Αρχείο για Απρίλιος 2010

30
Απρ.
10

Κάλλια Παπαδάκη – Ο ήχος του ακάλυπτου. Έξι κοινόχρηστες ιστορίες

 

Δεν γνωρίζω για πόσους αναγνώστες ο ακάλυπτος χώρος της κατοικίας και ιδίως της πολυκατοικίας υπήρξε το κατεξοχήν μέρος του παράξενου, του έρημου ή του αξιοπαρατήρητου – για μένα ήταν σίγουρα όλα αυτά και πολλά περισσότερα. Σταδιακά βέβαια και με τόσες αλλαγές σπιτιών την θέση του πήραν οι ίδιοι οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας και τα ίδια τα διαμερίσματα με τους αμίλητους και αντι-καλημεριστές συνοίκους. Ενδιαφέρον υλικό ψυχορεαλιστικής γραφής, προσωπικής περιγραφής και λογοτεχνικής υπογραφής, κι ακριβώς έτσι το αντιμετωπίζει η Κάλλια Παπαδάκη (Διδυμότειχο, 1978 – Θεσσαλονίκη – Βοστώνη – Αθήνα), οικονομολόγος αποδράσασα για χάρη του γραψίματος και της κινηματογραφίας.

Οι «έξι κοινόχρηστες ιστορίες» εκκινούν και καταλήγουν στους παραπάνω χώρους μόνο που εδώ συμβιώνουν όχι τόσο οι άνθρωποι όσο οι ιστορίες, άρα συνυπάρχουν βίοι, πορείες που ανεπαίσθητα διασταυρώνονται, χωρίς να εισχωρούν η μία στην άλλη, που συμπλέουν σε κοινά χωρικά ύδατα – σύμφωνα και με μια ιδιαίτερα διαδεδομένη κινηματογραφική οπτική των τελευταίων δυο δεκαετιών, ιδίως της τελευταίας. Η ανοιχτή πόλη μας εκθέτει όλους, η κλειστή πολη/κατοικία βρίσκεται εδώ και τουλάχιστο μας κρύβει για όσο μας παίρνει, τα νοσοκομεία είναι ιδανικοί χώροι εμπορίου συναισθημάτων, τα νομικά αδικήματα έχουν αναπόφευκτη παρουσία στην ζωή των περισσότερων, η τηλεόραση δεν σε προστατεύει με τίποτα όταν είναι να βγεις στον διαφορετικό έξω κόσμο.

Αυτός είναι ο κόσμος μας, έτσι κι αλλιώς, όλοι αυτοί κινούνται δίπλα μας: οι διακινητές των κινέζικων κρεάτων, οι μεγαλωμένες με τον πολιτισμό των πρωινάδικων, οι επανευρισκόμενοι μέσω facebook, οι διπλά και λάθρα βιώντες, οι παραβάτες που δεν είναι πλέον οι απειλητικοί επαγγελματίες του εγκλήματος αλλά οποιοσδήποτε. Ο γείτονας αποτελεί ανεπιθύμητη παρουσία, απειλή και υπο-αντι-κείμενο προς εκτόνωση, κάποιοι άλλοι ψάχνουν απεγνωσμένα την έμπνευση (και δη σε τέτοιους γκριζοχώρους) αλλά πού να την βρουν, εφόσον έχουμε μάθει να κοιτάζουμε μ΄ έναν μόνο τρόπο, γι’ αυτό και μας σαστίζει η συναρπαστική περιγραφή της πόλης(βάσει ήχων, διαδρομών, στάσεων, φαντασιών κλπ.) έναν απαχθέντα μέσα από το σκοτεινό πορτ μπαγκάζ. Αφού οι περισσότεροι βλέπουν κάπως έτσι: Η Δήμητρα είναι μια βιτρίνα – καθρέφτης και πάνω στο γυαλί αντανακλάται αυτό που βλέπεις. Όσο και να κοιτάξεις μέσα, βλέπεις μόνο τον εαυτό σου. Αν πάλι δεν κοιτάξεις, δεν θα δεις τίποτα.

Εκδ. Πόλις, 2009, 277 σελ.  Δημοσίευση και εδώ. H συγγραφέας στο αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.
30
Απρ.
10

Στο αίθριο του πανδοχείου, 29. Κάλλια Παπαδάκη

 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Paul Auster, Ian McEwan, Στρατής Τσίρκας, Salman Rushdie, Italo Calvino, Philip Roth, John Updike, V.S Naipaul, Patrick Modiano… 

 Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Τα παιδιά του Μεσονυχτίου (Rushdie), Αόρατες Πόλεις (Calvino), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Durrell), The Bone People (Keri Hulme) , Η Αντιζωή (Roth), Τι είδε η γυναίκα του Λωτ (Μπουραζοπούλου), American Gods (Neil Gaiman)…,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα των Raymond Carver και A. Chekhov

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου κι ο Χρήστος Οικονόμου

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Φροντίζω και δεν αφήνω ίχνη. Δεν έχω facebook. Είδατε τι έπαθε και που κατέληξε ο Στράτος στον ήχο του ακάλυπτου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Kurt Wallander. Μόνο για την ντετεκτιβική οξύνοιά του, σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση του στα βιβλία του Henning Mankell.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε ξένα πατώματα, σε σκαλοπάτια, σε μέσα μεταφοράς, σε πάρκα, καφέ, μπαρ…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στο δρόμο τις παγιδεύω, συνήθως καθ’ οδόν. Πιο σπάνια στο γυμναστήριο. Μετά τις επεξεργάζομαι στον υπολογιστή. Συχνά δεν είναι παρά ο ενθουσιασμός της στιγμής. Μια στις τόσες είναι κάτι που αξίζει να το δουλέψεις και να το δοκιμάσεις στο χρόνο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κυρίως κατά τη γραφή. Ακούω το ίδιο κομμάτι ξανά και ξανά. Κρατά το ίσο στη σκέψη και τις λέξεις που παρατάσσονται να συνταχθούν. Κοινώς έχω μουσικές εμμονές. Αυτή τη στιγμή ακούω το fake empire από το συγκρότημα the national. Σ’ επανάληψη.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας Ο ήχος του ακάλυπτου;
Στη θύρα στέκεται ο Στράτος. Θα σας ξεναγήσει καλύτερα από μένα. Είναι έμπειρος. Έχει πάνω από χρόνο στη δουλειά. Καλή ανάγνωση!

Η κριτική αποδοχή του ήταν ομόφωνη. Καταλάβατε τι ακριβώς προκάλεσε όλες αυτές τις θετικές και υπερθετικές προσλήψεις;
Υπάρχουν πολλές συνιστώσες. Ένα πρώτο, φρέσκο βιβλίο. Η σχετικά νεαρή ηλικία. Κι όλα σε συνδυασμό με τις εκδόσεις Πόλις που βγάζουν έναν πρωτοεμφανιζόμενο τη χρονιά. Το δεύτερο βήμα θα’ ναι πιο δύσκολο κατά τη γνώμη μου. Η κριτική είναι πιο έντονη κι οι προσδοκίες επίσης.

Πώς βιοπορίζεστε;
Με τις λέξεις που γράφονται. Μάλλον θα τα κατάφερνα καλύτερα με τα οικονομικά.
Μόνο που δεν κατάφεραν να με κερδίσουν. Πάντα είχα το μυαλό μου αλλού.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Τη Στρατιά του E.L Doctorow.

Τι γράφετε τώρα;
Σενάριο για τον κινηματογράφο

Ένθετα εφημερίδων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοφιλικά ιστολόγια. Αν έπρεπε να επιλέξετε με τη σειρά την λογοτεχνική σας ενημέρωση, ποια θα ήταν η διαδρομή;
Ένθετα εφημερίδων, βιβλιοφιλικά ιστολόγια, λογοτεχνικά περιοδικά.

Δημοσίευση και εδώ.

28
Απρ.
10

David Byrne – Fatboy Slim – Here lies love (Todomundo, 2010)

 

Βλέποντας το τμήμα press στο σάιτ που φτιάχτηκε για ετούτο τον δίσκο βλέπω δεκάδες συνδέσμους προς τα περισσότερα μέινστριμ έντυπα, κυρίως εφημερίδες. Όλοι με σύντομα σχόλια διεκπεραιώνουν την υποχρέωσή τους, εστιάζοντας στην επιλογή του concept: η ζωή και οι σκέψεις της Imelda Marcos, συζύγου του δικτάτορα των Φιλιππίνων. Ο ορισμός του μεταμοντέρνου! Το έργο καθεαυτό (εδώ η μουσική) προκαλεί λιγότερες συζητήσεις από τα περί αυτό: πόσο καιρό του πήρε (5 χρόνια), γιατί την διάλεξε (πρέπει να διαβάσεις το εκατοντασέλιδο βιβλιαράκι, που περιλαμβάνει και κατά στίχο ερμηνεία – ούτε η Βίβλος να ήτανε), τι απάντησε στο τηλέφωνο της ίδιας της Μάρκος που δήλωσε επιθυμία να συμμετάσχει. Για την μουσική όλοι κάνουν το παγώνι, ξεμπερδεύοντας με τον χαρακτηρισμό funk opera, λες και οποιοδήποτε σύνολο με πολλούς συμμετέχοντες και μια ψευδομιουζικαλίστικη χροιά, βαφτίζεται όπερα. Αν φωνάξω είκοσι μπουζουκτσήδες να ρεμπετίσουμε όλοι μαζί, θα πάρω τον τίτλο μπουζουκόπερα;

Εμείς ας ξεκινήσουμε απ’ τη μουσική: η έναρξη σε παραπλανά γιατί θυμίζει την αβανταδόρικη αρχή του τελευταίου Mint Royale (το Don’t Falter με την Laurene Laverne δεν είχε ανάλογους ακόλουθους), συνεπώς περιμένεις μια συνέχεια ανάλογη, άντε προς Pink Martini ή De Phazz. Ευτυχώς όχι, αλλά ακολουθεί κάτι χειρότερο: ένας λαππάς από νερόβραστα, πανομοιότυπα λευκά σόουλ ραδιοφώνου της συμφοράς και λάουντζ της γειτονιάς. Ο Slim είναι στο στοιχείο του: στο θεοβάρετο μέτριας ταχύτητας επαναλαμβανόμενο ανέμπνευστο φανκοντίσκο. Ο δε Byrne το ξέρουμε πως έχει από αμνημονεύτων χρόνων διαζευχθεί απ’ τη μελωδία έχοντας πάρει εργολαβία τον φάνκι ρυθμό, αλλά εδώ έχει στραγγίξει κάθε αναμενόμενο ethnic ή φιλιππινέζικο ιδίωμα. Προς τι η τόση ντισκούρα; Μα γιατί η κυρά λάτρευε την ντίσκο των τελών 70s αρχών 80s, έχτιζε ολόκληρες ντισκοτέκ στα σπίτια της, συνεπώς, διαβάζοντας ο Byrne και το The Emperor του Ρίτσαρντ Καπισίνσκι συνέλαβε την ιδέα της μεταφοράς της ζωής της σε μια ιδεατή θεατρική σκηνή, με την αγαπημένη της υπόκρουση. Τόσο απλό.

Μόνο που το σύνολο με τις 19 τραγουδιάρες μοιάζει περισσότερο με καλλιστεία για singer – songwriters. Βάλε και μια άσχημη ρε Δαβίδ, για το ξεκάρφωμα. Υπάρχουν δυο εξαιρέσεις εκτός συναγωνισμού λόγω μεσοκοπίας, οι ερχόμενες από τα αζήτητα Kate Pierson (ναι, των B52, η φωνή και το στιλ της οποίας, παραδόξως, δεν άλλαξαν στο παραμικρό) και… Cyndi Lauper (ναι, στριγγλίζει ακόμα). Μόνο η Martha Wainwright και η θεατρινίστική της εμμονή ταιριάζει στο κάδρο του Μπροντουγεϊκού The Rose of Tacloban – ούτε καν η μόνη Φιλιππινέζα εδώ Charmaine Clamor (τζαζίστρια βέβαια). Φυσικά ο Byrne είναι πολύ μεγαλομανής να μείνει απόξω από τις φωνές, οπότε κάνει μια μικρή εξαίρεση και τραγουδάει σε δυο κομμάτια, καλώντας για άλλοθι και τον αριστερό Steve Earle να τραγουδήσει ως … Marcos. Για γέλια ή για κλάματα;

Η ζωή της Μάρκος είχε όλα τα στοιχεία που συγκινούν τους λαϊκούς νόες: φτωχή νεότητα στην επαρχία, το αγουροκόριτσο γίνεται όμορφη γυναίκα, τάζει στην δούλα της Εστρέλλα πως όταν κάποτε πετύχει δεν θα την ξεχάσει ποτέ και σωστά μαντεύετε, όταν πέτυχε έκανε όχι μόνο έκανε πως δεν την ήξερε, αλλά και της διέλυσε τη ζωή. Σαπουνόπερα δηλαδή. Πώς ξέφυγε από την Ιζαμπέλ Αλιέντε; Κάτι μυρίζει εδώ, και μάλλον είναι η αγιοποίηση – θυματοποίηση μιας δεύτερης Evita Peron. Έσωσε τόσο κόσμο, την λάτρεψαν άλλοι τόσοι, δεν πειράζει που ο σύζυγος ήταν χασάπης ανθρώπων, όταν ήταν μικρούλα είχε άλλα όνειρα, η ζωή την έκανε έτσι, συγχωρείστε την παρακαλώ κλπ κλπ. Γι’ αυτό και οι διάφορες φωνές εδώ παίρνουν διαδοχικά τους ρόλους της Imelda και της Estrella, πάντα τραγουδώντας ντίσκο και φανκιές. Ένα τόσο κενό κιτς – εκτός αν η κενότητα της μουσικής απευθύνεται στους κενότατους που την λάτρεψαν. Ίσως για αυτό, τώρα που το σκέφτομαι, λιγότερα έχει να γράψει κανείς για τα κομμάτια. Δακρυβρεχτότερο όλων το Men Will Do Anything, για το κέρατο που έτρωγε απ’ τον ηγέτη.

Προφανώς ο Byrne έχει το προνόμιο της εκκεντρικότητας που κάνει ό,τι γουστάρει, γι’ αυτό και αποσιωπεί το θέμα για το οποίο η Marcos είναι περισσότερο γνωστή ανά τον κόσμο: την τρισχίλιαδη συλλογή από παπούτσια, σε μια χώρα όπου και το ένα ζευγάρι αποτελούσε χλιδή. Εδώ καμία σχετική αναφορά. You, foul, Mr Byrne. Αντίθετα προτιμά ιστορίες για το πώς χόρευε με τον Warhol στο στούντιο 54, πώς έριξε πόρτα στους Μπιτλς, πώς μίλησε στα Ηνωμένα Έθνη για τον Πάκμαν. Λες και οποιοδήποτε γραφικό ανεκδοτολογικό στοιχείο δεν αναιρεί το γεγονός πως της καλάρεσε να στέκεται δίπλα στον κοπλεξικό κοντό Φερνινάρδο μαζί με τον οποίο έκατσε στο σβέρκο του εξαθλιωμένου Φιλιππινέζικου λαού για καμιά εικοσαριά χρόνια, 1965 – 1986. Κάποιος έγραψε πως είναι σαν να κάνεις αφιέρωμα στον Πινόκιο και να μην αναφέρει την μύτη, ένας άλλος είπε Try putting yourself in her shoes…

Πάλι καλά που δεν έχουμε Μπέρνι στην Ελλάδα, ικανός ήταν να γράψει κάνα έργο για τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, γιατί κι αυτή ως θύμα μπορείς να την δεις από την μια άποψη. Αλλά αυτή παραήταν κυράτσα για τέτοιες πορτρετογραφίες και χόρευε τσάμικο (αν και για τον Μπέρνι αυτό είναι ελληνικό έθνικ…). Η Μάρκενα επέστεψε στη χώρα της μετά από σύντομη πενταετή εξορία και σήμερα στα 80 της κυνηγάει μια θέση στη Βουλή. Άντε, και πρωθυπουργός. Στοιχηματίζω πως θα καυχιέται για το άλμπουμ στις φίλες της. Και πως οι κυρές των εναπομείναντων δικτατόρων του κόσμου ίσως ελπίζουν να σκαρώσει και γι’ αυτές ο Μπέρνι ένα – τελικώς – τιμητικό αλμπουμάκι.

Συμμετοχές: Florence Welch, Candie Payne & St. Vincent, Tori Amos, Martha Wainwright, Nellie McKay, Steve Earle, Cyndi Lauper, Allison Moorer, Charmaine Clamor, Roisin Murphy, Camille, Theresa Andersson, Sharon Jones, Alice Russell, Kate Pierson, Sia, Santigold, David Byrne, Nicole Atkins, Natalie Merchant, Shara Worden.

Πρώτη δημοσίευση με παραλλαγές: mic.gr. Στις φωτ.: ο ένας κάνει πως δεν ακούει κι ο άλλος πως δεν βλέπει.

26
Απρ.
10

Rafael Chirbes – Σκηνές κυνηγιού

Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου

Ο αφηγητής χαρακτηρίζεται από έντονο πάθος για την τέχνη του κυνηγιού· το βλέπει ως εξαγνιστική άσκηση, εστία καύσης αγωνιών και πλυντήριο συναισθημάτων, ακόμα και ως «μια γέφυρα που ενώνει τη ζωή με το θάνατο», καθώς το άγγιγμα του θηράματος τον φέρνει σε επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, συνεπώς και με την γυναίκα και την κόρη του. Όμως αυτή η κυνηγητική έφεση δεν εμφανίζεται παρά στο τέλος της διήγησής του, όπως άλλωστε και της ζωής του: η θηρευτική του μανία έχει νωρίτερα αποκλειστικά σκοπεύσει στην κοινωνική ανέλιξη και στην ταχύτατη απόκτηση περιουσίας, με την απαραίτητη γαμήλια ένταξη στην κατάλληλη οικογένεια προτού παραμερίσει τα μέλη της πάντα προς ίδιον όφελος. Ιδού το ερώτημα που πάντα προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον: τι σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος όταν πλησιάζει το φυσικό τέλος και η ώρα του απολογισμού; Ποιες από τις επιλογές του υποστηρίζει σθεναρά, ποιες ομολογεί ως εσφαλμένες; Τι ποσοστό ενοχής και μεταμέλειας διαμοιράζεται στον ανυπόκριτο πλέον καθρέφτη του;

Ο Κάρλος συντομογραφεί μια ζωή αυστηρά μελετημένων στοχοθετήσεων. Αυτόκλητος πολεοδόμος – οικοδόμος της νέας φρανκικής Μαδρίτης και τυπικός εκπρόσωπος του ανδρείκελου – τεχνοκράτη με μόνη ιδεολογία εκείνη της ανάπτυξης που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τις δικτατορίες, έχει ως οδηγό το διηνεκές επιχείρημα της «αναγέννησης» της χώρας με κάθε τίμημα. Οι αναθυμήσεις του μοιάζουν αναθυμιάσεις ενός βρώμικου παρελθόντος αλλά εκείνος δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται πλήρως. Αντίθετα οι ενοχές του περισσότερο κατευθύνονται στον περίγυρο των οικείων του: πώς έφτασε στο σημείο να μην αντιληφθεί την χρόνια απιστία της γυναίκας του, να μην γνωρίσει ποτέ ουσιαστικά την κόρη του, να έχει χρόνια ασυμβατότητα με τον γιο του, να εγκαταλειφθεί ακόμα και από τις ερωμένες του.

Αυτή η επιτομή αυτοβιογραφίας συχνά αποκτά χαρακτήρα ψευδοαντιπαράθεσης κυρίως με τον γιό του Μανουέλ, με τον οποίο «συνομιλεί» ως αναγνώστης του τετραδίου του (ενώ ο εγγονός του επιλέγεται ως ένας δεύτερος και σαφώς «ευκολότερος» αποδέκτης), σε μια διαμάχη επιχειρημάτων που πιθανώς έχουν μια (αποπροσανατολιστική;) κρούστα χάσματος γενεών, στο βάθος όμως εκθέτουν το μοναδικό επιχείρημα του Κάρλος: «όλοι οι υπόλοιποι που δεν ψήθηκαν στη ζωή σπαταλούν αυτό που εμείς μαζέψαμε με κόπο». Το κοσμοθεωρητικό του κατασκεύασμα γίνεται περισσότερο εμφανές στην αντιγνωμία με τον – εξίσου χρησιμοποιούμενο για τους σκοπούς του – κουνιάδο του, Μανόλο, έναν θερμό εραστή της ποίησης καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι: η άποψη του τελευταίου πως η ποίηση είναι «απαραίτητη γιατί σε κάνει να ζεις ψηλά, στον καθαρό χώρο όπου αναπτύσσονται τα όνειρα και οι ιδέες», ακυρώνεται από τον Κάρλος με την ίδια προσωδία.

Σε απόλυτη πλέον οργανική και συναισθηματική ερήμωση, μακριά από την «εκκωφαντική Ισπανία του Φράνκο, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο», με την βεβαιότητα πια πως όλα τα πρόσωπα της ζωής του είχαν τοποθετηθεί τριγύρω του «σα να παίζουν μια θεατρική παράσταση» με προδιαγεγραμμένους ρόλους και τεχνητά σκηνικά, ο Κάρλος δεν γνωρίζει πού να ψάξει την αλήθεια, πέρα από τα χειροπιαστά τεκμήρια του παρελθόντος: «Όταν κοιτάζω όλες αυτές τις φωτογραφίες, μού έρχεται στο μυαλό η σκέψη ότι (…) περιμένουν πότε θα σταματήσει κάθε κίνησή μας, για να μείνουν αυτές η μοναδική αλήθεια». (σ. 63)

Η πυκνή γραφή του Τσίρμπες (Βαλένθια Ισπανίας, 1949), με εμβριθείς περιγραφές συναισθημάτων, εικόνων και καταστάσεων αποδίδει την εξομολογητική, σχεδόν ελεγειακή διάθεση ενός ανθρώπου που πάντα θεωρούσε πως «η ζωή είναι ένα θολό μείγμα βίας και οίκτου», και διαπίστωνε πως οι πάντες έχουν μανία να μασκαρεύουν την πραγματικότητα – εκτός φυσικά από τον ίδιο. Ο Κάρλος δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί πως ακριβώς η άποψή του πως «δεν υπάρχει άλλο κέντρο του κόσμου εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό» τον εκτροχίασε εξ αρχής σε διαστρεβλωμένες απόψεις περί ευτυχίας και συνύπαρξης. Γι’ αυτό ακριβώς μένει με την ματαιωτική αίσθηση πως ελάχιστα γνώρισε τους αγαπημένους του, χωρίς προφανώς ποτέ να αντιληφθεί πως ο κυριότερος παραγκωνισμένος άγνωστος ήταν ο ίδιος.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, 125 σελ. (Los disparos del cazador, 1994)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 600, 23.4.2010 (και εδώ)

25
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 59

Μπέρνχαρντ Σλινκ, «Η γυναίκα του βενζινάδικου», Ερωτικές αποδράσεις, εκδ. Κριτική, 2000, μτφ. Ιάκωβος Κοπερτί, σ. 291 (Bernhard Schlink, Liebesfluchten, 2000)

Κοίταξε το έδαφος μπροστά του και πρόσεξε πως το χαλίκι ήταν υγρό από την ομίχλη. Με τη μύτη του παπουτσιού αναποδογύρισε μια πέτρα· ήθελε να δει αν και η άλλη πλευρά της ήταν υγρή, και πράγματι ήταν. Στους συνεργάτες του δίδασκε ότι η περισυλλογή και η απόφαση είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η περισυλλογή δεν ήταν απαραίτητο να οδηγήσει στη σωστή αλλά και σε οποιαδήποτε απόφαση, μπορούσε μάλιστα να περιπλέξει και να δυσκολέψει την απόφαση μέχρι παραλυσίας. Η περισυλλογή χρειάζεται χρόνο, η απόφαση χρειάζεται θάρρος, συνήθιζε να λέει, και ήξερε ότι τώρα δεν του έλειπε ο χρόνος να σκεφτεί, αλλά το θάρρος ν’ αποφασίσει. Ήξερε επίσης ότι η ζωή απογράφει στα κατάστιχα εξίσου με τις ειλημμένες και τις μη ειλημμένες αποφάσεις.

Στην Ελένη Γιαννακάκη

23
Απρ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ερμούπολη. Επιλογή κειμένων: Μάνος Ελευθερίου

Πρωτοβρέθηκα στη Σύρο το 1992 στην αρχή μιας αυτοσχέδιας ημιεπαγγελματικής εξάμηνης περιπλάνησης και θυμάμαι ένα πραγματικά υπέροχο περιοδικό, τα Συριανά γράμματα (1988-1998, εκδ. Δημήτρης Β. Βαρθαλίτης). To είδα για πρώτη φορά διασκορπισμένο στο Hotel Europe με το μεγάλο αίθριο και οι ευγενείς υπάλληλοι μου επέτρεπαν να το υπεξαιρώ στον δρόμο προς το δωμάτιό μου. Τώρα  ευτυχής βλέπω να συμπεριλαμβάνεται εδώ, όπως και οι συγγραφείς που περικύκλωνα τις προτομές τους σε εκείνες τις περιπλανήσεις: ο Γεώργιος Σουρής, με το διεισδυτικό του βλέμμα στην είσοδο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στην εξίσου μυθιστορηματική πλατεία της Ερμούπολης, η Ρίτα Μπούμη Παπά παραδίπλα και ο Βελισάριος Φρέρης στο μικρό πλαταιάκι της Άνω Σύρου – αυτοσχέδιο τότε αναγνωστήριό μου. Δεν είναι φιλοτεχνηθεί σε άλλη ανωσυριανή γωνία η μορφή του Μάρκου Βαμβακάρη αλλά κάτω απ’ την κολοσσιαία φιγούρα του στην Κατώγα κάποιοι μου πρόσφεραν ένα αναστάσιμο δείπνο – είχα βρεθεί χωρίς χρήματα. Μόνο ο Σπύρος Μουστακλής μένει ανανθολόγητος εδώ – αλλά αυτός δεν πρόλαβε να γίνει συγγραφέας – πού χρόνος για γράψιμο όταν προτιμάς να πράττεις. Εκεί πρωτοδιάβασα και τον Ευάγγελο Ν. Ρούσσο και την Λουκρητία Δούναβη – εδώ κι αυτοί.
Ο ανθολόγος δηλώνει απερίφραστα πως έπραξε το κεφαλιού του, αφενός ψαχουλεύοντας στο πλήθος των σχετικών συριανών και κυκλαδικών εν γένει περιοδικών, εφημερίδων και επετηρίδων, αφετέρου ανοίγοντας το βλέμμα και προς το υπόλοιπο νησί, συμπεριλαμβάνοντας εν τέλει ένα ευρύτατο μπουκέτο κειμένων, εξ ου και η ενδεικτική αλλά κατεβατή συριανή βιβλιογραφία στην έξοδο. Ας πράξω κι εγώ του κεφαλιού μου ξεκινώντας απ’ το τέλος, από ένα αμιγώς μυητικό στην λογοτεχνική νήσο κείμενο του Μάρκου Δ. Φρέρη. Αυτή η πρόταση συριανογραφικού περιγράμματος διαπερνά την μετεπαναστατική λογιοσύνη του Θεόδωρου Ορφανίδη, τις γαλλικού ρομαντισμού απομιμήσεις του Ιάκωβου Πιτσιπίου, την «ανάμειξη της γαλατικής ερωτικής ελευθεριότητας με τον καραβοκυρίστικο συντηρητισμό» στην Μεγάλη Χίμαιρα του ολιγοήμερου επισκέπτη Μ. Καραγάτση.

Ο Νικόλαος Κάλας «θα εντάξει την βιομηχανική υποτροπή της Σύρας του ’70 σε φουτουριστικές συνθέσεις λογοπαικτικής εκτόνωσης», ο «πρώτος ιδανικός αυτόχειρας της λογοτεχνίας μας» Ιωάννης Καρασούτσας βλέπει με τα μάτια του μετοίκου, στις δυο άκρες της γλώσσας οι Νικόλαος Δραγούμης και Γιάννης Ψυχάρης, κι ακόμα μια … βιομηχανική περιπλάνηση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, ο νεορομαντικός οίστρος του Κώστα Ουράνη, μια συλλογή σύντομων δημοσιευμάτων για το θέατρο της πόλης, στο οποίο άλλωστε αφιερωνόταν και ο Καιρός των Χρυσανθέμων του Μ. Ελευθερίου και βέβαια οι περιηγητές του 19ου αιώνα (μεταξύ των οποίων και οι ντε Νερβάλ, Γκωτιέ).

Στο μέσον βέβαια του λόγου της Σύρου παραμένουν οι εμβληματικές της μορφές που βγήκαν και προς την ανοιχτή θάλασσα εκτός τειχών και φάρων με τον μοναχικό ερμουπολίτικο αστισμό αλλά και ευρωκεντρισμό τους: ο ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Δημήτριος Βικέλας (εικ. δίπλα), με αναδημοσίευση εδώ ολόκληρης της ροΐδειας Ψυχολογίας συριανού συζύγου, ενός διηγήματος που, τολμώ να πω, πέραν των ήδη καταδειχθέντων θέλγητρων του, αποτελεί και μανιφέστο ενός συγκεκριμένου και πάντα παρόντος ιδιάζοντος ερωτισμού: …κατήντησα εις το συμπέρασμα ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναται τις να αισθανθή πλησίον γυναικός, είνε ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της ζηλείας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν αυτού. Μόνο ο διελθών δια τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπέρτατης ηδυπάθειας. Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και όχι καθ’ ημέραν καλή. Μπορούμε άραγε να το εκλάβουμε και ως μεταφορά για το ίδιο το νησί;

Εκδ. Μεταίχμιο, 2004, 283 σελ., φωτογραφίες Καμίλο Νόλλας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.
22
Απρ.
10

John Grant – Queen of Denmark (Bella Union, 2010)

 

Συνεχίζω μέχρι σήμερα ν’ ακούω τους Czars, επειδή βρίσκω εκείνο το είδος της εσωτερικής έντασης που σπανίζει στους περισσότερους ομογάλακτους singers / songwriters και περισσεύει σε άλλες αργοταχύτητες μπάντες. Δυσκολεύομαι μάλιστα να διαλέξω και να προτείνω αδιαμφισβήτητο δίσκο: κατά καιρούς εμμένω στο Sorry I Made You Cry (αλλά δεν θα στενοχωρηθεί ο άλλος αν απ’ τις δουλειές του διαλέξεις εκείνη που δεν είχε δικά του τραγούδια;), με το κριτήριο των πολλαπλών επιστροφών προκρίνω το Goodbye, μετά απορώ που άφησα έξω το The Ugly People vs The Beautiful People (που άρχιζε με το Drug, από το οποίο δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις, άρα κέρδιζες δεκάδες αρχές). Μετά διέλυσαν και τι άλλο παραπάνω να κάναμε από το να τους καταχωρήσουμε στο Μεγάλο Ροκ εντ Ρολλ Βιβλίο των Αδικιών;

Ο Ησυχαστής μέσα μου βέβαια έλεγε πως όσο εκείνος ανοίγει το στόμα του, θα βγαίνει πάντα η ίδια ελαφρώς και βελουδίνως βαρυτονίζουσα φωνή, κι όσο συνθέτει θα έχει τις ίδιες πιθανότητες για μικροκομψοτεχνίες. Έμεναν εκείνοι που θα τον έσερναν ξανά στον κόσμο κι αυτή τη φορά ήταν οι ομόσταβλοι Midlake, προσφέροντας εαυτούς, χωροχρόνο ηχογράφησης και την τυχερή τους αίγλη: τον τσίμπησαν απ’ την Νέα Υόρκη όπου βολόδερνε και τον έσυραν στο δικό τους Τέξας βέβαιοι πως του αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Κι έτσι τώρα έχουμε ένα δίσκο παραπάνω να αναλωνόμαστε σε μάταιες επιλογές, να ακούγεται απολαύσιμος απ’ την μια άκρη ως την άλλη και να μας πονοκεφαλιάζει με την ανεύρεση των πηγών του.

Γιατί φωνητικά δεν υπάρχει πρόβλημα: Scott Walker όταν κάνει λίγο τον πιο βαθύ, Tim Buckley όταν αφήνεται, δηλαδή τις περισσότερες φορές, και δικαιούται πια να του λέμε πως ακούγεται ακριβώς σαν John Grant. Αλλά μουσικοσυνθετικοερμηνευτικά, το σύνολο σε γλυκοσκεπάζει με ένα απόλυτα στοργικό 70ς σκέπασμα ενός είδους που εμείς οι άσχετοι ονομάζαμε soft rock, το τιμούσαν άντρες που δεν ντρέπονταν να κλαψουρίσουν, το λούστραραν με πιάνο και σεβάσμιες παραγωγές, και τιμούσαν εαυτούς και κοινό με συνθέσεις όνομα και πράμα, με διάθεση να κολλήσουν στο κασεττόφωνο (με δυο ταυ παρακαλώ) του αυτοκινήτου ή στο στερεομεγαθήριο του σαλονιού και κυρίως στο ραδιόφωνο με Ρ κεφαλαίο. Γι’ αυτό και οι φίλοι που έβαλα να ακούσουν και να αποφανθούν πρότειναν τους πιο ασύμβατους: μήπως Steely Dan, μήπως Randy Newman, μήπως Elton John, μήπως Cat Stevens;

Ο μόνος τρόπος να επιπλεύσεις χωρίς ενοχές σ’ αυτή την παχύρρευστης μελοδραματικότητας μουσική είναι να θυμάσαι πως αυτός ήταν στους Czars κι όχι στους Chicago ή τους Air Supply, που διαιωνίζουν σαρδόνια την υπογραφή τους, και κυρίως πως υπάρχουν εδώ ένα μάτσο ποιήματα που μόνο από ένας ξενερωτικός είρων καγχαστής θα διακωμωδούσε. Για παράδειγμα, εκεί δηλαδή που βλέπεις τον τίτλο Sigourney Weaver και περιμένεις έναν ύμνο προς τιμήν της, έστω μια κατάθεση πως αυτή είναι η Βασίλισσα του δικού του βασιλείου της Δανιμαρκίας, την ξεπετά με ένα απλό «I feel just like Sigourney Weaver/when she had to kill those aliens”. Και δεν τελειώσαμε εδώ με τους εξωγήινους, εφόσον επανέρχονται στα Marz και Outer Space, καταστρέφοντας την καθημερινή του ηρεμία. Μήπως έπρεπε η επόμενη back μπάντα του να είναι οι Flaming Lips (στους οποίους, ωπ, τι βλέπω; σαππόρταρε στην πρώτη μεταδιαλυτική του περίοδο);

Ή με άλλα λόγια, κανείς μελοδραματιστής δεν θα είχε για ψωμοτύρι στίχο όπως το I wanted to change the world/but I could not even change my underwear. Και το Jesus Hates Faggots συνταιριάζει ακριβώς στο κλίμα του βιβλίου του Christopher Hitchens που παρουσιάσαμε πρόσφατα, για τα μίση που προκαλεί η θρησκεία. Γι’ αυτό και ίσως οι Midlake εδώ έβγαλαν πολλή περισσότερη δουλειά απ’ όσο φαίνεται. Μινιμάλισαν το λούστρο, έβγαλαν όσο πρέπει την φωνή της φωνής, αφαίρεσαν εκεί που έπρεπε, πρόσθεσαν εκεί που ταίριαζε – χωρίς βέβαια (ευτυχώς) να το φτάσουν στις δικές τους γυμνότερες βουνοπλαγιές.

Η έναρξη, η δευτερολογία και ο επίλογος είναι η τριάδα που λάμπει περισσότερο. Είναι αξιοσημείωτο πως οι λίγοι ως τώρα reviewers μίλησαν για 3-4 τραγούδια που – προσέξτε – δεν είναι αυτά που ξεχωρίζουν αλλά αυτά που ως «δεύτερα» αδίκησαν την πλειοψηφία των 8 αρίστων εδώ. Προσωπικά δεν μπήκα σε τέτοια καταμέτρηση: αν τα 2/3 των συνθέσεων ενός είδους που σπάνια βγάζει πλήρες σύνολο είναι τέτοιας κοπής, τότε δώστε μας κι άλλες τέτοιες οκτάβες, σόρυ, οκτάδες. Κι αυτόν αμολείστε τον στην έρημο του Τέξας για νέες φωτίσεις και κρατήστε τον κι άλλο αιχμάλωτο στο Τέξας, εσείς εκεί αστέρες της Bella Union.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, δηλαδή εδώ.

20
Απρ.
10

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.

19
Απρ.
10

Olivier Rolin – Τοπία καταγωγής. Αφηγήματα. Hemingway, Nabokov, Borges, Michaux, Kawabata

Αρκούσε μια φράση από το μυθιστόρημά του Μερόη, πως τα τοπία της παιδικής ηλικίας ποτέ κανείς δεν θα εγκαταλείπει οριστικά μέχρι το τέλος της ζωής του, για να εμπνεύσει τον συγγραφέα για το βιβλίο. Μπορεί αυτή η υποψία αλήθειας να εφαρμοστεί στη λογοτεχνία; Μπορεί η υπογραφή της καταγωγής τους να ανιχνευτεί στο συγγραφικό έργο σαν «απολιθωμένη ακτινοβολία»; Με αυτά τα ερωτήματα στο νου εν έτει 1999 διάλεξε πέντε συγγραφείς γεννημένους το 1899, στις πέντε άκρες του κόσμου και ξεκίνησε για το Μαραντί, το Σικάγο, την Αγία Πετρούπολη, στο Μπουένος Άιρες, τις Βρυξέλες και την Οσάκα, έχοντας ως αποσκευές κάμποσες χιλιάδες σελίδες, αλλά και την φαντασίωση της περιπλανητικής, εκλεκτικής και τυχοδιωκτικής πλευράς ενός διάπλου που όμως θα ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού (έργου) για να φτάσει στις πηγές.

Και πού βρίσκονται άραγε οι πηγές του Χέμινγκουέυ; Σε Ιστορικές Εταιρίες, σε Ιδρύματα με το όνομά του ή στο μουσείο του, που έχει «κάτι το θλιβερά επαρχιώτικο»; Ή μήπως στο σαλέ της οικογένειας δίπλα στη λίμνη, ή στο Red Fox Inn, στον ξύλινο μώλο, στο ινδιάνικο νεκροταφείο; Πού ανεφύη ο έρωτας του αδελφού για την αδελφή με τα αντρόγυνα κοντά μαλλιά; Στο Όουκ Πάρκ που ο Edgar Rice Burroughs στα πρόθυρα της κατάρρευσης είχε σκιτσάρει στο πίσω μέρος παλαιών φακέλων την πρώτη ιστορία του Ταρζάν; Ή στα μέρη που το κυνήγι της πέστροφας χορηγούσε απόκρυφες απολαύσεις, εφόσον άλλωστε «όλο του το έργο ήταν η αφήγηση ενός πολύωρου και πρωτόγονου ψαρέματος»;

Είναι σύμπτωση ότι ο Ναμπόκοφ γεννήθηκε στον ίδιο δρόμο που είχε σπίτι ο εραστής της Άννα Καρένινα; Πιθανώς αλλά από εκεί αρχίζει η δική του αναζήτηση, περνώντας από τις κλινάμαξες με τις οποίες ήταν παθιασμένος (τόσα τρένα πια κινήθηκαν κατά μήκος των γραμμών του) στις βιβλιοθήκες (της Άντας και τις άλλες) «που συνταιριάζουν ευρυμάθεια και ερωτισμό», όπου φως αναβλύζει ακατάπαυστα από τους παλαιούς καιρούς, ίσως και στην πιο αινιγματική και πένθιμη πόλη του κόσμου, την Αγία Πετρούπολη που παγώνει τα φιλιά, προτού επιστρέψουμε στα ναμποκοφικά πάθη, τις πεταλούδες και το σκάκι.

Πού θα αναζητήσουμε τον Μπόρχες; Στις azotea – στις ταράτσες του Μπουένος Άιρες, αφού σ’ εκείνη του σπιτιού στο Παλέρμο κρυφά ανεβασμένος διάβαζε τα απαγορευμένα βιβλία και σε μια άλλη, της βιβλιοθήκης όπου ήταν χαμηλόβαθμος υπάλληλος έγραψε κάποιες ιστορίες του; Πώς θα βρούμε πια τις τεράστιες εγκυκλοπαίδειες, τις εικόνες των οποίων ο ίδιος ντροπαλά παραδεχόταν πως δεν ξέχασε ποτέ, αυτός «που δεν μπορεί να θυμηθεί, χωρίς να μπερδευτεί, το μέτωπο ή το χαμόγελο μιας γυναίκας»; Τα προφανή – οι comparditos, οι διασταυρώσεις στους λαβυρίνθους κι ένα μεγάλο όνειρο, να ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν αρκούν. Ίσως όμως αρκεί ένα αποτύπωμα τίγρης που πανικόβαλε κάποτε τον πληθυσμό του Ροζάριο – τίγρη που ποτέ κανείς δεν είδε, κι εμείς υποπτευόμαστε πως μπορεί κι εκείνος απλά να σκάλισε τα ίχνη της στο χώμα.

Αυτό δεν είναι για μένα…οι τόμοι αυτής της εξαίρετης συλλογής αποτελούν έναν αληθινό φάκελο όπου βρίσκεται κανείς φυλακισμένος κι αυτή είναι μια από τις πιο μισητές αισθήσεις που θα μπορούσα να νιώσω κι ενάντια στην οποία πολέμησα ολόκληρη τη ζωή μου απάντησε ο Μισώ στην πρόταση του Gallimard να τον συμπεριλάβει στην περίφημη σειρά Πλειάδες (:η οριστική εκδοτική δικαίωση στην παγκόσμια λογοτεχνία). Με μια βαθιά περιφρόνηση για την χώρα καταγωγής του, ο Μισώ πάντα επιθυμούσε να βρίσκεται «αλλού», μακριά απ’ όλα και να αναζητά ένα τόπο φτιαγμένο για αναχωρήσεις. Επαναλαμβανόμενο και εμμονικό έπιπλο των ιστοριών του το κρεβάτι, και πάντα η θάλασσα, ένας χώρος χωρίς τραυματικές αποσκευές και δυστυχίες.

