Αρχείο για Νοέμβριος 2009

30
Νοέ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 20. Αύγουστος Κορτώ

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τόμας Μαν, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλαν Κούντερα, Μάργκαρετ Άτγουντ, Ρουθ Ρέντελ, Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η αθανασία, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, Οι διορθώσεις, Η κούκλα που σκοτώνει, Δόκτωρ Φάουστους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Σάλιντζερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (μέχρι τα μπούνια), ο Κυριάκος Μαργαρίτης και η Έλενα Μαρούτσου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Φέλιξ Κρουλ.

Παρουσίαση των βιβλίων σας; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αφ’ ης στιγμής γραφτούν, τα βιβλία μου μού προξενούν απέραντη πλήξη (και δεν πρόκειται για μεταμφιεσμένο ακκισμό ή οίηση). Επομένως, αν και συνήθως αγαπάω πιο πολύ το στερνοπούλι μου, γενικώς δεν έχω έρωτα με το συγγραφικό μου παρελθόν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο μου alter ego, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, την ιστορία του οποίου θα δημοσιεύσω σε λίγους μήνες, με επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ου, πώς. Σε πλοία, τρένα, κρατώντας σημειώσεις στο πόδι σε ταξίδια, σε πάρκα και μουσεία… Αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται μόνον άπαξ και στρώσω τον κώλο μου στον οικόσιτο κομπιούτορα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Οι ιδέες μου είναι σαν τα σπερματοζωάρια – οι πιο σφριγηλές επιβιώνουν, και γονιμοποιούν το προσεχές βιβλίο. Αλλά όπως και στην εμβρυογένεση, η ανάπτυξη κι ωρίμανση της όποιας γόνιμης ιδέας έχει έναν αέρα εγκεφαλικής (τουτ’ έστιν, βιολογικής) μαγείας.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εξόν απ’ τον λατρευτό μου Χατζιδάκι, ακούω μόνο κλασική. Στο γράψιμο προτιμώ τον εικοστό αιώνα – Σοστακόβιτς, Σνίτκε, Πουλένκ… Όταν διαβάζω μου είναι αδύνατον ν’ ακούω μουσική. Κι όσο για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις μου, Θεός μου είναι ο Σούμπερτ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Πολύ ευχαρίστως. Μουσικό θρίλερ στη μετασταλινική Ρωσσία, με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, συνωμοσιολογικής μπαλαφάρας, μεταφυσικού, υπερφυσικού και πέρα για πέρα αφύσικου. Υπομονή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το Εκκρεμές του Φουκώ – κι ομολογώ πως έχω μαγευτεί.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Ποια μετάφραση απολαύσατε περισσότερο, ποια σας έβγαλε την ψυχή;
Η λογοτεχνική μετάφραση, εκτός από βιοπορισμός, είναι για μένα ένα ανεκτίμητο επιμορφωτικό εργαστήριο – προσπαθώντας να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων, απομυζώ, έστω και στάγδην, το μεγαλείο τους. Επομένως, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα γραπτά μου, αλλά τα ωφελεί αφάνταστα. Οι ρυθμοί μου είναι ρυθμοί μεροκαματιάρη: ένα εξάωρο μίνιμουμ κάθε μέρα, ούτε Σαββατοκύριακα, ούτε αργίες. Τώρα, από ψυχοβγάλτες… ο συγχωρεμένος ο Άπνταϊκ μπορεί να σου κάνει τα νεύρα κρόσια, αν και πιο πολύ με εξουθένωσε το τελευταίο τούβλο της Τζόις Κάρολ Όουτς. Όσο για την αγαπημένη, ‘υιοθετημένη’ μου συγγραφέα, είναι σαφώς η μοναδική, η αξεπέραστη Άννι Πρου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

 

29
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 42

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

28
Νοέ.
09

British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)

 

Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας – συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων – κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.

27
Νοέ.
09

Christian Salmon – Storytelling, Η μηχανή που κατασκευάζει ιστορίες και χειραγωγεί τα πνεύματα

Ήταν μόλις 1977 όταν ο Ντον ΝτεΛίλο τοποθετούσε στο επίκεντρο του βιβλίου του Παίκτες μια επιχείρηση που αναλάμβανε νέους τομείς που η αγορά είχε ως τότε παραμελήσει: την διαχείριση του άγχους, της απελπισίας, του πένθους. Η έδρα της Grief Management Council βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. «Σε ποιο άλλο μέρος θα μπορούσε να συσσωρευτεί όλος αυτός ο πόνος;». Για άλλη μια φορά ο κορυφαίος Αμερικανός συγγραφέας υπήρξε διορατικός περιγράφοντας τον ιδανικό τύπο της μετα-βιομηχανικής επιχείρησης, που θα είχε ως αντικείμενο την ικανοποίηση άυλων, πολιτισμικών ή ανθρώπινων αναγκών. Είκοσι χρόνια αργότερα οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών στο άτομο δεν ήταν απλώς πραγματικότητα αλλά και πολλαπλασιάζονταν με ταχύ ρυθμό. Τι έχει συμβεί;

Η αφήγηση ιστοριών, το storytelling (ονομασία αναμφίβολα γοητευτική), η τέχνη να διηγούμαστε ιστορίες και παραμύθια, είτε προφορικά είτε ψηφιακά (digital storytelling) έχει επεκταθεί στην πολιτική, την οικονομία, το μάνατζμεντ, την διαφήμιση, σε κάθε μορφή εξουσίας. Μέσω της πρόκλησης συναισθημάτων και συγκινήσεων, μετατρέπεται σε τεχνική επικοινωνίας, ελέγχου και εξουσίας.

Το storytelling ανθεί σε τομείς που ως τώρα διέπονταν από τον ορθολογικό συλλογισμό ή τον επιστημονικό λόγο. Οι ιστορίες γίνονται υποκατάστατο των γεγονότων και των λογικών επιχειρημάτων. Το επίκεντρο μετατοπίζεται από το προϊόν στο λογότυπο κι από εκεί στα stories. H δημόσια αντιπαράθεση έχει αντικατασταθεί από την άγρα των των επιθυμιών. Η κατάληψη των οθονών είναι αποτελεσματικότερη από την κατάληψη εδάφους. Βιομηχανίες παραγωγής συγκινήσεων μας προτείνουν συλλογικά παραμύθια, κυρίως με ιστορίες ηρώων και ηρωίδων που καθιστούν την επιτυχία εφικτή. Έτσι η πραγματικότητα αντικαθίσταται από την μυθοπλασία και ντύνεται με αλλεπάλληλα αφηγηματικά δίχτυα.

Το Πεντάγωνο ιδρύει ερευνητικό κέντρο σε Καλιφορνέζικο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο την χρησιμοποίηση της πείρας του Χόλιγουντ. Βιντεοπαιχνίδια προορίζονται για την στρατολόγηση και εκπαίδευση των στρατιωτικών. Η συνεργασία Χόλιγουντ – Πενταγώνου δημιούργησε το είδος των «θρίλερ εθνικής ασφάλειας», όπου κρίσεις και απειλές πλήττουν την χώρα. Έτσι ο μέσος τηλεθεατής δεν συνηθίζει απλώς στην ιδέα μιας ζωής όπου το απρόοπτο είναι η μοναδική βεβαιότητα και η προσαρμογή σε αυτό μονόδρομος, αλλά και μαθαίνει να εναποθέτει την σωτηρία του στον πρόεδρο και στους ειδικώς εκπαιδευμένους. Καθόλου άσχετος εδώ ο τίτλος του κορυφαίου κομματιού από έναν σημαντικό ηλεκτρονικό δίσκο της χρονιάς (The Advisory Circles – Other channels): Civil defense is your common sense.

