Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2008

29
Σεπτ.
08

Parts & Labour – Receivers (Jagjaguwar, 2008)

Η περίπτωση της Jagjaguwar μου θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, το βάρος της ετικέτας των παλιών ανεξάρτητων εταιριών: αυτή και μόνο αρκούσε να εγγυηθεί για ένα αποτέλεσμα από αξιοπρεπές έως αξιαγάπητο. Ας πούμε λοιπόν πως με την JJ η αναλογία στις 10 κυκλοφορίες είναι 1 έξοχος δίσκος, 1-2 εξαιρετικοί, κι άλλοι τόσοι ενδιαφέροντες. Λίγο είναι; Βρήκαμε τον έξοχο.

Μέχρι σήμερα οι Parts & Labor ήταν ένα διασκεδαστικό, ιδιαίτερα φασαριόζικο punk pop τρίο από το Brooklyn, ΝΥ. Αυτό που άλλαξε σε αυτόν τον 5ο τους δίσκο (3ο στην JJ) ήταν η αποχώρηση του ντράμερ για να ακολουθήσει το όνειρό του να γίνει συγγραφέας (προφανώς δεν συνδυάζεται η πένα με την μπαγκέτα), η προσθήκη μιας νέας δυάδας (drummer Joe Wong και κιθαρίστρια Sarah Lipstate) στα ιδρυτικά μέλη Dan Friel (φωνή, ηλεκτρονικά) και BJ Warshaw (φωνή, μπάσο) και μια στροφή …αλήθεια, σε πόσες μοίρες υπολογίζεται μια μηχανική μετατροπή;

Εδώ βρίσκεται το βασίλειο του motorik! Γιατί τα νέα ντραμς των P&L παίζουν αυτό το μονότονο, ηχηρό κι επαναλαμβανόμενο 4/4 που κυρίως έπαιζαν τα kraut rock σχήματα – ο όρος που βγαίνει από το motor skill (άκου ενδεικτικά τους Neu!). Πάνω σε αυτό το στέρεο εδαφικό beat οργιάζουν πιασάρικα τραγούδια θορυβώδους ποπ με τείχος κιθάρων και αρμονικά φωνητικά. Η φωνή του Dan Friel (που κυκλοφόρησε και προσωπικό δίσκο φέτος, το Ghost Town) κολυμπάει με πλήρη σταθερότητα σε όλο αυτό το ωκεάνιο ορυμαγδό. Κι επιτέλους, τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι πάντα shoegaze! Κάπως έτσι ήταν το ροκ εντ ρόλ που έπαιζε, όποτε αποφάσιζε, ο Brian Eno, που δοκίμασαν οι Wire στις δεύτερες δόξες τους και οι Hawkwind στις τρίτες λόξες τους. Ένα οργανωμένο χάσιμο, πολύ ποπ για να είναι ροκ, και πολύ noisy για να είναι ποπ. Μια από καιρό χαμένη αίσθηση οικονομίας κυριαρχεί και εδώ: αντί για 15 τραγούδια του δευτερολέπτου, καλύτερα μια γερή 8άδα επιμηκυμένων επών.

Σε ετούτη την ωριμότερη δυνατή στιγμή του σχήματος και πίσω από τα τόσο πιασάρικα tunes υπάρχει ένα αρτ ροκ που ενδιαφέρεται για την αμεσότητα μεν αλλά και την πολυπλοκότητα του ήχου του: η διπλόταστη κιθάρα ακούγεται τετραπλή, όσο για τα samples… το γκρουπ προσκάλεσε φίλους και φανς να στείλουν στην ιστοσελίδα τους κάθε ηχογραφημένο sample του γούστου τους, με ερωτήσεις-εναύσματα, τύπου: «Πώς ακούγονται οι γονείς σας; Τι φοβάστε περισσότερο και τι ήχο έχει αυτό;» Ακούγεται απίστευτο αλλά τα εκατοντάδες απεσταλμένα στοιχεία ενσωματώθηκαν μέσα στα τραγούδια και στις συνδέσεις τους, κολλώντας τα μεταξύ τους και κάνοντας τον δίσκο να κυλάει σαν καταρράκτης, μια κι έξω και κατά πάνω μας.

