Αρχείο για Μαρτίου 2010

28
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 56

 

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Μέσα στον παλαιό ναό», Πατριδογνωσία, ανάτυπο από το περιοδικό Μορφές, 1950, σ. 101.



Στον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο

Advertisements
25
Μαρ.
10

Κλάουντιο Μάγκρις – Μικρόκοσμοι

Υπάρχει η τραγωδία του ισχυρού και η τραγωδία του αδύναμου, γράφει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, υποδεικνύοντας τον Παβέζε ως παράδειγμα της τελευταίας. Ίσως υπήρχε άλλη μία, ακόμα πιο βασανιστική, εκείνου που γνωρίζοντας σε βάθος τη βασική αδυναμία του, την ακαταλληλότητά του για τη ζωή και για την Ιστορία, παλεύει να μεταμορφώσει την ανικανότητα σε αξιοπρέπεια∙ τραγωδία της σιωπής, της λήθης, του ανθρώπου που – αφού έζησε μια δυνατή στιγμή – υποχρεώνεται, από τους άλλους ή από τον εαυτό του, να τη σβήσει, σβήνοντας και το ίδιο του το πρόσωπο, εξαφανίζοντάς το βαθμιαία μέσα σε μια ωχρή γκριζάδα, που γίνεται το καταφύγιό του. (σ. 176-177)

Εδώ συμβαίνει το αντίστροφο του «Δούναβη»: αν ο Δούναβης ήταν το μέγιστο σημείο αναφοράς και πλεύσης στα κέντρα του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμικού κόσμου, οι Μικρόκοσμοι εστιάζουν στο άλλο άκρο του: στα απόκεντρα σημεία του. Κι αν ο πρώτος έφτιαχνε ένα πανόραμα των συναρπαστικών ιστοριών της Ιστορίας, οι δεύτεροι το συμπληρώνουν με τις πλέον καθημερινές, ανώνυμες και ξεχασμένες διηγήσεις.

Η αρχή του κοινωνικού κόσμου μας δεν μπορεί παρά να είναι το αγαπημένο μας καφέ. Έτσι και η εκκίνηση της νέας οδοιπορίας του Μάγκρις δεν μπορεί παρά να γίνεται από το Καφενείο Σαν Μάρκο, καθημερινό στέκι γραφής, όπου τώρα μνημονεύει τον Τίμελ, έναν «εκλεκτό του δρόμου» όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείται, που ήρθε στην Τεργέστη να ολοκληρώσει την αυτοκαταστροφή του, μπαινοβγαίνοντας στα καφενεία που όπου κατάφερνε να ξεχνάει για λίγες ώρες την αδυναμία του να ζήσει, προτού καταλήξει στο έσχατο καταφύγιο, το τρελοκομείο. Τι κάνει λοιπόν ένα καφενείο πραγματικό; Η χυμώδης ποικιλία όλων των φυλών, σαν λιμάνι ανοιχτό στη θάλασσα, μια χορωδία ασύνδετη αλλά χωρίς παραφωνίες.

Από ένα τέτοιο «λιμάνι» λοιπόν ξεκινάει η πλεύση για εννιά μικρόκοσμους που θα διασπαρθούν σε δεκάδες άλλους, κι εκείνοι με τη σειρά τους θα καταλήξουν σε μια πλατεία, ένα παγκάκι, ένα αθέατο μνημείο, σπίτια απλά αλλά πάντα παρατηρητήρια του κόσμου για τους ενοίκους τους, σε περιοχές της επαρχιακής Ιταλίας (Φριούλι, Πιεμόντε), της έντονης γερμανικής κουλτούρας, της πολύπαθης πρώην Γιουγκοσλαβίας, της τορινέζικης γραμμής των Εινάουντι, Γκράμσι, Μπόμπιο κι όλων όσων «έγραψαν» ή έγραψαν στα μέρη και για τα μέρη εκείνα, όσων γνώρισαν καλά τι σημαίνει να συνορεύεις, να είσαι ο ίδιος σύνορο, να αλλάζουν ονόματα οι γείτονες και εθνότητα ή κράτος οι απέναντι.

