Στο αίθριο του Πανδοχείου, 11. Ελένη Γκίκα

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία… δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ’ όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το… “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον… Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ’ αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ’ αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα… τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον…. κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ’ στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι’ αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο… ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τρελαίνομαι για τη… σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ’ αρέσει ν’ ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους… χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η… τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το… φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά…Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου.

Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ’ αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης.

Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ’ τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η… Λου. Κι ας με…. προδώσουν όσοι αγαπώ!

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα… άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το… μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς…

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και… δουλειά, δηλαδή πως να το πω… θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν… ίσως γι’ αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε… αναγνωστήριο.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;

Ξανάγινα… παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ’ αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο… ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. ‘Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεϊκό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό! Σας ευχαριστώ.

Εμείς.

Δημοσίευση και εδώ.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18 (καλοκαίρι 2009)

Αφιέρωμα Έρως

Αιτία πολέμου και ανακωχής, ανεξάντλητη πηγή σοφίας, νόημα όλων των μυστηρίων (και πολλά πολλά άλλα που δεν γράφονται) ο έρως έχει την τιμητική του στα Θερινά Ανάκτορα των Δεκατιστών. Στο χολ σε μια από τις αγαπημένες του συνεντεύξεις ο Norman Mailer συζητάει περί ηθικής και πορνογραφίας με τον συνιδρυτή του σεξειδικευμένου περιοδικού Puritan, πιο μέσα o David Foster Wallace παρακολουθεί μια απονομή πορνοβραβείων (Λας Βέγκας, 1988) και ιερόδουλες – μέλη της πανκ σκηνής εξομολογούνται στο περιοδικό Re/Search. Πιο ψύχραιμος ο Louis de Bernieres αποσυνδέει αγάπη και σεξ και κατορθώνει να μην βάλει τα όνειρά του σε λίστα αναμονής όπως ο ήρωας της Κόρης του παρτιζάνου.

Στα κυρίως δώματα οι Άρης Μαραγκόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Κώστας Ακρίβος, Αμάντα Μιχαλοπούλου και πλήθος νέοι φερέλπιδες κι ευέλπιδες της γραφής προσπαθούν να τιθασεύσουν τον ατιθάσευτο στα διηγήματά τους και ποιητές από διάφορες χώρες φτιάχνουν μια ερωτική ανθολογία. Ακόμη, κλεφτά μυθιστορημένα αποσπάσματα από John Updike και Rosa Walker, αφηγήματα, δοκίμια, οδηγίες απολαυστικού έρωτος, και φωτογραφίες – μα τι φωτογραφίες!

Από τις πάντα διεγερτικές πίσω σελίδες με τα ανελέητα βιβλιακά, πολιτικά και φιλοσοφημένα σχόλια δε μπορώ να μην απανθίσω σκόρπιες φράσεις από ένα σημείωμα του Μάνου Στεφανίδη: Η τηλεόραση κι όταν ακόμα σοβαρεύει εξακολουθεί να βγάζει γέλιο αβίαστο. Έβλεπα -και λυπόμουν – τον υπεύθυνο της σειράς «Οι Μεγάλοι Έλληνες» και δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Εφόσον η ψηφοφορία – δημοκρατικές διαδικασίες δηλαδή, συν τζόγος, το εθνικό μας άθλημα, πλας ριάλιτι, το εθνικό μας πάθος – ανέδειξε στις θέσεις 82, 83, 84 και 85 τους: Ιουστινιανό, Λαζόπουλο, Ηρόδοτο, Βέγγο! Κύριε Παπαχελά μου ανεπιγνώστως συλλάβατε την πιο καλτ και πιο ποστ μόντερν ελληνική κωμωδία έβερ. Επιβάλλοντας στο κοινό την υποχρέωση να σας κάνει αδιαπραγμάτευτη πλάκα. Εφόσον δεν μπορεί, περί πλάκας πρόκειται η ψήφος στον Ζαγοράκη, τον «Άγνωστο Στρατιώτη», τον Πλάτωνα κλπ. (Αφήνω τον Γιώργο Παπαδόπουλο). Προτού εφαρμόσουμε καλλιστεία οφείλουμε να μορφώσουμε και να ενημερώσουμε τους «κριτές». Αλλιώς θα ανακατεύουμε εποχές, μεγέθη και αντιλήψεις με μια κουτάλα που απ’ τη μια γράφει «σωβινισμός» κι απ’ την άλλη «ηλιθιότητα». [σελ. 192]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.