26
Απρ.
10

Rafael Chirbes – Σκηνές κυνηγιού

Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου

Ο αφηγητής χαρακτηρίζεται από έντονο πάθος για την τέχνη του κυνηγιού· το βλέπει ως εξαγνιστική άσκηση, εστία καύσης αγωνιών και πλυντήριο συναισθημάτων, ακόμα και ως «μια γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το θάνατο», καθώς το άγγιγμα του θηράματος τον φέρνει σε επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, συνεπώς και με την γυναίκα και την κόρη του. Όμως αυτή η κυνηγητική έφεση δεν εμφανίζεται παρά στο τέλος της διήγησής του, όπως άλλωστε και της ζωής του: η θηρευτική του μανία έχει νωρίτερα αποκλειστικά σκοπεύσει στην κοινωνική ανέλιξη και στην ταχύτατη απόκτηση περιουσίας, με την απαραίτητη γαμήλια ένταξη στην κατάλληλη οικογένεια προτού παραμερίσει τα μέλη της πάντα προς ίδιον όφελος. Ιδού το ερώτημα που πάντα προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον: τι σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος όταν πλησιάζει το φυσικό τέλος και η ώρα του απολογισμού; Ποιες από τις επιλογές του υποστηρίζει σθεναρά, ποιες ομολογεί ως εσφαλμένες; Τι ποσοστό ενοχής και μεταμέλειας διαμοιράζεται στον ανυπόκριτο πλέον καθρέφτη του;

Ο Κάρλος συντομογραφεί μια ζωή αυστηρά μελετημένων στοχοθετήσεων. Αυτόκλητος πολεοδόμος – οικοδόμος της νέας φρανκικής Μαδρίτης και τυπικός εκπρόσωπος του ανδρείκελου – τεχνοκράτη με μόνη ιδεολογία εκείνη της ανάπτυξης που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τις δικτατορίες, έχει ως οδηγό το διηνεκές επιχείρημα της «αναγέννησης» της χώρας με κάθε τίμημα. Οι αναθυμήσεις του μοιάζουν αναθυμιάσεις ενός βρώμικου παρελθόντος αλλά εκείνος δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται πλήρως. Αντίθετα οι ενοχές του περισσότερο κατευθύνονται στον περίγυρο των οικείων του: πώς έφτασε στο σημείο να μην αντιληφθεί την χρόνια απιστία της γυναίκας του, να μην γνωρίσει ποτέ ουσιαστικά την κόρη του, να έχει χρόνια ασυμβατότητα με τον γιο του, να εγκαταλειφθεί ακόμα και από τις ερωμένες του.

Αυτή η επιτομή αυτοβιογραφίας συχνά αποκτά χαρακτήρα ψευδοαντιπαράθεσης κυρίως με τον γιό του Μανουέλ, με τον οποίο «συνομιλεί» ως αναγνώστης του τετραδίου του (ενώ ο εγγονός του επιλέγεται ως ένας δεύτερος και σαφώς «ευκολότερος» αποδέκτης), σε μια διαμάχη επιχειρημάτων που πιθανώς έχουν μια (αποπροσανατολιστική;) κρούστα χάσματος γενεών, στο βάθος όμως εκθέτουν το μοναδικό επιχείρημα του Κάρλος: «όλοι οι υπόλοιποι που δεν ψήθηκαν στη ζωή σπαταλούν αυτό που εμείς μαζέψαμε με κόπο». Το κοσμοθεωρητικό του κατασκεύασμα γίνεται περισσότερο εμφανές στην αντιγνωμία με τον – εξίσου χρησιμοποιούμενο για τους σκοπούς του – κουνιάδο του, Μανόλο, έναν θερμό εραστή της ποίησης καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι: η άποψη του τελευταίου πως η ποίηση είναι «απαραίτητη γιατί σε κάνει να ζεις ψηλά, στον καθαρό χώρο όπου αναπτύσσονται τα όνειρα και οι ιδέες», ακυρώνεται από τον Κάρλος με την ίδια προσωδία.

Σε απόλυτη πλέον οργανική και συναισθηματική ερήμωση, μακριά από την «εκκωφαντική Ισπανία του Φράνκο, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο», με την βεβαιότητα πια πως όλα τα πρόσωπα της ζωής του είχαν τοποθετηθεί τριγύρω του «σα να παίζουν μια θεατρική παράσταση» με προδιαγεγραμμένους ρόλους και τεχνητά σκηνικά, ο Κάρλος δεν γνωρίζει πού να ψάξει την αλήθεια, πέρα από τα χειροπιαστά τεκμήρια του παρελθόντος: «Όταν κοιτάζω όλες αυτές τις φωτογραφίες, μού έρχεται στο μυαλό η σκέψη ότι (…) περιμένουν πότε θα σταματήσει κάθε κίνησή μας, για να μείνουν αυτές η μοναδική αλήθεια». (σ. 63)

Η πυκνή γραφή του Τσίρμπες (Βαλένθια Ισπανίας, 1949), με εμβριθείς περιγραφές συναισθημάτων, εικόνων και καταστάσεων αποδίδει την εξομολογητική, σχεδόν ελεγειακή διάθεση ενός ανθρώπου που πάντα θεωρούσε πως «η ζωή είναι ένα θολό μείγμα βίας και οίκτου», και διαπίστωνε πως οι πάντες έχουν μανία να μασκαρεύουν την πραγματικότητα – εκτός φυσικά από τον ίδιο. Ο Κάρλος δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί πως ακριβώς η άποψή του πως «δεν υπάρχει άλλο κέντρο του κόσμου εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό» τον εκτροχίασε εξ αρχής σε διαστρεβλωμένες απόψεις περί ευτυχίας και συνύπαρξης. Γι’ αυτό ακριβώς μένει με την ματαιωτική αίσθηση πως ελάχιστα γνώρισε τους αγαπημένους του, χωρίς προφανώς ποτέ να αντιληφθεί πως ο κυριότερος παραγκωνισμένος άγνωστος ήταν ο ίδιος.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, 125 σελ. (Los disparos del cazador, 1994)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 600, 23.4.2010 (και εδώ)

Advertisements

0 Responses to “Rafael Chirbes – Σκηνές κυνηγιού”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Απρίλιος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 841,449 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: