντιτίθενται οι ποικίλες εκφάνσεις του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας (ορισμένες σεξουαλικές περιγραφές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον) που και πάλι πασχίζει να διαχειριστεί ο Τ., κυρίως με τρεις αρχετυπικές γυναικείες φυσιογνωμίες: την υπερευαίσθητη Ναόκο του σανατορίου, την ενεργειακή Μίντορι των αυθορμητισμών και την καλλίτεχνη Ρέικο που γίνεται παρανάλωμα του ταλέντου της. Σε αυτές τις απλές εκ πρώτης όψεως και ανάγνωσης αλλά τελικά πολυπλοκότατες επαφές συχνά διακρίνεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τηρηθεί η άποψη του Τόρου: πως στη ζωή δε χρειάζεται κανείς ιδανικά. Χρειάζεται πρωτόκολλα δράσης.

Περισσότερο γήινο και πιο «γραμμικό» από το Κουρδιστό Πουλί, δίχασε την κριτική (ο στριμμένος Marcel Reich-Ranicki το εκθείασε, η Αυστριακή Sigrid Löffler το τικετάρισε ως πορνογραφικό φαστ φουντ) αλλά λατρεύτηκε φανατικά από το Ιαπωνικό κοινό, το οποίο μαζί με τους επισκέπτες της ανατολικοδυτικής χώρας ρίχτηκε στο παιχνίδι της ανακάλυψης των τοποθεσιών, των μπαρ και των εστιατορίων που αναφέρει, ενώ φτιάχτηκαν μέχρι και compilations με τα τραγούδια που αγαπούν οι χαρακτήρες του. Η γενικότερη εμπορική φρενίτιδα του βιβλίου στέρησε από τον Μ. την ιδιωτικότητά του, στέλνοντάς τον στην Αμερική, όπου έγραψε το Κουρδιστό Πουλί, ενώ νωρίτερα είχε αρνηθεί να παραχωρήσει τα δικαιώματα για κινηματογραφική διασκευή. Και ναι, ο τίτλος προέρχεται από το Μπητλικό Norwegian wood και ήδη απ’ τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε γιατί.

Καρτέλα φιλοξενούμενου: Υπάρχει στο κείμενο για το Κουρδιστό Πουλί.

Απόσπασμα: Ποτέ δε μπορώ να πω αυτό που θέλω… Προσπαθώ να πω κάτι, αλλά οι λέξεις που βρίσκω είναι όλες λάθος – λάθος ή και ακριβώς αντίθετες απ’ αυτές που θα ’θελα. Προσπαθώ να διορθώσω τα λόγια μου, αλλά τα κάνω χειρότερα….Λες και είμαι χωρισμένη στα δύο και παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου ή κυνηγητό κι ο μισός εαυτός μου κυνηγάει τον άλλον μισό γύρω απ’ αυτόν τον χοντρό ψηλό στύλο. Ο άλλος μισός μου εαυτός έχει τις σωστές λέξεις. Όμως ο εαυτός μου δεν μπορεί να τον πιάσει. (σ. 41)

Συντεταγμένες: Haruki Murakami, Norwegian Wood, 2000. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ωκεανίδα, 2007, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, σελ. 505.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651

02
Ιολ.
08

Γκορ Βιντάλ – Η χρυσή εποχή

Ποιος είναι καταλληλότερος να μιλήσει για την ιστορική πορεία της σύγχρονης Pax Americana από τον Γκορ Βιντάλ; Ο περίφημος Αμερικανός συγγραφέας (και κάποτε σεναριογράφος και ηθοποιός, γεν. 1925) δεν είναι απλά μόνιμος και καυστικός επικριτής του αμερικανικού επεκτατισμού αλλά και δημιουργός μερικών συναρπαστικών ιστορικών μυθιστορημάτων, τόσο για την αρχαία και βυζαντινή εποχή (προσωπικά τον αγάπησα από τα Ιουλιανός και Δημιουργία) όσο και για την αμερικάνικη ιστορία. Εδώ ανήκει η Χρυσή Εποχή, έβδομο και τελευταίο βιβλίο στη σειρά των λεγόμενων Αμερικανικών Χρονικών του Η Χρυσή Εποχή αποτελεί το 7ο και τελευταίο βιβλίο στην σειρά των Αμερικανικών Χρονικών [Burr (1775-1840), Lincoln (1861-1865), 1876 (1875-1877), Empire (1898-1906), Hollywood (1917-1923), Washington, D.C. (1937-1952) και The Golden Age (1939-1954/2000)].

Στα ιστορικά μυθιστορήματα του Βιντάλ μυθιστορηματική και ιστορική αφήγηση βρίσκονται συνεχώς σε γόνιμο διάλογο, σε επική σύγκρουση, σε πεντακάθαρο αγώνα ισχύος. Κάτι τέτοιο συμβαίνει εδώ: μια εκπληκτική λογοτέχνηση του κλίματος της εποχής και της ατμόσφαιρας, με τους κανόνες του ντοκιμαντέρ και του μυθοπλασμένου ντοκουμέντου.