Οι στιχουργικές εμμονές των P&L δεν έχουν αλλάξει: τριγυρίζουν απειλητικά την εφιαλτική τεχνο-πρόοδο και τις συνακόλουθες μεταβιομηχανικές παράνοιες. Το Nowheres Nigh είναι το αδιαφιλονίκητο σινγκλ και μια υπόμνηση για το πόσο υπέροχα θα φώτιζαν οι πετρελαιοπηγές σε νυχτερινές εκρήξεις, ενώ οι γεωπολιτικές παρατηρήσεις του Satellites αλλά και ο υπόγειος ψυχεδελικός σκελετός του The Ceasing Now καλύπτονται από σχεδόν εθιστικές συνθέσεις, όπως εθιστικός είναι ολόκληρος ο δίσκος, από την αρχή ως το τέλος.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

23
Σεπτ.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 488 (Σεπτέμβριος 2008)

 

Μια από τις πιο αγαπημένες μου κινηματογραφικές σκηνές είναι η τελευταία του Smoke (1995, Wayne Wang): ο Harvey Keitel, ιδιοκτήτης καπνοπωλείου – κέντρου συνάντησης συνομιλητών, επισκέπτεται την ηλικιωμένη μητέρα ενός μαύρου κλέφτη του καταστήματός του. Ο αρχικός του σκοπός να της επιστρέψει το πεσμένο πορτοφόλι του γιου της αλλάζει μόλις ανοίγει η πόρτα. Η γυναίκα είναι τυφλή, τον υποδέχεται σαν τον άσωτο υιό που την εγκατέλειψε, εκείνος ανταποκρίνεται στον ρόλο που του αποδίδεται. Πιθανώς κι εκείνη συναισθάνεται την αυταπάτη αλλά αμφότεροι υποδύονται τους ρόλους τους σαν βάλσαμο ψυχής, ίσως και για να μην περάσουν μόνοι τους τα Χριστούγεννα. Η ταινία σβήνει μέσα από μια σειρά διαδοχικών ασπρόμαυρων φωτογραφικών καρέ, υπό το σπαρακτικό τραγούδι του Tom Waits, You’re innocent when you dream.

Το σενάριο της ταινίας (αλλά και την συν-σκηνοθεσία) υπέγραφε ο Πολ Όστερ, έναν από τους πλέον αγαπημένους σύγχρονους συγγραφείς, ενώ η τελευταία σκηνή αποτελούσε το θέμα του διηγήματός του Augie Wren’s Christmas Story. Άλλωστε το Smoke ήταν μια ωδή στην καθημερινότητα της Νέας Υόρκης, πόλης που αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς του Όστερ, και όχι μόνο λόγω της περίφημης Τριλογίας του [The New York Trilogy: City of Glass, Ghosts, The Locked Room (1985-1987)].

Μάστορας ενός ιδιότυπου ρεαλισμού όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, ο Όστερ βλέπει τον άνθρωπο «σαν μια ενότητα ταυτοτήτων, παρά σαν ένα πλάσμα, ανίκανο να γνωρίσει ολοκληρωτικά ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό» και διασκορπίζει τους ήρωές τους σε πολλαπλούς αντικατοπτρισμούς και σωσίες. Οι χαρακτήρες του ισορροπούν σε λαβυρίνθους συμπτώσεων, παραλόγου και αμφισημίας των λέξεων και «για να ανακαλύψουν την αλήθεια πρέπει να κάνουν συνεχείς επιλογές και μοντάζ πάνω σε έναν κόσμο ατέλειωτων πιθανοτήτων».

Το στοιχείο που προσωπικά με γοητεύει αφάνταστα στη γραφή του Όστερ είναι όλη αυτή η παρουσίαση ενός σύμπαντος κυβερνημένου από την τύχη και τις συμπτώσεις. Η συνειδητοποίηση του πόσο πολύ οι νόμοι του τυχαίου και των ασυνείδητων επιλογών αφορούν τη ζωή μας αλλά και το ίδιο το έργο του συγγραφέα. Σε ένα από τα τρία κείμενα που υπογράφει ο ίδιος σε αυτό το αφιέρωμα (και τα οποία συμπληρώνουν ένα σύνολο εξαιρετικών κειμένων βύθισης στην ιδιαιτερότητά του) αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το στοιχείο: «Ο λάθος αριθμός» είναι μια διήγηση, για το πώς ένα λάθος τηλέφωνο ξετύλιξε μια ιδιαίτερη ιστορία στη ζωή του Όστερ, που με τη σειρά της έγινε κείμενο.