Για άλλη μια φορά ο κειμενόκοσμος του Μάγκρις μοιάζει με παγκόσμια έκθεση πλουμιστών διηγήσεων, ερεθιστικών αφορισμών, ιστορικών και ταξιδιωτικών αφηγήσεων, αξιόγραπτων σκέψεων, τοπιογραφικών εικόνων, λογοτεχνικών αναφορών, μουσικών συμφραζομένων, πολιτικών αναγνώσεων και, όπως πάντα, εξαιρετικών αποστομωτικών απόψεων σαν κι αυτή: ….ονόματα λατινικά, ιλλυρικά, σλαβικά, ιταλικά. Η μάταιη αναζήτηση της εθνικής καθαρότητας αγγίζει ρίζες πιο αρχαίες, φιλονικεί για ετυμολογίες και γραφές, για τη μανία να ξεκαθαριστεί ποιας προέλευσης ήταν το πόδι που πάτησε για πρώτη φορά τις λευκές ακτές και γρατσουνίστηκε στα βάτα του πυκνού μεσογειακού λόγγου, σαν να επρόκειτο αυτό να μαρτυρήσει τη μεγαλύτερη αυθεντικότητα και το δικαίωμα της ιδιοποίησης των τυρκουάζ νερών και των αρωμάτων του αέρα. (σ. 198-199)

Εκδόσεις Πόλις, 2005, μτφ. Αθανασία Δρακοπούλου, 353 σελ. με σημειώσεις (Claudio Magris, Microcosmi, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

23
Μαρ.
10

Κλάουντιο Μάγκρις – Δούναβης

Ο Τριεστίνος συγγραφέας, δημοσιογράφος, καθηγητής γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας (Τορίνο, Τεργέστη) είναι ένα μετρ των λέξεων, ένας αριστοτέχνης του γράφειν, ανεξάρτητα αν πρόκειται για διήγημα, μυθιστόρημα, θεατρικό ή άρθρο στην Corriere della Sera. Ίσως επειδή γνωρίζει όσο λίγοι την πνευματική και λογοτεχνική Ευρώπη, ίσως επειδή δεν σταματάει να διαβάζει, να ταξιδεύει, να ακούει τις συνήθως αγνοημένες φωνές των άλλων. Ο Δούναβης υπήρξε ένα μεγάλο τετραετές σχεδιόραμά, μια διακαής επιθυμία του να τον ταξιδέψει με όλους τους τρόπους, ιστορικά, γεωγραφικά, λογοτεχνικά, πολιτικά, πολιτισμικά, να ψάξει τι κίνηση και τι αιμοδοσία πρόσφερε στον κεντροευρωπαϊκό κόσμο, να καταγράψει πώς πότισε την επίδρασή του στην σημερινή Ευρώπη αυτό το σύμβολο του ρευστού συνόρου και της ευμετάβλητης ταυτότητας, αξεδιάλυτο κουβάρι εθνών και κρατών και δεσμοποιητική οδός τόσων λαών (Σλάβων, Γερμανών, Αυστριακών, Ρουμάνων, Ελλήνων, Τσιγγάνων, Εβραίων, Τούρκων). Ο Μάγκρις πάντα δήλωνε πως προτιμά τις ταυτότητες που αποτελούν καρπό επιμειξίας, την πολλαπλότητα και την αβεβαιότητα των πιθανοτήτων τους.

Περπατώντας και περιπλανώμενος σε όλα τα μέρη που περιγράφει, δεν σταμάτησε να αναρωτιέται: τι επιθυμούν να μνημονεύσουν τα μνημεία, τι μπορεί να συνέβη στα σπίτια, ποιος κόσμος φαινόταν απ’ τα παράθυρά τους, τι σπουδαίο ή αξιομνημόνευτο γράφτηκε στα δωμάτια τους; Ανεβαίνει στο σπίτι που έγραφε ο Γιόζεφ Ροτ, στο διώροφο που πέθανε ο Κάφκα, εκεί που διόρθωνε τα δοκίμια του Νηστευτή, με το ομώνυμο – διήγημα παραβολή μιας τελειότητας που αποστειρώνει τη ζωή, στο δωμάτιο που ο Γκεόργκ Λούκατς υπέργηρος και καρκινωμένος συνεχίζει να δρα γελώντας με την γελοία παρεξήγηση κάθε αποχαιρετισμού, που περιγελά τον πόθο μας για αθανασία, στις εικόνες που έβλεπαν ο Ντανίλο Κις, η Χέρτα Μύλλερ και τόσοι άλλοι, στους εφιαλτικούς τόπους των Μαουτχάουζεν, Ρούντολφ Ες, Μένγκελε, Τσαουσέσκου, των εγκληματολογικών μουσείων και των φρικωδών ψυχισμών.