Η χρυσίζουσα 15ετία 1939-1954 είναι η αφετηρία της μονοκρατορίας των ΗΠΑ, από την ουδετερότητα μέχρι την εμπλοκή στον Β΄ Παγκόσμιο, και μετά στην Γιάλτα, τον Ψυχρό Πολέμο, τον Μακαρθισμό, και την πρώτη ήττα – βλέπε Κορέα, είναι η διαγράμμιση της πορείας με την οποία οι Πολιτείες αποκτούν και παγιώνουν αυτοκρατορικό προφίλ και αξιώσεις, επεκτείνονται στο εξωτερικό και καταπιέζουν στο εσωτερικό. Αν το σύνθημα του Ρούζβελτ φώναζε «όχι στον πόλεμο, εκτός κι αν μας επιτεθούν», τότε ίσως το Περλ Χάρμπορ ήταν θείο δώρο– κι αν ο αμερικανικός λαός έπρεπε να αποφασίσει για την τύχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε κάποιος έπρεπε να τον καθοδηγήσει, κι ακόμα καλύτερα να τον πλάσει. Και μπορεί ο χαρακτηρισμός της εποχής ως χρυσής εμπεριέχει δόσεις σαρκασμού, δεν συμβαίνει το ίδιο για τον επιστημονικό και πολιτισμικό οργασμό της εποχής, με τις ανθοφορίες του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, της τζαζ.

Ο Βιντάλ όπως πάντα αντλεί απ’ όλες τις κατηγορίες των πρωταγωνιστών (εκδότες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, άνθρωποι των κρίσιμων ιστορικών αποφάσεων) και αναμιγνύει επινοημένες με ιστορικές προσωπικότητες όπως οι Ρούσβελτ, Τρούμαν, Μακάρθι, Χήρστ, Χούβερ, οι οικογένειες της παραδοσιακής διαδοχής της εξουσίας που ζούσαν κατά μήκος του ποταμού Πότομακ, η ιδρύτρια της «Ουάσιγκτον Ποστ», αλλά και συγγραφείς όπως οι Τένεσι Ουίλιαμς, Πολ Μπόουλς κι ο ίδιος του ο εαυτός, αυτόπτης παρών σε όλα εκείνα τα καθοριστικά χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ίδια η οικογένειά του είχε αντιτεθεί στην είσοδο στον πόλεμο μαζί με άλλες προσωπικότητες (βλ. κίνημα «America First») και κατηγορήθηκαν ως …ναζιστές και αντιαμερικανοί.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τους κανόνες και τις απάτες του Θεάματος. Δεν έχει απλώς βρεθεί στα πολιτικά και κινηματογραφικά παρασκήνια, αλλά και γνωρίζει εκ των έσω με ποιο τρόπο αυτό αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του Αμερικάνικου Πολιτισμού και μέγιστο διαμορφωτή συνειδήσεων του λαού. Θέαμα, σώου, παράσταση, πολιτική, εξουσία, επιβολή, η διαδρομή είναι πάντα η ίδια.

Μην φοβηθείτε το ανθρωπογεωγραφικό σχεδιάγραμμα στην αρχή του βιβλίου, στην πορεία τα αναρίθμητα αυτά πρόσωπα παίρνουν τις προαποφασισμένες θέσεις τους σε αυτό τον θίασο με σκηνή την Ουάσιγκτον και άβουλους θεατές όλους εμάς. Η Χρυσή Εποχή είναι ένα από τα 2 μυθιστορήματα (το άλλο είναι ο Υπόγειος Κόσμος του Ντον Ντελίλο) που μας παραδίδουν πλήρη «Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας», του πώς και ποιοι κινούν τους τροχούς της Ιστορίας και με ποιο τρόπο τους βοηθούμε εμείς οι απλοί άνθρωποι να γίνουν κυρίαρχοι του πλανητικού παιχνιδιού.

Ο Βιντάλ μέχρι σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αντιπολεμικού μετώπου (με δηλώσεις, άρθρα, πράξεις αλλά και σημαντικές εκδόσεις, όπως το Διαρκής πόλεμος για διαρκή ειρήνη. Πώς καταφέραμε να γίνουμε τόσο μισητοί, από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ίδιος έχει δηλώσει πως η Χρυσή Εποχή είναι οριστικά το τελευταίο «ιστορικό» του μυθιστόρημα.

Συντεταγμένες: Gore Vidal, The Golden Age, 2000. / Εκδόσεις Scripta, 2003, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, σελ. 608.

Πρώτη δημοσίευση σε πιο σύντομη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15619




Ιουλίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.019.587 hits

Αρχείο