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με τον ιδανικότερο τρόπο: με πλήρη κατάλογο των βιβλίων του με λίγα λόγια για την πλοκή, μια ακόμα λίστα βιβλίων στα οποία επέδρασε ή συμμετείχε αλλά και ταινιών με τις οποίες ενεπλάκη με τον ένα ή τον άλλο ή τον πιο πέρα τρόπο.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον κείμενο ξεχωρίζει από την γνώριμη τευχιακή ύλη: μια πρώτη παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του έτερου ταυτισμένου με την Νέα Υόρκη συγγραφέα, του Don DeLilo (που, με την ευκαιρία, γοητευμένος κι αυτός από την γραφή του Όστερ, έγραψε πως πρόκειται «για παραδοσιακή αρχιτεκτονική με εντελώς μοντέρνο εσωτερικό»). Ο DeLilo προστίθεται στην λίστα των συγγραφέων που μιλούν για την 11η Σεπτεμβρίου και την μετα-εποχή της και ο τίτλος The Falling Man προφανώς δεν αναφέρεται μόνο σε εκείνους που έκαναν κατακόρυφη βουτιά από τα γραφεία τους εκείνο το μεσημέρι που άλλαξε τον κόσμο.

Η λογοτεχνική ενημέρωση δεν στερείται λυπηρών νέων (τα οποία συχνά μαθαίνουμε μόνο από τέτοια έντυπα): οι Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν και Στέλλα Βογιατζόγλου έχουν περάσει στην απέναντι πλευρά. Θα κρατήσουμε όμως τις σελίδες τους στην αποδώ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=15951

22
Σεπτ.
08

Brian Wilson – That lucky old sun (Capitol, 2008)

All these people, they make me feel so alone, ξεστομίζει κάπου στο Midnight’s Another Day ο αειθαλής γκουρού της Υπέρτατης Ποπ Θρησκείας, κ.κ. Brian Wilson, ετών 66. Οι λεζάντες μας κάτω από το όνομά του γράφουν: Beach Boys, η βίβλος της ποπ αρμονίας, ένας δίσκος ορόσημο, απροσμέτρητη επιρροή σε μυριάδες επιγόνους, νευρική κατάρρευση στα sessions του τότε απορριφθέντος Smile, επιστροφή. Σε εκείνη την πνευματική του συσκότιση αναφέρεται η σπαρακτική φράση At 25, I turned out the light/’Cause I couldn’t handle the glare in my tired eyes (από το Goin’ Home). Είναι λοιπόν το That Lucky Old Sun ένας α λα Scott Walker δίσκος θλίψης και κατάβασης στις αβύσσους; Ούτε κατά διάνοια!

Εδώ υπάρχει φως, εκτυφλωτικό και ευφοριακό, υπάρχει το υλικό των ονειρωδών πεδίων που μας πήγαινε ο Brian, με όλα τα συναφή: έγχορδα, πνευστά, αρμονικά back vox, η στόφα της ιδανικής 60ς ποπ με ροκ ενορχήστρωση. Εδώ τίποτα δεν έχει αλλάξει από το ανέμελο λούστρο της αιώνιας και υποτιθέμενης ξενοιασιάς των αρχικών 60ς (προσέξτε: στην προ – acid εποχή!) αλλά και τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο. Αυτό είναι το concept του That lucky old sun (που τιτλοφορείται από το γνωστό τραγούδι του 1949, που προφέρθηκε από τα χείλη των Armstrong, Charles και Sinatra): 24 ώρες στον αγαπημένο του τόπο του – το Los Angeles, ένα τραγουδιστικό sightseeing, που βολτάρει σε μερικά αξιοθέατα, στην κινηματογραφική βιομηχανία του L.A., στο πνεύμα της ακτής.

Εδώ ξαναμαζεύονται δίπλα του ο Van Dyke Parks (περίφημη μούρη των σκηνών και των προαστίων, συ-συνθέτης στο Smile, λεκτικός προμηθευτής των Γουιλσονικών ραψωδιών – σας συστήνω οπωσδήποτε το κοινό τους Οrange Crate Art) και ο πολυοργανίστας Scott Bennett, οι Wondermints γενικώς, κοινώς η μπάντα που σμίλεψε τις νέες εκδόσεις των Pet Sounds και Smile. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε τους 4 πρώτους μήνες του 2008 στα Χολυγουντιανά Capitol Studios, όπου ηχογράφησαν για πρώτη φορά οι Boys του το Surfin Safari/409 (1962).