Πόσες ιστορίες συνέβησαν εδώ, πόσες αφηγήθηκαν τα μολύβια, τι έμεινε απ’ το πέρασμα και τα λόγια των Χάιντεγκερ, Σελίν, Βίτγκενσταϊν, Κανέτι και αναρίθμητων άλλων που έγραψαν κι εμπνεύστηκαν εδώ; Εδώ ο Μάρκος Αυρήλιος έγραφε Σαν άνθρωπος, έχω πατρίδα μου τον κόσμο, γνωρίζοντας πώςνα είναι ρωμαίος αυτοκράτορας και μαζί πολίτης του κόσμου, μη επιτρέποντας στον εαυτό του να καισαροποιηθεί: Ασία, Ευρώπη, μικρά μέρη του κόσμου. Εδώ ο Πέτερ Άλτενμπεργκ στο Καφέ Σαντράλ της Βιέννης, ομοίωμα πλέον στα τραπεζάκια – σανίδες σωτηρίας, γνωρίζοντας πόσο συγχέεται η αληθινή ζωή με την ψεύτικη, προσέχοντας να μην την πάρει περισσότερο σοβαρά – ούτε και λιγότερο όμως – απ’όσο ένα δράμα του Σαίξπηρ, να νοιώθει και μέσα και έξω απ’ αυτήν και να βγαίνει κάθε τόσο για να κάνει δυο βήματα στη νύχτα αναμειγνύοντας βιωμένες με αβίωτες εμπειρίες….Εδώ ο Ρόμπερτ Φλίνκερ, ψυχίατρος και καφκικός συγγραφέας αυτοκτονεί το 1945: αντιστάθηκε στη σκιά του θανάτου αλλά δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στην ελευθερία και στον τερματισμό το εφιάλτη – εκτός αν δεν μπόρεσε να υπομείνει την ιδέα του σταλινισμού ως όψης της Απελευθέρωσης, την ιδέα ότι η εναλλακτική λύση στον Χίτλερ ήταν ο Στάλιν.

Φυσικά το λογοτεχνικό αντίστοιχο των 2.888 δουναβικών χιλιομέτρων μόνο μυθιστόρημα δεν είναι, αλλά είναι όλα τα άλλα: δοκίμιο, μυθιστορία, εντυπώσεις, ημερολόγιο, ιστορία, γεωπολιτική, ποιητική, ταξιδιωτική, ρεπορτάζ, μαρτυρία. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, από οιοδήποτε σημείο, η ανάγνωση ρέει σαν τον ποταμό, ο ποταμός έρευσε προς διαφορετικές Ευρώπες, οι παραπόταμοί του λάμπουν στη σημερινή σκοταδισμένη γεροήπειρο. Αναρωτιέμαι ποιά είναι η αντίστοιχη σημαντική μορφή της σύγχρονης ελληνικής διανόησης.

Εκδόσεις Πόλις, 2001, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, 545 σελ., με σημειώσεις (Claudio Magris, Dunabio, 1986). / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
21
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 55

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Αδριανού απομνημονεύματα, εκδ. Χατζηνικολή, (4η έκδ.,  1984), μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 55-57 (Marguerite Yourcenar, Mémoires d’Hadrien, 1951).

Για μένα η ζωή ήταν ένα άλογο που παντρεύεσαι τις κινήσεις του, αφού όμως πρώτα το προπονήσεις όσο μπορείς καλύτερα.