Με το που βρέθηκε στο Τόκυο ο Ρολέν είδε γέρους κυρίους με παναμάδες να στηρίζονται στο μπράτσο νεαρών γυναικών, ένα θέαμα αρκούντως καουαμπατικό. Και στα τοπία μέχρι την Οσάκα έψαξε τον απόηχο αλλά και τον πρόηχο του διεστραμμένου ερωτισμού του Καουαμπάτα, του ολομόναχου στον κόσμο από τα 15 του, του σωματικά αδύναμου και φοβισμένου για το θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκείνος είχε αποκτήσει τέτοια εμμονή με την νεότητα, την ομορφιά και τον έρωτα, ίσως εξ ου και η νοσηρή κλίση στο έργο του προς νεκρώσιμες τελετές, κηδεύσεις και αποτεφρώσεις. Και πώς συνδυάζονταν τα δύο; Να φέρεσαι σε μια κοπέλα όπως σε μια νεκρή, να την κρατάς κάτω απ’ το βλέμμα, να τη διερευνάς.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 146 (Paysages origineles. Récits, 1999). Με μια μαυρόασπρη φωτογραφία της νεότητας του καθενός.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες: Χέμινγκουέυ, Καουαμπάτα: οι δυο αυτόχειρες της 5άδας του Ρολέν, συμπτωματικά αμφότεροι Νομπελίστες.

18
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 58

Joseph Conrad – Προσωπικό ημερολόγιο, εκδ. Printa, [σειρά Εκ Βαθέων], 2000, μτφ. Νάσια Ντινοπούλου, Αργυρώ Πατσού, σ. 62-63 [επίμετρο: Czeslaw Milosz – Ο πατέρας του Τζόζεφ Κόνραντ, μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου] (A personal record, 1912)
Ίσως είμαι αναγκασμένος, άθελά μου, να γράφω τώρα πια το ένα βιβλίο μετά το άλλο, όπως παλιότερα ήμουν αναγκασμένος να πηγαίνω το ένα ταξίδι μετά το άλλο. Οι σελίδες πρέπει να διαδέχονται η μια την άλλη – ακριβώς όπως και οι λεύγες στο παρελθόν – πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στο προκαθορισμένο τέλος το οποίο, καθώς δεν είναι άλλο από την ίδια την Αλήθεια, είναι Κοινό· κοινό για όλους τους ανθρώπους και όλα τα επαγγέλματα.

Δεν ξέρω ποια παρόρμηση από τις δύο ήταν για μένα πιο μυστηριώδης και υπέροχη. Στη συγγραφή, ωστόσο, όπως άλλωστε και στη θάλασσα, έπρεπε να περιμένω να μου δοθεί η ευκαιρία. Θα ’θελα να εξομολογηθώ σ’ αυτό το σημείο πως δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θαυμάσιους τύπους που θα έμπαιναν στη θάλασσα μέσα σε μια σκάφη χάριν παιδειάς, και αν μπορώ να υπερηφανευτώ για την συνέπειά μου, το ίδιο ίσχυε πάντα και για το συγγραφικό μου έργο. Κάποιοι άνθρωποι, όπως έχω ακούσει, γράφουν στα βαγόνια των τρένων και ίσως και να μπορούσαν να γράφουν καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο σκοινί που απλώνουν τα ρούχα· όμως, οφείλω να ομολογήσω πως λόγω των συβαρίτικων καταβολών μου δεν καταδέχομαι να γράψω χωρίς κάτι που να μοιάζει τουλάχιστον με καρέκλα. Αράδα αράδα, παρά σελίδα σελίδα κύλησε η Τρέλα του Αλμάγιερ.

Στον Γιάννη Πατίλη
16
Απρ.
10

Christopher Hitchens – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα

Ο Χίτσενς ανήκει στον ευρύτερο κύκλο των σύγχρονων αθεϊστών (Ντάνιελ Ντένετ, Σαμ Χάρις, Ρίτσαρντ Ντόκινς, Μισέλ Ονφρέ) που είναι ιδιαίτερα σκληροί και ειρωνικοί στα γραπτά τους – εξ ου και η χαρακτηρισμός του ως «ρήτορα – πυγμάχου»: η γραφή του δεν φείδεται επιθετικών χαρακτηρισμών και κοσμητικών επιθέτων. Μέσα από μια ευρύτατη γκάμα φιλοσοφικών και λογοτεχνικών αναφορών και σύγχρονων και παλαιότερων ιστορικών στοιχείων ο Χίτσενς επιθυμεί να τεκμηριώσει τον τίτλο του βιβλίου του, τα βασικότερα σημεία του οποίου συνοψίζονται στα εξής:

Η θρησκεία είναι ανθρώπινο (δηλαδή ανδρικό) επινόημα. Η οργανωμένη μορφή της είναι βίαιη, συγγενική με τον ρατσισμό και τον σεχταρισμό, περιφρονεί τις γυναίκες, καταπιέζει τα παιδιά, οδηγεί σε αυταπάτες και ψυχώσεις. Το μήνυμά της είναι μήνυμα μόνιμης υποταγής και ευγνωμοσύνης. Οι θρησκείες εμφανίστηκαν όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν αγράμματοι και ακόμα και σήμερα απευθύνονται πρώτα στους πολλούς, που είναι φτωχοί, αμόρφωτοι και βρίσκονται σε σύγχυση. Οι πρώτοι πατέρες της πίστης (φρόντισαν να μην υπάρχουν μητέρες) ζούσαν σε μια εποχή αβυσσαλέας άγνοιας και φόβου. Σ’ εκείνη την κλαψιάρικη νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου είδους, κλήθηκε να ικανοποιήσει την ανάγκη για γνώση, παρηγοριά και φυσικά την επιθυμία αποφυγής του θανάτου. Παραδόξως οι τρεις βασικές μονοθεϊστικές θρησκείες χαρακτηρίζονται από έναν Παντοδύναμο που έχει την τάση να εμφανίζεται σε αγράμματα πρόσωπα στη Μέση Ανατολή (κατεξοχήν τόπο προφητών, δεισιδαιμονιών και ειδωλολατριών) και σε απελπιστικά τοπικό πλαίσιο. Αυτοί οι επαρχιώτες ή ο θεός τους, δεν φαίνεται να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει πέρα από την έρημο και τα κοπάδια τους. Μήπως τελικά εκείνος ήταν που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους;

Ο θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, αλλά μάλλον συνέβη το αντίθετο, κάτι που αποτελεί την ανώδυνη εξήγηση για την πληθώρα θεών και θρησκειών και την αδελφοκτονία στο εσωτερικό των δογμάτων. Άλλωστε οι ίδιοι οι ιδρυτές αδυνατούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους στα στοιχειώδη. Αν προσθέσει κανείς όλους όσους διεκδικούν καταγωγή από τον ιδρυτή μιας θρησκείας, το άθροισμά τους θα υπερέβαινε τον αριθμό των κομματιών του προφανώς εκατοντάδων μέτρων σταυρού (αν κρίνουμε από το τίμιο ξύλο που κυκλοφορεί) του Ιησού. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας η ελευθερία απιστίας ή επιλογής θρησκείας δεν υπήρχε. Οι κατατρομαγμένοι χωριάτες της αρχαιότητας θα πίστευαν ή στον έναν ή στον άλλον θεό.

Σε όλα τα θρησκευτικά κείμενα απαντά ο αρχέγονος φόβος πως η μισή ανθρώπινη φυλή είναι διεφθαρμένη και ακάθαρτη, η επιθυμία για μικροδιευθετήσεις αντιδικιών σε αγροτικά ζητήματα και η δικαιολογία για δουλεμπόριο και εθνοκάθαρση. Άλλωστε η θρησκεία έχει κάνει πάρα πολλούς ανθρώπους να συμπεριφέρονται χειρότερα απ’ όσο οι άλλοι αλλά και να επιτρέπουν στον εαυτό τους ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά. Οι ευσεβείς πάντα θα καίνε ο ένας τις εκκλησίες, τα τεμένη και τις συναγωγές του άλλου. Αναρίθμητες περιπτώσεις αποδεικνύουν πως η θρησκεία λειτουργεί σαν ένας τεράστιος πολλαπλασιαστής φυλετικής καχυποψίας και μίσους και δεν διαφέρει σε τίποτα από τον ρατσισμό.

Παραμένει εντυπωσιακό το ότι όλες οι θρησκείες έχουν αντισταθεί σθεναρά σε κάθε προσπάθεια να μεταφραστούν τα ιερά κείμενά τους σε γλώσσες κατανοητές. Ακόμα και σήμερα κάθε μεταγραφή του Κορανίου στην καθομιλούμενη πρέπει να τυπώνεται παράλληλα με το αραβικό πρωτότυπο κι «αυτό θα έπρεπε να γεννάει υποψίες ακόμα και σε έναν ηλίθιο». Τα Ευαγγέλια αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμα και στα βασικά, στην περιγραφή π.χ. της Σταύρωσης ή της Ανάστασης. Όλες φροντίζουν να φιμώνουν ή να εκτελούν όσους τις αμφισβητούν και αυτό αποτελεί μάλλον απόδειξη βαθιάς ανασφάλειας και αδυναμίας παρά δύναμης.

Συχνότατα οι θρησκείες αποτελούν μόνιμη απειλή για την δημόσια υγεία. Η στάση τους έναντι της ιατρικής είναι πάντα από προβληματική έως εχθρική: την καταπολεμά μαζί με την επιστήμη γιατί σπάνε το μονοπώλιό της (είναι βολικότερο να διαδίδει πως οι ασθένειες αποτελούν θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες). Ιεχωβάδες και άλλοι Χριστιανοί αρνούνται επείγουσα ιατρική περίθαλψη στα παιδιά τους, μουσουλμάνοι άφησαν πληθυσμούς σακατεμένους διαδίδοντας πως το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας αποτελεί μέρος μιας … πλεκτάνης του ΟΗΕ. Σ’ ένα μεγάλο μέρος της ανιμιστικής και μουσουλμανικής Αφρικής νεαρά κορίτσια υποβάλλονται στο μαρτύριο της κλειτοριδεκτομής και πρόσδεσης του αιδοίου, ενώ τα αγόρια ακρωτηριάζονται σεξουαλικώς με την περιτομή. Ακόμα και στη Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα λαμβάνουν χώρα πρωτόγονοι ακρωτηριασμοί με τραγικά αποτελέσματα – ελάχιστοι θα άντεχαν να διαβάσουν τις σχετικές περιπτώσεις.

Εδώ υπεισέρχεται η τερατώδης σχέση της θρησκείας με το σεξ και ο φόβος που προκαλεί η αναπαραγωγική πράξη. Η σχέση μεταξύ θρησκευτικής βαρβαρότητας και σεξουαλικής καταπίεσης είναι άμεση. Το σεξ πρέπει να χάσει την απολαυστική του πλευρά. Αναρωτιέται κανείς τι είδους θεοί είναι εκείνοι που αφού ποίησαν τα πάντα εν σοφία έδωσαν την σεξουαλική ορμή στον άνθρωπο κι ύστερα την καταδίκασαν. Όταν οι νεαροί μουσουλμάνοι στερούνται κάθε σχέση με το αντίθετο φύλο και μαθαίνουν να προτιμούν το μαρτύριο της αποχαυνωτικής μηχανικής απαγγελίας του Κορανίου, το πρόβλημά τους, γράφει ο Χίτσενς, δεν είναι ότι επιθυμούν παρθένους αλλά ότι οι ίδιοι είναι παρθένοι

Οι μονοθεϊστές παρενοχλούν συνεχώς τον θεό τους, σα να είναι κουφός – πώς όμως αυτοί, ένα απλό δημιούργημα του θεού, γνωρίζουν τις προθέσεις εκείνου αλλά και τις επιθυμίες του σχετικά με συνήθειες, διατροφή και σεξουαλική ηθική; Η θρησκεία έχει αποδειχτεί εξαιρετικά παραβατική πάνω στο ένα και μοναδικό θέμα όπου δεν θα έπρεπε αποδεικνύοντας το αυτονόητο: πως ηθική και ηθικότητα είναι εντελώς ανεξάρτητες απ’ την πίστη. Και σε τελική ανάλυση ποιοι είναι οι κληρικοί για να ερμηνεύσουν τη φύση εν γένει; Έχουν αποδειχτεί ανίκανοι γι’ αυτό. Σήμερα είναι αποδεδειγμένη η σύνδεση σωματικής και ψυχικής υγείας με την σεξουαλική λειτουργία / δυσλειτουργία.

Η εμπλοκή της θρησκείας στην πολιτική είναι εξίσου καταστροφική. Μπέλφαστ, Βηρυτός, Βελιγράδι, Ιερουσαλήμ, Βαγδάτη, Ρουάντα. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη θα είχε λυθεί με ευκολία (:δύο όμορα κράτη) αν δεν είχαν ανακατευτεί ραβίνοι και μουλάδες. Οι ορθόδοξοι έκαναν γαργάρα τους αμέτρητους ομαδικούς τάφους των ομόδοξων Σέρβων εγκληματιών πολέμου Κάραζιτς και Μλάντιτς. Οι εκκλησιαστικές αρχές πάντα είναι απρόθυμες να καταδικάσουν γεγονότα όπως οι δολοφονίες των μεταφραστών του Ράσντι (ενώ αντίθετα καταδίκασαν το έργο του!) και σπάνια παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης, δουλείας ή γενοκτονίας. Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Γκάντι, Μορμόνοι, ψευτομεσσίες: η θρησκεία πάντα χρησιμοποιήθηκε για εδραίωση εξουσίας.

Διόλου τυχαία σε όλες τις τυραννίες, οι τύραννοι ήταν και θεοί ή επικεφαλής εκκλησιών, ενώ τα ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποίησαν τους όρους της θρησκείας: δουλική εξύμνηση του τέλειου ηγέτη, επιτήρηση και αποποίηση κάθε ιδιωτικότητας και ατομικότητας (και στο σεξ), καταγγελίες και τιμωρίες. Άλλοτε συμβάδισαν αρμονικά (ο φασισμός πήγαινε παρέα με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, που άλλωστε οργάνωσε και την διαφυγή των ναζιστών στην Λατινική Αμερική, το απαρτχάιντ κραύγαζε τις χριστιανικές του αρχές), άλλοτε απλώς την αντικατέστησε (σταλινισμός). Κάθε άπιστος θεωρήθηκε τρελός, εξ ου και ο εγκλεισμός των διαφωνούντων της Σοβιετικής Ένωσης σε φρενοκομεία.

