Αρχείο για Νοέμβριος 2009

30
Νοέ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 20. Αύγουστος Κορτώ

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τόμας Μαν, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλαν Κούντερα, Μάργκαρετ Άτγουντ, Ρουθ Ρέντελ, Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η αθανασία, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, Οι διορθώσεις, Η κούκλα που σκοτώνει, Δόκτωρ Φάουστους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Σάλιντζερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (μέχρι τα μπούνια), ο Κυριάκος Μαργαρίτης και η Έλενα Μαρούτσου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Φέλιξ Κρουλ.

Παρουσίαση των βιβλίων σας; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αφ’ ης στιγμής γραφτούν, τα βιβλία μου μού προξενούν απέραντη πλήξη (και δεν πρόκειται για μεταμφιεσμένο ακκισμό ή οίηση). Επομένως, αν και συνήθως αγαπάω πιο πολύ το στερνοπούλι μου, γενικώς δεν έχω έρωτα με το συγγραφικό μου παρελθόν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο μου alter ego, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, την ιστορία του οποίου θα δημοσιεύσω σε λίγους μήνες, με επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ου, πώς. Σε πλοία, τρένα, κρατώντας σημειώσεις στο πόδι σε ταξίδια, σε πάρκα και μουσεία… Αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται μόνον άπαξ και στρώσω τον κώλο μου στον οικόσιτο κομπιούτορα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Οι ιδέες μου είναι σαν τα σπερματοζωάρια – οι πιο σφριγηλές επιβιώνουν, και γονιμοποιούν το προσεχές βιβλίο. Αλλά όπως και στην εμβρυογένεση, η ανάπτυξη κι ωρίμανση της όποιας γόνιμης ιδέας έχει έναν αέρα εγκεφαλικής (τουτ’ έστιν, βιολογικής) μαγείας.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εξόν απ’ τον λατρευτό μου Χατζιδάκι, ακούω μόνο κλασική. Στο γράψιμο προτιμώ τον εικοστό αιώνα – Σοστακόβιτς, Σνίτκε, Πουλένκ… Όταν διαβάζω μου είναι αδύνατον ν’ ακούω μουσική. Κι όσο για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις μου, Θεός μου είναι ο Σούμπερτ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Πολύ ευχαρίστως. Μουσικό θρίλερ στη μετασταλινική Ρωσσία, με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, συνωμοσιολογικής μπαλαφάρας, μεταφυσικού, υπερφυσικού και πέρα για πέρα αφύσικου. Υπομονή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το Εκκρεμές του Φουκώ – κι ομολογώ πως έχω μαγευτεί.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Ποια μετάφραση απολαύσατε περισσότερο, ποια σας έβγαλε την ψυχή;
Η λογοτεχνική μετάφραση, εκτός από βιοπορισμός, είναι για μένα ένα ανεκτίμητο επιμορφωτικό εργαστήριο – προσπαθώντας να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων, απομυζώ, έστω και στάγδην, το μεγαλείο τους. Επομένως, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα γραπτά μου, αλλά τα ωφελεί αφάνταστα. Οι ρυθμοί μου είναι ρυθμοί μεροκαματιάρη: ένα εξάωρο μίνιμουμ κάθε μέρα, ούτε Σαββατοκύριακα, ούτε αργίες. Τώρα, από ψυχοβγάλτες… ο συγχωρεμένος ο Άπνταϊκ μπορεί να σου κάνει τα νεύρα κρόσια, αν και πιο πολύ με εξουθένωσε το τελευταίο τούβλο της Τζόις Κάρολ Όουτς. Όσο για την αγαπημένη, ‘υιοθετημένη’ μου συγγραφέα, είναι σαφώς η μοναδική, η αξεπέραστη Άννι Πρου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

 

Advertisements
29
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 42

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

28
Νοέ.
09

British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)

 

Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας – συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων – κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.