Στις αρχές, αναζητούσα λίγη ελευθερία διακοπών, λίγες στιγμές ελεύθερες. Κάθε σωστά ρυθμισμένη ζωή έχει τις δικές της κι’ όποιος δεν ξέρει να τις προκαλέσει δεν ξέρει να ζήσει. Ύστερα προχώρησα πιο μακρυά. Φαντάστηκα μια σύγχρονη ελευθερία που έκανε ταυτόχρονα δυνατές δύο πράξεις, δύο καταστάσεις. Έμαθα, παραδείγματος χάριν, παίρνοντας σαν πρότυπό μου τον Καίσαρα, να υπαγορεύω πολλά κείμενα συγχρόνως, να μιλώ συνεχίζοντας το διάβασμά μου.
Οι συγκινήσεις, οι ιδέες, οι εργασίες, έπρεπε να μπορούν να διακόπτονται οποιαδήποτε στιγμή, ύστερα να συνεχίζονται πάλι. Και η βεβαιότητα πως μπορούσα να τις διώξω ή να τις ξανακαλέσω, σα σκλάβες, αφαιρούσε κάθε τύχη τυραννίας απ’ αυτές κι’ από μένα κάθε συναίσθημα δουλείας.
Αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη, ή απελπιστική σχεδόν κατάσταση, αντιμέτωπος με μια ενέδρα ή με μια φουρτούνα στη θάλασσα, μόλις έπαιρνα όλα τα δυνατά μέτρα για να εξασφαλίσω τους άλλους, αποφάσιζα να χαρώ ό,τι αναπάντεχο που έφερνε, και η ενέδρα, η τρικυμία, γινότανε άνετα μέρος των σχεδίων μου, ή των ονείρων μου.

Στον Θανάση Γεωργιάδη

19
Μαρ.
10

Ράσελ Μπανκς – American Darling

Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους

O τρόπος ταξινόμησης των συμμαχιών μας, που από πολύ νωρίς συγκρούονται μεταξύ τους, ο τρόπος που ξεδιαλύνουμε και αξιολογούμε την αφοσίωσή μας σε αυτές σύμφωνα με την προτεραιότητά τους μέσα μας, έχει σχέση με τη δόμηση του ίδιου μας του εαυτού… Ποιους και τι θα υπερασπιστούμε και στο όνομα ποιών συμφερόντων είμαστε πρόθυμοι να θυσιαστούμε αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση του εαυτού μας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Οι φράσεις του Μπανκς από την Περιοδική έκδοση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων (Αουτονταφέ, 3/4 (2004), εκδ. Άγρα, μτφ. Έφης Φρυδά), αντανακλούν επακριβώς την δίνη των κρίσιμων διλημμάτων στην οποία βρίσκεται συνεχώς η ηρωίδα του.

Η 59χρονη Χάνα Μάσγκρεϊβ, κλείνοντας δεκαετία σε μια βιολογική φάρμα μαζί με μια ομάδα γυναικών αφηγείται στον αναγνώστη μια ζωή όπου πράγματι βρέθηκε πολύ συχνά μπροστά ενώπιον καθοριστικών έως δραματικών επιλογών. Ο ταραχώδης βίος της εκκινεί από την εμπλοκή της σε βομβιστικές επιθέσεις ενός πυρήνα της Weather Underground. Ζώντας έτσι ώστε μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα οποιαδήποτε μαρτυρία για την παροντική της ζωή να μπορεί να σβηστεί, η φυγόδικη Χάνα δεν δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την ερωμένη της και να βρεθεί στην Λιβερία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Ως Ντόον Κάρινγκτον πλέον, καλείται να απασχοληθεί σε ένα εργαστήριο πλάσματος, όπου χιμπαντζήδες – πειραματόζωα μολύνονται με ασθένειες που στέλνονται από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για τυπική συμπαιγνία μιας πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας που συλλέγει δεδομένα για υποστήριξη προϊόντων, ενός ιδρύματος που εξασφαλίζει κονδύλια και μιας χώρας που ανταλλάσσει την πρόσβαση στην πανίδα της με αποστολή ιατρικού προσωπικού, εξοπλισμού και προμηθειών. Η ανθηρή βιομηχανία των χιμπαντζήδων με την αιχμαλωσία των μωρών (συνεπώς θανάτωση της μητέρας και της ομάδας ενηλίκων που το προστάτευε), την παράνομη πώληση στις αγορές της δυτικής Αφρικής και την λαθραία αποστολή σε εργαστήρια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποτελεί μια μόνο ενδεικτική μορφή της απομύζησης του εγχώριου πλούτου από την Δύση.