Από τις χιλιάδες εγκαταλελειμμένες σήμερα θρησκείες του παρελθόντος έτυχε να ριζώσει ο χριστιανισμός, αφού πέρασε διάφορες ιουδαϊκές μεταλλάξεις και υιοθετήθηκε για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους από τον Κωνσταντίνο. Μια δυο στρατιωτικές νίκες των αντιπάλων – όπως στην περίπτωση του Λίνκολν στο Αντιέταμ – «και δεν θα ήμασταν όμηροι τοπικών διενέξεων που έλαβαν στην Ιουδαία και την Αραβία προ αμνημονεύτων χρόνων». Το ισλάμ βασίζεται στην εβραϊκή και χριστιανική θρησκεία, απ’ όπου τσιμπολόγησε αμέτρητες σκόρπιες παραγράφους, αλλά και σε πλήθος άλλων αρχαιοελληνικών, ινδικών, περσικών κ.ά. στοιχείων. Οι φανατικοί του ενηλικιώνονται μαθαίνοντας να θεωρούν υποδεέστερα τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, χωρίς ποτέ να έχουν συζητήσει, πόσο μάλλον σχετιστεί με κάποια γυναίκα – κατάσταση εξ ορισμού παθολογική. Στο ιερούς τόπους του Θιβέτ, μια μοναστική μονάδα εκλεκτών περιφέρεται και φλυαρεί στο επέκεινα σε εξωτικό και πολυτελές περιβάλλον, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός βρίσκεται σε καθεστώς δουλείας και τρόμου.

Η θρησκεία πάντα χαρακτηρίζεται από μια απωθημένη επιθυμία να δει τα πάντα να διαλύονται και να ερειπώνονται, εξ ου και η εμμονή με τις Δεύτερες Παρουσίες και τις Αποκαλύψεις. Το 2000 ήταν «ένα ακόμα οδόμετρο για ηλίθιους», ενώ με κάθε αφορμή πλήθη εύπιστων ανεγκέφαλων ξεπουλούν τα υπάρχοντά τους ή παραδίδουν τις γυναίκες τους στον ηγέτη ενόψει κάποια επερχόμενης Καταστροφής. Όμως κάτι που δεν έχει φυσική εξήγηση, δε σημαίνει πως έχει και υπερφυσική. Σ’ αυτό τον κόσμο τίποτα δεν είναι παράξενο. Οι φυσικές «θεομηνίες» σίγουρα δεν συνιστούν παραβιάσεις των νόμων της φύσης, αλλά μάλλον οφείλονται στις αναπόφευκτες διακυμάνσεις στο εσωτερικό τους. Η ιδέα βέβαια πως οι συμφορές συνιστούν θεϊκή τιμωρία είναι πάντα χρήσιμη και χρησιμοποιείται με κάθε ευκαιρία ακόμα και σήμερα (δίδυμοι πύργοι, τυφώνας Κατρίνα). Σήμερα ακόμα και το μικρότερο απ’ τα παιδιά μου γνωρίζει περισσότερα για την φυσική τάξη απ’ ότι οι «Πατέρες» γράφει ο Χίτσενς και αναρωτιέται: Γιατί δεν είναι ευτυχισμένοι όσοι πιστεύουν πως κάποιος πανάγαθος και παντοδύναμος δημιουργός τους έπλασε και τώρα τους επιτηρεί ακόμα κι όταν κοιμούνται; Μήπως τελικά αυτός ο δημιουργός δεν είναι κάποιος, αλλά μια συνεχής διαδικασία μεταλλαγών με πολύ περισσότερα τυχαία στοιχεία απ’ όσο θα ήθελε η ματαιοδοξία των πιστών;

Η Εκκλησία πάντα προτιμούσε τους αθώους και τους ανυπεράσπιστους για πειραματικούς σκοπούς και φυσικά επιδιώκει να μονοπωλήσει τα παιδιά στο ξεκίνημα της ζωής τους. Το ασχημάτιστο παιδικό μυαλό πάντα ήταν το ιδανικότερο πεδίο εφαρμογής των μεθόδων της. Όσοι εφάρμοσαν τέτοιες ασκήσεις ηθικής τρομοκρατίας στα παιδιά είναι εμφανώς διεστραμμένοι. Εκείνοι που κήρυξαν τον φόβο και το μίσος σε αμέτρητης παιδικές ζωές πρέπει να είναι ευγνώμονες που η κόλαση που κήρυτταν ήταν απλώς ένα από τα πολλά πρόστυχα ψέμματά τους και δεν έχουν σταλεί εκεί για να σαπίσουν. Δεδομένου όλων όσων αποκαλύπτονται σήμερα, φρίττει κανείς όταν σκέφτεται τι μπορεί να συνέβαινε παλαιότερα όταν η εκκλησία ήταν υπεράνω κριτικής.

Η χρησιμότητα της θρησκείας ανήκει στο παρελθόν, τα θεμελιώδη βιβλία της περιέχουν κατάφωρα ψεύδη, συντηρούνταν με την ψέμα, τον φόβο, την άγνοια και την ενοχή. Η εποχή των προφητών, των μεγάλων θεολόγων και των θαυμάτων είναι μακριά. Ακόμα κι η τέχνη της ανάστασης πέθανε, εκτός αν εξ αρχής οι πηγές ήταν αναξιόπιστες. Οι επιστήμες της κειμενικής κριτικής, της αρχαιολογίας, της φυσικής και της μοριακής βιολογίας έχουν δείξει ότι οι θρησκευτικοί μύθοι είναι ψευδείς και επινοημένοι από τον άνθρωπο κι έχουν επιτύχει να παρουσιάσουν καλύτερες εξηγήσεις. Μάλιστα η ίδια η θρησκεία ερμηνεύεται πλέον με όρους «φυσικής επιστήμης». Τα φαινόμενα εξηγούνται με βιολογικούς όρους και στο ψυχολογικό πεδίο είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να πιστεύουν σε κάτι από το να μην πιστεύουν σε τίποτα. Αλλά μάλλον απλώς πιστεύουν στην πίστη.

Τι αντιπροτείνει ο Χίτσενς; Σαφώς η θρησκευτική πίστη δεν θα εκλείψει ποτέ, ή τουλάχιστο όχι προτού οι άνθρωποι ξεπεράσουν το φόβο του αγνώστου, του θανάτου και τους ενός για τον άλλο. Οι άνθρωποι είναι πάντα ελεύθεροι να ιδρύουν ή να ακολουθούν τη θρησκεία που τους ταιριάζει, ικανοποιεί ή κολακεύει. Αρκεί να μην κάνουν τόση φασαρία οι ιεροκήρυκες που ισχυρίζονται ότι ο δικός τους Μεσσίας και κανενός άλλου είναι εκείνος που οφείλει να δέχεται ο κόσμος με δουλοπρέπεια και δέος. Αρκεί να αφήσουν ήσυχους εκείνους που δεν «πιστεύουν» – πράγμα που ποτέ δεν κάνουν. Οι υπερασπιστές της ας συνεχίσουν να βασίζονται αποκλειστικά στην πίστη τους, όμως να έχουν το θάρρος ακριβώς αυτό να παραδεχτούν. Το αίσθημα δικαιοσύνης ας το επιβάλλει η συνείδηση, όχι κάποια θεϊκή οργή.

Η ανάγκη για θαυμασμό και μυστήριο ικανοποιείται άριστα με μουσική, τέχνη, λογοτεχνία, ανθρώπινη επικοινωνία, φιλία, ψυχαγωγία. Η μελέτη της λογοτεχνίας μπορεί να αντικαταστήσει την παθητική εμμονή στα παραποιημένα και χαλκευμένα ιερά κείμενα και στις φανταστικές ηθικολογικές ιστορίες τους. Άλλωστε οι σπουδαίοι λογοτέχνες αντιμετωπίζουν τα μεγάλα ηθικά διλήμματα πολύ καλύτερα. Στον Σαίξπηρ υπάρχει πολύ περισσότερη ηθική υπεροχή απ’ όσο στο Ταλμούδ ή στο Κοράνι ή στο οποιοδήποτε χρονικό διενέξεων μεταξύ πρωτόγονων φυλών. Μπορούμε να ζούμε ηθικά χωρίς τη θρησκεία και κανένα μέρος της γης δεν μπορεί να είναι «ιερότερο» από τα υπόλοιπα. Κάθε στάση που δηλώνει υποταγή και παράδοση ανήκει στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους.

Θα περίμενε κανείς ο συγγραφέας να έχει ζήσει σε απόσταση από τις θρησκείες, αλλά όχι: υπήρξε αγγλικανός, σπούδασε σε σχολείο μεθοδιστών, μεταστράφηκε λόγω γάμου στην Ορθοδοξία, ξαναπαντρεύτηκε από ραββίνο. Σήμερα εργάζεται ως συνεργάτης περιοδικών (Vanity Fair) και έκτακτος καθηγητής «φιλελεύθερων σπουδών»: προφανώς ο δικός του θεός είναι η τύχη, εφόσον όλα αυτά του παρέχουν τα προς το ζην!

Εκδ. Scripta, 2008, μτφ. Δέσποινα Ρισσάκη, επιμ. Άρης Μπερλής, 352 σελ., με βιβλιογραφικές παραπομπές του συγγραφέα (God is not Great: How Religion Poisons Everything, 2007).

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): εδώ. – Στις φωτογραφίες, ναοί των πολυθεϊστών, εβραίων, ορθοδόξων, καθολικών, μουσουλμάνων και μια επιτάφια περιφορά στη Σαραγόσα.

12
Απρ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 28. Αναστάσης Βιστωνίτης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Για τους αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς έχω γράψει στο βιβλίο μου Ex libris. Επομένως, είναι περιττό να επαναλάβω εδώ τη λίστα. Ας προσθέσω μόνο, από τους Έλληνες, τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και τον Άρη Αλεξάνδρου του «Κιβωτίου». Από τους παλαιότερους, θα αναφέρω ελάχιστους. Τον Μπωντλαίρ, τον Τολστόι, τον Φλωμπέρ, τον Σολωμό, τον Πόου και τον Μέλβιλ. Για τους υπόλοιπους μεγάλους κλασικούς περιττό να πω οτιδήποτε. Αυτούς νομίζω ότι πρέπει να τους διαβάζουν όλοι, ή τουλάχιστον όσοι γράφουν, είτε τους αγαπούν είτε όχι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.  Διαχρονικά η «Ορέστεια», η «Τρικυμία», ο «Δον Κιχώτης», η «Άννα Καρένινα», οι «Δαιμονισμένοι», η «Αισθηματική αγωγή», η «Καρδιά του σκοταδιού», η «Βουή και η αντάρα», η «Ανθρώπινη μοίρα», ο «Δόκτορ Φάουστους», η «Φόνισσα», τα διηγήματα του Βιζυηνού, οι «Ελεγείες του Ντουίνο», οι «Νεκρές ψυχές», το «Κόκκινο και το μαύρο». Σύγχρονα: ο «Υπόγειος κόσμος» του Ντον Ντελίλο, ο «Όμηρος» του Ντέρεκ Γουόλκοτ, τα «Μinima moralia» του Αντόρνο, τα δοκίμια του Μπρόντσκι και πολλά άλλα φυσικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Η «Κυρία με το σκυλάκι» του Τσέχοφ, ο «Άνυδρος Σεπτέμβρης» και το «Ένα ρόδο για την Έμιλυ» του Φόκνερ, το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, το «Λόφοι σαν άσπροι ελέφαντες» του Χεμινγκγουέι, το «Αντίο αδελφέ μου» του Τζον Τσίβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Γράφονται ενδιαφέροντα, καλά και κάποτε πολύ καλά βιβλία, όμως εκείνο που θα μου «άλλαζε τον ρυθμό του κόσμου» δεν το βρήκα ακόμη. Έχουμε βεβαίως πολύ καλούς συγγραφείς και κάποια ελληνικά βιβλία δεν έχουν σε τίποτε να ζηλέψουν από τα όσα κυκλοφορούν στο εξωτερικό. Εδώ ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση που δεν είναι ίσως του παρόντος. Πολλοί αναρωτιούνται λ.χ. γιατί ενώ κυκλοφορούν ελληνικά πεζογραφήματα που συχνά είναι καλύτερα από τα αντίστοιχα διάσημων διεθνών μετριοτήτων δεν μπορούν να περάσουν τα σύνορα; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το κράτος δεν έχει τη σωστή πολιτιστική πολιτική. Η αλήθεια εντούτοις είναι πως τα τελευταία χρόνια έχουν ξοδευτεί χρήματα κι έγιναν μεγάλες προσπάθειες με πενιχρά στην ουσία αποτελέσματα. Από την άλλη μεριά ούτε ο Καβάφης ούτε ο Καζαντζάκης είχαν πίσω τους το ελληνικό κράτος κι όμως είναι γνωστοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Τι συμβαίνει; Κάποτε έγραψα σε ένα δοκίμιό μου πως η λογοτεχνία δεν έχει στη ζωή των λαών τη θέση που είχε κάποτε. Το πιστεύω και σήμερα. Γιατί να διαβάσει κανείς ένα μυθιστόρημα όταν μπορεί να το δει στον κινηματογράφο; Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη χώρα μας έχουν δει τις «Δώδεκα καρέκλες» του Μελ Μπρουκς. Έχετε σκεφθεί πόσοι από αυτούς γνωρίζουν πως η ταινία είναι βασισμένη σε έργο των Ιλφ και Πετρόφ; Και πώς να το ξέρουν άλλωστε; Τα βιβλία αυτών των κλασικών ρώσων σατιρικών δεν υπάρχουν στα ελληνικά. Είμαστε χώρα της περιφέρειας. Και στις χώρες της περιφέρειας είναι εύκολο να τραβάει κανείς στα άκρα: ή να εντυπωσιάζεται από την «επιτυχία» των ξένων συγγραφέων ή –αντίθετα– να αυταπάται πιστεύοντας ότι το χωριό του είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει διεθνώς αφού είναι δικό του. Εγώ νομίζω λ.χ. ότι η «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του Τερζάκη ανήκει στα κορυφαία ευρωπαϊκά μυθιστορήματα και ότι το «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη είναι εφάμιλλο του «Μεγάλου Μολν» του Φουρνιέ, αλλά ποιος τα ξέρει αυτά τα έργα εκτός Ελλάδος; Γιατί; Είναι απλό, κατά τη γνώμη μου. Στην Ελλάδα δεν γίνονται κοσμογονικές, που λέμε, αλλαγές. Να σας δώσω ένα παράδειγμα του τι εννοώ: Μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» πλήθος μετριοτήτων από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες είδαν να εκδίδονται τα έργα τους από μεγάλους εκδοτικούς οίκους στη Δύση. Για ένα διάστημα μάλιστα ορισμένοι απ’ αυτούς πίστεψαν πως θα ενταχθούν στο διεθνές λογοτεχνικό πάνθεον ως μείζονα αναστήματα πουλώντας το δράμα της χώρας τους. Σήμερα δεν ασχολείται κανείς μαζί τους και πολλοί έχουν υποστεί σοκ. Ποιο το συμπέρασμα; Ο συγγραφέας κατά τη γνώμη μου πρέπει να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί –δηλαδή για τίποτε και για κανέναν να μην απιστεί στον εαυτό του– και να μη χάνει τον καιρό του ψάχνοντας για θέματα της μόδας ή, ακόμη χειρότερο, τρόπους να προβληθεί πάση θυσία. Ο συγγραφέας που γίνεται αναλώσιμος –και ή καταντά γραφομανής ή ξεπέφτει στη μανιέρα– έχει ημερομηνία λήξεως, με άλλα λόγια είναι εξαρχής τελειωμένος. Στην περίοδο της επιτυχίας ή όταν είναι νέος δεν το καταλαβαίνει. Αλλά σε μεγάλη ηλικία, όταν κανείς δεν θα ασχολείται μαζί του, θα αντιληφθεί ότι χαράμισε το όποιο ταλέντο του για ένα λάθος. Ας θυμίσω τον αφορισμό ενός σπουδαίου συγγραφέα, του Ελίας Κανέτι: «Επιτυχία, το ποντικοφάρμακο της ανθρωπότητας».

