Αρχείο για Απρίλιος 2010

30
Απρ.
10

Κάλλια Παπαδάκη – Ο ήχος του ακάλυπτου. Έξι κοινόχρηστες ιστορίες

 

Δεν γνωρίζω για πόσους αναγνώστες ο ακάλυπτος χώρος της κατοικίας και ιδίως της πολυκατοικίας υπήρξε το κατεξοχήν μέρος του παράξενου, του έρημου ή του αξιοπαρατήρητου – για μένα ήταν σίγουρα όλα αυτά και πολλά περισσότερα. Σταδιακά βέβαια και με τόσες αλλαγές σπιτιών την θέση του πήραν οι ίδιοι οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας και τα ίδια τα διαμερίσματα με τους αμίλητους και αντι-καλημεριστές συνοίκους. Ενδιαφέρον υλικό ψυχορεαλιστικής γραφής, προσωπικής περιγραφής και λογοτεχνικής υπογραφής, κι ακριβώς έτσι το αντιμετωπίζει η Κάλλια Παπαδάκη (Διδυμότειχο, 1978 – Θεσσαλονίκη – Βοστώνη – Αθήνα), οικονομολόγος αποδράσασα για χάρη του γραψίματος και της κινηματογραφίας.

Οι «έξι κοινόχρηστες ιστορίες» εκκινούν και καταλήγουν στους παραπάνω χώρους μόνο που εδώ συμβιώνουν όχι τόσο οι άνθρωποι όσο οι ιστορίες, άρα συνυπάρχουν βίοι, πορείες που ανεπαίσθητα διασταυρώνονται, χωρίς να εισχωρούν η μία στην άλλη, που συμπλέουν σε κοινά χωρικά ύδατα – σύμφωνα και με μια ιδιαίτερα διαδεδομένη κινηματογραφική οπτική των τελευταίων δυο δεκαετιών, ιδίως της τελευταίας. Η ανοιχτή πόλη μας εκθέτει όλους, η κλειστή πολη/κατοικία βρίσκεται εδώ και τουλάχιστο μας κρύβει για όσο μας παίρνει, τα νοσοκομεία είναι ιδανικοί χώροι εμπορίου συναισθημάτων, τα νομικά αδικήματα έχουν αναπόφευκτη παρουσία στην ζωή των περισσότερων, η τηλεόραση δεν σε προστατεύει με τίποτα όταν είναι να βγεις στον διαφορετικό έξω κόσμο.

Αυτός είναι ο κόσμος μας, έτσι κι αλλιώς, όλοι αυτοί κινούνται δίπλα μας: οι διακινητές των κινέζικων κρεάτων, οι μεγαλωμένες με τον πολιτισμό των πρωινάδικων, οι επανευρισκόμενοι μέσω facebook, οι διπλά και λάθρα βιώντες, οι παραβάτες που δεν είναι πλέον οι απειλητικοί επαγγελματίες του εγκλήματος αλλά οποιοσδήποτε. Ο γείτονας αποτελεί ανεπιθύμητη παρουσία, απειλή και υπο-αντι-κείμενο προς εκτόνωση, κάποιοι άλλοι ψάχνουν απεγνωσμένα την έμπνευση (και δη σε τέτοιους γκριζοχώρους) αλλά πού να την βρουν, εφόσον έχουμε μάθει να κοιτάζουμε μ΄ έναν μόνο τρόπο, γι’ αυτό και μας σαστίζει η συναρπαστική περιγραφή της πόλης(βάσει ήχων, διαδρομών, στάσεων, φαντασιών κλπ.) έναν απαχθέντα μέσα από το σκοτεινό πορτ μπαγκάζ. Αφού οι περισσότεροι βλέπουν κάπως έτσι: Η Δήμητρα είναι μια βιτρίνα – καθρέφτης και πάνω στο γυαλί αντανακλάται αυτό που βλέπεις. Όσο και να κοιτάξεις μέσα, βλέπεις μόνο τον εαυτό σου. Αν πάλι δεν κοιτάξεις, δεν θα δεις τίποτα.

