Αρχείο για Αύγουστος 2011

31
Αυγ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 58. Κώστας Αρκουδέας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αγαπημένοι συγγραφείς βρίσκονται σε πολλά και διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα (όπου κολυμπούν σαν πέστροφες). Από τους Λατίνους μ’ αρέσει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και παλαιότερα ο Μάρκες. Από τους Αμερικανούς του μεσοπολέμου προτιμώ τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Από τη αστυνομική λογοτεχνία, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, για το υπόγειο και διαβρωτικό χιούμορ του. Από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας ξεχωρίζω τον Φιλιπ Ντικ, ενώ από το global novel, τον Φρανκ Σέτσινγκ. Θα μπορούσα να συνεχίσω απ’ άπειρον – τρόπος του λέγειν…

Από τους Έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Μ. Καραγάτση και την Ιωάννα Καρυστιάνη, ενώ από τους ποιητές τον Καβάφη και τον Καββαδία. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά αξιόλογα παιδιά της νέας γενιάς…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Έκανα πρόσφατα τη short list με τα βιβλία που έχω σταθερά στην κορυφή των προτιμήσεών μου… 1. Μαργκρίτ Γιουρσενάρ: Αδριανού απομνημονεύματα 2. Τζακ Κέρουακ: Στο δρόμο 3. Τζον Μπάνβιλ: Η θάλασσα 4. Τζόναθαν Λίτελ: Ευμενίδες 5. Νίκος Παναγιωτόπουλος: Το γονίδιο της αμφιβολίας

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Τσέχωφ, πρωτίστως, ως του μέγα τεχνίτη της μικρής φόρμας. «Των κεκοιμημένων» του Δημήτρη Μίγγα. «Η φλέβα του λαιμού» του Σωτήρη Δημητρίου. «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζυράνα Ζατέλη. Τα περισσότερα του Σκαμπαρδώνη. Βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία στη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θεωρώ αξιοπρόσεκτη περίπτωση τον Γιάννη Μακριδάκη. Το γεγονός ότι μεταπήδησε από τα μαθηματικά στη λογοτεχνία, το γεγονός ότι ζει μακριά από τη μητρόπολη και ασχολείται με ό,τι τον ενδιαφέρει… Αν έχω σιχαθεί ένα είδος τα τελευταία χρόνια, είναι οι συγγραφείς – δημοσιοσχεσίτες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο βιβλίο μου «Τα κατά Αιγαίον πάθη» περιγράφω τους καημούς και τα πάθη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων που έλαμψε κάποτε στην Οία. Τους περισσότερους συνεχίζω να τους βλέπω και να μαθαίνω νέα τους.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αλλόκοτος ήρωας του Ντοστογιέφσκι, ο πρίγκιπας Μίσκιν, από την κλασική λογοτεχνία. Από τη σύγχρονη, σχετικά πρόσφατα, η Λίζμπετ Σαλάντερ, η αυτιστική και ιδιοφυής ηρωίδα του Στιγκ Λάρσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν είμαι έξω, γράφω παντού, ή, για να είμαι πιο ακριβής, κρατάω σημειώσεις παντού… σε χαρτοπετσέτες, σε περιοδικά, σε πακέτα τσιγάρων, ακόμα και στην πλάτη μιας γυναίκας, κάποια στιγμή, καθώς δεν έβρισκα πουθενά αλλού να γράψω. Δεν την ήξερα και με πέρασε για τρελό…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως γίνομαι αιχμάλωτος μιας ιδέας που με συγκλονίζει, με τριβελίζει και δεν με αφήνει να ησυχάσω. Την έχω στον κήπο μου και τη φροντίζω, την κανακεύω και την καλλιεργώ επισταμένα.