Μακριά από μένα η όποια πρόθεση να κατηγορήσω κανέναν. Αυτό που θέλω να πω είναι πως μπορεί μεν όλους να τους δίνει χαρά η επιτυχία –το να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο θα ήταν καθαρή υποκρισία– αλλά αποβαίνει καταστροφική η επιδίωξη της επιτυχίας μέσω της υποβάθμισης της συγγραφικής δουλειάς. Το να ρίχνει δηλαδή κανείς συνειδητά το επίπεδο κι αντί να βελτιώνει τη γραφή του να την υποβαθμίζει διότι αυτό ζητάει η αγορά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εντούτοις και την πίεση που ασκούν οι εκδότες, ούτε και τις ευθύνες τις πολιτείας. Κάποιοι εκδότες αποσύρουν ή δεν επανεκδίδουν βιβλία συγγραφέων σαν τον Παβέζε, η τον Ραντιγκέ ή τον Μαζόχ επειδή «δεν κινούνται». Αναγκάζονται να το κάνουν όταν η διαχείρισή τους είναι ζημιογόνος, αφού βάσει ενός γελοίου νόμου πληρώνουν φόρους για εμπόρευμα που στοιβάζεται στις αποθήκες τους. Έτσι λοιπόν στηρίζονται μόνο στους νέους τίτλους και με την υπερπαραγωγή προστίθενται συνεχώς και νέα πρόσωπα στις τάξεις των γραφομανών. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως οι εκδότες καίνε το σπίτι τους, δηλαδή τον κατάλογό τους. Γιατί η περιουσία ενός εκδότη είναι φυσικά ο κατάλογός του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Μόνο ένας; Ο Λέβερκιν, ο Σταβρόγκιν, ο καπετάνιος Άχαμπ, ο Ραστινιάκ, ο Κάστορπ, η Φρανγκογιαννού και πόσοι ακόμη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Γράφω ποίηση, δοκίμιο και ταξιδιωτικά βιβλία. Επομένως πεζογραφικούς ήρωες δεν περιέχουν τα βιβλία μου. Οι δικοί μου ήρωες είναι αυτοί που συνάντησα στη ζωή μου, αυτοί που αγάπησα και τα φαντάσματα που ταράζουν τον ύπνο μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Γράφω κατά κανόνα στο σπίτι. Σημειώσεις κράτησα μόνο τρεις φορές στη ζωή μου, κατά τη διάρκεια ισάριθμων ταξιδιών μου στην Κίνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Τα ποιήματα γράφονται μόνο αν είσαι τυχερός. Ούτε ξέρεις αν προσπαθώντας να γράψεις κάτι αυτό θα έχει αποτέλεσμα. Στην πρόζα, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Ένας συγγραφέας με κάποια πείρα γνωρίζει, λίγο πολύ, πότε αυτό που γράφει αξίζει ή δεν αξίζει. Απλώς στην πρόζα μπορείς πολλές φορές από μια περίληψη ή ένα προσχέδιο να προχωρήσεις αργότερα στο ολοκληρωμένο κείμενο. Μπορείς, ακόμη, ένα μέτριο κείμενο, αν έχει συνοχή, να το ξαναχτίσεις φράση προς φράση. Στην ποίηση, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Αν το πρώτο χέρι δεν αξίζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το μεταμορφώσεις στο δεύτερο. Το πολύ πολύ να βελτιώσεις ένα κακό κείμενο και να το κάνεις μέτριο ή ανεκτό, εν πάση περιπτώσει. Έτσι τουλάχιστον συμβαίνει με μένα. Πριν κατεβάσουμε βεβαίως ένα κείμενο στο χαρτί πρέπει να το έχουμε γράψει στο νου μας, ή τουλάχιστον να ξέρουμε τι θέλουμε να πούμε. Όμως τίποτε δεν μας εγγυάται ότι το τελικό αποτέλεσμα –εφόσον φυσικά υπάρξει– θα είναι επιτυχές. Έχω αμέτρητα ημιτελή κείμενα στα χαρτιά μου. Όποιος θέλει να γράψει κάτι που να αξίζει τον κόπο πρέπει να εξετάζει ξανά και ξανά τις αποτυχίες του. Οι πιο πολλοί από τους συγγραφείς που αγαπώ αυτό έκαναν. Για τον συγγραφέα εκείνοι πρέπει να είναι οι πραγματικοί αναγνώστες του. Όχι τα πρότυπα που έχει, υποτίθεται, να ανταγωνιστεί ή να μιμηθεί αλλά όσοι τον κρίνουν, κατά κάποιον τρόπο, σε κάθε του φράση. Μερικοί νομίζουν ότι κρίνονται αποκλειστικά από τους αναγνώστες τους ή από τους κριτικούς. Βεβαίως κρίνονται και από αυτούς αλλά πριν απ’ όλα θα πρέπει να θεωρούν ότι ιδεατά τους κρίνουν εκείνοι τους οποίους θαυμάζουν. Να αισθάνονται δηλαδή ότι τουλάχιστον δεν θα πρέπει να τους απογοητεύσουν – πόσο μάλλον να τους εξοργίσουν.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Συνήθως δεν ακούω μουσική την ώρα που γράφω. Ακούω πολλή μουσική βέβαια. Σε νεαρή ηλικία μπορούσα να γράφω κι ας γινόταν γύρω μου χαλασμός – δεν μ’ ένοιαζε. Τώρα θέλω ησυχία. Στην εφημερίδα φυσικά, όπου εργάζομαι, γράφω αλλιώς – αναγκαστικά. Γι’ αυτό κι έχω αναπτύξει μια άλλη τεχνική. Πρώτα κρατώ σημειώσεις, έπειτα γράφω το πρώτο χέρι και στη συνέχεια ξαναγράφω το κείμενο φράση προς φράση. Όταν ολοκληρωθεί, το περνώ άλλο ένα χέρι ή και δύο. Είναι επώδυνο και χρονοβόρο, αλλά δεν γίνεται αλλιώς.
Ξέρετε, όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω μουσικός. Έχω καλό αφτί. Όμως στην επαρχία όπου μεγάλωσα δεν υπήρχαν εκείνα τα χρόνια δάσκαλοι μουσικής. Αλλά μάλλον ήταν μια έμμονη ιδέα. Αν είχα πραγματική κλίση θα άρχιζα έστω και σε μεγάλη ηλικία. Μουσική ακούω συνήθως σε απόλυτη ησυχία χωρίς να σκέφτομαι ή να κάνω οτιδήποτε άλλο. Κλασική μουσική κατά κανόνα. Κι ανάλογα με τη διάθεσή μου ακούω διαφορετικά πράγματα. Αδυναμίες: το πρώτο και το τέταρτο μέρος από την Πέμπτη συμφωνία του Μάλερ, όλη η Τρίτη και η Ενάτη του Μπετόβεν, τα κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, η 5η και η 14η συμφωνία και τα κουαρτέτα του Σοστακόβιτς – τι να πρωτοαναφέρω. Μου αρέσει πολύ η μουσική των λαών της Μεσογείου και η ελληνική μουσική που είναι ένας απίστευτος πλούτος. Στα νιάτα μου άκουγα ροκ αλλά όχι πλέον. Άκουσα πολλή τζαζ όταν ζούσα στις ΗΠΑ. Εδώ δεν μου προκαλεί την ίδια συγκίνηση.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Όλες αυτές οι ερωτήσεις προκαλούν τον συγγραφέα να πει ψέματα. Εγώ δεν θα το κάνω. Αν μπορούσα να σας απαντήσω για ποιο λόγο γράφω, ενδεχομένως θα σταματούσα σήμερα να γράφω. Το γράψιμο δεν είναι και τόσο ευχάριστο όσο πιστεύουν ορισμένοι. Ευχάριστη ή δυσάρεστη είναι μόνον η ζωή. Το γράψιμο είναι από τα πιο κουραστικά και κάποτε οδυνηρά πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε νεαρή ηλικία δεν το καταλαβαίνει κανείς. Όταν όμως το συνειδητοποιεί είναι πλέον αργά. Είναι το μόνο που ξέρει να κάνει. Δεν θέλω φυσικά να παραστήσω τίποτε μ’ αυτά που λέω. Υπάρχουν κι ευχάριστες στιγμές, όπως όταν λ.χ. βλέπεις έναν κείμενο τελειωμένο και λες κάτι έκανα. Αλλά οι ενθουσιασμοί των πρώτων χρόνων παύουν να σε κυριεύουν στην ώριμη περίοδο της συγγραφικής σου δουλειάς, όταν εξαφανίζονται οι όποιες βεβαιότητες και πολλαπλασιάζονται οι αμφιβολίες.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Τα ρόδα της Αχερουσίας». Όμως, ξέρετε, κανένα νέο ποιητικό βιβλίο δεν είναι στην πραγματικότητα νέο. Οι ποιητές γράφουν ένα βιβλίο σε όλη τους τη ζωή. Κι όσο περνούν τα χρόνια τόσο μεγαλώνει ο φόβος ότι το πιο πρόσφατο ποίημα που έγραψε κανείς θα είναι και το τελευταίο. Για το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού δεν μπορώ να σας μιλήσω. Ελπίζω απλώς να υπάρξει συνέχεια.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Παρακολουθώ το σύνολο σχεδόν της βιβλιοπαραγωγής. Πολλά από αυτά για επαγγελματικούς λόγους είμαι υποχρεωμένος να τα διαβάσω. Αλλά για βιβλία που δεν μου αρέσουν ή τέλος πάντων δεν τα βρίσκω ενδιαφέροντα, δεν γράφω. Φυσικά μπορώ να πω σήμερα μετά από μερικές σελίδες αν ένα βιβλίο πρέπει να συνεχίσω να το διαβάζω ή να το παρατήσω. Για προσωπική μου ευχαρίστηση ξαναδιαβάζω τους κλασικούς. Είναι η καλύτερη μέθοδος ώστε να μη χάνει κανείς τον καιρό του διαβάζοντας μετριότητες ή κάποτε και ανοησίες.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω ένα μεγάλο βιβλίο για την Κίνα μετά τα δύο μεγάλα ταξίδια που έκανα εκεί τα τελευταία τρία χρόνια. Κρατούσα ημερολόγιο σε καθημερινή βάση, επομένως έχω έναν όγκο πρωτογενούς υλικού που αποδεικνύεται τώρα εξαιρετικά χρήσιμο.