27
Νοέ.
09

Christian Salmon – Storytelling, Η μηχανή που κατασκευάζει ιστορίες και χειραγωγεί τα πνεύματα

Ήταν μόλις 1977 όταν ο Ντον ΝτεΛίλο τοποθετούσε στο επίκεντρο του βιβλίου του Παίκτες μια επιχείρηση που αναλάμβανε νέους τομείς που η αγορά είχε ως τότε παραμελήσει: την διαχείριση του άγχους, της απελπισίας, του πένθους. Η έδρα της Grief Management Council βρισκόταν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. «Σε ποιο άλλο μέρος θα μπορούσε να συσσωρευτεί όλος αυτός ο πόνος;». Για άλλη μια φορά ο κορυφαίος Αμερικανός συγγραφέας υπήρξε διορατικός περιγράφοντας τον ιδανικό τύπο της μετα-βιομηχανικής επιχείρησης, που θα είχε ως αντικείμενο την ικανοποίηση άυλων, πολιτισμικών ή ανθρώπινων αναγκών. Είκοσι χρόνια αργότερα οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών στο άτομο δεν ήταν απλώς πραγματικότητα αλλά και πολλαπλασιάζονταν με ταχύ ρυθμό. Τι έχει συμβεί;

Η αφήγηση ιστοριών, το storytelling (ονομασία αναμφίβολα γοητευτική), η τέχνη να διηγούμαστε ιστορίες και παραμύθια, είτε προφορικά είτε ψηφιακά (digital storytelling) έχει επεκταθεί στην πολιτική, την οικονομία, το μάνατζμεντ, την διαφήμιση, σε κάθε μορφή εξουσίας. Μέσω της πρόκλησης συναισθημάτων και συγκινήσεων, μετατρέπεται σε τεχνική επικοινωνίας, ελέγχου και εξουσίας.

Το storytelling ανθεί σε τομείς που ως τώρα διέπονταν από τον ορθολογικό συλλογισμό ή τον επιστημονικό λόγο. Οι ιστορίες γίνονται υποκατάστατο των γεγονότων και των λογικών επιχειρημάτων. Το επίκεντρο μετατοπίζεται από το προϊόν στο λογότυπο κι από εκεί στα stories. H δημόσια αντιπαράθεση έχει αντικατασταθεί από την άγρα των των επιθυμιών. Η κατάληψη των οθονών είναι αποτελεσματικότερη από την κατάληψη εδάφους. Βιομηχανίες παραγωγής συγκινήσεων μας προτείνουν συλλογικά παραμύθια, κυρίως με ιστορίες ηρώων και ηρωίδων που καθιστούν την επιτυχία εφικτή. Έτσι η πραγματικότητα αντικαθίσταται από την μυθοπλασία και ντύνεται με αλλεπάλληλα αφηγηματικά δίχτυα.

Το Πεντάγωνο ιδρύει ερευνητικό κέντρο σε Καλιφορνέζικο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο την χρησιμοποίηση της πείρας του Χόλιγουντ. Βιντεοπαιχνίδια προορίζονται για την στρατολόγηση και εκπαίδευση των στρατιωτικών. Η συνεργασία Χόλιγουντ – Πενταγώνου δημιούργησε το είδος των «θρίλερ εθνικής ασφάλειας», όπου κρίσεις και απειλές πλήττουν την χώρα. Έτσι ο μέσος τηλεθεατής δεν συνηθίζει απλώς στην ιδέα μιας ζωής όπου το απρόοπτο είναι η μοναδική βεβαιότητα και η προσαρμογή σε αυτό μονόδρομος, αλλά και μαθαίνει να εναποθέτει την σωτηρία του στον πρόεδρο και στους ειδικώς εκπαιδευμένους. Καθόλου άσχετος εδώ ο τίτλος του κορυφαίου κομματιού από έναν σημαντικό ηλεκτρονικό δίσκο της χρονιάς (The Advisory Circles – Other channels): Civil defense is your common sense.

Την παραπάνω κατάσταση μονιμοποιεί και νομιμοποιεί το σίριαλ «24», θυμίζοντας την φράση του Σλάβοϊ Ζίζεκ πάνω στην ρήση του Κούντερα (από τις Προδομένες Διαθήκες) για το μυθιστόρημα: Εδώ είναι το έδαφος όπου κάθε ηθική κρίση αναστέλλεται. Αυτή η πολυπόθητη αυτονομία δράσης που τελικά αποκτούν οι νέες δυνάμεις (μαζί με τους πράκτορες του FBI) δεν αντλεί την νομιμότητά της από το δίκαιο ή το Σύνταγμα, αλλά από την μυθοπλασία! Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δικαιολόγησε βασανιστήρια ακριβώς με βάση το παράδειγμα του Τζακ Μπάουερ του «24»! Ιδού λοιπόν η νομολογία Τζακ Μπάουερ: η θεμιτότητα των βασανιστηρίων θεμελιώνεται πάνω σε ένα τηλεοπτικό σίριαλ.