Δεν μας πειράζει που ανάμεσα στα τραγούδια εισχωρούν μικρά ιντερλούδια άκομψης φωνητικής απαγγελίας του Brian (τακτική Johnny Cash;), με μουσική υπόκρουση του Parks. Γιατί τα «κανονικά» τραγούδια φωτίζουν υπέροχα, όπως το σούπερ doo-wop Good Kind of Love, το νοσταλγικό βιμπραφωνίζον Forever She’ll Be My Surfer Girl, το Mexican Girl που μαντεύετε ακριβώς τι είναι, το Live Let Live.

Μεγάλη μπουγκιά παίξε, μεγάλη κουβέντα μην πεις. Γι’ αυτό και το σούπερ boogie Going Home blues μιλάει γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν τότε: για την ζοφερή εκείνη εποχή των τελών των 60ς που ο BW άρχισε να χάνει το χαμόγελό του και τα νεύρα του την υπομονή τους. Οι εποχές έχουν αλλάξει και στις παραλίες δεν υπάρχει η σερφ ανεμελιά αλλά η σφαγή των φαλαινών (στην οποία αφιερώνει το έξοχο Live Let Live). Κάποιοι πήραν τα διαμάντια από την ψυχή του και τα μετέτρεψαν σε κάρβουνο, μας λέει στο Oxygen To The Brain. Αλλά ο αίλουρος είναι εδώ και τους φτύνει ήλιο: I wasted a lot of years, I’m filling up my lungs again and breathing life.

Μοναδικό παράπονο: που αυτά τα φωτεινά ταξιδιάρικα τραγούδια κυκλοφορούν το Σεπτέμβριο, που εδώ για μας είναι μια τόσο αμήχανη, μελαγχολική εποχή. Αλλά θα μου πείτε, ούτε τα καλοκαίρια μας είναι αυτά που ήταν, πόσο μάλλον εκείνου….

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15914

16
Σεπτ.
08

Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού

Σε μια «ιδανική βιβλιοθήκη» αναμφισβήτητα έχουν θέση το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, η «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα βασικά έργα των Νίτσε και Χάιντεγκερ, ενώ από μια «διευρυμένη» μορφή της δεν θα έλειπαν ούτε βιβλία των Ζορζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό, Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, Κ. Γκ. Γιούνγκ. Η συγκέντρωση των παραπάνω σε ενιαίο τμήμα συχνά στοιχειοθετεί την άτυπη κατηγορία «έργα που ασπάστηκαν τον φασισμό, φλέρταραν με αυτόν ή χρησιμοποιήθηκαν ως θεωρητικές και φιλοσοφικές βάσεις του». Αυτή η απλουστευτική υπόθεση αποτελεί μία από τις παραμέτρους συζήτησης ενός πάντοτε ακανθώδους και πολυπλόκαμου ζητήματος, εκείνου της σχέσης της κορυφαίας διανόησης και σκέψης με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Ο Ρίτσαρντ Γουόλιν, γνωστός αμερικανός ιστορικός των ιδεών και καθηγητής της Ιστορίας του City University of New York συγκεντρώνει τα παραπάνω ονόματα στο δικό του ερμηνευτικό ράφι για να υποστηρίξει μια ευρύτερη θεωρητική κατασκευή: την άμεση επιρροή των αντίθετων ιδεών του Διαφωτισμού («αντι-Διαφωτισμού») και συνακόλουθα της ακροδεξιάς πολιτικής σκέψης στην μεταπολεμική γαλλική διανόηση, τον μεταμοντερνισμό και τον μεταδομισμό. Επιθυμώντας να συντάξει την «αρχαιολογία της μεταμοντέρνας θεωρίας», χαρτογραφεί τη γενεαλογία της και εντοπίζει τις πηγές της στις προ-φασιστικές θεωρίες του Μεσοπολέμου.