Την παραπάνω κατάσταση μονιμοποιεί και νομιμοποιεί το σίριαλ «24», θυμίζοντας την φράση του Σλάβοϊ Ζίζεκ πάνω στην ρήση του Κούντερα (από τις Προδομένες Διαθήκες) για το μυθιστόρημα: Εδώ είναι το έδαφος όπου κάθε ηθική κρίση αναστέλλεται. Αυτή η πολυπόθητη αυτονομία δράσης που τελικά αποκτούν οι νέες δυνάμεις (μαζί με τους πράκτορες του FBI) δεν αντλεί την νομιμότητά της από το δίκαιο ή το Σύνταγμα, αλλά από την μυθοπλασία! Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δικαιολόγησε βασανιστήρια ακριβώς με βάση το παράδειγμα του Τζακ Μπάουερ του «24»! Ιδού λοιπόν η νομολογία Τζακ Μπάουερ: η θεμιτότητα των βασανιστηρίων θεμελιώνεται πάνω σε ένα τηλεοπτικό σίριαλ.

Το storytelling management υιοθετήθηκε αμέσως από τις μεγάλες επιχειρήσεις (Adobe, IBM, Microsoft, Starbucks, Nokia, Danone, Renault κ.λπ.). Ο Στιβ Τζομπς, μυθικό αφεντικό της Apple σε μια εκδήλωση εκφώνησε τρεις ιστορίες από τη ζωή του (για την μαθητεία του, την γυναίκα του και την αντιμετώπιση της ασθένειάς του). Οι νέες διαφημίσεις μας καλούν να ξεπεράσουμε τα όρια, να νοιώσουμε απαλλαγμένοι από τη βαρύτητα: χθες ήταν ο Ίκαρος ή το LSD, σήμερα είναι τα Nike ή τα Adidas. Coca Cola και Pepsi είχαν τις περισσότερες πωλήσεις στις μουσουλμανικές χώρες το 2003, χρονιά της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ. Όταν η Disney μοσχοπουλάει (= δεκατέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια είσπραξη) τα παιδαγωγικά της βίντεο Baby Einstein, στην ουσία πουλάει μια ιστορία επιτυχίας που θα ικανοποιήσει τους αγοραστές – γονείς: το βρέφος τους θα γίνει επιτυχημένο Αϊνστανάκι. Μην ξεχνάμε το σλόγκαν της American Visa: My life, my card. Καλώς ήλθαμε στον Καπιταλισμό των Συναισθημάτων!

Το storytelling management επιβλήθηκε άμεσα στον πολιτικό λόγο στις ΗΠΑ. Ο Μπους ο νεότερος θεμελίωσε την εικόνα του πάνω στα stories. Το πιο πετυχημένο προεκλογικό σποτ του ήταν «η ιστορία της Άσλεϊ»: η εικόνα του να αγκαλιάζει ένα κορίτσι, ως παρηγοριά για τον θάνατο της μητέρας της στους Δίδυμους Πύργους. Σιωπηλός, χωρίς λόγια, ιδέες, πρόγραμμα. Για πολλούς όμως ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν εκείνος που καθιέρωσε το νέο είδος της αφηγηματικής προεδρίας. Ξακουστή έμεινε η ιστορία που διηγήθηκε το 1985 για την νεαρή Βιενταμέζα Τζιν Νκουγέν που εγκατέλειψε το Βιετνάμ, μετανάστευσε στις ΗΠΑ χωρίς χρήματα και αποσκευές και σταδιοδρόμησε στην στρατιωτική ακαδημία. Τον ακολούθησε πιστά ο Κλίντον, προσλαμβάνοντας τον ίδιο διευθυντή επικοινωνίας και υποστηρίζοντας στην αυτοβιογραφία του την πρωτόγνωρη αντίληψη για την πολιτική, πως δεν συνίσταται στη λύση οικονομικών, πολιτικών ή στρατιωτικών προβλημάτων αλλά κυρίως οφείλει να παρέχει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να βελτιώνουν την ιστορία τους (!).

Αν η πρώτη νικηφόρα προεκλογική εκστρατεία του Μπους βασίστηκε στην ιστορία του αγώνα του για να απαλλαγεί από τον αλκοολισμό, ο Σαρκοζί σκέφτηκε να συγκινήσει με την ιδέα της «ρήξης» του με κάτι, είτε αυτό ήταν ο σιρακισμός είτε η κακιά σύζυγος Σεσιλιά. Αλλά και η ίδια η μητρική μορφή της αντιπάλου του Σεγκολέν Ρουαγιάλ (της οποίας η σύμβουλος διευθύνει θυγατρική εταιρείας του… Κόλιν Πάουελ), μονίμως στη θέση αυτής που ακούει και παρηγορεί, θυμίζει τον Ρολάν Μπαρτ που στις Μυθολογίες του αναρωτιόταν «μήπως η όμορφη και συγκινητική εικονογραφία δεν είναι το άλλοθι μεγάλου μέρους του πληθυσμού για να αντικαταστήσει την πραγματικότητα της δικαιοσύνης με τα σύμβολα της ελεημοσύνης».

Ακόμα και η λογοτεχνία εξετάζεται κάτω από άλλο πρίσμα – βλ. το βιβλίο του Robert A. Brawer – Fictions of Business. Από τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ και τον Ντος Πάσος στον Ντέιβιντ Λοτζ και τον Ντέιβιντ Μάμετ και το Γκλένκαρι Γκλεν Ρος «που αποδεικνύει ότι ένας ταλαντούχος πωλητής μπορεί να μας πείσει να αγοράσουμε πράγματα που ούτε επιθυμούμε ούτε έχουμε ανάγκη – τέλειο παράδειγμα του νέου μάρκετινγκ που αντιλαμβάνεται την πώληση ως μια σκηνή θεάτρου και την κατανάλωση ως μια ανταλλαγή εμπειριών». (σ. 80).

Το storytelling δεν περιορίζεται στο καταναλωτικό ή το εκλογικό κοινό. Εστιάζει και στους εργαζόμενους, ώστε να τους συστρατεύσει σε κοινά συναισθήματα και να τους εντάξει σε έναν καταναγκαστικό συλλογικό μύθο, ηρωοποιώντας ταυτόχρονα τους άρχοντες του μάνατζμεντ. H αφήγηση καλείται να αναλάβει δράση ακόμα και στο Ground Zero! Ορισμένοι αρχιτέκτονες έχουν προτείνει να υπάρχουν οπτικές μόνο συνθέσεις, φωτεινοί μύθοι χαραγμένοι από ακτίνες λέιζερ.

Ο Κριστιάν Σαλμόν (Γάλλος συγγραφέας και ερευνητής ειδικευμένος στην Τέχνη και την Γλώσσα) κατανέμει την ύλη του σε 7 κεφάλαια συν εισαγωγή και κατακλείδα και την διανθίζει με αναρίθμητα αδιανόητα γεγονότα – όχι ιστορίες! – που προκαλούν οργή αλλά και ευτράπελες ιστορίες για γέλια: μετά τις επιθέσεις της 11.9 σε σύσκεψη ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων και σεναριογράφων – σκηνοθετών του Χόλιγουντ, εκτός από τους συν-σεναριογράφους των Αποκάλυψη Τώρα και Πολύ σκληρός για να πεθάνει προσεκλήθη κι ο σκηνοθέτης του Grease! Ενώ εκείνοι που σφύριξαν στον Μπους τις ατάκες για την φωτιά που πρέπει να έχουμε μέσα στα μυαλά, δεν γνώριζαν πως προέρχονται από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογέφσκι και αναφέρονταν στη δράση εξτρεμιστών αναρχικών που είχαν κάψει ένα χωριό!

Γι’ αυτό λοιπόν το συναρπαστικότερο δοκιμιακό βιβλίο της χρονιάς δεν έχει καμία εικόνα στο εξώφυλλο, παρά μόνο λέξεις, εισαγωγή σε μια ιστορία. Για κάποιες ιστορίες που πρέπει να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά, αν όχι να πετάμε στα σκουπίδια.

Συντεταγμένες: Christian Salmon, Storytelling. La machine à fabriquer des histories et à formatter les esprits, 2007 / Εκδόσεις Πολύτροπον, 2008, σελ. 234, μτφ. Γιάννης Καυκιάς, με πλήρη βιβλιογραφία.

Δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή) σε Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 580, 27.11.2009 (και εδώ). Στις ακριανές φωτογραφίες, ο C. Salmon. Στις ενδιάμεσες, οι Roland Barthes και Slavoj Zizek, που κάτι είχαν ψυλλιαστεί, χρόνια νωρίτερα…

27
Νοέ.
09

Περιοδικό Κ (Κριτική) 18 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2009)

 

Ποτέ, ποτέ σας δεν θα μάθετε το τι υποφέραμε/με τον μαγνήτη αυτό της κάθε συμφοράς στα μάτια/μια ολόκληρη ζωή πλάι στο μπαρούτι/και τη φωτιά να τρέχει μες στις φλέβες.
Σημαδεμένος από μια «εκ γενετής» δυσκολία, ο Σταύρος Βαβούρης έγερνε σπασμωδικα δεξιά κι αριστερά, αντιμετωπίζοντας δυσκολία στο βάδισμα, υποφέροντας σιωπηλά. Χαρακτήρας δύσκολος και ακαταλόγιστος, απομονώθηκε σταδιακά από όλους που δεν έπαψαν ποτέ να διαβάζουν την σπαρακτική του ποίηση. Εκδοτικά πλάνης και αυτοεκδιδόμενος, πάντα στις άκρες της ποιητικής σκηνής, άφησε ίχνη σε πολλούς ομότεχνους και μη, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται από τον Γιάννη Βαρβέρη σε ένα ιδιότυπο προσκλητήριο. Το αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποιήματα και κείμενα (Γ. Χρονάς, Ν. Χριστιανόπουλος, Κ. Στεργιόπουλος – που έκανε την μόνη υπεύθυνη ανθολόγηση του έργου του στο βυσσινί βιβλίο του «Ερμή», 1977 – κ.ά.).

Ακόμη πέντε πολυασχολούμενοι της νεοελληνικής πεζογραφίας συζητούν για τάσεις, προτάσεις και ανατάσεις του είδους από το 1974 έως σήμερα, με ονόματα και έργα όμως, όχι ασάφειες και γενικότητες! Ακόμη, δοκίμια για Προύστ και Κάφκα, διήγημα Χριστόφορου Μηλιώνη, ανέκδοτο ποίημα Νάνου Βαλαωρίτη, επιλογές ποιημάτων Τάσου Δενέγρη και Γιώργη Παυλόπουλου από τον Γιάννη Βαρβέρη, επιστολικός διάλογος του συγγραφέα Γιάννη Κιουρτσάκη με τον Κων. Πουλή με αφορμή το βιβλίο του πρώτου και οι γνωστές χορταστικές κριτικές. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

26
Νοέ.
09

Δάφνη Ντι Μωριέ – Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη

Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ – στο κορυφαίο Not After Midnight (Don’t Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης – Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς – της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
25
Νοέ.
09

Πόρφυρας 132 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

 

Ένας ολόκληρος άγνωστος κόσμος, εκείνος του Πορτογαλικού Υπερρεαλισμού ανοίγει στο αφιέρωμα του τεύχους. Ήδη από την εποχή του πρώτου «Μανιφέστου» του Μπρετόν (1924) το πορτογαλικό έδαφος ήταν εύφορο για την υποδοχή αυτής της νέας λεκτικής λαίλαπας, καθώς ο συμβολισμός και ο φουτουρισμός είχαν βλαστήσει στις αρχές του αιώνα, και η αντισυμβατική τους παρουσία, κυρίως δια του Fernando Pessoa και του ετερωνύμου του Ricardo Reis και άλλων ήταν ήδη αισθητή. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του da Costa το 1926 και του Salazar το 1933 και το καθεστώς «επιτηρούμενης» ελευθερίας που επέβαλαν, προσέλκυσαν αν μη τι άλλο, δεκάδες νέους θεράποντες του είδους. Πλήρες πανόραμα συγγραφέων, έργων, κινημάτων, περιοδικών.

Πέρα από σουρεαλιστικές εμπνεύσεις, υπάρχει ένας Ισπανός Χριστός γεννημένος στην Ταγγέρη, αν δεχτούμε το δημοσιευόμενο εδώ διήγημα του Miguel De Unamuno. Το υπόλοιπο «Φυλλάδιο» χρωματίζουν οι Ορέστης Αλεξάκης, Βασίλης Καραβίτης, Γιώργος Κάρτερ, Εύα Μοδινού κ.ά. με ποιήματα και οι Χρήστος Χατζήπαπας και Γιώργος Τζεβελάκης με πεζά καθόλου «πεζά». Ακόμα, δοκίμια για την μυθολογία του προλεταριακού έρωτα (Λαπαθιώτης – Καβάφης), μια θεωρητική κατάθεση του Φίλιππου Δρακονταειδή κ.ά. [125 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

24
Νοέ.
09

Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 40 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2009)

 

Αφιέρωμα Αντρέας Φραγκιάς

Πέρα από δω δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε πριν αλλά ούτε και μετά είναι δυνατόν να υπήρχε ή να γίνει κάτι άλλο που να μην είναι ίδιο με τούτο έγραφε στον εφιαλτικό Λοιμό ο Αντρέας Φραγκιάς, που τιμάται εδώ με πλήρες αφιέρωμα. Αρκούσαν τέσσερα μυθιστορήματα (που μαζί μ’ ένα θεατρικό, πλήθος δημοσιογραφικών κειμένων και ανέκδοτων γραπτών αποτελούν την «επίσημη» εργογραφία του) για να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς συγγραφείς, που ξεκίνησε από την ρεαλιστική γραφή (Άνθρωποι και Σπίτια, Καγκελόπορτα) και περνούσε ολοένα και περισσότερο στον κόσμο των συμβόλων, του παραλόγου, της φαντασίας και της αλληγορίας (Λοιμός, Το πλήθος, έργα οριακά), φτάνοντας στις μεγάλες πινακοθήκες ηρώων που μετατρέπονταν σε δρώσες μονάδες, στην εξάλειψη κάθε χρονικής ένδειξης, στην εμφανή επίδραση του Κάφκα.

Το τεύχος περιλαμβάνει τις περισσότερες εισηγήσεις του Επιστημονικού Συνεδρίου που οργανώθηκε από το ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός. Ο Ανδρέας Παγουλάτος συνδιαλέγεται με τον συγγραφέα όσον αφορά τη σχέση του έργου του με τις εικαστικές τέχνες, οι Μένης Κουμανταρέας, Κώστας Ακρίβος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος και Αλέξης Ζήρας ανιχνεύουν την «παρουσία» του σε έργα σύγχρονων πεζογράφων, πλήθος άλλων κειμένων ερευνούν άξονες και μοτίβα έργων του όπως το Σχολείον Εθνικής Αναμορφώσεως, όπως ονομάστηκε το στρατόπεδο της Μακρονήσου, η σκοτεινή αλληγορία του ολοκληρωτισμού, η δυστοπία, η βία, ο κυνηγημένος της μεταπολεμικής εποχής, η πόλη, το ποδόσφαιρο, μηχανισμοί αναπαράστασης και αντίστασης, τεχνικές αφήγησης, η θέση της αριστερής κριτικής.