Τις ιδέες δεν τις παγιδεύω, όχι τουλάχιστον με τη θέλησή μου. Απλώς έχω ανοιχτή την πόρτα της έμπνευσης, έρχονται και τρυπώνουν μόνες τους σε ανύποπτη στιγμή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Την εποχή που γράφω γίνομαι παράξενος, λίγο αντικοινωνικός. Χρειάζομαι τέσσερις τοίχους, υπολογιστή και απόλυτη ησυχία. Κιχ δε θέλω να ακούγεται… Από ό,τι μου λένε, τη συγκεκριμένη εποχή κυκλοφορώ παραμιλώντας στο δρόμο, είμαι μόνιμα αφηρημένος και όταν με ρωτάνε κάτι, ξεχνάω να απαντήσω – ή, μάλλον, ξεχνάω πως με έχουν ρωτήσει κάτι. Ο κόσμος στο κεφάλι μου είναι πολύβουος, απαιτητικός και μου απορροφά πολλή ενέργεια.

H μουσική που ακούω είναι η μουσική της γενιάς μου, η ροκ. Μου αρέσουν,  ωστόσο, τραγούδια που ανήκουν στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Αντίθετα, δεν μπορώ να ακούσω λαϊκά τραγούδια, ούτε φυσικά σκυλάδικα, έστω για πλάκα.

Μια μικρή παρουσίαση / εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Υποθέτω ότι αποτελώ τον πονοκέφαλο κάθε κριτικού ή φιλολόγου που επιχειρεί να κατατάξει έναν συγγραφέα σε λογοτεχνικό είδος. Και αυτό γιατί σε κάθε βιβλίο ασχολούμαι και με διαφορετικό είδος, το οποίο συνήθως απέχει παρασάγγες από το προηγούμενο. Δείτε τα δυο τελευταία μου μυθιστορήματα. Το προηγούμενο ήταν ιστορικό μυθιστόρημα, το επόμενο θεολογικό–επιστημονικό θρίλερ με μελλοντικές προεκτάσεις. Από τον 3ο π.Χ. αιώνα στον 21ο. Η απόσταση και μόνο ζαλίζει… μ’ αρέσει, όμως. Αν αντιπαθώ κάποιους συγγραφείς, είναι οι μανιεριστές, εκείνοι που αν έχεις διαβάσει ένα βιβλίο τους, τα έχεις διαβάσει όλα. Δεν τους κουράζει κάτι τέτοιο; δεν τους φθείρει;