Για τον Γουόλιν η δυσπιστία του μεταμοντερνισμού για την αντικειμενική «αλήθεια», τον «ορθό λόγο», το «αίτιον», τον ανθρωπισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία και η αντιμετώπισή τους ως μηχανισμών καταπίεσης που συνεπάγονται περιορισμούς και απαγορεύσεις αποτελούν στην ουσία μετάγγιση των βασικών θέσεων των Νίτσε και Χάιντεγκερ και ολόκληρης της παράδοσης της γερμανικής Kulturkritik του 20ού αιώνα. Ηπαραπάνω παράδοση αποτέλεσε και τον πυρήνα της μεταδομιστικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ, Μπρωντιγιάρ), που με τον τρόπο αυτό κληρονομούσε στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς σκέψης. Συνεπώς τίθεται και ζήτημα εαν ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός αποτελούν κινήματα της πολιτικής Αριστεράς, εφόσον αυτή υπήρξε πάντοτε ορθολογική και οικουμενική, υπέρμαχος της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γουόλιν αναπτύσσει το συλλογισμό του σε δύο βασικά τμήματα, όπου διερευνά την πνευματική κληρονομιά τριών Γερμανών (Νίτσε, Γιουνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) στοχαστών, σε δύο αντίστοιχες παρεκβάσεις για την σύγχρονη Δεξιά των παραπάνω χωρών, καθώς και σε εκτενή πρόλογο και συμπεράσματα.

Είναι ευνόητο πως το πλήθος ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο και διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η διερεύνηση των θεωρητικών βάσεων του φασισμού, όπου υπάρχουν, έχει το ενδιαφέρον της και είναι πάντα ένα ζήτημα ανοιχτό. Η ιδιαίτερη όμως επιμονή του Γουόλιν σε ορισμένες θέσεις και η συνεχής επανάληψή τους φαίνεται να του στερεί την απαιτούμενη ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση των δεδομένων του. Δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως έχει ήδη διαμορφώσει άποψη και έχει αποφανθεί προτού διατρέξει ολόκληρο το υλικό του, πως τα συμπέρασματά του έχουν προηγηθεί της έρευνας.

Είναι ενδεικτικό ότι θέση συμπεράσματος επέχει ένα μικρό δοκίμιο για την εικόνα της Αμερικής στην σύγχρονη σκέψη. Εδώ ο Γουόλιν, υπερασπιζόμενος την σκέψη της Αμερικανικής Ηπείρου (που ταυτίζει με τις έννοιες της πολιτικής νεωτερικότητας, του ατομικισμού, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του φιλελευθερισμού) στηλιτεύει την ιδέα της Αμερικής ως δυστοπικής χώρας ανίκανης να δημιουργήσει πολιτισμό και ασκεί απροκάλυπτη κριτική στους εκφραστές της, όπως οι Μπρωντριγιάρ και Ζίζεκ, συχνά με αμφίβολα επιχειρήματα. Ενδεικτικό παράδειγμα: «Το 1991 ο Μπρωντριγιάρ έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον έξυπνο τίτλο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ», στο οποίο υποστήριζε ότι ο αληθινός πόλεμος είχε πολύ μικρότερη σημασία από την προσομοίωσή του στα ΜΜΕ. Ο «αληθινός» πόλεμος ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, με «στρατηγούς» τους συμβούλους των καναλιών, τους κατασκευαστές εικόνας … Αν όμως ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, τότε γιατί να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι’ αυτόν; … Αφού τα «ανάφορα» έχουν πεθάνει, γιατί να προσθέσουμε ακόμα ένα μετασχόλιο στο πλήθος των νεκρών;» (σ. 485).

Εξίσου συζητήσιμο μοιάζει το σημείο αιχμής του Γουόλιν, πως η εξύμνηση της διαφοράς και της ετερότητας που υποστηρίζει ο μεταμοντερνισμός εις βάρος του ορθού λόγου «μπορεί να διολισθήσει σε έναν νέο πνευματικό φυλετισμό, ενώ η παρουσίαση των πολιτισμών ως κλειστών μονάδων οδηγεί στον εθνοκεντρισμό και αποκλείει τον κοσμοπολιτισμό» (σ. 455), χωρίς να διαφοροποιεί με επιστημονικά κριτήρια την ταύτιση της πολιτιστικής διαφοροποίησης (που προκρίνει ο μεταμοντερνισμός) με την φυλετική (που υποστηρίζει η άκρα Δεξιά). Εξάλλου, η μονόπλευρη και αποκλειστική θεώρηση του ανορθολογισμού ως αμιγώς αρνητικού στοιχείου και όχι αντιστικτικού παράγοντα στις ιδεοπλαστικές διεργασίες και στην ίδια την συγκρότηση του ορθού λόγου πιθανώς υπογραμμίζει την δυνατότητα του Γουόλιν να αναλύει ως ιστορικός των ιδεών και όχι ως φιλόσοφος – γι’ αυτό και η κριτική έχει αναφερθεί σε επιχειρήματα που στέκουν από ιστορική μόνο άποψη ενώ χωλαίνουν θεωρητικά και φιλοσοφικά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός πως η κριτική του αφορά την γαλλική διανόηση ενώ το αντίστοιχο βρετανικό κομμάτι περνάει στο απυρόβλητο.