Η θητεία της σε αυτό το λαμαρινένιο παράπηγμα – ψυχιατρείο ετοιμοθάνατων ζώων «που απέπνεαν λύπη με κάθε τους ανάσα» της δίνει ένα νέο προσανατολισμό ζωής. Το εργαστήριο έχει χρεωθεί στον Γούντροου Σουντιάτα, υφυπουργό Δημόσιας Υγείας και μελλοντικό σύζυγο και πατέρα των παιδιών της, ο οποίος διατηρεί την τριπλή ιδιότητα του απόγονου μιας Λιβεριανής φυλής, του διακόνου μιας Χριστιανικής Εκκλησίας και του μέλους της κυβερνητικής ελίτ, ενσαρκώνοντας τις αντιφατικές πολιτισμικές ταυτότητες με τις οποίες καλείται να εναρμονιστεί ο σύγχρονος Αφρικανός. Το ίδιο μετέωρη ανάμεσα σε διαφορετικές, μη αλληλένδετες ταυτότητες – Χάνα, Ντόον, πρώην πολιτική ακτιβίστρια, σύζυγος κυβερνητικού αξιωματούχου, μητέρα, λευκή «κυρά» – είναι και εκείνη (έχοντας δυο ονόματα ένοιωθα ανώνυμη, έχοντας πάνω από ένα παρελθόν ένοιωθα πως δεν είχα παρελθόν), βιώνοντας επιπρόσθετα την αντιστροφή της φυλετικής μυθολογίας, όπου ό,τι ήταν μειονότητα στην πατρίδα της εδώ αποτελούσε πλειονότητα που την καταχώριζε ως λευκή Αμερικανίδα: «το λευκό δέρμα ηχεί σαν κρότος, ηχηρό και πρόδηλο». Η διχασμένη της ύπαρξη χαρακτηρίζεται από βαθιά σύγχυση αναγκών και επιθυμιών, πολύ περισσότερο καθώς βρίσκεται στην ευνοημένη πλευρά της κοινωνικής ανισότητας.

Η Λιβερία υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο κράτος της Αφρικής, με θεσμούς που ακολουθούσαν το πρότυπο των ΗΠΑ, με τις οποίες συνδεόταν με βαθιές σχέσεις, έχοντας αποτελέσει τον ιδανικό εκπρόσωπο των θρησκευτικών, οικονομικών και φυλετικών τους συμφερόντων. Η αποστολή απελεύθερων σκλάβων στην δυτική Αφρική, «στην γη των προγόνων τους» και η εφαρμογή του συστήματος επιτήρησης των φυτειών του Νότου και της Καραϊβικής είχε δημιουργήσει μια ενδιάμεση αστική τάξη, δημιουργώντας πρόσθετο ρήγμα στην κοινωνική συνοχή των γηγενών. Η Ντόον βρίσκεται εκ των πραγμάτων μέσα στον κυκλώνα οριακών πολιτικών καταστάσεων. Ολόκληρη η χώρα αποτελεί κέντρο συναλλαγής, όπου το ξεπούλημα πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας σε ξένες εταιρείες, η παραχώρηση πελώριων δασών και η κλοπή δωρεών, εμβασμάτων και κονδυλίων από τα Ηνωμένα Έθνη, την Παγκόσμια Τράπεζα και ανθρωπιστικούς οργανισμούς έχουν υποχρεώσει τις φυλετικές ομάδες σε εγκατάλειψη του πολιτισμού τους και εγκατάσταση κοντά στις επιχειρήσεις. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αλυσίδας του «αφρικανικού συνδρόμου»: η μεταμόρφωση του προέδρου – ανδρείκελου σε τύραννο με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, που έχει ξεχάσει ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό στη χώρα, οδηγεί στην πείνα και την εξαθλίωση των πολιτών, την πτώση του ηθικού του στρατού, την απροθυμία και αναξιοπιστία του μέχρι την συνομωσία για την ανατροπή του.

Η Ντόον νοιώθει εγκλωβισμένη σε μια δραματική πολιτική συγκυρία που μοιάζει απελπιστικά ανεπανόρθωτη, «μόνιμη και αδιασάλευτη σαν γενετικός κώδικας». Ανήμπορη να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια, αποστρέφει το βλέμμα της απ’ ότι δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αλλάξει. Αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο όταν βρίσκεται με τους δια βίου έγκλειστους χιμπαντζήδες, με τους οποίους δημιουργεί μια μοναδική σχέση εμπιστοσύνης, ονομάζοντάς τους «ονειρευτές» από τον επιστημονικά διαπιστωμένο «ονειρικό χρόνο» της ζωής τους, όπου το καθετί αντιμετωπίζεται σαν να βλέπεται για πρώτη φορά, χωρίς συνείδηση παρελθόντος ή μέλλοντος. Η επιθυμία για παρόμοια εκ μέρους της συνειδησιακή λειτουργία είναι προφανής.