Κοιτώντας πίσω, στο συγγραφικό παρελθόν μου, βλέπω: Το «Πρόσεχε να μην πετρώσεις» είναι μια μαρτυρία για το σύγχρονο διχασμό κάποιας που είναι από τη μια πλευρά θεοσεβούμενη και από την άλλη κομμουνίστρια. Το «Παλιό δέρμα του φιδιού» και η μετεξέλιξή του στο «Ποτέ τον ίδιο δρόμο» είναι ταξιδιωτικό αφήγημα και συγχρόνως κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. «Τα κατά Αιγαίον πάθη» είναι ένα σχόλιο πάνω στις ακραίες μορφές του έρωτα και ταυτόχρονα η πορεία μιας κοινότητας ανθρώπων, των «σαμάνων του Αιγαίου»,  που έζησαν κάποτε και έδρασαν στην Οία της Σαντορίνης. «Ο πειρατής» είναι η μυθιστορηματική διασκευή ενός σεναρίου, το ανάποδο δηλαδή από αυτό που συνηθίζεται, με θέμα το εθιμικό δίκαιο και τον εξοβελισμό του από το σύγχρονο κόσμο. «Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του» είναι ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα, με τους κανόνες και τις συμβάσεις του είδους, ενώ «Ο αριθμός του Θεού» ένα θεολογικό – επιστημονικό θρίλερ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο κυκλοφόρησε το χειμώνα του 2010 από τις εκδόσεις Απόπειρα. Είναι μια ανθολογία με τίτλο «Τα σιγκλάκια». Καθώς πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται κυρίως στη μουσική από τα ροκ συγκροτήματα, υποδηλώνει μια διάθεση περιπετειώδη και ανατρεπτική.  «Τα σιγκλάκια» δεν είναι ακριβώς διηγήματα. Είναι μικρά σε έκταση αυτοτελή κείμενα που δίνουν το στίγμα μιας περιπλάνησης που ξεκίνησε από το 1986 και συνεχίζεται έως σήμερα. Η επιλογή τους έγινε με σκοπό να διακρίνει ο αναγνώστης τα χνάρια της διαδρομής μου. Στην πραγματικότητα, είναι ένας χάρτης πορείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Πολιτισμού. Μέχρι πρότινος ήμουν στο ΕΚΕΒΙ και τη Στοά Βιβλίου, ενώ τώρα βρίσκομαι στη Διεύθυνση Γραμμάτων. Είναι νομίζω απαραίτητο για τον λογοτέχνη να βιοπορίζεται, ούτως ώστε να ελευθερώνει την τέχνη του από επιρροές και εξαρτήσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσοι γράφουμε στην Ελλάδα έχουμε, νομίζω, ιδιαίτερη σχέση με το περιοδικό Διαβάζω. Είναι η ζωντανή ιστορία της γραφής και της ανάγνωσης στον τόπο μας. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, και ξεκίναγα την περιπέτεια της γραφής, εκεί ανέτρεχα για να πληροφορούμαι τα καθέκαστα. Επίσης, ιδιαίτερη θέση κατείχε μέχρι πρόσφατα, που απεβίωσε η ψυχή του, ο Κώστας Βουκελάτος, το περιοδικό Ιχνευτής. Επίσης, ξεχωρίζω Το Δέντρο, τη Λέξη, το εκ Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη και τα (δε) κατα του Ντίνου Σιώτη που έφεραν φρέσκο αέρα στο τοπίο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Οι συγγραφείς διακατέχονται από εμμονές, είναι γνωστό αυτό. Παλαιότερη εμμονή μου ήταν ο Ινδός Κάλανος που συνάντησε τον Μέγα Αλέξανδρο στα Τάξιλα και τον ακολούθησε ως το τέλος της εκστρατείας. Η τωρινή εμμονή μου είναι ο Νίκος Καζαντζάκης και το χαμένο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1957. Στήθηκε αδιανόητη ίντριγκα από την εγχώρια συντήρηση για να μην το πάρει. Όσο περισσότερα μαθαίνω γι’ αυτή την υπόθεση, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο σκηνοθέτης που θαύμαζα ήταν ο Στάνλεϋ Κιούμπρικ ενώ από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Αλεχάντρο Γκονζάλεθ Ιναρίτου. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλές ταινίες που αγαπώ, μα στην κορυφή της λίστας θα τοποθετούσα αβίαστα την ταινία Don’t look now του Νίκολας Ρεγκ, με το ανεπανάληπτο δίδυμο Ντόναλντ Σάντερλαντ – Τζούλι Κρίστι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Επιχείρησα κάποτε, μα το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Ποίηση γράφει η αδελφή μου Κατερίνα Ραζέλου, που κατέχει την τέχνη της κωδικοποίησης του απείρου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Κοντεύω να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Ίαν ΜακΓιούαν. Ξεκίνησα από τα βραβευμένα έργα του και τώρα έχω περάσει στα λιγότερο γνωστά. Με γοητεύει αφάνταστα η κομψότητα και η διαύγεια του ύφους του.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια αμιγώς ερωτική ιστορία. Η πλοκή είναι υποτυπώδης. Με ενδιαφέρουν οι ψυχικές μεταπτώσεις, οι εναλλαγές συναισθημάτων, οι προθέσεις που κρύβονται πίσω από τις πράξεις, τα βαθύτερα κίνητρα, η αποδοχή ή όχι των σφαλμάτων…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Είναι ικανή η ελληνική λογοτεχνία να σταθεί επάξια στον ευρωπαϊκό χώρο; Νομίζω πως είναι. Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν βγει πολλά και καλά βιβλία που θα μπορούσαν να διαβαστούν στο εξωτερικό, αν υπήρχε τρόπος να ξεπεραστεί ο σκόπελος της γλώσσας. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, όπως φαντάζομαι των περισσοτέρων. Οι ώρες που περνάω μπρος στον υπολογιστή είναι τόσες, που δεν τις μετράω για να μην τρομάξω.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Μα… η αιώνια νιότη είναι η ίδια η συγγραφή!