Εκδ. Πόλις, 2009, 277 σελ.  Δημοσίευση και εδώ. H συγγραφέας στο αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.
Advertisements
30
Απρ.
10

Στο αίθριο του πανδοχείου, 29. Κάλλια Παπαδάκη

 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Paul Auster, Ian McEwan, Στρατής Τσίρκας, Salman Rushdie, Italo Calvino, Philip Roth, John Updike, V.S Naipaul, Patrick Modiano… 

 Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Τα παιδιά του Μεσονυχτίου (Rushdie), Αόρατες Πόλεις (Calvino), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Durrell), The Bone People (Keri Hulme) , Η Αντιζωή (Roth), Τι είδε η γυναίκα του Λωτ (Μπουραζοπούλου), American Gods (Neil Gaiman)…,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα των Raymond Carver και A. Chekhov

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου κι ο Χρήστος Οικονόμου

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Φροντίζω και δεν αφήνω ίχνη. Δεν έχω facebook. Είδατε τι έπαθε και που κατέληξε ο Στράτος στον ήχο του ακάλυπτου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Kurt Wallander. Μόνο για την ντετεκτιβική οξύνοιά του, σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση του στα βιβλία του Henning Mankell.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε ξένα πατώματα, σε σκαλοπάτια, σε μέσα μεταφοράς, σε πάρκα, καφέ, μπαρ…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στο δρόμο τις παγιδεύω, συνήθως καθ’ οδόν. Πιο σπάνια στο γυμναστήριο. Μετά τις επεξεργάζομαι στον υπολογιστή. Συχνά δεν είναι παρά ο ενθουσιασμός της στιγμής. Μια στις τόσες είναι κάτι που αξίζει να το δουλέψεις και να το δοκιμάσεις στο χρόνο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κυρίως κατά τη γραφή. Ακούω το ίδιο κομμάτι ξανά και ξανά. Κρατά το ίσο στη σκέψη και τις λέξεις που παρατάσσονται να συνταχθούν. Κοινώς έχω μουσικές εμμονές. Αυτή τη στιγμή ακούω το fake empire από το συγκρότημα the national. Σ’ επανάληψη.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας Ο ήχος του ακάλυπτου;
Στη θύρα στέκεται ο Στράτος. Θα σας ξεναγήσει καλύτερα από μένα. Είναι έμπειρος. Έχει πάνω από χρόνο στη δουλειά. Καλή ανάγνωση!

Η κριτική αποδοχή του ήταν ομόφωνη. Καταλάβατε τι ακριβώς προκάλεσε όλες αυτές τις θετικές και υπερθετικές προσλήψεις;
Υπάρχουν πολλές συνιστώσες. Ένα πρώτο, φρέσκο βιβλίο. Η σχετικά νεαρή ηλικία. Κι όλα σε συνδυασμό με τις εκδόσεις Πόλις που βγάζουν έναν πρωτοεμφανιζόμενο τη χρονιά. Το δεύτερο βήμα θα’ ναι πιο δύσκολο κατά τη γνώμη μου. Η κριτική είναι πιο έντονη κι οι προσδοκίες επίσης.

Πώς βιοπορίζεστε;
Με τις λέξεις που γράφονται. Μάλλον θα τα κατάφερνα καλύτερα με τα οικονομικά.
Μόνο που δεν κατάφεραν να με κερδίσουν. Πάντα είχα το μυαλό μου αλλού.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Τη Στρατιά του E.L Doctorow.

Τι γράφετε τώρα;
Σενάριο για τον κινηματογράφο

Ένθετα εφημερίδων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοφιλικά ιστολόγια. Αν έπρεπε να επιλέξετε με τη σειρά την λογοτεχνική σας ενημέρωση, ποια θα ήταν η διαδρομή;
Ένθετα εφημερίδων, βιβλιοφιλικά ιστολόγια, λογοτεχνικά περιοδικά.

Δημοσίευση και εδώ.

28
Απρ.
10

David Byrne – Fatboy Slim – Here lies love (Todomundo, 2010)

 

Βλέποντας το τμήμα press στο σάιτ που φτιάχτηκε για ετούτο τον δίσκο βλέπω δεκάδες συνδέσμους προς τα περισσότερα μέινστριμ έντυπα, κυρίως εφημερίδες. Όλοι με σύντομα σχόλια διεκπεραιώνουν την υποχρέωσή τους, εστιάζοντας στην επιλογή του concept: η ζωή και οι σκέψεις της Imelda Marcos, συζύγου του δικτάτορα των Φιλιππίνων. Ο ορισμός του μεταμοντέρνου! Το έργο καθεαυτό (εδώ η μουσική) προκαλεί λιγότερες συζητήσεις από τα περί αυτό: πόσο καιρό του πήρε (5 χρόνια), γιατί την διάλεξε (πρέπει να διαβάσεις το εκατοντασέλιδο βιβλιαράκι, που περιλαμβάνει και κατά στίχο ερμηνεία – ούτε η Βίβλος να ήτανε), τι απάντησε στο τηλέφωνο της ίδιας της Μάρκος που δήλωσε επιθυμία να συμμετάσχει. Για την μουσική όλοι κάνουν το παγώνι, ξεμπερδεύοντας με τον χαρακτηρισμό funk opera, λες και οποιοδήποτε σύνολο με πολλούς συμμετέχοντες και μια ψευδομιουζικαλίστικη χροιά, βαφτίζεται όπερα. Αν φωνάξω είκοσι μπουζουκτσήδες να ρεμπετίσουμε όλοι μαζί, θα πάρω τον τίτλο μπουζουκόπερα;