Η δημοσιογραφία σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Όσον αφορά την ποίηση, δεν υπάρχει κλεμμένος χρόνος. Το ποίημα ή το έχεις ή δεν το έχεις. Ως δοκιμιογράφος, ωστόσο, ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που τους ενδιαφέρουν τα πάντα. Κι όπως συμβαίνει πολύ συχνά σε ανάλογες περιπτώσεις, δημοσιογραφώ.
Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα: είναι η δημοσιογραφία ο καλύτερος τρόπος βιοπορισμού για τον συγγραφέα; Απάντηση δεν έχω. Ο συγγραφέας έχει τέσσερις μόνο τρόπους βιοπορισμού: να κάνει μια άλλη δουλειά και να γράφει στον ελεύθερο χρόνο του – αλλά τότε δεν του μένει αρκετός χρόνος για γράψιμο. Να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα – αλλά στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει οι απαιτήσεις του επαγγέλματος να επηρεάσουν αρνητικά τον τρόπο που γράφει και να μην το πάρει μυρουδιά. Να δουλέψει στις εφημερίδες – αλλά εκεί υπάρχουν συμβάσεις που πρέπει να τις τηρήσει αν θέλει να παραμείνει στο επάγγελμα. Και τέλος να θέσει ως στόχο του να ζει από τα δικαιώματα των βιβλίων του. Η τελευταία περίπτωση ακούγεται ως η ιδεωδέστερη και πριν από κάμποσα χρόνια φάνταζε μακρινό όνειρο. Σήμερα κάποιοι το έχουν πετύχει. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως όταν γράφεις στοχεύοντας αποκλειστικά στην αγορά μπορεί να την πατήσεις και από τον φόβο μιας πιθανής αποτυχίας να απιστείς κατά σύστημα στον εαυτό σου κι έρχομαι σε ένα άλλο ζήτημα, που είναι κατά τη γνώμη μου και το πιο κρίσιμο. Επαγγελματίας συγγραφέας σημαίνει σήμερα γράφω μόνο μυθιστορήματα γιατί αυτά αγοράζει το μεγάλο κοινό. Το τι διαβάζει το μεγάλο κοινό είναι μια άλλη ιστορία κι είμαι ο τελευταίος που θα πέσει στην παγίδα να το κατηγορήσει επειδή διαβάζει ρομάντζα τρίτης διαλογής. Πέραν του ότι το θεωρώ άκομψο, υπάρχει το πολύ χειρότερο ενδεχόμενο: θα μπορούσε να μη διαβάζει απολύτως τίποτε. Τι γίνεται όμως όταν ο συγγραφέας δεν είναι, ας πούμε, μυθιστοριογράφος από τη φύση του; Έχουμε σήμερα ανθρώπους που γράφουν μέτρια ή κακά μυθιστορήματα, ενώ θα μπορούσαν να γράψουν καλύτερα, ακόμη και σημαντικά έργα καλλιεργώντας άλλα είδη: την ποίηση, το δοκίμιο, τη μη μυθοπλαστική πρόζα γενικά, ή ακόμη και το θέατρο. Το να κατακτήσεις ένα επίπεδο αυτογνωσίας που να σε καταστήσει ικανό να καταλάβεις ποια είναι η κλίση σου δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα. Και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Παστερνάκ, ένας κορυφαίος ποιητής που έγραψε το μείζον μυθιστόρημα «Δρ Ζιβάγκο». Ή ο Λόρενς που έγραψε σπουδαία μυθιστορήματα και μερικά εξαίρετα ποιήματα. Ή ακόμη και ο Τόμας Χάρντυ. Οι εξαιρέσεις ωστόσο δεν είναι ο κανόνας.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τα κριτικά μου κείμενα είναι αναπόσπαστο τμήμα του συγγραφικού μου έργου, δεν τα θεωρώ δεύτερη ενασχόληση. Υπάρχουν βιβλία μου άλλωστε που εν μέρει ή εν όλω κατατέθηκαν πρώτα στο Βήμα, όπου εργάζομαι. Οι καθαρολόγοι θα πουν ότι άλλο πράγμα είναι η λογοτεχνία και άλλο η δημοσιογραφία. Δηλαδή, για να θυμηθώ τον Μάνο Ελευθερίου, όσοι δεν γράφουν για εφημερίδες γράφουν με χρυσή πέννα; Και τότε πώς εξηγείται που ο Παπαδιαμάντης δημοσίευσε τα διηγήματά του στις εφημερίδες ή πως στις εφημερίδες είναι κατατεθειμένο το σύνολο σχεδόν του δικιμιακού έργου του Τερζάκη – για να μείνω μόνο στα δικά μας; Υπάρχει φυσικά ένα ζήτημα: Άλλο η εφημερίδα και άλλο το βιβλίο. Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στις εφημερίδες δεν μπαίνουν σε βιβλία. Ή, αν μπαίνουν, χρειάζονται κατά κανόνα νέα επεξεργασία, μικρή ή μεγάλη, γιατί αλλάζει το λειτουργικό πλαίσιο. Κι αυτό ωστόσο είναι σχετικό. Τη δική μου «Λογοτεχνική Γεωγραφία» για παράδειγμα την έγραψα έχοντας δύο πράγματα κατά νουν: πρώτον ένα βιβλίο που θα γραφόταν και θα δημοσιευόταν ταυτόχρονα σε αυτοτελή τμήματα, ένα είδος μωσαϊκού η σύνθεση του οποίου θα διαμορφωνόταν στην πορεία, και δεύτερον ότι ως σειρά θα έπρεπε να απευθύνεται στους αναγνώστες του Βήματος όπου δημοσιεύτηκε. Πολλές φορές λέω ότι ευχής έργο θα ήταν να μπορώ να γράφω λιγότερα. Δεν ξέρω όμως αν αυτό είναι στη φύση μου. Η ημέρα της κρίσεως θα έλθει όταν διαπιστώσω ότι δεν έχω τίποτε άλλο να πω. Ελπίζω να αργήσει.

Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Είχα κάποτε τη σφοδρή επιθυμία να γράψω μια βιογραφία του Βιζυηνού. Υπήρξε μάλιστα εκδότης, ο Θανάσης Καστανιώτης, που, όταν του το είπα πριν από δεκαπέντε χρόνια, μου πρόσφερε ένα τεράστιο για την εποχή και τα ελληνικά δεδομένα ποσόν προκειμένου να ξεκινήσω, γνωρίζοντας κι αυτός κι εγώ πως δεν επρόκειτο να πάρει πίσω τα χρήματά του. Ήθελε όμως να εκδώσει ένα τέτοιο βιβλίο. Θυμάμαι πάντα την προσφορά του γιατί δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα. Όταν ωστόσο κάθισα και υπολόγισα πόσο χρόνο θα μου πάρει η έρευνα και η συγγραφή καθώς και τα έξοδα (να πάω ειδικώς και να μελετήσω αρχεία στην Ανατολική Θράκη, τη Γερμανία και αλλού) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατον. Δεν έπρεπε να κάνω τίποτε άλλο για τρία τουλάχιστον χρόνια και η προκαταβολή κάλυπτε μόνο τα έξοδα του πρώτου χρόνο. Οι Αγγλοσάξονες γράφουν κι εκδίδουν αυτές τις ωραίες βιογραφίες γιατί υπάρχουν ιδρύματα που τις χρηματοδοτούν. Έτσι βέβαια ξέρω κι εγώ. Αλλά εδώ δεν είναι έτσι.

Ταξιδεύσατε ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας συγγραφείς και μοιραζόμενος σε κοινές συνθήκες συμβίωσης και γραφής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;
Ήμουν τυχερός που ταξίδεψα και στις πέντε ηπείρους και συνάντησα τόσους σημαντικούς ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους με τίμησαν και με τιμούν με τη φιλία τους. Έζησα έξι χρόνια στις ΗΠΑ, είδα μεγάλο μέρος του κόσμου, έγινα, πιστεύω, καλύτερος Έλληνας. Είχα την τύχη να ακούσω κείμενά μου να διαβάζονται σε άλλες γλώσσες, ένιωσα το άγγιγμα του χρόνου. Θα μπορούσα να αναφέρω πλήθος περιστατικά, δεν νομίζω όμως ότι έχει ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε, ελάχιστα από αυτά τα κατέγραψα. Πέραν τούτου ελλοχεύει ο κίνδυνος ν’ αρχίσει κανείς να περιαυτολογεί έστω κι αν δεν έχει την πρόθεση। Εγώ εξακολουθώ να είμαι μοντερνιστής σε πολλά, αν και κάποια μοντερνιστικά δόγματα που σε νεαρή ηλικία τα θεωρούσα θέσφατα, τα έχω σήμερα απορρίψει – ορισμένα μάλιστα μετ’ αγανακτήσεως। Πιστεύω λοιπόν πως οι προσωπικές μας εμπειρίες δεν αφορούν κανέναν άλλο εκτός από εμάς. Όταν βεβαίως παράγουν λογοτεχνική ύλη, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Εδώ όμως μου δίνετε την αφορμή να πω ορισμένα πράγματα για τα βιβλία που χαρακτηρίζονται «ταξιδιωτικά». Η ταξιδιωτική λογοτεχνία ήταν πάντοτε μια εξελιγμένη μορφή του ρεπορτάζ – ο Καζαντζάκης είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Το είδος (αν υπάρχει είδος) ωστόσο έχει εξελιχθεί. Είναι λ.χ. «ταξιδιωτικό» βιβλίο το «Υδατογράφημα» του Μπρόντσκι; Μήπως πρόκειται για δοκίμιο; Για αυτοβιογραφία μικρής κλίμακας; Ή προέκταση της ποίησής του; Νομίζω ότι είναι όλα αυτά μαζί. Παρόμοια κείμενα γράφτηκαν και παλιότερα. Το «Ταξίδι στην Αρμενία» του Μαντελστάμ, ας πούμε, ή οι «Βενετίες» του Πολ Μοράν και τόσα άλλα. Κάποιοι θα τα χαρακτήριζαν υβριδικά, αλλά κάνουν λάθος. Για τους Αγγλοσάξονες λ.χ. είναι δοκίμια. Έργα σαν κι αυτά που ανέφερα συνιστούν καθαρή λογοτεχνία και μάλιστα έχουν επηρεάσει το σύγχρονο μυθιστόρημα. Ας προσθέσω ότι άλλαξαν και τη δημοσιογραφική γραφή. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα η Τζόαν Ντίντιον – ή ο Καπισίνσκι. Θα σας πω τώρα κάτι που θα σας φανεί παράξενο. Πρωτοταξίδεψα στο εξωτερικό όταν είχα κλείσει τα τριάντα μου χρόνια – και μάλιστα το ταξίδι ήταν επαγγελματικό, δηλαδή η εταιρεία στην οποία εργαζόμουν τότε με έστειλε σε μια έκθεση γραφικών τεχνών στη Γερμανία για πέντε μέρες, το 1982. Τα πράγματα άλλαξαν από το 1983, όταν αποφάσισα να ζήσω για μερικά χρόνια εκτός Ελλάδος. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα συμπτώσεων. Το ένα έφερε το άλλο.

Δημοσίευση και εδώ. Υποδοχές του Πανδοχείου στα βιβλία του Α. Βιστωνίτη «Λογοτεχνική Γεωγραφία» και «Ex Libris» βλ. εδώ και εκεί.
12
Απρ.
10

Ντάριο Φο – Ο έρωτας και η ειρωνεία. Τέσσερις ιστορίες.

«Όλα είναι θέατρο…τίποτα δεν είναι τυχαίο» ομολογεί μες τον χειμαρρώδη λόγο της η τσιρκολάνα ενός διηγήματος εδώ και η παραδοχή δεν αφορά μόνο τις δικές της υποκριτικές τελετουργίες αλλά και την ίδια την γραφή του Φο. Γιατί εκτός από την σεσημασμένη θεατρογραφία του, ο Μπουφφόνος Παραμυθάς παραμερίζει πλήρως κουίντες και παραπετάσματα ξεγυμνώνοντας ρόλους και συμπεριφορές.

Η «Ελοΐζα» εισάγεται από τον καθηγητή Αμπελάρντο στην μαγεία της τέχνης της αφήγησης και παγιδεύεται στο παίγνιο του αντίλογου σε κάθε κανόνα και της άλλης αλήθειας πίσω από την φανερή∙ στην ιδέα πως «η κάθε λογική μπορεί ν’ αποδειχτεί παράλογη και η κάθε τρέλα, λογική». Ο καθηγητής με τη σειρά του παραδίδεται στο πάθος, αποκαλύπτει το απατηλό του σχέδιο και αποχωρεί συντετριμμένος, εκείνη τον αναζητά και η επιστροφή του σηματοδοτεί την ερωτοτροπία τους στην κορυφή του κόσμου: στις σκαλωσιές της Νοτρ Νταμ και στις λινάτσες πάνω απ’ το κενό. Το σκληρό τίμημα της ύβρεως (η οριστική στέρηση των γενετήσιων απολαύσεων, καθώς ο ευνουχισμένος άνδρας θα απαιτήσει τον μοναστηριακό εγκλεισμό της ερωμένης του) θα τους αφήσει με μόνο κληροδότημα τις βασανιστικές μνήμες της ανεπίστροφης ερωτικής ζωής.

«Η ιστορία της Μαϊνφρέντα, αιρετικής από το Μιλάνο», της νεαρής πριγκίπισσας – συνεχίστριας του θρύλου της Γκιουλελμίνας της Βοημίας, αναδεικνύει μια από τις αναρίθμητες περιπτώσεις διαφορετικών φωνών σε μια θρησκεία που καταπνίγονται δημιουργώντας το ερεθιστικό ερώτημα τι θα συνέβαινε αν επικρατούσαν. Οι ευφρόσυνες κοινότητες και η ισότιμη συνύπαρξη των δυο φύλων σε μια κοσμική και εργατική ιερατική τάξη ευνόητα αποτέλεσαν απειλή για τον παπικό θρόνο και τον ίδιο τον χριστιανισμό, συνεπώς η επιταγή καύσης των πιστών ήταν αναπόφευκτη.

«Η Θηριοδαμάστρια» απομυθοποιεί μπροστά στο κοινό της το θέαμα που προσφέρει αποκαλύπτοντας την εξ απαλών ονύχων προδιαγεγραμμένη ζωή των θηρίων, επεκτείνοντάς την πρόβα εξομολόγησης στα του συζυγικού της βίου. Την οριστική παραμόρφωση της εικόνας της σχέσης των επαγγελματιών με τα θηράματα (με την ευτράπελη διήγηση της εκπαίδευσής τους ακόμα και μέσα στη ζούγκλα) ακολουθεί η εξομολόγηση πως και ο καθένας τους αποτελεί το ζώο για τον άλλο: εξουσία και εκπαίδευση προφανώς αποτελούν τους εκ των ουκ άνευ κινητήριους μοχλούς ενός έρωτα.

Οι παραλλαγές, τέλος, ενός λαϊκού αφηγήματος του Λου Σουέν εμπνέουν τον Φο να παρουσιάσει την δική του «πειραγμένη» εκδοχή. Στην γιορτή των χαρταετών όπου μοναχοί με ζωόμορφες μάσκες πετούν με φτερωτές μηχανές σε τελετές αυτοκτονίας, μεταμφιεσμένοι εορταστές παγιδεύουν τον ίδιο τον Κυβερνήτη εκτοξεύοντάς τον στους αιθέρες του τρόμου προς τέρψιν των υπηκόων του. Ο ταπεινωμένος άρχοντας συλλαμβάνει ως αποδιοπομπαίο τράγο τον σαλό Κου που ενοχοποιείται εξαιτίας της μάσκας του και οδηγείται στο θάνατο απολαμβάνοντας την μεσσιανική του αντιμετώπιση και εμποτίζοντας με την δική του κοσμοθέαση την κομμουνιστική ιδεολογία για την οποία κατηγορήθηκε.

Αρκούν αυτές οι τέσσερις πεζογραφικές ασκήσεις για να διανυθεί μια τεράστια ιστορική και λογοτεχνική παράδοση: από τις μεσαιωνικές διηγήσεις του Βοκκάκιου και την παραδοσιακή αφήγηση μύθων και θρύλων μέχρι τον (θεατρικό) μονόλογο και την αυτοσχέδια «παραλογή». Ο συγγραφέας τεχνουργεί την παραμυθοποιητική του με τρόπο απλό και ακαριαίο. Όπως άλλωστε λέει η Ελοΐζα: «Οι σημαντικές λέξεις, όταν επαναλαμβάνονται, κινδυνεύουν να φανούν ψεύτικες». Απολαυστικές οι ιστορίες μα προσοχή: ο Φο στέκεται «με το δάχτυλο στο μάτι» μας και ανά πάσα στιγμή μπορεί ο παλιός τούτος τίτλος του να γίνει πράξη.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ.: Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 117 (Dario Fo, L’ amore e lo sghignazzo, 2007).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.4.2010 (και εδώ)

11
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 57

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών, εκδ. Άγρα, 2004, σ. 230-234.