Σημ. του Πανδοχείου: Η «επιθυμητή» ερώτηση εντάσσεται σε όλα τα επόμενα Αίθρια. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα και γι’ αυτήν. Τα πνευματικά δικαιώματα θα του καταβάλλονται στο τέλος κάθε χρόνου.

Advertisements
28
Αυγ.
11

Λίνα Πανταλέων – Αναγνωστικά Δικαιώματα. Κριτικά δοκίμια για τη λογοτεχνία

Κυκλώνοντας την νεοελληνική λογοτεχνία

Η σύγχρονη συγκυρία δεν ευνοεί την λογοτεχνική κριτική, που ασφυκτιά στα στενά χωρικά όρια του τύπου, ακολουθεί λαχανιαστά την επικαιρότητα με την πλέον αυστηρή έννοια (ένα βιβλίο μηνών μπορεί να θεωρείται παλαιό) και συνθλίβεται μπροστά στην πρόκριση της παρουσίασης αμέτρητων εκδόσεων. Καλύτερα μια παράγραφος για καθένα από χίλια βιβλία, παρά χίλιες λέξεις για ένα βιβλίο: ιδού η βασική κατευθυντήρια αρχή. Έτσι ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης της λογοτεχνίας υποχρεούται να αρκεστεί σε σύντομα γενικόλογα και επιδερμικά σημειώματα που τελικά απλώς ενημερώνουν για την κυκλοφορία ενός βιβλίου και τίποτα παραπάνω. Τα λογοτεχνικά περιοδικά συχνά υπόκεινται σε παρεμφερείς περιορισμούς, για άλλους λόγους αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα.

Στην περίπτωση της Νέας Εστίας το κριτικό κείμενο δικαιούται να εμβαθύνει στο υπό κρίση έργο και να λειτουργήσει ως ευπρόσδεκτος αναγνωστικός οδηγός πλοήγησης. Πολύ περισσότερο δε η εν λόγω κριτικός επιχειρεί μια γενικότερη επέκταση στο συνολικό έργο του συγγραφέα. Δεν πρόκειται όμως για μια γενικότερη θεωρητική ή δοκιμιακή προσέγγιση που ο πιθανώς «ανειδίκευτος» αναγνώστης θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει αλλά για μια εξαιρετικά ελκυστική – και από γλωσσική άποψη – εστίαση στο κείμενο (με συχνή παράθεση αποσπασμάτων που υποστηρίζουν τις σχετικές επισημάνσεις) κατά την οποία διατυπώνονται και ενδιαφέρουσες συνδέσεις με τα προηγούμενα έργα, εντοπίζονται γενικά χαρακτηριστικά και υποδεικνύονται ομοιότητες και διαφορές. Με τον τρόπο αυτό προτείνεται μια πανοραμική εικόνα της συνομιλίας των κειμένων του συγγραφέα αλλά και μια κριτική αποτίμηση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο μάλιστα σε μεγάλο βαθμό δεν έχει τύχει ειδικότερης μελέτης. Ας δούμε ενδεικτικά ορισμένα σημεία μερικών από τις τριάντα βιβλιοκρισίες του τόμου, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό από τον Μάρτιο του2006 έως τον Σεπτέμβριο του 2009, χρησιμοποιώντας την πλούσια γλώσσα της κριτικού.