Εμείς ας ξεκινήσουμε απ’ τη μουσική: η έναρξη σε παραπλανά γιατί θυμίζει την αβανταδόρικη αρχή του τελευταίου Mint Royale (το Don’t Falter με την Laurene Laverne δεν είχε ανάλογους ακόλουθους), συνεπώς περιμένεις μια συνέχεια ανάλογη, άντε προς Pink Martini ή De Phazz. Ευτυχώς όχι, αλλά ακολουθεί κάτι χειρότερο: ένας λαππάς από νερόβραστα, πανομοιότυπα λευκά σόουλ ραδιοφώνου της συμφοράς και λάουντζ της γειτονιάς. Ο Slim είναι στο στοιχείο του: στο θεοβάρετο μέτριας ταχύτητας επαναλαμβανόμενο ανέμπνευστο φανκοντίσκο. Ο δε Byrne το ξέρουμε πως έχει από αμνημονεύτων χρόνων διαζευχθεί απ’ τη μελωδία έχοντας πάρει εργολαβία τον φάνκι ρυθμό, αλλά εδώ έχει στραγγίξει κάθε αναμενόμενο ethnic ή φιλιππινέζικο ιδίωμα. Προς τι η τόση ντισκούρα; Μα γιατί η κυρά λάτρευε την ντίσκο των τελών 70s αρχών 80s, έχτιζε ολόκληρες ντισκοτέκ στα σπίτια της, συνεπώς, διαβάζοντας ο Byrne και το The Emperor του Ρίτσαρντ Καπισίνσκι συνέλαβε την ιδέα της μεταφοράς της ζωής της σε μια ιδεατή θεατρική σκηνή, με την αγαπημένη της υπόκρουση. Τόσο απλό.

Μόνο που το σύνολο με τις 19 τραγουδιάρες μοιάζει περισσότερο με καλλιστεία για singer – songwriters. Βάλε και μια άσχημη ρε Δαβίδ, για το ξεκάρφωμα. Υπάρχουν δυο εξαιρέσεις εκτός συναγωνισμού λόγω μεσοκοπίας, οι ερχόμενες από τα αζήτητα Kate Pierson (ναι, των B52, η φωνή και το στιλ της οποίας, παραδόξως, δεν άλλαξαν στο παραμικρό) και… Cyndi Lauper (ναι, στριγγλίζει ακόμα). Μόνο η Martha Wainwright και η θεατρινίστική της εμμονή ταιριάζει στο κάδρο του Μπροντουγεϊκού The Rose of Tacloban – ούτε καν η μόνη Φιλιππινέζα εδώ Charmaine Clamor (τζαζίστρια βέβαια). Φυσικά ο Byrne είναι πολύ μεγαλομανής να μείνει απόξω από τις φωνές, οπότε κάνει μια μικρή εξαίρεση και τραγουδάει σε δυο κομμάτια, καλώντας για άλλοθι και τον αριστερό Steve Earle να τραγουδήσει ως … Marcos. Για γέλια ή για κλάματα;

Η ζωή της Μάρκος είχε όλα τα στοιχεία που συγκινούν τους λαϊκούς νόες: φτωχή νεότητα στην επαρχία, το αγουροκόριτσο γίνεται όμορφη γυναίκα, τάζει στην δούλα της Εστρέλλα πως όταν κάποτε πετύχει δεν θα την ξεχάσει ποτέ και σωστά μαντεύετε, όταν πέτυχε έκανε όχι μόνο έκανε πως δεν την ήξερε, αλλά και της διέλυσε τη ζωή. Σαπουνόπερα δηλαδή. Πώς ξέφυγε από την Ιζαμπέλ Αλιέντε; Κάτι μυρίζει εδώ, και μάλλον είναι η αγιοποίηση – θυματοποίηση μιας δεύτερης Evita Peron. Έσωσε τόσο κόσμο, την λάτρεψαν άλλοι τόσοι, δεν πειράζει που ο σύζυγος ήταν χασάπης ανθρώπων, όταν ήταν μικρούλα είχε άλλα όνειρα, η ζωή την έκανε έτσι, συγχωρείστε την παρακαλώ κλπ κλπ. Γι’ αυτό και οι διάφορες φωνές εδώ παίρνουν διαδοχικά τους ρόλους της Imelda και της Estrella, πάντα τραγουδώντας ντίσκο και φανκιές. Ένα τόσο κενό κιτς – εκτός αν η κενότητα της μουσικής απευθύνεται στους κενότατους που την λάτρεψαν. Ίσως για αυτό, τώρα που το σκέφτομαι, λιγότερα έχει να γράψει κανείς για τα κομμάτια. Δακρυβρεχτότερο όλων το Men Will Do Anything, για το κέρατο που έτρωγε απ’ τον ηγέτη.