Το storytelling management υιοθετήθηκε αμέσως από τις μεγάλες επιχειρήσεις (Adobe, IBM, Microsoft, Starbucks, Nokia, Danone, Renault κ.λπ.). Ο Στιβ Τζομπς, μυθικό αφεντικό της Apple σε μια εκδήλωση εκφώνησε τρεις ιστορίες από τη ζωή του (για την μαθητεία του, την γυναίκα του και την αντιμετώπιση της ασθένειάς του). Οι νέες διαφημίσεις μας καλούν να ξεπεράσουμε τα όρια, να νοιώσουμε απαλλαγμένοι από τη βαρύτητα: χθες ήταν ο Ίκαρος ή το LSD, σήμερα είναι τα Nike ή τα Adidas. Coca Cola και Pepsi είχαν τις περισσότερες πωλήσεις στις μουσουλμανικές χώρες το 2003, χρονιά της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ. Όταν η Disney μοσχοπουλάει (= δεκατέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια είσπραξη) τα παιδαγωγικά της βίντεο Baby Einstein, στην ουσία πουλάει μια ιστορία επιτυχίας που θα ικανοποιήσει τους αγοραστές – γονείς: το βρέφος τους θα γίνει επιτυχημένο Αϊνστανάκι. Μην ξεχνάμε το σλόγκαν της American Visa: My life, my card. Καλώς ήλθαμε στον Καπιταλισμό των Συναισθημάτων!

Το storytelling management επιβλήθηκε άμεσα στον πολιτικό λόγο στις ΗΠΑ. Ο Μπους ο νεότερος θεμελίωσε την εικόνα του πάνω στα stories. Το πιο πετυχημένο προεκλογικό σποτ του ήταν «η ιστορία της Άσλεϊ»: η εικόνα του να αγκαλιάζει ένα κορίτσι, ως παρηγοριά για τον θάνατο της μητέρας της στους Δίδυμους Πύργους. Σιωπηλός, χωρίς λόγια, ιδέες, πρόγραμμα. Για πολλούς όμως ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν εκείνος που καθιέρωσε το νέο είδος της αφηγηματικής προεδρίας. Ξακουστή έμεινε η ιστορία που διηγήθηκε το 1985 για την νεαρή Βιενταμέζα Τζιν Νκουγέν που εγκατέλειψε το Βιετνάμ, μετανάστευσε στις ΗΠΑ χωρίς χρήματα και αποσκευές και σταδιοδρόμησε στην στρατιωτική ακαδημία. Τον ακολούθησε πιστά ο Κλίντον, προσλαμβάνοντας τον ίδιο διευθυντή επικοινωνίας και υποστηρίζοντας στην αυτοβιογραφία του την πρωτόγνωρη αντίληψη για την πολιτική, πως δεν συνίσταται στη λύση οικονομικών, πολιτικών ή στρατιωτικών προβλημάτων αλλά κυρίως οφείλει να παρέχει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να βελτιώνουν την ιστορία τους (!).

Αν η πρώτη νικηφόρα προεκλογική εκστρατεία του Μπους βασίστηκε στην ιστορία του αγώνα του για να απαλλαγεί από τον αλκοολισμό, ο Σαρκοζί σκέφτηκε να συγκινήσει με την ιδέα της «ρήξης» του με κάτι, είτε αυτό ήταν ο σιρακισμός είτε η κακιά σύζυγος Σεσιλιά. Αλλά και η ίδια η μητρική μορφή της αντιπάλου του Σεγκολέν Ρουαγιάλ (της οποίας η σύμβουλος διευθύνει θυγατρική εταιρείας του… Κόλιν Πάουελ), μονίμως στη θέση αυτής που ακούει και παρηγορεί, θυμίζει τον Ρολάν Μπαρτ που στις Μυθολογίες του αναρωτιόταν «μήπως η όμορφη και συγκινητική εικονογραφία δεν είναι το άλλοθι μεγάλου μέρους του πληθυσμού για να αντικαταστήσει την πραγματικότητα της δικαιοσύνης με τα σύμβολα της ελεημοσύνης».