Φωτίζονται ακόμη οι επικοινωνιακές σχέσεις της πεζογραφίας του με εκείνη του Άρη Αλεξάνδρου και του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου (στην σχέση του Α.Φ. με τον τελευταίο αναφέρεται και η Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου που μοιράζεται στιγμιότυπα μνήμης των δύο πραγματικών φίλων), η κινηματογραφικότητα της γραφής του (μη ξεχνάμε πως ο Λοιμός μεταγράφηκε στην ταινία Χάπυ Νταίη του Παντελή Βούλγαρη και η Καγκελόπορτα ως ομώνυμη ταινία από τον Δημήτρη Μακρή, 1976 και 1978 αντίστοιχα) και παρατίθενται πλήρεις πίνακες βιογραφίας, εργογραφίας και βιβλιογραφίας από τον Γιάννη Η. Παππά που, να προσθέσω εδώ, έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικό ιστολόγιο για τον συγγραφέα. Να σημειώσουμε πως τα Θέματα Λογοτεχνίας αποτελούν μοναδική περίπτωση λογοτεχνικού περιοδικού που δημοσιεύει στην ηλεκτρονική του σελίδα πλήρη πίνακα περιεχομένων του κάθε τεύχους. Για το συγκεκριμένο δείτε εδώ.

Όμως ένα δημοσιευμένο εδώ κείμενο προηγείται όλων: πρόκειται για απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα του Φραγκιά και είναι σαν να ξανασυνομιλούμε με τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε από συνέπεια έργου – ζωής και ήθος και πλήρωσε ακριβά το τίμημα των ιδεών του. Αλλά έζησε με πολλαπλές μορφές, όπως έγραψε και στο τέλος του Λοιμού: Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν. [Εκδ. Γκοβόστης, 296 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

23
Νοέ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 19. Θανάσης Χειμωνάς

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς
Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Στίβεν Κινγκ…

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η «Αισθηματική αγωγή» του Φλομπέρ άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τη Λογοτεχνία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όταν ήμουν μικρός με είχε ενθουσιάσει ένα διήγημα του Σόμερσετ Μομ το οποίο ονομαζόταν «Ένας άνθρωπος από τη Γλασκώβη».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί. Επειδή όμως είναι φίλοι μου, δεν θέλω να πω ονόματα.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Ρασκόλνικοφ. Ο Τζακ Τόρενς από τη «Λάμψη».
Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωες σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ποτέ δεν με απασχόλησε τι έκαναν αφού τελείωσαν τα μυθιστορήματα. Στο κάτω κάτω, αρκετοί από αυτούς δεν επέζησαν!
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα βιβλία μου τα γράφω στο χέρι πάνω στο κρεβάτι μου και μετά τα αντιγράφω στον Υπολογιστή μου.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Για τον τρόπο απάντησα πριν. Οι ιδέες γεννιούνται στο μυαλό μου και όταν γίνουν κάτι τελείως συγκεκριμένο τις περνάω στο χαρτί.
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν μπορώ να ακούω μουσική όταν γράφω. Γενικά ακούω ξένη μουσική – κυρίως της δεκαετίας του ’80.
Μια εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Μπήκα στα γράμματα το 1997 με το διήγημα «Το άλλοθι». Στη συνέχεια έγραψα άλλο ένα διήγημα, την «Επιστροφή». Το τρίτο μου διήγημα είδα πως με έπαιρνε να το μεγαλώσω κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Ραμόν». Θα μπορούσα να πω πως αυτό είναι και το αγαπημένο μου, απλώς επειδή ήταν το πρώτο μου.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η «Ραγδαία επιδείνωση» είναι η ιστορία τριών ανθρώπων: Του Βασίλη, της Έλιας και της Δήμητρας. Βλέπουμε τον τρόπο που «μπλέκονται» οι ζωές τους και όλους αυτούς που κινούνται γύρω τους.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρώτο βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Μαμαλούκα «Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα».
Τι γράφετε τώρα;
Τίποτα.
Γιώργος Χειμωνάς, Λούλα Αναγνωστάκη. Θυελλώδεις πλην αντιδιαμετρικά διαφορετικές γραφές. Είχατε συν τοις άλλοις το «καθήκον» να αγνοήσετε τις οποιεσδήποτε επιρροές από τους γεννήτορες;
Δεν με απασχόλησε ποτέ. Μέχρι τα 26 μου δεν περίμενα πως θα γινόμουν συγγραφέας και τώρα θεωρώ πως αυτό που κάνω δεν έχει καμία σχέση η ομοιότητα με τις δουλειές των γονιών μου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

22
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 41

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη

20
Νοέ.
09

Κωστής Καλογρούλης – Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία, 1945 – σήμερα

 

Ο μελετητής συγκριτικής λογοτεχνίας, μεταφραστής αλλά και κειμενογράφος των εισαγωγών των νέων εκδόσεων των έργων του Ε. Χέμινγουεϊ (Αθήνα, 1977) είναι εξ αρχής σαφής: αυτή η «άτυπη» σύνοψη κορυφαίων έργων της μεταπολεμικής αμερικανικής πεζογραφίας περιλαμβάνει εκείνα που θαύμασε και τον συγκίνησαν προσωπικά, παράλληλα βέβαια με την αναμφισβήτητη αξία τους. Επιλέγοντας για λόγους αντιπροσωπευτικότητας ένα έργο από κάθε συγγραφέα και μόνο αν παρήγαγε έργο αποκλειστικά σε εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβάνοντας και μερικά αμετάφραστα στη γλώσσα μας, μας προσφέρει ένα περιεκτικότατο πανόραμα 27 υπέροχων βιβλίων. Η εικοσασέλιδη εισαγωγή μας προσφέρει καθαρή εικόνα επιμέρους κεφαλαίων της όλης ιστορίας, όπως ο Μεταμοντερνισμός (από την εμφάνιση της ποπ κουλτούρας και την τάση στο μαύρο χιούμορ ως την metafiction), η Νέα Δημοσιογραφία, το Διήγημα, η Εβραιοαμερικανική πεζογραφία, τα λογοτεχνικά βραβεία, ο αντιήρωας.

Η αυλαία ανοίγει το 1947 με Το Θύμα του Σόλ Μπέλλοου. Αποδέχομαι την όντως δύσκολη επιλογή του δεύτερου βιβλίου του Σ.Μ. αντί άλλων του, καθώς η κυριαρχία της ενοχής και της ευθύνης σε έναν σύγχρονο μοναχικό άνθρωπο, ασχέτως αν έχουν βάση, η συλλογική τους επέκταση αλλά και η αντιστροφή ρόλων θύτη και θύματος σε μια εβραϊκή συνείδηση όντως λογοτέχνησαν ένα ιδιοφυές μυθιστόρημα. Μεταφερόμαστε κατόπιν σε ένα φωτισμένο με … χίλιες λάμπες υπόγειο στο Χάρλεμ απ’ όπου μας μιλά Αφροαμερικανός Ραλφ Έλισον (φωτ.), ο Αόρατος άνθρωπος (1952) του οποίου ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία της πορείας της μαύρης φυλής στην Αμερική του 20ού, από το χώμα των αγρών του Νότου στην άσφαλτο των γκέτο: ήταν η ιστορία οποιουδήποτε ανθρώπου αδυνατεί να ενταχθεί σε κάποιο σύστημα αξιών, γραμμένη μάλιστα σαν τζαζ αυτοσχεδιασμός, με ανάμιξη τόσων ειδών και γλωσσών.

Ακολουθούν έργα των Ουίλιαμ Γκάντις, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Τζον Τσίβερ, Τζον Μπαρθ, Τιμ Ο’ Μπράιαν και της βασανισμένης ψυχής του Southern Gothic και τόσο νωρίς χαμένης Φλάνερυ Ο’ Κόνορ. Δεν λείπουν φυσικά το Catch-22 του Τζόζεφ Χέλλερ, η Νόσος του Πορτνόι του Φίλιπ Ροθ (που αν μη τι άλλο ήταν το πρώτο έργο της θεματολογίας που τον καθιέρωσε, με εκείνη την ανελέητη αυτοκριτική για την ανασφάλεια των μεταναστών που συχνά οδηγούνται στο αντίθετο άκρο για να μην ξεχωρίζουν από τους όποιους «γηγενείς»), η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ο Υπόγειος Κόσμος του Ντελίλο, ο Βωμός της Ματαιοδοξίας του Τομ Γουλφ, το Middlesex του Τζέφρι Ευγενίδη. Ο κατάλογος των 15 βιβλίων που τιμώνται με τρισέλιδο κλείνει το 2007 με τον Κόρμακ Μακάρθι, Ο δρόμος του οποίου, παρά το ζοφερότατο σύμπαν καταστροφής και ερήμωσής του φωτίζεται από μια τελευταία ηλιαχτίδα ελπίδας: οι δυο περιπλανώμενοι εξακολουθούν να περπατάνε στο σκοτάδι και το κρύο ελπίζοντας να βρουν την σωτηρία τους.