Προφανώς ο Byrne έχει το προνόμιο της εκκεντρικότητας που κάνει ό,τι γουστάρει, γι’ αυτό και αποσιωπεί το θέμα για το οποίο η Marcos είναι περισσότερο γνωστή ανά τον κόσμο: την τρισχίλιαδη συλλογή από παπούτσια, σε μια χώρα όπου και το ένα ζευγάρι αποτελούσε χλιδή. Εδώ καμία σχετική αναφορά. You, foul, Mr Byrne. Αντίθετα προτιμά ιστορίες για το πώς χόρευε με τον Warhol στο στούντιο 54, πώς έριξε πόρτα στους Μπιτλς, πώς μίλησε στα Ηνωμένα Έθνη για τον Πάκμαν. Λες και οποιοδήποτε γραφικό ανεκδοτολογικό στοιχείο δεν αναιρεί το γεγονός πως της καλάρεσε να στέκεται δίπλα στον κοπλεξικό κοντό Φερνινάρδο μαζί με τον οποίο έκατσε στο σβέρκο του εξαθλιωμένου Φιλιππινέζικου λαού για καμιά εικοσαριά χρόνια, 1965 – 1986. Κάποιος έγραψε πως είναι σαν να κάνεις αφιέρωμα στον Πινόκιο και να μην αναφέρει την μύτη, ένας άλλος είπε Try putting yourself in her shoes…

Πάλι καλά που δεν έχουμε Μπέρνι στην Ελλάδα, ικανός ήταν να γράψει κάνα έργο για τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, γιατί κι αυτή ως θύμα μπορείς να την δεις από την μια άποψη. Αλλά αυτή παραήταν κυράτσα για τέτοιες πορτρετογραφίες και χόρευε τσάμικο (αν και για τον Μπέρνι αυτό είναι ελληνικό έθνικ…). Η Μάρκενα επέστεψε στη χώρα της μετά από σύντομη πενταετή εξορία και σήμερα στα 80 της κυνηγάει μια θέση στη Βουλή. Άντε, και πρωθυπουργός. Στοιχηματίζω πως θα καυχιέται για το άλμπουμ στις φίλες της. Και πως οι κυρές των εναπομείναντων δικτατόρων του κόσμου ίσως ελπίζουν να σκαρώσει και γι’ αυτές ο Μπέρνι ένα – τελικώς – τιμητικό αλμπουμάκι.

Συμμετοχές: Florence Welch, Candie Payne & St. Vincent, Tori Amos, Martha Wainwright, Nellie McKay, Steve Earle, Cyndi Lauper, Allison Moorer, Charmaine Clamor, Roisin Murphy, Camille, Theresa Andersson, Sharon Jones, Alice Russell, Kate Pierson, Sia, Santigold, David Byrne, Nicole Atkins, Natalie Merchant, Shara Worden.

Πρώτη δημοσίευση με παραλλαγές: mic.gr. Στις φωτ.: ο ένας κάνει πως δεν ακούει κι ο άλλος πως δεν βλέπει.

26
Απρ.
10

Rafael Chirbes – Σκηνές κυνηγιού

Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου

Ο αφηγητής χαρακτηρίζεται από έντονο πάθος για την τέχνη του κυνηγιού· το βλέπει ως εξαγνιστική άσκηση, εστία καύσης αγωνιών και πλυντήριο συναισθημάτων, ακόμα και ως «μια γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το θάνατο», καθώς το άγγιγμα του θηράματος τον φέρνει σε επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, συνεπώς και με την γυναίκα και την κόρη του. Όμως αυτή η κυνηγητική έφεση δεν εμφανίζεται παρά στο τέλος της διήγησής του, όπως άλλωστε και της ζωής του: η θηρευτική του μανία έχει νωρίτερα αποκλειστικά σκοπεύσει στην κοινωνική ανέλιξη και στην ταχύτατη απόκτηση περιουσίας, με την απαραίτητη γαμήλια ένταξη στην κατάλληλη οικογένεια προτού παραμερίσει τα μέλη της πάντα προς ίδιον όφελος. Ιδού το ερώτημα που πάντα προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον: τι σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος όταν πλησιάζει το φυσικό τέλος και η ώρα του απολογισμού; Ποιες από τις επιλογές του υποστηρίζει σθεναρά, ποιες ομολογεί ως εσφαλμένες; Τι ποσοστό ενοχής και μεταμέλειας διαμοιράζεται στον ανυπόκριτο πλέον καθρέφτη του;