Την εποχή που ασκήτευε ο Μακάριος στην Αίγυπτο οι χριστιανικές αποκαλύψεις είχαν πολλαπλασιαστεί. Εντελώς προσφάτως είχε κάνει την εμφάνισή της και η λεγόμενη Αποκάλυψη Παύλου. Ο συγγραφέας της έλαβε αφορμή από τον ισχυρισμό του αποστόλου ότι είχε κάποτε οδηγηθεί στον παράδεισο όπου άκουσε ρήματα άρρητα και ανέλαβε να αναπτύξει ορισμένα από αυτά (…)

Οι ασκητές επιβεβαίωναν του σύγχρονούς τους για την ύπαρξη των αρρήτων. Οι στερήσεις, οι νηστείες και οι προσευχές τους επέτρεπαν να δουν και να ακούσουν όσα δεν αξιώνονταν οι κοινοί πιστοί. Ο συνηθέστερος τρόπος επίσκεψης σε ουράνιους και χθόνιους τόπους ήταν με οράματα και ενύπνια. Ένας άλλος ασκητής της Αιγύπτου είχε ισχυριστεί ότι οδηγήθηκε κάποτε με το σώμα του στον παράδεισο, όπου είδε πλήθος αγίους και όπου γεύτηκε καρπούς. Επιδείκνυε μάλιστα, ως πειστήριο, ένα μεγάλο και εξαίρετο σύκο, ευωδιαστό και μεστό. Οι μαθητές του το είχαν φυλάξει και το έδειχναν στους επισκέπτες χρόνια αργότερα (…)

Ο παράδεισος και η κόλαση δεν ήταν φιλολογικοί τόποι. Ήταν πραγματικές καταστάσεις. Ανέμεναν τους ανθρώπους, κατά τα έργα τους (…)

Αν οι άνθρωποι φαντάζονται τον παράδεισο ως τόπο που περιλαμβάνει αυτά που στερούνται, τότε είναι χαρακτηριστικό ότι Ιουδαίοι, Έλληνες και χριστιανοί τον περιέγραφαν σχεδόν πάντα ως κήπο με άπλετο φως, αστείρευτες πηγές, αειθαλή δέντρα και καρποφόρα φυτά. Σε τέτοιους κήπους δεν είχαν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί. Παραδείσους συντηρούσαν οι μονάρχες της Ανατολής για την ανάπαυση και τη διασκέδασή τους – για την τρυφή τους.

Στον Κώστα Καβανόζη

08
Απρ.
10

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Τηλεφωνήματα

To σύμπαν σε μινιατούρα, ΙΙ

Ο Μπολάνιο συχνά συγκρίνεται με τον Μπόρχες ή έστω εντάσσεται στον μεταμπορχεσιανό κύκλο. Πιθανώς αυτό αντανακλά την αμηχανία της κριτικής μπροστά σ’ έναν ισπανόφωνο συγγραφέα με τέτοιο απροσμέτρητο βάθος πεδίου και βύθος αναγνωστικών δυνατοτήτων. Όμως πέρα από ουσιώδεις ομοιότητες υπάρχουν και αβυσσαλέες διαφορές και θα περιοριστώ σε τρεις: ο Μπολάνιο έγραφε πάντα εν μέσω μιας αμεσότατης σχέσης ζωής – γραφής, εν γνώσει δε του επερχόμενου θανάτου που δεν είχε παρά να αγνοήσει, ενώ υπήρξε κι ένας βαθύτατα πολιτικός συγγραφέας. Η γραφή του έχει εμποτιστεί στην εμπειρία και τον ψυχισμό του ζειν σε λατινοαμερικανική χώρα δραματικά αλλοιωμένη από στρατιωτικό καθεστώς – κάποια στιγμή αναφέρεται στην αίσθηση ενός Γρεγόριο Σάμσα στα βάθη ενός μισοσκότεινου διαδρόμου, όπου κινούνταν ανεπαίσθητα «οι σκοτεινοί όγκοι του λατινοαμερικάνικου τρόμου». Για τον Μπολάνιο δεν υφίσταται η αμνηστιακή και αμνηστική χρήση του πρόσφατου παρελθόντος, παρά την σχετική εμμονή αυτών των κοινωνιών προς τη λήθη και την απαλλαγή των ενόχων.

Ο αυτοβιογραφικός ιστός των δεκατεσσάρων ιστοριών δεν διαχέεται μόνο σε διάσπαρτα στοιχεία των χαρακτήρων αλλά και στην ίδια την θεματολογία. Η πρώτη των τριών θεματικών ενοτήτων αφορά τον ίδιο τον λογοτεχνικό μικρό-/υπό-/εσώ-κοσμο: τους λογοτέχνες που αντιστέκονται ή συνεργάζονται με τα καθεστώτα, που αγωνιούν στην λογοτεχνία τους «να μην αποτυπώνεται το πρόσωπό τους», που γράφουν «σελίδες ναρκοθετημένες με μυστηριώδη σήματα» ή βαπτίζονται «στο καθαρτήριο των φτωχών ή τιποτένιων εκδόσεων», τους άγνωστους των πειρατικών ανθολογιών και στους αφανείς των επαρχιακών περιοδικών.

Στην ενότητα της απρόβλεπτης, συχνά βίαιης τροπής των πραγμάτων οι λέξεις έχουν τη δύναμη να αποβούν σωτήριες με κίνδυνο όμως η σημασιοδοσία να μείνει κενή («Άλλο ένα ρώσικο διήγημα»), οι αναγνώσεις του Μπουλγκάκοφ δεν διασώζουν την μοσχοβίτικη ερωτική ιστορία ενός Χιλιανού με μια αθλήτρια του στίβου («Χιόνι») ενώ η βία εκτός από την πολιτική («Ντετέκτιβ») μπορεί να πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο που αισθάνεται πως απειλείται («Ουίλλιαμ Μπαρνς»). Η τελευταία τετράδα αφιερώνεται σε γυναικείους χαρακτήρες με πολυπλόκαμους ψυχισμούς («Συγκρατούμενοι») ή επιρρεπείς σε δραματικές ατυχίες, πάντα ημιφωτισμένους, εφόσον, όπως ομολογεί ένας αφηγητής, «όλες αυτές οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν περισσότερα για εμένα παρά για κείνη» («Κλάρα»).

Θα έλεγα λοιπόν πως ο Μπολάνιο τροχιοδρομεί σ’ έναν ευρύτερο γαλαξία λατινοαμερικάνικης γραφής, όπου λάμπουν και οι Κορτάσαρ, Φουέντες, Λιόσα αλλά και μακρινότεροι συγγενείς (Σάμπατο, Αρλτ – οι επίγονοι του οποίου αναζητώνται στο «Σενσίνι») και «συνομιλητές» όπως ο Σεπούλβεδα ή ο Ισπανός Γκοϊτισόλο. Βέβαια όλοι οι χαρακτήρες εισέρχονται στο μπορχεσιανό «βασίλειο της σιωπής», στην περιοχή της αβεβαιότητας, της ασάφειας και του υπαινιγμού. Οι κατ’ επίφαση απλές, ρεαλιστικές ιστορίες του μοιάζουν να εξελίσσονται ομαλά, ακόμα και να φωτίζονται από ανταύγειες χαμόγελου και διακριτικής ειρωνείας, μέχρις ότου ο αναγνώστης ανεπίστροφα υποβληθεί από την ατμόσφαιρά τους και από εκείνο που δεν μπορεί να γραφτεί παρά μόνο να εννοηθεί ή αποσιωπηθεί.

Κάποιος χαρακτήρας υποστηρίζει πως «όποτε μιλάει με τους Αργεντίνους καταλήγει να μιλάει για το τάνγκο και τον λαβύρινθο», κι αν είναι έτσι, οι μυθοπλασμένοι λαβύρινθοι του Μπολάνιο περιλαμβάνουν τις σπείρες της περιπλάνησης, τις χοάνες της ερωτικής ερήμωσης, τους στροβίλους της τύχης και τους ιλίγγους της εξορίας ενός πνευματικού ανθρώπου που επιθυμεί να ζήσει, σε πείσμα κάθε μορφής ετεροκαθορισμού. Ο πρόωρος χαμός του μάς στέρησε πλήθος διηγήσεων για πρόσωπα σαν τον συγγραφέα Αρόλντο Κόντι που χάθηκε σε κάποιο στρατόπεδo του Βιντέλα, κυρίως όμως σαν τον οποιοδήποτε ανώνυμο που ζει «ελάσσονα» ζωή, δηλαδή άξια γραφής.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 298

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.4.2010 (και εδώ)

06
Απρ.
10

Λουίς Σεπούλβεδα – Το λυχνάρι του Αλαντίν

 Το σύμπαν σε μινιατούρα, I

Το διήγημα κατασκευάζεται για να εμφανιστεί τεχνητά κάτι που ήταν κρυμμένο. Αναπαράγει την αναζήτηση, πάντοτε ανανεωμένη, μιας μοναδικής εμπειρίας που μας επιτρέπει να δούμε, κάτω από την σκοτεινή επιφάνεια της ζωής, μιας κρυφή αλήθεια έγραφε ο αργεντινός συγγραφέας Ρικάρντο Πίγλια και χάρη στο εκλεκτό αφιέρωμα του τρέχοντος τεύχους του περιοδικού Πλανόδιον (αρ. 47, Δεκ. 2009, επιμ. Ελένη Κεφάλα) ξαναθυμόμαστε την σπάνια τέχνη εκείνης της (μικρής) φόρμας μιας λογοτεχνίας σε σπερματική και συμπυκνωμένη μορφή, ενός είδους γενετικού κώδικα της μυθοπλασίας. Αν η λογοτεχνία ως ένα συνολικό, απόλυτο και αρχετυπικό (υπερ)κείμενο που γράφεται και ξαναγράφεται επ’ άπειρον (κοινό όραμα των Μπόρχες και Πίγλια) τότε τέτοια κείμενα αποτελούν ένα είδος λογοτεχνικού και πολιτισμικού αποστάγματος ή συλλογικής μνήμης ή απλώς το «σύμπαν σε μινιατούρα» (universo en miniature). Τα παραπάνω τιμώνται αναντίρρητα και στα δώδεκα διηγήματα του Σεπούλβεδα, όπου εντοπίζονται τα υλικά θραύσματα αυτής ακριβώς της λογοτεχνίας, «αποκαλύπτοντας την πολυεπίπεδη δομή των αφηγήσεων και της κουλτούρας». Εδώ ζουν, οι πολλαπλές πραγματικότητες που έχουν αποσιωπηθεί, λογοκριθεί και αποκλειστεί, εδώ ακούγονται «οι εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση κάθε είδους ολοκληρωτικές και απολυταρχικές αφηγήσεις».

«Η άσβεστη φλογίτσα της τύχης» καίει για όσους μένουν πιστοί στις καλές αναμνήσεις, ακόμα κι αν συγκεράζονται ως κράμα σ’ έναν σκύλο, μια αποδεκατισμένη «συντροφία» συνδαιτημόνων θα αναθυμηθεί τους τρόπους με τους οποίους γυάλιζαν την ψυχή τους («Δείπνο με νεκρούς ποιητές») κι ένας έρωτας που μπήκε σε δεύτερη και καθυστερημένη μοίρα μπροστά στην συμπόρευση με τον Αλιέντε θα περιμένει υπομονετικά τη σειρά του («Ντινγκ ντονγκ…»).

29598Δυο διηγήματα κορυφώνουν αυτήν ακριβώς την κατά κυριολεξία μυθο – πλαστική। Το «Ξενοδοχείο Ζ» στα απατηλά σύνορα τριών χωρών και καθώς η ζούγκλα αργά αργά οικειοποιείται τα δωμάτια, ξαναζωντανεύει μέσα από τις διηγήσεις για τους ενοίκους του: μεγαλομανείς αυτοανακηρυχθέντες αυτοκράτορες, την χειρομάντισσα που δεν μπόρεσε να μαντέψει την δική της συμφορά, τον ξέμπαρκο ναυτικό «με το ύφος των ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι στους ανταπόδοτους έρωτες», περαστικούς που επιθυμούν να τακτοποιήσουν «τους ανεξιχνίαστους λογαριασμούς που φέρνει η ζωή» και να βάλουν τα πάθη τους σε τάξη – όλα θυμίζουν την αλησμόνητη Μερόη του Ολιβιέ Ρολέν. «Η αναστήλωση της μητρόπολης» αποτελεί από μόνη της ένα μικρογραφημένο έπος για το ερημωμένο πια Ελ Ιδίλιο όπου επιστρέφουν οι χαρακτήρες του πρώτου μυθιστορήματος του Σεπούλβεδα (Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης), περνώντας από μια ζούγκλα που μυρίζει θάνατο μετά τις εχθροπραξίες Περού – Εκουαδόρ, όπου οι γηγενείς να αναρωτιούνται ποιάς χώρας και ποιάς πετρελαιοβιομηχανίας η σημαία πρέπει ν’ αναρτηθεί. Όμως η ζούγκλα έχει τους αιώνιους πιστούς της, εξ ου κι η συγκινητική σύναξη των επιστροφέων προτού ξεκινήσουν την επιδιόρθωση ενός ξεκοιλιασμένου ακορντεόν, της οδοντιατρικής πολυθρόνας όπου «φτιάχνονται χαμόγελα» και της μητρόπολης από καλάμια και φοινικόφυλλα.

Ο Σεπούλβεδα μαστορεύει περίτεχνα τις διηγήσεις του σαν χειροτέχνης των λέξεων αλλά σε κάθε περίπτωση προέχει η ψίχα της ιστορίας του। Οι δυο σελίδες της «Μικρότατης Ιστορίας» αποτυπώνουν πλήρως την δραματική ιστορία ενός ιδιαίτερου ανθρώπου, μέσα από τις σκέψεις των άλλων. Ο ρεαλισμός του δεν είναι μαγικός αλλά μαγεύει σαν παραμυθάς που μοιράζεται ψυχικά μεταξύ ρομαντισμού και πολιτικής στράτευσης. Όχι τυχαία ο κύκλος ανοίγει και κλείνει στην Παταγονία «όπου κανείς δεν ρωτάει από πού έρχεται ή πού πάει ο οδοιπόρος· αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι έφτασε», στο μέρος που έμαθε ο Τσάτουιν να γράφει ιστορίες, το σύμβολο κάθε εσχατιάς της γης (και της ζωής), το απάγκιο των ναυαγών και των αυτοεξόριστών της. Αλλά σε τέτοια μέρη είναι που λάμπουν τα μαγικά λυχνάρια της ζωής.

Εκδ. Opera, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 167 σελ. (Luis Sepúlveda, La lámpara de Aladino, 2008).
Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.।4.2010 (και εδώ)



Απρίλιος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 1.037.962 hits

Αρχείο