Άλλα 12 βιβλία τιμώνται σε μικρότερες παραγράφους ενιαίου κειμένου: Σφαγείο 5 (Κ. Βόνεγκατ), V (Τόμας Πίντσον), Η Εκλογή της Σόφι (Ο. Στάιρον), Ragtime (Ε.Λ. Ντόκτοροου), Ο φύλακας της σίκαλης (Σάλιντζερ), Οι γυμνοί και οι νεκροί (Ν. Μέιλερ), τα διηγήματα των Ι.Μ. Σίνγκερ, Τ. Καπότε και Ρ. Κάρβερ, η τετραλογία του Ράμπιτ Άνγκστρομ του Τζόν Απντάικ αλλά και έργα λιγότερο προβεβλημένων εδώ συγγραφέων (Σίνθια Όζικ, Χάιμ Πότοκ, Γουόκερ Πέρσι). Μπορούν 150 σελίδες να είναι τόσο περιεκτικές και να καλύπτουν τόσους κόσμους; Αυτές εδώ μπορούν.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 142, με κατάλογο των βραβευθέντων στα σημαντικότερα βραβεία μυθοπλασίας και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
19
Νοέ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που κρατάει μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

18
Νοέ.
09

Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή

 

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει τα κεκτημένα. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι – γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120′ / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

17
Νοέ.
09

Το Δέντρο, τεύχος 171-172 (φθινόπωρο 2009)

19630_3Τάσος Λειβαδίτης. Ένας σύγχρονος ρομαντικός. Προσεγγίσεις και επανεκτιμήσεις.

Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία/όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Κι η δική μας ζωή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν τόσοι συγγραφείς και μελετητές μάς «διηγούνται» κομμάτια της ζωής και της έργου ενός δημιουργού όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερες πόρτες σε ένα έργο που συχνά έμοιαζε περιορισμένο σε μία μόνο όψη του: εκείνη του ενθουσιώδους οπτιμιστή και υψηλόφωνου πολιτικού οραματιστή. Όπως πάντα, ο πρόλογος του εκδότη Κώστα Μαυρουδή είναι το ιδανικό τρισέλιδο εισαγωγής στον κόσμο του τεύχους: κάποιες αναγνώσεις εδώ θα φωτίσουν και εκείνη την δραματικά λυγμική – αλλά ποτέ σε τόνους κλαυθυρμού – φωνή μιας βαθύτατης υπαρξιακής απελπισίας. Ο σαρκοβόρος χρόνος, η απάτη της ιστορίας, η έκπτωση του σώματος, η παρακμή της ωραιότητος, το άγιο λάθος είχαν μόνιμη θέση στους στίχους του. Ο Λειβαδίτης στην ώριμη φάση του ήταν ένας νεορομαντικός ποιητής

Παλαιότερες αναγνώσεις των Νικηφόρου Βρεττάκου, Κώστα Κουλουφάκου, βιωματικές προσεγγίσεις των Τίτου Πατρίκιου και Κωστή Γκιμοσούλη, απόσπασμα γραπτού του ίδιου του ποιητή για την Ποίηση της Ήττας από την Επιθεώρηση Τέχνης, ενθυμήσεις της κόρης του Βάσως Χαλά – Λειβαδίτη, κείμενα για ειδικότερα θέματα, όπως οι διώξεις του (Γιώργος Χ. Θεοχάρης), τα ποιήματα της περιόδου της «λυπημανίας» (από τα καφκικά πεζά στο Εκκρεμές (1966) στην επάνοδό του το 1972 ως ενός έκπτωτου της ανθρωπότητας) (Δημήτρης Αγγελής), το μοτίβο της παιδικότητας (Αφροδίτη Αθανασοπούλου). Πάντα πολλά προσθέτουν και οι Γ. Βέης, Γ. Δουατζής (που μας θυμίζει πώς και πως δεν μίλησε σε μέσο ενημέρωσης ποτέ), Δ. Κοσμόπουλος, Γ. Μπλάνας, Δ. Μέντη, Μ. Πρατικάκης, Δ. Ραυτόπουλος κ.ά.

Αντιγράφω από τον πάντα λακωνικό Γιάννη Κοντό για τα λαϊκά ξενοδοχεία – τόπους ερωτικών συναντήσεων μιας άλλης εποχής, για τα οποία ο Λειβαδίτης έχει γράψει τα περισσότερα μεταπολεμικά ποιήματα: Η λάμπα στη μέση του ταβανιού κρέμεται σαν το σκοινί του κρεμασμένου και μια ντουλάπα στο βάθος κρύβει ένοχα μυστικά! Η μπαλκονόπορτα κλειστή- αν είναι καλοκαιράκι, ανοίγει για λίγο, και η λερωμένη κουρτίνα γεμίζει αέρα και πλαταγίζει σαν σημαία ηττημένου στρατού. (…) Τα κτίρια αυτά ήταν συνήθως βαμμένα με ώχρα, ώστε να μπερδεύεται το απόγευμα στις αποφάσεις του. Το ποίημα οδηγείται στο δωμάτιο και στο παλιό κρεβάτι για να ενωθούν τα σώματα. Για άλλη μια φορά το αφιέρωμα του περιοδικού είναι ερεθιστικότατο, για άλλη μια φορά η τιμή ολοκληρώνεται με ένα ψηφιακό δίσκο 8 ποιημάτων από τη φωνή του Γιάννη Καταλειφού.

Ακόμα: ελληνική φανταστική λογοτεχνία, ο αόρατος κινηματογράφος, επιστολή του Ν. Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, δυο εξαιρετικές συζητήσεις με την μετρ διηγηματογράφο Άλις Μούνρο και τον Φρανθίθκο Γκονζάλεθ Λεδέσμα, αντιφασίστα νουαρογράφο λάτρη της Βαρκελώνης, ακριβώς δηλαδή όπως ο Μονταλμπάν, που όμως μας είναι άγνωστος χάρη στην καταδίκη στη λήθη που του επιφύλαξε ο Φράνκο. Αν ρίχναν ένα καράβι μες το μυαλό μου θα ναυαγούσε έγραφε στο «Σήμα Κινδύνου» ο Λειβαδίτης. Ευτυχώς, κάποιοι από αυτές τις σελίδες και κάποιοι από εμάς, είμαστε ήδη στον βυθό και θα το δούμε. [232 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

16
Νοέ.
09

Yann Tiersen Live at Fuzz

 Οι Your Hand In Mine άνοιξαν ένα κίτρινο βαλιτσάκι, πήραν λάπτοπ και κιθάρα διπλής όψεως (χορδές μπροστά, δίσκος ανεμιστήρα πίσω), φύσηξαν μια μελλόντικα για μελλοντικά σάουντρακ και εν γένει μόνταραν ένα κατάλληλο προοίμιο παιγνιδιώδους μουσικής, με κολάζ από το στιλ τους, την toy pop, τον Pascal Comelade και την ευρεία electronica. Αυτός δε ο τύπος που έμοιαζε με τον Tiersen και βγήκε στη σκηνή φτιάχνοντας τα μηχανήματα κερδίζοντας το χειροκρότημα του κόσμου και άπειρες φωτογραφίες, δεν ήταν παρά ένας απ’ το πλήρωμα. Και είχε την μεγαλύτερη φωτογένεια απ’ όλους.