Ακόμα και η λογοτεχνία εξετάζεται κάτω από άλλο πρίσμα – βλ. το βιβλίο του Robert A. Brawer – Fictions of Business. Από τον Μέλβιλ, τον Κόνραντ και τον Ντος Πάσος στον Ντέιβιντ Λοτζ και τον Ντέιβιντ Μάμετ και το Γκλένκαρι Γκλεν Ρος «που αποδεικνύει ότι ένας ταλαντούχος πωλητής μπορεί να μας πείσει να αγοράσουμε πράγματα που ούτε επιθυμούμε ούτε έχουμε ανάγκη – τέλειο παράδειγμα του νέου μάρκετινγκ που αντιλαμβάνεται την πώληση ως μια σκηνή θεάτρου και την κατανάλωση ως μια ανταλλαγή εμπειριών». (σ. 80).

Το storytelling δεν περιορίζεται στο καταναλωτικό ή το εκλογικό κοινό. Εστιάζει και στους εργαζόμενους, ώστε να τους συστρατεύσει σε κοινά συναισθήματα και να τους εντάξει σε έναν καταναγκαστικό συλλογικό μύθο, ηρωοποιώντας ταυτόχρονα τους άρχοντες του μάνατζμεντ. H αφήγηση καλείται να αναλάβει δράση ακόμα και στο Ground Zero! Ορισμένοι αρχιτέκτονες έχουν προτείνει να υπάρχουν οπτικές μόνο συνθέσεις, φωτεινοί μύθοι χαραγμένοι από ακτίνες λέιζερ.

Ο Κριστιάν Σαλμόν (Γάλλος συγγραφέας και ερευνητής ειδικευμένος στην Τέχνη και την Γλώσσα) κατανέμει την ύλη του σε 7 κεφάλαια συν εισαγωγή και κατακλείδα και την διανθίζει με αναρίθμητα αδιανόητα γεγονότα – όχι ιστορίες! – που προκαλούν οργή αλλά και ευτράπελες ιστορίες για γέλια: μετά τις επιθέσεις της 11.9 σε σύσκεψη ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων και σεναριογράφων – σκηνοθετών του Χόλιγουντ, εκτός από τους συν-σεναριογράφους των Αποκάλυψη Τώρα και Πολύ σκληρός για να πεθάνει προσεκλήθη κι ο σκηνοθέτης του Grease! Ενώ εκείνοι που σφύριξαν στον Μπους τις ατάκες για την φωτιά που πρέπει να έχουμε μέσα στα μυαλά, δεν γνώριζαν πως προέρχονται από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογέφσκι και αναφέρονταν στη δράση εξτρεμιστών αναρχικών που είχαν κάψει ένα χωριό!

Γι’ αυτό λοιπόν το συναρπαστικότερο δοκιμιακό βιβλίο της χρονιάς δεν έχει καμία εικόνα στο εξώφυλλο, παρά μόνο λέξεις, εισαγωγή σε μια ιστορία. Για κάποιες ιστορίες που πρέπει να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά, αν όχι να πετάμε στα σκουπίδια.

Συντεταγμένες: Christian Salmon, Storytelling. La machine à fabriquer des histories et à formatter les esprits, 2007 / Εκδόσεις Πολύτροπον, 2008, σελ. 234, μτφ. Γιάννης Καυκιάς, με πλήρη βιβλιογραφία.

Δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή) σε Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 580, 27.11.2009 (και εδώ). Στις ακριανές φωτογραφίες, ο C. Salmon. Στις ενδιάμεσες, οι Roland Barthes και Slavoj Zizek, που κάτι είχαν ψυλλιαστεί, χρόνια νωρίτερα…

27
Νοέ.
09

Περιοδικό Κ (Κριτική) 18 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2009)

 

