John Grant – Queen of Denmark (Bella Union, 2010)

 

Συνεχίζω μέχρι σήμερα ν’ ακούω τους Czars, επειδή βρίσκω εκείνο το είδος της εσωτερικής έντασης που σπανίζει στους περισσότερους ομογάλακτους singers / songwriters και περισσεύει σε άλλες αργοταχύτητες μπάντες. Δυσκολεύομαι μάλιστα να διαλέξω και να προτείνω αδιαμφισβήτητο δίσκο: κατά καιρούς εμμένω στο Sorry I Made You Cry (αλλά δεν θα στενοχωρηθεί ο άλλος αν απ’ τις δουλειές του διαλέξεις εκείνη που δεν είχε δικά του τραγούδια;), με το κριτήριο των πολλαπλών επιστροφών προκρίνω το Goodbye, μετά απορώ που άφησα έξω το The Ugly People vs The Beautiful People (που άρχιζε με το Drug, από το οποίο δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις, άρα κέρδιζες δεκάδες αρχές). Μετά διέλυσαν και τι άλλο παραπάνω να κάναμε από το να τους καταχωρήσουμε στο Μεγάλο Ροκ εντ Ρολλ Βιβλίο των Αδικιών;

Ο Ησυχαστής μέσα μου βέβαια έλεγε πως όσο εκείνος ανοίγει το στόμα του, θα βγαίνει πάντα η ίδια ελαφρώς και βελουδίνως βαρυτονίζουσα φωνή, κι όσο συνθέτει θα έχει τις ίδιες πιθανότητες για μικροκομψοτεχνίες. Έμεναν εκείνοι που θα τον έσερναν ξανά στον κόσμο κι αυτή τη φορά ήταν οι ομόσταβλοι Midlake, προσφέροντας εαυτούς, χωροχρόνο ηχογράφησης και την τυχερή τους αίγλη: τον τσίμπησαν απ’ την Νέα Υόρκη όπου βολόδερνε και τον έσυραν στο δικό τους Τέξας βέβαιοι πως του αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Κι έτσι τώρα έχουμε ένα δίσκο παραπάνω να αναλωνόμαστε σε μάταιες επιλογές, να ακούγεται απολαύσιμος απ’ την μια άκρη ως την άλλη και να μας πονοκεφαλιάζει με την ανεύρεση των πηγών του.

Γιατί φωνητικά δεν υπάρχει πρόβλημα: Scott Walker όταν κάνει λίγο τον πιο βαθύ, Tim Buckley όταν αφήνεται, δηλαδή τις περισσότερες φορές, και δικαιούται πια να του λέμε πως ακούγεται ακριβώς σαν John Grant. Αλλά μουσικοσυνθετικοερμηνευτικά, το σύνολο σε γλυκοσκεπάζει με ένα απόλυτα στοργικό 70ς σκέπασμα ενός είδους που εμείς οι άσχετοι ονομάζαμε soft rock, το τιμούσαν άντρες που δεν ντρέπονταν να κλαψουρίσουν, το λούστραραν με πιάνο και σεβάσμιες παραγωγές, και τιμούσαν εαυτούς και κοινό με συνθέσεις όνομα και πράμα, με διάθεση να κολλήσουν στο κασεττόφωνο (με δυο ταυ παρακαλώ) του αυτοκινήτου ή στο στερεομεγαθήριο του σαλονιού και κυρίως στο ραδιόφωνο με Ρ κεφαλαίο. Γι’ αυτό και οι φίλοι που έβαλα να ακούσουν και να αποφανθούν πρότειναν τους πιο ασύμβατους: μήπως Steely Dan, μήπως Randy Newman, μήπως Elton John, μήπως Cat Stevens;

Ο μόνος τρόπος να επιπλεύσεις χωρίς ενοχές σ’ αυτή την παχύρρευστης μελοδραματικότητας μουσική είναι να θυμάσαι πως αυτός ήταν στους Czars κι όχι στους Chicago ή τους Air Supply, που διαιωνίζουν σαρδόνια την υπογραφή τους, και κυρίως πως υπάρχουν εδώ ένα μάτσο ποιήματα που μόνο από ένας ξενερωτικός είρων καγχαστής θα διακωμωδούσε. Για παράδειγμα, εκεί δηλαδή που βλέπεις τον τίτλο Sigourney Weaver και περιμένεις έναν ύμνο προς τιμήν της, έστω μια κατάθεση πως αυτή είναι η Βασίλισσα του δικού του βασιλείου της Δανιμαρκίας, την ξεπετά με ένα απλό «I feel just like Sigourney Weaver/when she had to kill those aliens”. Και δεν τελειώσαμε εδώ με τους εξωγήινους, εφόσον επανέρχονται στα Marz και Outer Space, καταστρέφοντας την καθημερινή του ηρεμία. Μήπως έπρεπε η επόμενη back μπάντα του να είναι οι Flaming Lips (στους οποίους, ωπ, τι βλέπω; σαππόρταρε στην πρώτη μεταδιαλυτική του περίοδο);

Ή με άλλα λόγια, κανείς μελοδραματιστής δεν θα είχε για ψωμοτύρι στίχο όπως το I wanted to change the world/but I could not even change my underwear. Και το Jesus Hates Faggots συνταιριάζει ακριβώς στο κλίμα του βιβλίου του Christopher Hitchens που παρουσιάσαμε πρόσφατα, για τα μίση που προκαλεί η θρησκεία. Γι’ αυτό και ίσως οι Midlake εδώ έβγαλαν πολλή περισσότερη δουλειά απ’ όσο φαίνεται. Μινιμάλισαν το λούστρο, έβγαλαν όσο πρέπει την φωνή της φωνής, αφαίρεσαν εκεί που έπρεπε, πρόσθεσαν εκεί που ταίριαζε – χωρίς βέβαια (ευτυχώς) να το φτάσουν στις δικές τους γυμνότερες βουνοπλαγιές.

Η έναρξη, η δευτερολογία και ο επίλογος είναι η τριάδα που λάμπει περισσότερο. Είναι αξιοσημείωτο πως οι λίγοι ως τώρα reviewers μίλησαν για 3-4 τραγούδια που – προσέξτε – δεν είναι αυτά που ξεχωρίζουν αλλά αυτά που ως «δεύτερα» αδίκησαν την πλειοψηφία των 8 αρίστων εδώ. Προσωπικά δεν μπήκα σε τέτοια καταμέτρηση: αν τα 2/3 των συνθέσεων ενός είδους που σπάνια βγάζει πλήρες σύνολο είναι τέτοιας κοπής, τότε δώστε μας κι άλλες τέτοιες οκτάβες, σόρυ, οκτάδες. Κι αυτόν αμολείστε τον στην έρημο του Τέξας για νέες φωτίσεις και κρατήστε τον κι άλλο αιχμάλωτο στο Τέξας, εσείς εκεί αστέρες της Bella Union.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, δηλαδή εδώ.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.