Ο Tiersen έπαιξε ένα εκπληκτικό σετ, καταιγιστικό και απρόβλεπτο, πολύ περισσότερο για εκείνους που ήρθαν ανυποψίαστοι περιμένοντας να ακούσουν τρυφερά κουδουνίσματα και ρομαντικά αμελή βαλσάκια. Όταν ακόμα και οι πιο ελευθέριοι σκόρερς έχουν δυο βασικές επιλογές για τα live τους (= ή ορχηστράτοι να παίξουν απαράλλαχτα τα κινηματογραφικά τους θέματα – ώστε να τα ακούσει ο κόσμος για χιλιοστή φορά κι εκείνοι ακόμα περισσότερες – ή να καλέσουν μερικούς φωνητικούς να τα ερμηνεύσουν, σ’ ένα νηφάλιο γκαλά), εκείνος ξεγλιστράει. Η δική του επιλογή αρχίζει από την αποδόμηση των κομματιών του και συνεχίζεται ως ένα κατά κυριολεξία «ολοζώντανο μουσικό κουτί» που περιέχει τα πάντα. Τα πάντα όμως από τι;

Από ένα προσωπικό παρελθόν μυριάδων ακουσμάτων και συγκεκριμένων συμμετοχών σε μπάντες που στην ουσία περιλαμβάνει όλη την post punk πορεία της τελευταίας τριακονταετίας. Όσο λιγότερο γνώριζε κάποιος την προϊστορία του, τόσο περισσότερο εκπλησσόταν. Κανένα κομμάτι δεν εξελισσόταν «ομαλά», κανένα δεν είχε ένα βασικό θέμα με τα γνωστά περιφερειακά. Μπορεί να άρχιζε με απόλυτο θόρυβο και να καταλάγιαζε σε ξέχωρη μελωδία ή σε παράσταση για ένα όργανο. Μπορεί να ξεκινούσε ηλεκτρονικό δρομολόγιο Orbital – Autechre, και να χανόταν στον αγγελικό θόρυβο της 4AD, των Modern English, των Cocteau Twins (ως το 83), των Μ83. Μπορεί να ξεκινούσε σαν κινηματογραφική εγχορδία α λα Nyman/Glass και να εκτροχιαζόταν σε ψυχεδελικότατους φαρφιζοειδείς αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να ξεκινούσε σε πειραματική electronica και να προσγειωνόταν σε βελβετικούς και κραουτευτονικούς καταρράκτες.

Σε αυτό το ηχοσύστημα όλοι ήταν απαραίτητοι. Δυο εξτρέμ, κιθαρίστας και μπασίστας σε κατάσταση έξαψης, ένας τερματοφύλακας στα κρουστά και μια λίμπερα στα πλήκτρα κύκλωναν τον Τίρσεν που είχε δεκάρι δίπλα του τον … Matt Elliott. Οι δυο κόλλησαν μετά την κοινή τους συμμετοχή στο The Dark Age Of Love (δίσκο με διασκευές των Coil, που ο επιζών Peter Christopherson χαρακτήρισε σαν τις πιο ιδιαίτερες και όμορφες εκδοχές τους) ως μέλη της κολλεκτίβας των This Immortal Coil (διπλό λογοπαίγνιο, ο νοών νοείτω), έκαναν μαζί εκεί 3 τραγούδια, ο Υ. κάλεσε τον Μ. στον δίσκο του Dust lane και γενικώς παίζουν μαζί. Ο Elliott με τον Tiersen κυκλώνονταν από μόνοι τους με μια πρωτοφανή αύρα ο καθένας τους. Ο πρώτος ακίνητος, αφοσιωμένος στην ακουστική του κιθάρα, στις φωνητικές εμβολές, στην εξ επαφής χρήση του μικροφώνου, στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ο δεύτερος μοιρασμένος στην τριπλοβάρδια πλήκτρων, κιθάρας και βιολιού. Η πεντάδα έχτιζε έναν συμπαγή τοίχο κι εκείνος πλανιόταν στον κόσμο του, στους ανισόπεδους κόμβους από την κλασική μουσική παιδεία στο χάος της electronica και του πρωτογενούς κιθαριστικού ροκ εντ ρολλ.

Συναρπαστικές στιγμές τα κομμάτια που τραγούδησαν όλοι σε αρμονική … πενταφωνία (ιδίως το Palestine, από ένα ταξίδι που τον σημάδεψε), ένα οργανικό ονόματι Ashes (;),κι εκείνα τα σημεία που τα drums χαμήλωναν και γίνονταν υπόκωφα καθώς άλλαζε η ροή του κομματιού: κατευθείαν απ’ την καρδιά του post punk. Όταν δε έμενε μόνος με το βιολί του το κοινό κρατούσε ευλαβική ανάσα. Το τριτράγουδο (;) ανκόρ τελείωσε με το αμέλιο βαλς σε ψυχεδελικότροπη πληκτρολόγηση. Ο ορισμός του απρόβλεπτου live. Ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει μετά ή και στο ίδιο το τραγούδι. Ως σήμερα σκεφτόμουν τον Piovani ως καταλληλότερο συνθέτη για να αναλάβει το σάουντρακ του φιλμ της συναρπαστικής μου ζωής, αλλά αυτός εδώ γνωρίζει πολύ περισσότερα…

ΥΓ. Η συναυλία ήταν sold out, πολύ κόσμος έμεινε απ’ έξω, ο χώρος ευτυχώς αναπνευστικός και η οργάνωση άρτια.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

15
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 40

Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αργύρης Χιόνης (Poèsie verticale, 1967)

1
Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
κι αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός είναι ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σα να τον σώζεις.

 Στην Ρούλα Αλαβέρα

13
Νοέ.
09

Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, ενώ ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ Μίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.  Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά και τους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας.

Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
11
Νοέ.
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως «υγρά» (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.
09
Νοέ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 17. Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ειλικρινά είναι πάρα πολλοί, σχεδόν όλοι οι κλασσικοί και σχεδόν ολόκληρος ο 19ος αιώνας. Από τους σύγχρονους επίσης μου αρέσουν αρκετοί. Την λογοτεχνία παρά το γεγονός ότι είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση, την αντιμετωπίζω στο σύνολό της.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Και εδώ ισχύει ότι και με τους συγγραφείς!

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα αναφέρω αυτά του Μπόρχες γιατί τα ανακάλυψα μετά από κόπο και επίπονες προσπάθειες και πέρασα μοναδικά στη διάρκεια της ανάγνωσής τους. Από τους Έλληνες, θ’ ανέφερα άπαντα τα διηγήματα του Βιζυηνού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η Ναστάζια Φιλίποβνα και σχεδόν όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως κι ο Πιέρ, στο Πόλεμος και Ειρήνη, είναι συντριπτικός χαρακτήρας. Ακόμα ο Αίας της Ιλιάδας. Βεβαίως λατρεύω και μια σειρά από δευτερεύοντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωές σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Δεν διατηρώ καμιά απολύτως σχέση μαζί τους. Το ότι «υπάρχουν», μου είναι αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, δημιουργούνται για να πάρουν το δικό τους δρόμο. Όσο πιο αυτόνομοι, τόσο το καλύτερο – για όλους μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ελάχιστα και ανεπιτυχώς.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Αν κατάλαβα καλά, γράφοντας στο γραφείο του σπιτιού μου στον υπολογιστή μου (πλέον). Από το δρόμο, «κλέβοντας» από τις συζητήσεις με τους φίλους μου, και διαβάζοντας βιβλία άλλων.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γενικά δεν ακούω μουσική. Όταν (σπάνια) συμβαίνει αυτό, ακούω συμφωνική και προκλασικούς.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, με τίτλο Περίπατος Πρώτος. Αν και πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, για μένα ήταν το πιο ολοκληρωμένο μάθημα γραφής. Έκτοτε, με κέρδισε ολοκληρωτικά η πεζογραφία, την οποία άσκησα υπό την σκέπη των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Μια κοινή περιπέτεια του σώματος: Τρία – τέσσερα επεισόδια αρθρώνονται γύρω από το ένα και μοναδικό φέρετρο του νησιού. Μνήμες της εφηβείας αναπλάθονται με μια σκοτεινά εύθυμη διάθεση στον κυρίαρχο στοχασμό του θανάτου, φωτίζοντας την απόσταση της τρεχούμενης ζωής, όχι τόσο από τα γεγονότα, όσο από το πέρασμα στην ανυπαρξία και την ανάμνηση.