Ο Κάρλος συντομογραφεί μια ζωή αυστηρά μελετημένων στοχοθετήσεων. Αυτόκλητος πολεοδόμος – οικοδόμος της νέας φρανκικής Μαδρίτης και τυπικός εκπρόσωπος του ανδρείκελου – τεχνοκράτη με μόνη ιδεολογία εκείνη της ανάπτυξης που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τις δικτατορίες, έχει ως οδηγό το διηνεκές επιχείρημα της «αναγέννησης» της χώρας με κάθε τίμημα. Οι αναθυμήσεις του μοιάζουν αναθυμιάσεις ενός βρώμικου παρελθόντος αλλά εκείνος δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται πλήρως. Αντίθετα οι ενοχές του περισσότερο κατευθύνονται στον περίγυρο των οικείων του: πώς έφτασε στο σημείο να μην αντιληφθεί την χρόνια απιστία της γυναίκας του, να μην γνωρίσει ποτέ ουσιαστικά την κόρη του, να έχει χρόνια ασυμβατότητα με τον γιο του, να εγκαταλειφθεί ακόμα και από τις ερωμένες του.

Αυτή η επιτομή αυτοβιογραφίας συχνά αποκτά χαρακτήρα ψευδοαντιπαράθεσης κυρίως με τον γιό του Μανουέλ, με τον οποίο «συνομιλεί» ως αναγνώστης του τετραδίου του (ενώ ο εγγονός του επιλέγεται ως ένας δεύτερος και σαφώς «ευκολότερος» αποδέκτης), σε μια διαμάχη επιχειρημάτων που πιθανώς έχουν μια (αποπροσανατολιστική;) κρούστα χάσματος γενεών, στο βάθος όμως εκθέτουν το μοναδικό επιχείρημα του Κάρλος: «όλοι οι υπόλοιποι που δεν ψήθηκαν στη ζωή σπαταλούν αυτό που εμείς μαζέψαμε με κόπο». Το κοσμοθεωρητικό του κατασκεύασμα γίνεται περισσότερο εμφανές στην αντιγνωμία με τον – εξίσου χρησιμοποιούμενο για τους σκοπούς του – κουνιάδο του, Μανόλο, έναν θερμό εραστή της ποίησης καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι: η άποψη του τελευταίου πως η ποίηση είναι «απαραίτητη γιατί σε κάνει να ζεις ψηλά, στον καθαρό χώρο όπου αναπτύσσονται τα όνειρα και οι ιδέες», ακυρώνεται από τον Κάρλος με την ίδια προσωδία.

Σε απόλυτη πλέον οργανική και συναισθηματική ερήμωση, μακριά από την «εκκωφαντική Ισπανία του Φράνκο, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο», με την βεβαιότητα πια πως όλα τα πρόσωπα της ζωής του είχαν τοποθετηθεί τριγύρω του «σα να παίζουν μια θεατρική παράσταση» με προδιαγεγραμμένους ρόλους και τεχνητά σκηνικά, ο Κάρλος δεν γνωρίζει πού να ψάξει την αλήθεια, πέρα από τα χειροπιαστά τεκμήρια του παρελθόντος: «Όταν κοιτάζω όλες αυτές τις φωτογραφίες, μού έρχεται στο μυαλό η σκέψη ότι (…) περιμένουν πότε θα σταματήσει κάθε κίνησή μας, για να μείνουν αυτές η μοναδική αλήθεια». (σ. 63)

Η πυκνή γραφή του Τσίρμπες (Βαλένθια Ισπανίας, 1949), με εμβριθείς περιγραφές συναισθημάτων, εικόνων και καταστάσεων αποδίδει την εξομολογητική, σχεδόν ελεγειακή διάθεση ενός ανθρώπου που πάντα θεωρούσε πως «η ζωή είναι ένα θολό μείγμα βίας και οίκτου», και διαπίστωνε πως οι πάντες έχουν μανία να μασκαρεύουν την πραγματικότητα – εκτός φυσικά από τον ίδιο. Ο Κάρλος δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί πως ακριβώς η άποψή του πως «δεν υπάρχει άλλο κέντρο του κόσμου εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό» τον εκτροχίασε εξ αρχής σε διαστρεβλωμένες απόψεις περί ευτυχίας και συνύπαρξης. Γι’ αυτό ακριβώς μένει με την ματαιωτική αίσθηση πως ελάχιστα γνώρισε τους αγαπημένους του, χωρίς προφανώς ποτέ να αντιληφθεί πως ο κυριότερος παραγκωνισμένος άγνωστος ήταν ο ίδιος.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, 125 σελ. (Los disparos del cazador, 1994)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 600, 23.4.2010 (και εδώ)