Στην περίπτωση του Κώστα Βούλγαρη (Η περούκα της Σοφίας Νέρη) διαπιστώνεται η έμφαση στην «ανάγνωση» και ανάπλαση της εθνικής ιστορίας (με την τετραλογία του συγγραφέα να λειτουργεί ως υποσημείωσή της) και η διαρκής διατύπωση της απορίας για το πώς μπορεί το ιστορικό γεγονός να εξιστορηθεί, να προσπελαστεί από άλλες οδούς και να επαναπροσδιοριστεί ώστε να νοηματοδοτήσει τον παρόντα χρόνο. Συχνά δοκιμάζονται οι πιθανότητες επιβίωσης στο παρόν γεγονότων τετελεσμένων όχι όμως «ανενεργών» και αυτό που προσλαμβάνεται ως οριστικά ηττημένο μπορεί να διεκδικήσει μια δεύτερη ζωή. Η γλώσσα και η δομή αναδεικνύονται σε μείζονες μέριμνες τόσο κατά την αναζήτηση νέων εργαλείων κριτικής και έκφρασης όσο και ως σχόλια πάνω στην μεθοδολογία και τις ποικιλόχρωμες παρεμβάσεις βάσει των οποίων μορφώνονται οι αφηγήσεις του παρελθόντος προτού παραδοθούν ως εθνική ιστορία.

Οι θλιμμένες μορφές του Νίκου Χουλιαρά (Νερό στο πρόσωπο) συντρίβονται από επιλογές μη αναστρέψιμες, από την αξεπέραστη δυσκολία συναναστροφής  και την πικρή επίγνωση ακρωτηριασμένων δυνατοτήτων. Καθώς βυθίζονται σε μια αρρωστημένη αδράνεια, στην ακινησία και τη στεγνότητα ασυντρόφευτων ημερών, η καθημερινότητα βιώνεται ως ψυχοφθόρα επανάληψη σκηνών αδιάφορων και ήδη παιγμένων και η ζωή τους μοιάζει με ισόβια κάθειρξη. Όμως ακόμα και μέσα στην παραλυτική τους απραξία επιβιώνουν ζώνες σκοτεινής συγκίνησης, στις οποίες τους οδηγεί η τριφυής δημιουργική υπόσταση του συγγραφέα (ζωγράφου, πεζογράφου, ποιητή). Στην λογοτεχνία της Κλαίρης Μιτσοτάκη (Σωρείτες) ο αναγνώστης αποκτά τη θέση ενός δυσεξιχνίαστου «εγώ» ενώ ο αφηγητής (ένας συνήθως εγγράμματος περιπατητής με «κεντροευρωπαϊκές» παραστάσεις) αποσύρεται στην κόγχη της μυθοπλασίας ελπίζοντας από εκεί να επηρεάσει τις θυμικές μετατοπίσεις των χαρακτήρων. Όμως είναι ο λόγος τελικά που στέφεται (ως) μόνος ήρωας των πεζογραφημάτων καθώς η συγγραφέας επιλέγει την έμμονη εμπιστοσύνη στην δυναμική των λέξεων και την εξαντλητικά κομψοεπή γραφή.

Σύνηθες μοτίβο στην πεζογραφία του Φαίδωνα Ταμβακάκη (Άδεια ξενοδοχεία), το ταξίδι επιβαρύνεται με την ανάγκη επούλωσης ψυχικών ελλειμμάτων και ημέρευσης υπαρξιακών αχθών. Μετατρέπεται σε μυσταγωγική διαδικασία ανακάλυψης αχαρτογράφητων εσωτερικών τοπίων, ανίχνευσης προσωπικών ορίων και αναζήτησης ενός ελκυστικότερου εαυτού. Από την άλλη, η παρουσία του αφηγητή – συγγραφέα περιγελά την αληθοφάνεια των συλλήψεων και απομυθοποιεί κάθε συγγραφική επινόηση. Παρατήρηση και καταγραφή προτάσσονται έναντι του αφηγούμενου και το θεατρικό στήσιμο υπαινίσσεται την εποπτεία του συγγραφέα. Ακόμα κι έτσι όμως προβάλλει η ιαματική επίδραση εξιστορήσεων (έστω και με τη μορφή εκμυστήρευσης πλαστών βιωμάτων και ή της υπόδυσης μιας πλασματικής ζωής) και η αδήριτη ανάγκη των μυθοποιήσεων ως αντίβαρων στις ποικιλόχρωμες ματαιώσεις που μας παραμονεύουν.