Η συνέχεια είναι πολύ πιο εύθυμη.

Γυναικωνίτης.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αρνητικός απέναντι στις ανθρώπινες επαφές, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου καλλιεργεί την αυταπάτη της μοναδικότητάς του μέσα σ’ ένα σπίτι που το έχει μετατρέψει σε ψυχικό καταφύγιο. Αρκεί να βρεθεί για λίγο σε μια συντροφιά για να νιώσει μειωμένος θανάσιμα. Μια τυχαία ματιά είναι ικανή να τον αναστατώσει, μια κουβέντα το κάνει να χάσει την αυτοκυριαρχία του, κάθε μορφή που τον πλησιάζει κρύβει και μια ύπουλη επίθεση. Η ζωή του θα αλλάξει ριζικά, όταν κάποια μέρα, από τύχη ή ατυχία, τα βήματά του τον φέρνου στο μπαρ «17»: Μυρσίνη, Ισιδώρα, Εύα…μέσα στον ανεξάντλητο κόσμο των γυναικών και των ασήμαντων συνοδών τους, ο ήρωας παρακολουθεί την κατάρρευση της ύπαρξής του.

Η μέρα άρχισε με το αλεύρι.
Ένα βιβλίο που μας ξεναγεί στο παρελθόν. Μια οικογένεια που σέρνει την ευλογία και την κατάρα, την καλή και την κακή της συνάμα τύχη: Ολόκληρη η διαδρομή της από τον μύθο ως την πραγματικότητα. Μια πολύ μεγαλύτερη, θα λέγαμε, περίοδος της ανθρωπότητας συνοψισμένη στο διάστημα δυο αιώνων, του 19ου και του 20ου στη βιογράφηση μιας μόνο οικογένειας Ελλήνων από την Ανατολική Τουρκία.

Οι καλύτερες μέρες
Κάθε εποχή διεκδικεί το παρελθόν της, τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως ακριβώς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη για να βλαστήσει βυθίζει τις ρίζες της σε προγονικά πεπρωμένα. Είναι θέμα τύχης ή ατυχίας άραγε η δυνατότητα να καθορίσουμε τη μοίρα μας; Κι όταν τόσο πολλά προκαθορίζονται από αλλότριες ζωές και καταστάσεις, για ποια ελευθερία της βούλησης μιλάμε; Η ιστορία αρχίζει λοιπόν αρκετά χρόνια πριν γεννηθεί η ηρωίδα, με πρόσωπα και γεγονότα που θα παίξουν, ερήμην της, το δικό τους παιχνίδι στη ζωή της. Δέσμια μιας κληρονομημένης ιδεολογίας, η Ισμήνη θ’ αγωνιστεί να βρει τη δική της περπατησιά στον κόσμο. Ακολουθώντας τα βήματά της, περιηγούμαστε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, βλέποντας με άλλα μάτια τη διαχείριση ιδεών και οραμάτων που μας στοίχειωσαν.
Οι “καλύτερες μέρες” δεν είναι απλώς μια επαγγελία· είναι μια Βαβέλ χωρίς τέλος, που σε καίριες φάσεις της ιστορίας καταρρέει θορυβωδώς. Έτσι όπως τώρα, με την συνδρομή της ανοιχτής κοινωνίας, που εξαγόρασε σε τιμή ευκαιρίας τις προσδοκίες του μεταπολεμικού κόσμου, αποθηριωμένες εντελώς μετά τη δικτατορία.

Το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σας είναι αν ξεχωρίζω κάποιο από τα βιβλία μου. Η απάντηση είναι ναι, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα …ποιο είναι αυτό!

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Κατά σύμπτωση σήμερα 27 Οκτωβρίου είδα και το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου μου που θα κυκλοφορήσει στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ότι το οπισθόφυλλο είναι ταυτόχρονα το καλωσόρισμα αλλά κι το αποχαιρετιστήριο νεύμα ενός βιβλίου σας, το παρουσιάζω σε ..πρώτη παγκόσμια! Ο τίτλος είναι: ΑΠΟ ΣΤΗΘΟΥΣ. Ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών.

«Η μικρή Λουκρέτσια και ο ζωγράφος Φιλίπο, η Σελίν, μια πόρνη του 19ου αιώνα, ανοικονόμητης ομορφιάς, η Έμιλυ και μια δυναστεία θανάτου, η Μαρία από τον Ισπανικό Εμφύλιο, η Χάννα από το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, η Μαίρη Λέιν απ’ το Καντέρμπουρυ, η Άννα Μονς και ο Μέγας Πέτρος, αλλά και τόσοι άλλοι… Όλοι αυτοί είναι πλαστοί ήρωες που εισβάλλουν στην πραγματικότητα; Ή είναι ήρωες πραγματικοί, των οποίων η μοίρα πλαστογραφείται ανενδοίαστα; Πρόκειται για μία «από στήθους» βύθιση στην ιστορία; Άπλωμα στη γεωγραφία; Πολιτική σάτιρα; Ή για άγνωστες βιογραφίες που συναρθρώνονται αδιόρατα σε μία;
Οι ιστορίες του βιβλίου, ιστορίες ελαφρών ηθών και ιδεών, μοιάζουν, η καθεμιά λιγότερο ή περισσότερο, ανοιχτά φετιχιστικές. Περιστρέφονται γύρω από το γυναικείο στήθος, γύρω από αυτό το αξεπέραστο σύμβολο ζωής, ευτυχίας, πάθους και έρωτα. Θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει ως ύμνους ή παρωδίες ενός θέματος· μόνο που το πραγματικό θέμα, αισιόδοξο παρ’ όλες τις σκιές του, κρύβεται κάτω από το στήθος, ή και πίσω από αυτό.»

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το δοκίμιο του John Gray Μαύρη Λειτουργία Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οκτώ.

Τι γράφετε τώρα;
Όπως σας είπα, περιμένω την έκδοση του βιβλίου μου. Δεν έχω αποφασίσει για το επόμενο βήμα μου.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας (Εφημερίδα Ποντίκι). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η εργασία αυτή εκτελείται στα πλαίσια ενός αυστηρού προγραμματισμού. Δε θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο προσωπικό μυστικό σ’ αυτό: διαβάζεις και γράφεις. Σκυμμένο κεφάλι χρειάζεται, δηλαδή μελέτη δίχως υπεροψία, και ανοιχτά τα μάτια, να μην σε πάρει …ο ύπνος και σε σηκώσει!
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μου κλέβει χρόνο, πράγμα που είναι μεγάλη αλήθεια, αλλά τόσο βιβλία κάθε εβδομάδα μου στερούν την απόλαυση της προσωπικής και απρόσκοπτης ανάγνωσης. Από την άλλη, είναι μια σοβαρή προπόνηση για να σε κρατά ετοιμοπόλεμο στις δικές σου λογοτεχνικές επιδόσεις. Θεωρώ πολύτιμη άσκηση αυτές τις εβδομαδιαίες, επέτρεψε μου να χαρακτηρίσω, επισκοπήσεις. Ωστόσο, ας σημειώσω ότι θεωρώ ως πληρέστερο «λογοτεχνικό περιβάλλον» την τρέχουσα ζωή.

Δημοσίευση και στο mic.gr.