Ο «αφρικανικός τρόπος στρατηγικής επιβίωσης» υποχρεώνει τον σύζυγό της να υποταχθεί στον νέο ηγέτη Σάμουελ Ντόου (που εκτέλεσε τον προηγούμενο πρόεδρο Γουίλιαμ Τόλμπερτ και τους υπουργούς του), προτρέποντας τη σύζυγό του να εγκαταλείψει τη χώρα και την οικογένειά της. Η επιστροφή στην Αμερική σε μια ακόμα νέα ζωή φαντάζει ως το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο: να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος, να μπορείς να επιζήσεις από τον ηθελημένο φόνο του προσωπικού σου παρελθόντος. Η καταφυγή στον πατρικό «ξενώνα» ή στην πρώην σύντροφό της δεν προσφέρουν τη γαλήνη που συνεπάγεται μια οριστική επιλογή. Η επιστροφή στην πολιτική δράση είναι μονόδρομος: η συμμετοχή στην απόδραση του φυλακισμένου Τσαρλς Τέιλορ (μετέπειτα προέδρου της Λιβερίας), που υπόσχεται να ανατρέψει τον Ντόου και να εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία «τρίτου δρόμου» βασισμένη στην φυλετική οργάνωση, μοιάζει με εξιλέωση από τα χρόνια πολιτικής παθητικότητας και επάνοδο στις συγκινήσεις και την δράση. Ή πιθανώς ο μόνος τρόπος να μην κατρακυλήσει στον κυνισμό και την απόγνωση; Το ξέσπασμα ενός άγριου εμφύλιου φυλετικού πολέμου με τρεις αντιμαχόμενες δυνάμεις, τo τραγικό τέλους του Γούντροου, η εξαφάνιση των γιών της, η βίαιη εκτέλεση του Ντόου και οι οριακές συνθήκες άλογης καταστροφής και αγριοτήτων χωρίς καμία πολιτική σκοπιμότητα καθιστούν την δεύτερη βεβιασμένη φυγή της αναπόφευκτη. Η κυκλικότητα του μύθου ολοκληρώνεται με μια τελευταία επιστροφή «δέκα χρόνια και μια ζωή αργότερα», ένα παραισθητικό ταξίδι ενοχής, μια επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος, ένα κάλεσμα από τους χιμπαντζήδες και όχι από τη μνήμη του συζύγου, ούτε από τους γιους της, η ανάγκη να δεχτεί την αυστηρή, τελική τους ετυμηγορία και να απαντήσει σε βασανιστικά ερωτήματα και κυρίως αν η φυγή από την αγριότητα και την τρέλα του πολέμου δεν κάλυπτε παρά μια ακόμα απόδραση.

Ο Μπανκς εντάσσει σε μια συναρπαστική αφηγηματική ρυθμική την εναλλαγή παροντικού και παρελθοντικού μυθοπλαστικού χρόνου, την ενσωμάτωση στοιχείων όπως τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα ή το προσωπικό οικογενειακό παρελθόν, αλλά και πρόσθετες, έκκεντρες του μύθου, συναρπαστικές σελίδες για τα γηρατειά, τα κίνητρα του ακτιβισμού, τον αφρικανικό πολιτισμό. Η εξομολογητική διάθεση της ηρωίδας συχνά διοχετεύεται σε μια υποθετική ή πραγματική επιστολογραφία, ενώ πολλές σκηνές είναι ιδιαίτερα υποβλητικές, όπως εκείνες στο εργαστήριο – ερειπιώνα νεκρών ζώων (που θυμίζουν αντίστοιχες του Τζόναθαν Κόου στο Τι ωραίο πλιάτσικο!).