Ακόμα κι έτσι όμως, η εν λόγω κατασκευή σαφώς προσφέρει νέες αφορμές για προβληματισμό, διάλογο και αντιπαράθεση, τη στιγμή άλλωστε που ο συγγραφέας της (δηλώνοντας ως πρότυπά του τους Αντόρνο και Χάμπερμας) τονίζει με κάθε ευκαιρία πως τίθεται υπέρ της δημόσιας συζήτησης.

Συντεταγμένες: Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππάκου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 570.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15 (φθινόπωρο 2008). Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Στις φωτογραφίες: Σπένγκλερ, Σελίν, Χάιντεγκερ, Μπλανσό, Λα Ροσέλ.

10
Σεπτ.
08

Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής

«Εκείνο τον καιρό ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του, που τόσο απροσδόκητα του είχε χαριστεί. Δεν υπήρχαν λέξεις κι αυτές που είχαν απομείνει από το παρελθόν ακούγονταν κούφιες» (σ. 108).
Πράγματι, η γλώσσα έχασε κάθε εκφραστική δύναμη στην ζωή εκείνων που επιβίωσαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λειτουργική της αδυναμία αναφέρεται συχνά στα γραπτά του Άπελφελντ: «Όποιος έκανε σε στρατόπεδο ή κρυβόταν στα δάση γνωρίζει τη σιωπή στο κορμί του. Ο πόλεμος είναι θερμοκήπιο για ν’ ακούς και να σωπαίνεις. Από εκείνα τα χρόνια κουβαλάω μέσα μου τη δυσπιστία για τις λέξεις».

Η ευτυχισμένη παιδική του ηλικία (γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας) διακόπηκε βάναυσα με το ξέσπασμα του πολέμου και την δολοφονία της μητέρας του από τους Ναζί. Στάλθηκε μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από το οποίο και δραπέτευσε κι έζησε επί δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Μετά την απελευθέρωση, πέρασε από την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία (σε στρατόπεδο εκτοπισμένων). Η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

Θα περίμενε κανείς αυτές οι πρόωρα συσσωρευμένες εμπειρίες να αποτελέσουν για τον Άπελφελντ πλούσια συγγραφική ύλη. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: οι εμπειρίες του πολέμου «κείτονταν βαριές και καταπιεσμένες μέσα του», κι εκείνος επιζητούσε να τις απωθήσει και να χτίσει μια νέα ζωή. Ακόμα κι όταν ένοιωσε έτοιμος να γράψει, αναρωτιόταν: «Πώς δίνει κανείς μορφή σε αυτή την πυρακτωμένη λάβα; Από πού αρχίζει; Πώς συνδέει τους κρίκους; Ποιες λέξεις χρησιμοποιεί;» (σ. 133). Ένοιωθε πως ο πραγματικός κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας, συνεπώς, γράφοντας, δεν έπρεπε να την αναπτύξει αλλά να την συγκρατήσει, κάτι που του φαινόταν αδύνατο «γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμα κι ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως μυθιστορηματικό πρόσωπο» (σ. 38).

Αν «τα πιο αληθινά γεγονότα πολύ εύκολα φαντάζουν πλαστά» και η εξιστόρηση της ζωής του θα φαινόταν ως «μια φανταστική, διόλου πειστική ιστορία» (σ. 45), τότε θα ακολουθούσε μια διαφορετική γραφή. Αποφεύγοντας την αναφορά και ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και κάθε είδος «δημοσιογραφικής» αφήγησης, ο Άπελφελντ υιοθέτησε μια περισσότερο «εσωτερική» εκφραστική, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Σουλτς. Βέβαια σε ετούτη την ώριμη αυτοβιογραφική του κατάθεση απουσιάζει η καφκική γλώσσα του παράλογου. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, γυμνή, χωρίς μελοδραματικές διαθέσεις. Η Ιστορία της Ζωής του αποτελείται από τριάντα μικρά κεφάλαια με χαλαρή χρονική αλληλουχία, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται συνήθως σε συγκεκριμένο θέμα.