08
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 39

Τζο Κόνελι, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

 

04
Νοέ.
09

The Soundtrack of Our Lives – Communion (Yep Roc, 2008)

 

Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που 3 μέλη των (τώρα «θρυλικών») Union Carbide Productions έφτιαξαν στο Gothenburg τους Soundtrack of Our Lives. Θα περίμενε κανείς πως ο πέμπτος τους δίσκος [Welcome To The Infant Freebase (1996), Extended Revelation (1998), Behind The Music (2001), Origin Vol 1 (2004) και η συλλογή A Present From The Past (2006) – τα τρία πρώτα στην Telegram, τα δύο επόμενα σε WEA/Warners], πρώτος εδώ και τέσσερα χρόνια, θα είχε τίτλο Origin Vol 2 και θα συνέχιζε από εκεί που είχαν σταματήσει. Και θα έπεφτε μέσα κατά το ήμισυ.

Οι SOOL αφήνουν τον διφορούμενο τίτλο του ανανεωτή σε άλλους μπερδεμένους και επιστρέφουν στην ιστορία του ροκ για να τρέξουν σε μερικά χορταριασμένα μονοπάτια. Τέλη 60ς και αρχές 70ς, μπρος πίσω στις δυο δεκαετίες. Πρώιμοι Who και Traffic, διακριτικότεροι Stones και Floydd, περισσότεροι Big Star και Ντιτρόιτ. Οι Love στο The Fan Who Wasn’t There (κι όχι μόνο για τις τρομπέτες), οι Faces στο Thrill Me, ο Pete Townshend στο Pictures of Youth, ο Τodd Rudgrenn στο …Utopia, οι T.Rex και Ray Davies ινκόγκνιτο εδώ κι εκεί, ο Phil Lynott κι η παρέα του τριγύρω. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει χώρος στη μνήμη για πιο πρόσφατες συνδέσεις, άντε να θυμηθούμε τους Beta Band στο Babel On, άντε και τους Super Furry Animals κάπου πιο κει, κι αφήστε τους ίδιους να λένε για … Black Flag.

Για να αναφέρουμε μερικά αστέρια, το Flipside μοιάζει εκ γενετής κλασικό, το Everything Beautiful Must Die διαγράφει μια τροχιά στο διάστημα των Spiritualized προτού καταλήξει στο Βελούδινο Υπόγειο, το Second Life Replay αποτελεί τυπικό ύμνο τους: ξεκινάει σαν μαγική μπαλάντα 60s power pop αφήνεται σε οργανική επανάληψη και ξεσπάει σε κιθαριστικό όργιο. Όσο για την κορυφαία διασκευή του Fly, έτσι θέλω να παίζονται οι διαθήκες του Nick Drake (τι νόημα έχει να ξαναγίνονται μπαλάντες και ποιος διανοείται να ξεπεράσει τις δικές του;): σαν ύμνοι, ροκ φωταψίες, που έρχονται από το άχρονο και μας πάνε μπρος πίσω χωρίς σταματημό. Ας σημειωθεί πως η αρχική εκτέλεση έγινε με παραγωγή John Cale που δεν ικανοποίησε το σχήμα και την άλλαξαν (!).Η δική τους διαθήκη είναι το καταληκτήριο (και Harrison-ικό) The Passover, κάτι για την άλλη πλευρά της «μεταφοράς».

Πιστό σε μια παράδοση διπλών concept albums, το Communion μοιράζει από έναν δίσκο για τη μέρα και τη νύχτα και 24 τραγούδια για τις αντίστοιχες ώρες, περισσότερο όμως φαίνεται πως επικεντρώνεται στους δυο τροπικούς του εγκεφάλου και στην απελευθέρωση του εαυτού εν γένει. Η δε διάρκειά του, όπως σκωπτικά γράφτηκε, είναι μεγαλύτερη από το Quadrophenia ή από ένα ματς της Premiership. Είναι όμως άξιο απορίας πώς ο Ebbot Lundberg και η πενταπρόσωπη παρέα του μ’ όλους αυτούς τους ρόκ ύμνους αλλά και τις συναυλίες με τα μεγαλύτερα ονόματα της αρένας έμειναν έξω απ’ την εμπορική πανήγυρη, εφόσον τα μεγάλα κοινά προτίμησαν ψευτογκαραζιές τύπου Strokes, γκραντζ-ουνίσματα από τους Vines και δεύτερα μπλουζίσματα από White Stripes και Kings of Leon. Τώρα οι αλλοτινοί “critical darlings”, μακριά κι από την μεγάλη εταιρεία, δύσκολα να αναστρέψουν το κλίμα, κρίμα.

Και τι νόημα έχει το γλοιώδες εξώφυλλο (που το Πανδοχείο αρνείται να δημοσιεύσει ως αισθητικά απαράδεκτο!) που όπως λένε οι ίδιοι απέτρεψε ακόμα και φίλους του απ’ την αγορά του δίσκου; Ήθελαν λέει να βάλουν μια ψευτοεικόνα με την οποία μας ταΐζουν: την ιδέα της τέλειας ζωής και απόλυτης ευτυχίας, που επιβάλλει η κυριαρχία των επιχειρήσεων (corporocracy). Όσο για το υδατογράφημα, πρόκειται για σύμβολο που αναφέρεται στο ολιστικό σύμπαν (As above, so below/Macro & Microcosmos) και στις σχετικές ιδέες του Ερμή του Τρισμέγιστου. Μια τέτοια θεωρητική κάλυψη όμως θα μπορούσε να αποδοθεί με πολλούς άλλους τρόπους από αυτόν!

Κάπως έτσι ξανοίγεται εδώ το ιδίωμα των SOOL. Τόσο μέσα στην ροκ ιστορία, τόσο επιλεκτικό στα κλεψίματα, τόσο προσωπικό στο στιλ. Σα να θέλουν να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα το πομπώδες και το μεγαλειώδες του είδους και το αποτέλεσμα είναι ένα (στο) maximum Rock’n’ Roll.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

01
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 38

Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη, εκδ. Αστάρτη, 1990, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 63 (Tahar Ben Jelloun, Jour de silence à Tanger, 1990).

Μερικές φορές αρκεί μια λέξη, μια χειρονομία, για να τον κάνουν καλό, συγκινητικό, ευτυχισμένο. Κατά βάθος, η κακία του είναι επιφανειακή∙ είναι καμωμένη από λέξεις και καλαμπούρια, και πολύ συχνά οι λέξεις ξεπερνούν τη σκέψη του. Ξέρει πως τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τη θέλησή του. Τον προδίδουν, αλλά δεν παραπονιέται γι’ αυτό. Για εκείνον, δεν είναι παρά λέξεις, και οι άνθρωποι κάνουν λάθος όταν τις δέχονται σαν να ’ναι πέτρες ή βέλη. Ο λόγος τον γοητεύει γιατί του επιτρέπει να κάνει διανοητικές ακροβασίες. Όταν δεν μπορεί να επιδείξει τις γνώσεις του σχετικά με τα μπαχαρικά ή το ραφτικό του ταλέντο, παίζει με τις λέξεις, τις περισσότερες φορές σε βάρος των άλλων. Όταν υπερβάλλει, λέει πως έκανε λάθος στη δόση του μπαχαρικού. Αυτό τον κολακεύει, να’ χει χιούμορ και ειρωνεία. Δεν κάνει τίποτα για να προφυλάξει το εαυτό του από τις άσχημες κρίσεις. Δεν καταλαβαίνει γιατί οι άλλοι θυμώνουν όταν γίνονται θύματα των σαρκασμών του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Είναι ευτυχισμένος όταν το σπίτι του είναι γεμάτο καλεσμένους. Για να δείξει τη χαρά του ανάβει όλα τα φώτα. Δεν ξέρουμε αν είναι ευχαριστημένος επειδή έχει ένα κοινό για τα αστεία του ή επειδή νοιώθει κολακευμένος απ’ την παρουσία τους. Αν είναι απότομος με τις γυναίκες, σίγουρα είναι επειδή τις αγαπάει πολύ.

Στον Βασίλη Τσιαμπούση




Νοέμβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.035.473 hits

Αρχείο