Ποτέ, ποτέ σας δεν θα μάθετε το τι υποφέραμε/με τον μαγνήτη αυτό της κάθε συμφοράς στα μάτια/μια ολόκληρη ζωή πλάι στο μπαρούτι/και τη φωτιά να τρέχει μες στις φλέβες.
Σημαδεμένος από μια «εκ γενετής» δυσκολία, ο Σταύρος Βαβούρης έγερνε σπασμωδικα δεξιά κι αριστερά, αντιμετωπίζοντας δυσκολία στο βάδισμα, υποφέροντας σιωπηλά. Χαρακτήρας δύσκολος και ακαταλόγιστος, απομονώθηκε σταδιακά από όλους που δεν έπαψαν ποτέ να διαβάζουν την σπαρακτική του ποίηση. Εκδοτικά πλάνης και αυτοεκδιδόμενος, πάντα στις άκρες της ποιητικής σκηνής, άφησε ίχνη σε πολλούς ομότεχνους και μη, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται από τον Γιάννη Βαρβέρη σε ένα ιδιότυπο προσκλητήριο. Το αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποιήματα και κείμενα (Γ. Χρονάς, Ν. Χριστιανόπουλος, Κ. Στεργιόπουλος – που έκανε την μόνη υπεύθυνη ανθολόγηση του έργου του στο βυσσινί βιβλίο του «Ερμή», 1977 – κ.ά.).

Ακόμη πέντε πολυασχολούμενοι της νεοελληνικής πεζογραφίας συζητούν για τάσεις, προτάσεις και ανατάσεις του είδους από το 1974 έως σήμερα, με ονόματα και έργα όμως, όχι ασάφειες και γενικότητες! Ακόμη, δοκίμια για Προύστ και Κάφκα, διήγημα Χριστόφορου Μηλιώνη, ανέκδοτο ποίημα Νάνου Βαλαωρίτη, επιλογές ποιημάτων Τάσου Δενέγρη και Γιώργη Παυλόπουλου από τον Γιάννη Βαρβέρη, επιστολικός διάλογος του συγγραφέα Γιάννη Κιουρτσάκη με τον Κων. Πουλή με αφορμή το βιβλίο του πρώτου και οι γνωστές χορταστικές κριτικές. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

26
Νοέ.
09

Δάφνη Ντι Μωριέ – Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη

Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ – στο κορυφαίο Not After Midnight (Don’t Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης – Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς – της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
25
Νοέ.
09

Πόρφυρας 132 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

 

Ένας ολόκληρος άγνωστος κόσμος, εκείνος του Πορτογαλικού Υπερρεαλισμού ανοίγει στο αφιέρωμα του τεύχους. Ήδη από την εποχή του πρώτου «Μανιφέστου» του Μπρετόν (1924) το πορτογαλικό έδαφος ήταν εύφορο για την υποδοχή αυτής της νέας λεκτικής λαίλαπας, καθώς ο συμβολισμός και ο φουτουρισμός είχαν βλαστήσει στις αρχές του αιώνα, και η αντισυμβατική τους παρουσία, κυρίως δια του Fernando Pessoa και του ετερωνύμου του Ricardo Reis και άλλων ήταν ήδη αισθητή. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του da Costa το 1926 και του Salazar το 1933 και το καθεστώς «επιτηρούμενης» ελευθερίας που επέβαλαν, προσέλκυσαν αν μη τι άλλο, δεκάδες νέους θεράποντες του είδους. Πλήρες πανόραμα συγγραφέων, έργων, κινημάτων, περιοδικών.

Πέρα από σουρεαλιστικές εμπνεύσεις, υπάρχει ένας Ισπανός Χριστός γεννημένος στην Ταγγέρη, αν δεχτούμε το δημοσιευόμενο εδώ διήγημα του Miguel De Unamuno. Το υπόλοιπο «Φυλλάδιο» χρωματίζουν οι Ορέστης Αλεξάκης, Βασίλης Καραβίτης, Γιώργος Κάρτερ, Εύα Μοδινού κ.ά. με ποιήματα και οι Χρήστος Χατζήπαπας και Γιώργος Τζεβελάκης με πεζά καθόλου «πεζά». Ακόμα, δοκίμια για την μυθολογία του προλεταριακού έρωτα (Λαπαθιώτης – Καβάφης), μια θεωρητική κατάθεση του Φίλιππου Δρακονταειδή κ.ά. [125 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr




Νοέμβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 998.811 hits

Αρχείο

Advertisements