Ο συγγραφέας με πειστικότατο τρόπο δημιουργεί μια ηρωίδα που σταδιακά βουλιάζει στην παθητικότητα, αδυνατεί να ταξινομηθεί ως σύζυγος και μητέρα και δεν διστάζει να εγκαταλείπει την ζωή της για χάρη μιας άλλης. Ανεξάρτητα από το αν η αφοσίωση σε αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η ισότητα είχαν ως τίμημα την ψυχρότητα και την απόσταση από αυτούς που την αγαπούσαν ή αν η προδοσία και η λιποταξία όντως αποτελούν το βασικό μοτίβο της ζωής της, οι σχέσεις της πάντα χαρακτηρίζονται από «μια διάζευξη, μια πανίσχυρη, κρυφή σύγκρουση» που μεταφράζεται ως ικανότητα φυγής με αξιοσημείωτη ευκολία. Καθώς η Χάνα – Ντόον διαρκώς φαντασιώνεται εναλλακτικές ζωές ή αισθάνεται πως εκτελεί έναν ρόλο σε θεατρικά έργα επινόησης άλλων, η επίγνωση του τέλους της προσωπικής της ιστορίας μοιάζει με μια μαύρη σκιά που ξεθωριάζει προτού γίνει λευκή (Η ζωή μου έχει γίνει μια σειρά από ατέρμονες στιγμές. Δεν έχει πλέον πλοκή). Τα δύο άκρα του οράματός της δεν ευοδώνονται ποτέ: δεν κατορθώνει να αλλάξει ούτε μια φράση στην ιστορία της Λιβερίας ή του εαυτού της.

Εκδόσεις Πόλις, 2008, σελ. 577, μτφ.: Τάκης Κιρκής (Russell Banks, The Darling, 2004)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 595, 19.3.2010 (και εδώ).  Oι δυο φωτογραφίες, από Λιβερία.

16
Μαρ.
10

Lali Puna – Our inventions (Morr, 2010)

 

Ήχοι μπλε ελεκτρίκ και ταχύτητες βραδύτερες του electroclash και ταχύτερες από εκείνες του trip hop, θερμή electronica που έχει χαλαρές μα όχι διαλυμένες σχέσεις με την τραγουδιστική φόρμα, κλίματα όπου οι συνθετητές δεν είναι καθόλου ψυχροί γιατί θερμαίνονται απ’ την κατάλληλη φωνή και από γοητευτικές μελωδίες έγραφα πριν χρόνια για το Faking the Books στο φίλιον Butterfly Webzine και σκέφτομαι πως πάντα υπήρχε πάντα κάτι το εκλεκτικό και κάτι το απροχώρητο στην μουσική των Lali Puna. Από την μία αισθανόσουν πως γνωρίζουν πολύ καλά ένα είδος ηλεκτρονικής μουσικής αξιώσεων, θηλυκών φωνητικών και συνδυασμού πειραματικών και προσιτότερων ενατενίσεων. Από την άλλη η αίσθηση πως εδώ συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον λειαινόταν από μια φραγή, από ένα όριο (περιορισμένης μελωδίας και συνθετικής ομορφιάς) πέρα από το οποίο δεν προχωρούσαν. Κοινώς, στόχευαν στην ατμόσφαιρα, όχι στην ουσία.

Εκτός αν τίποτα απ’ αυτά δεν τους απασχόλησε ποτέ, εφόσον οι διάφοροι Notwist και Tied & Tickled Trio εδώ (Markus Acher/Christian Heiss και Christoph Brandner αντίστοιχα, πάντα με την φωνούσα και δακτυλοπληκτρούσα Valerie Trebeljahr) το έβλεπαν ως κλασικό σχήμα των διαλειμμάτων και των ξεκουράσεων. Τώρα όμως που στο πρώτο πρώτο Rest Your Head ο μινιμαλισμός μιας πρώιμης ηλεκτρονικής τραγουδιστικής ζευγαρώνει με προσιτότητα ραδιοφώνου, που στο δεύτερο Remember τα pop χρώματα σκίζονται από sampling χαρακιές, που οι πρώτες κημπόρντιες νότες του ομώνυμου, απαράλλακτες με του … Hiroshima Mon Amour και διόλου τυχαία η Ultra – Vox – ική επένδυση τρέχει και πίσω από το Future Tense, αφήνοντάς το (κι εμάς) ά-φωνο, κάτι κάπως άλλαξε. Μια καθαρή new wave δομή δένει και το That Day, με ολοφάνερη την αντικατάσταση της κιθάρας που θα έμπαινε εδώ αντί του πλήκτρου. Λίγο νωρίτερα το Everything is Always λες και βγήκε από συλλογή του 1982, πριν τους Pink Industry και μετά τους Indians in Moscow.