25
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 59

Μπέρνχαρντ Σλινκ, «Η γυναίκα του βενζινάδικου», Ερωτικές αποδράσεις, εκδ. Κριτική, 2000, μτφ. Ιάκωβος Κοπερτί, σ. 291 (Bernhard Schlink, Liebesfluchten, 2000)

Κοίταξε το έδαφος μπροστά του και πρόσεξε πως το χαλίκι ήταν υγρό από την ομίχλη. Με τη μύτη του παπουτσιού αναποδογύρισε μια πέτρα· ήθελε να δει αν και η άλλη πλευρά της ήταν υγρή, και πράγματι ήταν. Στους συνεργάτες του δίδασκε ότι η περισυλλογή και η απόφαση είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η περισυλλογή δεν ήταν απαραίτητο να οδηγήσει στη σωστή αλλά και σε οποιαδήποτε απόφαση, μπορούσε μάλιστα να περιπλέξει και να δυσκολέψει την απόφαση μέχρι παραλυσίας. Η περισυλλογή χρειάζεται χρόνο, η απόφαση χρειάζεται θάρρος, συνήθιζε να λέει, και ήξερε ότι τώρα δεν του έλειπε ο χρόνος να σκεφτεί, αλλά το θάρρος ν’ αποφασίσει. Ήξερε επίσης ότι η ζωή απογράφει στα κατάστιχα εξίσου με τις ειλημμένες και τις μη ειλημμένες αποφάσεις.

Στην Ελένη Γιαννακάκη

23
Απρ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ερμούπολη. Επιλογή κειμένων: Μάνος Ελευθερίου

Πρωτοβρέθηκα στη Σύρο το 1992 στην αρχή μιας αυτοσχέδιας ημιεπαγγελματικής εξάμηνης περιπλάνησης και θυμάμαι ένα πραγματικά υπέροχο περιοδικό, τα Συριανά γράμματα (1988-1998, εκδ. Δημήτρης Β. Βαρθαλίτης). To είδα για πρώτη φορά διασκορπισμένο στο Hotel Europe με το μεγάλο αίθριο και οι ευγενείς υπάλληλοι μου επέτρεπαν να το υπεξαιρώ στον δρόμο προς το δωμάτιό μου. Τώρα  ευτυχής βλέπω να συμπεριλαμβάνεται εδώ, όπως και οι συγγραφείς που περικύκλωνα τις προτομές τους σε εκείνες τις περιπλανήσεις: ο Γεώργιος Σουρής, με το διεισδυτικό του βλέμμα στην είσοδο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στην εξίσου μυθιστορηματική πλατεία της Ερμούπολης, η Ρίτα Μπούμη Παπά παραδίπλα και ο Βελισάριος Φρέρης στο μικρό πλαταιάκι της Άνω Σύρου – αυτοσχέδιο τότε αναγνωστήριό μου. Δεν είναι φιλοτεχνηθεί σε άλλη ανωσυριανή γωνία η μορφή του Μάρκου Βαμβακάρη αλλά κάτω απ’ την κολοσσιαία φιγούρα του στην Κατώγα κάποιοι μου πρόσφεραν ένα αναστάσιμο δείπνο – είχα βρεθεί χωρίς χρήματα. Μόνο ο Σπύρος Μουστακλής μένει ανανθολόγητος εδώ – αλλά αυτός δεν πρόλαβε να γίνει συγγραφέας – πού χρόνος για γράψιμο όταν προτιμάς να πράττεις. Εκεί πρωτοδιάβασα και τον Ευάγγελο Ν. Ρούσσο και την Λουκρητία Δούναβη – εδώ κι αυτοί.
Ο ανθολόγος δηλώνει απερίφραστα πως έπραξε το κεφαλιού του, αφενός ψαχουλεύοντας στο πλήθος των σχετικών συριανών και κυκλαδικών εν γένει περιοδικών, εφημερίδων και επετηρίδων, αφετέρου ανοίγοντας το βλέμμα και προς το υπόλοιπο νησί, συμπεριλαμβάνοντας εν τέλει ένα ευρύτατο μπουκέτο κειμένων, εξ ου και η ενδεικτική αλλά κατεβατή συριανή βιβλιογραφία στην έξοδο. Ας πράξω κι εγώ του κεφαλιού μου ξεκινώντας απ’ το τέλος, από ένα αμιγώς μυητικό στην λογοτεχνική νήσο κείμενο του Μάρκου Δ. Φρέρη. Αυτή η πρόταση συριανογραφικού περιγράμματος διαπερνά την μετεπαναστατική λογιοσύνη του Θεόδωρου Ορφανίδη, τις γαλλικού ρομαντισμού απομιμήσεις του Ιάκωβου Πιτσιπίου, την «ανάμειξη της γαλατικής ερωτικής ελευθεριότητας με τον καραβοκυρίστικο συντηρητισμό» στην Μεγάλη Χίμαιρα του ολιγοήμερου επισκέπτη Μ. Καραγάτση.