Ακόμα και στις πιο συναισθηματικές του στιγμές, ο Άπελφελντ αφηγείται με απλότητα, ψυχραιμία και φιλοσοφική διάθεση, είτε αναφέρεται στις τακτικές επιβίωσής του (μαθαίνει να αφουγκράζεται τον κάθε ήχο, το αίσθημα της καχυποψίας ανάγεται σε τέχνη, τα άψυχα και τα ζώα αποτελούν τους μόνους πραγματικούς του φίλους) είτε στην ματαιότητα του λόγου («Οι λέξεις είναι ανίσχυρες όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον όλεθρο· είναι φτωχές, αξιολύπητες και πολύ εύκολα παραχαράσσονται. Έως και οι πανάρχαιες προσευχές είναι ανίσχυρες εμπρός στον όλεθρο» (σ. 132)), είτε στα κατάλοιπα του πολέμου στην καθημερινότητά του (μέχρι και σήμερα περπατάει σύρριζα στους τοίχους και πάντα γρήγορα, σαν να ξεγλιστράει, ενώ ακόμα κι οι πιο συνηθισμένοι χωρισμοί του προκαλούν δάκρυα), είτε στην ενθύμηση φωτεινών σημείων στους σκοτεινούς χρόνους (η συνάντηση με θαυμάσιους ανθρώπους, που ακριβώς λόγω των συνθηκών απέκτησαν μεγαλύτερο ανάστημα και πιο ανοιχτή ματιά).

Οι πιο δυνατές σελίδες όμως αφορούν την διαχείριση της μνήμης του, μνήμη που νοιώθει ριζωμένη στο σώμα του. Αρκεί η μυρωδιά της μούχλας ή ενός φαγητού, η υγρασία στα παπούτσια ή ένας ξαφνικός κρότος για να τον γυρίσει στην καρδιά του πολέμου. Φαντάζεται την εποχή εκείνη σαν ένα καταθλιπτικό δάσος ή μια μακριά πομπή ανθρώπων φορτωμένων και εξαντλημένων. Κάπου στο μέσο του βιβλίου εξομολογείται: «Έχω γράψει ήδη πάνω από δέκα βιβλία σχετικά μ’ εκείνα τα χρόνια, καμιά φορά όμως νομίζω πως ακόμα δεν άρχισα καν να τα περιγράφω … πως μια πλήρης, λεπτομερειακή θύμηση είναι ακόμα κρυμμένη μέσα μου, κι έτσι και βγει από την κρυψώνα της, θα κυλάει άγρια και ορμητικά για μέρες ατέλειωτες» (σ. 116).

Ο Άπελφελντ δεν είναι ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος ή των διωγμών των Εβραίων. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα από τον Φίλιπ Ροθ σε συζήτησή του με τον συγγραφέα (Philip Roth – Κουβέντες του σιναφιού. Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους, εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, σ. 34-35): ο Άπελφελντ είναι πάνω απ’ όλα ένας εκπατρισμένος, εκτοπισμένος, ξεριζωμένος συγγραφέας «που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Η λογοτεχνία του, μια «μυστηριώδης πεζογραφική πραγμάτωση της εκπατρισμένης νοοτροπίας», μετεωρίζεται «ανάμεσα στην αμνησία και τη μνήμη» και τοποθετείται «κάπου ανάμεσα στην παραβολή και την ιστορία». Συνυπογράφοντας, θα προσθέσουμε πως η Ιστορία αυτής της Ζωής μεταπλάθει λογοτεχνικά κάτι παραπάνω: την παιδική βίωση κάθε πολέμου αλλά και του επίπονου αγώνα της μετουσίωσής της σε γραφή.

Συντεταγμένες: Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής, μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, Εστία, σελ. 243

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008, Φάκελος Ολοκληρωτισμός.




Σεπτεμβρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.004.138 hits

Αρχείο