Είναι φανερό: στον τέταρτο δίσκο τους – πρώτο εδώ κι έξι χρόνια – περπατάνε πέρα απ’ την λευκή γραμμή. Οι συνθέσεις δίνουν την αίσθηση του ολοκληρωμένου, οι κάπως γωνιώδεις απολήξεις των προηγούμενων – προηγμένων μελώνονται, όπως στο εξαιρετικότατο Move On. Αν το Tridecoder ήταν μόλις η δεύτερη κυκλοφορία της Morr και έπρεπε να το δηλώνει, τώρα είναι η σειρά να φανεί τι τραγούδια μπορούν να βγάλουν όλοι αυτοί οι συνδυασμοί, και όλα με ένα κάπως ευρύ κόνσπετ για την μοναξιά της ηλεκτρονικότητας των επικοινωνιών και πολλά πρόσθετα όργανα.

Στο τελευταίο κομμάτι προσέρχεται ο Yukihiro Takahashi των Yellow Magic Orchestra, που σε λάθος τόπο κι εποχή έκαναν πράξη όλα όσα σήμερα κάνουν μυριάδες άλλοι της συνομοταξίας των Lali Puna. Η εποχή τον έχει ξεπεράσει, δεν διακρίνεται καμιά ηρωική σφραγίδα εδώ, μένει απλά ένα όνομα που θα αναφέρεται στις εκατέρωθεν συστάσεις. Έχει όμως ενδιαφέρον να ξανακούσουμε τους δίσκους τους, για να εκπλαγούμε ξανά για το πόσο καινούργια είναι η σημερινή «καινούργια» μουσική. Τουλάχιστο ελπίζω να μη γίνει αντιστροφή στα βιογραφικά, και χρειαστεί κάποτε να γράψει εκείνος στο δικό του cv, «είμαι αυτός που τραγούδησα και στον δίσκο των LP».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 54

Γεωργία Σάνδη, Ημερολόγιο της καρδιάς, εκδ. Printa, σειρά Εκ Βαθέων, 2003, μτφ. Σοφία Κορνάρου, σ. 26 (George Sand, Journal Intime, 1926)

Πώς θα μπορούσε ένα θνητό και πονεμένο πλάσμα να αντισταθεί στην απελπιστική επίδραση τόσο συχνών απογοητεύσεων; Όταν η ζωή μαραίνεται και χάνεται προσπαθώντας να αδράξει το είδωλο κάθε χαράς και να νιώσει την πληγή κάθε ηδονής∙ όταν αναλώνεται τρέχοντας πίσω από μια ελπίδα, που έγινε εκατό φορές έγινε απάτη ανήλεη και αβάσταχτη. Πώς θα μπορούσε κάποιος σ’ αυτό το πέλαγος αγνωμοσύνης και ψεύδους να ξεχωρίσει μια φιλική καρδιά, μια πίστη, ένα στήριγμα; Όλα όσοι προσπερνούν φαίνονται ύπουλοι κι η αρετή τους δεν έχει στο μέτωπο το αστέρι που θα την κάνει να φεγγοβολά μες στα σκοτάδια.
Όταν συνηθίζουμε σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση της ψυχής, την τόσο ταραγμένη και τόσο σκοτεινή, σιγά σιγά γινόμαστε πιο διορατικοί. Δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να γελαστεί, γιατί δε φοβόμαστε πια την πλάνη∙ φτάνουμε σε κάποιο τέλος της φρόνησης, απέχουμε, δε δελεαζόμαστε, δεν επιθυμούμε πια.
Άλλοτε, επιθυμίες πιο ελεγχόμενες ή πιο εκλεπτυσμένες γίνονται πραγματικές και επίμονες. Ίσως, μέσα στη μοναδική κατάσταση της ύπαρξης δίχως επιθυμίες, υπάρχει περισσότερη ευδαιμονία παρά στην εκπλήρωση όλων των πόθων.

Στην Κλαίρη Μιτσοτάκη




Μαρτίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 994.770 hits

Αρχείο

Advertisements