Ο Νικόλαος Κάλας «θα εντάξει την βιομηχανική υποτροπή της Σύρας του ’70 σε φουτουριστικές συνθέσεις λογοπαικτικής εκτόνωσης», ο «πρώτος ιδανικός αυτόχειρας της λογοτεχνίας μας» Ιωάννης Καρασούτσας βλέπει με τα μάτια του μετοίκου, στις δυο άκρες της γλώσσας οι Νικόλαος Δραγούμης και Γιάννης Ψυχάρης, κι ακόμα μια … βιομηχανική περιπλάνηση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, ο νεορομαντικός οίστρος του Κώστα Ουράνη, μια συλλογή σύντομων δημοσιευμάτων για το θέατρο της πόλης, στο οποίο άλλωστε αφιερωνόταν και ο Καιρός των Χρυσανθέμων του Μ. Ελευθερίου και βέβαια οι περιηγητές του 19ου αιώνα (μεταξύ των οποίων και οι ντε Νερβάλ, Γκωτιέ).

Στο μέσον βέβαια του λόγου της Σύρου παραμένουν οι εμβληματικές της μορφές που βγήκαν και προς την ανοιχτή θάλασσα εκτός τειχών και φάρων με τον μοναχικό ερμουπολίτικο αστισμό αλλά και ευρωκεντρισμό τους: ο ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Δημήτριος Βικέλας (εικ. δίπλα), με αναδημοσίευση εδώ ολόκληρης της ροΐδειας Ψυχολογίας συριανού συζύγου, ενός διηγήματος που, τολμώ να πω, πέραν των ήδη καταδειχθέντων θέλγητρων του, αποτελεί και μανιφέστο ενός συγκεκριμένου και πάντα παρόντος ιδιάζοντος ερωτισμού: …κατήντησα εις το συμπέρασμα ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναται τις να αισθανθή πλησίον γυναικός, είνε ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της ζηλείας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν αυτού. Μόνο ο διελθών δια τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπέρτατης ηδυπάθειας. Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και όχι καθ’ ημέραν καλή. Μπορούμε άραγε να το εκλάβουμε και ως μεταφορά για το ίδιο το νησί;

Εκδ. Μεταίχμιο, 2004, 283 σελ., φωτογραφίες Καμίλο Νόλλας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.
22
Απρ.
10

John Grant – Queen of Denmark (Bella Union, 2010)

 

Συνεχίζω μέχρι σήμερα ν’ ακούω τους Czars, επειδή βρίσκω εκείνο το είδος της εσωτερικής έντασης που σπανίζει στους περισσότερους ομογάλακτους singers / songwriters και περισσεύει σε άλλες αργοταχύτητες μπάντες. Δυσκολεύομαι μάλιστα να διαλέξω και να προτείνω αδιαμφισβήτητο δίσκο: κατά καιρούς εμμένω στο Sorry I Made You Cry (αλλά δεν θα στενοχωρηθεί ο άλλος αν απ’ τις δουλειές του διαλέξεις εκείνη που δεν είχε δικά του τραγούδια;), με το κριτήριο των πολλαπλών επιστροφών προκρίνω το Goodbye, μετά απορώ που άφησα έξω το The Ugly People vs The Beautiful People (που άρχιζε με το Drug, από το οποίο δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις, άρα κέρδιζες δεκάδες αρχές). Μετά διέλυσαν και τι άλλο παραπάνω να κάναμε από το να τους καταχωρήσουμε στο Μεγάλο Ροκ εντ Ρολλ Βιβλίο των Αδικιών;

Ο Ησυχαστής μέσα μου βέβαια έλεγε πως όσο εκείνος ανοίγει το στόμα του, θα βγαίνει πάντα η ίδια ελαφρώς και βελουδίνως βαρυτονίζουσα φωνή, κι όσο συνθέτει θα έχει τις ίδιες πιθανότητες για μικροκομψοτεχνίες. Έμεναν εκείνοι που θα τον έσερναν ξανά στον κόσμο κι αυτή τη φορά ήταν οι ομόσταβλοι Midlake, προσφέροντας εαυτούς, χωροχρόνο ηχογράφησης και την τυχερή τους αίγλη: τον τσίμπησαν απ’ την Νέα Υόρκη όπου βολόδερνε και τον έσυραν στο δικό τους Τέξας βέβαιοι πως του αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Κι έτσι τώρα έχουμε ένα δίσκο παραπάνω να αναλωνόμαστε σε μάταιες επιλογές, να ακούγεται απολαύσιμος απ’ την μια άκρη ως την άλλη και να μας πονοκεφαλιάζει με την ανεύρεση των πηγών του.

Γιατί φωνητικά δεν υπάρχει πρόβλημα: Scott Walker όταν κάνει λίγο τον πιο βαθύ, Tim Buckley όταν αφήνεται, δηλαδή τις περισσότερες φορές, και δικαιούται πια να του λέμε πως ακούγεται ακριβώς σαν John Grant. Αλλά μουσικοσυνθετικοερμηνευτικά, το σύνολο σε γλυκοσκεπάζει με ένα απόλυτα στοργικό 70ς σκέπασμα ενός είδους που εμείς οι άσχετοι ονομάζαμε soft rock, το τιμούσαν άντρες που δεν ντρέπονταν να κλαψουρίσουν, το λούστραραν με πιάνο και σεβάσμιες παραγωγές, και τιμούσαν εαυτούς και κοινό με συνθέσεις όνομα και πράμα, με διάθεση να κολλήσουν στο κασεττόφωνο (με δυο ταυ παρακαλώ) του αυτοκινήτου ή στο στερεομεγαθήριο του σαλονιού και κυρίως στο ραδιόφωνο με Ρ κεφαλαίο. Γι’ αυτό και οι φίλοι που έβαλα να ακούσουν και να αποφανθούν πρότειναν τους πιο ασύμβατους: μήπως Steely Dan, μήπως Randy Newman, μήπως Elton John, μήπως Cat Stevens;

Ο μόνος τρόπος να επιπλεύσεις χωρίς ενοχές σ’ αυτή την παχύρρευστης μελοδραματικότητας μουσική είναι να θυμάσαι πως αυτός ήταν στους Czars κι όχι στους Chicago ή τους Air Supply, που διαιωνίζουν σαρδόνια την υπογραφή τους, και κυρίως πως υπάρχουν εδώ ένα μάτσο ποιήματα που μόνο από ένας ξενερωτικός είρων καγχαστής θα διακωμωδούσε. Για παράδειγμα, εκεί δηλαδή που βλέπεις τον τίτλο Sigourney Weaver και περιμένεις έναν ύμνο προς τιμήν της, έστω μια κατάθεση πως αυτή είναι η Βασίλισσα του δικού του βασιλείου της Δανιμαρκίας, την ξεπετά με ένα απλό «I feel just like Sigourney Weaver/when she had to kill those aliens”. Και δεν τελειώσαμε εδώ με τους εξωγήινους, εφόσον επανέρχονται στα Marz και Outer Space, καταστρέφοντας την καθημερινή του ηρεμία. Μήπως έπρεπε η επόμενη back μπάντα του να είναι οι Flaming Lips (στους οποίους, ωπ, τι βλέπω; σαππόρταρε στην πρώτη μεταδιαλυτική του περίοδο);

Ή με άλλα λόγια, κανείς μελοδραματιστής δεν θα είχε για ψωμοτύρι στίχο όπως το I wanted to change the world/but I could not even change my underwear. Και το Jesus Hates Faggots συνταιριάζει ακριβώς στο κλίμα του βιβλίου του Christopher Hitchens που παρουσιάσαμε πρόσφατα, για τα μίση που προκαλεί η θρησκεία. Γι’ αυτό και ίσως οι Midlake εδώ έβγαλαν πολλή περισσότερη δουλειά απ’ όσο φαίνεται. Μινιμάλισαν το λούστρο, έβγαλαν όσο πρέπει την φωνή της φωνής, αφαίρεσαν εκεί που έπρεπε, πρόσθεσαν εκεί που ταίριαζε – χωρίς βέβαια (ευτυχώς) να το φτάσουν στις δικές τους γυμνότερες βουνοπλαγιές.

Η έναρξη, η δευτερολογία και ο επίλογος είναι η τριάδα που λάμπει περισσότερο. Είναι αξιοσημείωτο πως οι λίγοι ως τώρα reviewers μίλησαν για 3-4 τραγούδια που – προσέξτε – δεν είναι αυτά που ξεχωρίζουν αλλά αυτά που ως «δεύτερα» αδίκησαν την πλειοψηφία των 8 αρίστων εδώ. Προσωπικά δεν μπήκα σε τέτοια καταμέτρηση: αν τα 2/3 των συνθέσεων ενός είδους που σπάνια βγάζει πλήρες σύνολο είναι τέτοιας κοπής, τότε δώστε μας κι άλλες τέτοιες οκτάβες, σόρυ, οκτάδες. Κι αυτόν αμολείστε τον στην έρημο του Τέξας για νέες φωτίσεις και κρατήστε τον κι άλλο αιχμάλωτο στο Τέξας, εσείς εκεί αστέρες της Bella Union.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, δηλαδή εδώ.




Απρίλιος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 875,682 hits

Αρχείο