Τα πρόσωπα Μιχάλη Φακίνου (Αναμνήσεις ενός λωτοφάγου) σπανίως εγκατοικούν σε ένα μόνο μυθιστόρημα, καθώς ο συγγραφέας συχνά επαναχρησιμοποιεί παλιές συλλήψεις και ασκεί μια μορφή μυθοπλαστικής κλωνοποίησης. Η κριτικός εστιάζει στον εντοπισμό δανείων από προγενέστερες μυθιστορηματικές καταθέσεις και ξεχωρίζει τις περιπτώσεις που εκείνα αποβαίνουν λειτουργικά, όταν δηλαδή ξεφεύγουν από την ξερή επανάληψη και μετατοπίζονται από την αρχική τους θέση για να αποκτήσουν ένα άλλο νόημα μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Από την άλλη, η στατικότητα της ανεξέλικτης μυθοπλασίας αντισταθμίζεται με την καταφυγή στο γκροτέσκο, τα εξωλογικά στοιχεία και τις κραυγαλέες ή συναρπαστικές εικόνες. Η ψυχαναγκαστική θρησκευτικότητα συχνά διακωμωδείται με γελοιογραφικές σκηνές θεολογικού περιεχομένου, ενώ το κεντρικό μοτίβο του θανάτου αποτελεί μια κατάδυση στο βυθό της ύπαρξης και μια τυχοδιωκτική περιπέτεια για την απολύτρωση ψυχικών τόπων.

Στο επίκεντρο της απόλυτα προσωπικής λογοτεχνικής γλώσσας του Σάκη Σερέφα (Το σπίτι υποδέχεται) τίθεται η περιφρόνηση κάθε μυθοπλαστικής συνέπειας και αληθοφάνειας, η σάτιρα των συγγραφικών τεχνικών και το ξεσκέπασμα του τεχνητού χαρακτήρα επινοήσεων. Η παρωδία της γραφής, των υλικών και των μέσων της έχει ως βασικό όχημα την βάναυση μεταχείριση της γλώσσας, την παραγνώριση της παραδεδεγμένης χρήσης της και τα ακραία γλωσσοπλαστικά τεχνάσματα, αλλά και πλείστα άλλα αποδεικτικά της ποιητικής καταγωγής του συγγραφέα. Ακόμα κι αν οι ηχοποίητες λέξεις και ο ειρωνικός γλωσσικός χειρισμός καταλήγουν σε ανεφάρμοστες λεκτικές ευρεσιτεχνίες και το αμάρτημα της λεξιλαγνείας συχνά τιμωρεί τον συγγραφέα, η γραφή παραμένει το πρωτεύον θέλγητρο των έργων του.

Η πλουσιόγλωσση και πολύτροπη ανάγνωση συνεχίζεται και στα βιβλία των Σωτήρη Δημητρίου, Δημήτρη Νόλλα, Μαρίας Μήτσορα, Γιώργου Μπράμου, Μένη Κουμανταρέα, Ιωάννας Καρυστιάνη, Σώτης Τριανταφύλλου, Άντζελας Δημητρακάκη, Αύγουστου Κορτώ, Δημήτρη Γκιώνη, Β.Χ. Κωνσταντίνου, Τάκη Σπετσιώτη, Δημήτρη Τζιόβα, Παύλου Μάτεσι, Κωστή Γκιμοσούλη, Μιχάλη Μακρόπουλου, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Ηλία Μαγκλίνη, Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Μαρίας Ευσταθιάδη, Νίκης Τρουλλινού και Μάρως Δούκα.

Εκδ. Πόλις, 2010, σ. 608.

Πρώτη δημοσίευση: Νέα Εστία, τεύχος 1846 (Ιούλιος – Αύγουστος 2011)

25
Αυγ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 41

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Josh Emmons – The loss of Leon Meed (2005)

Muriel Spark – The Snobs (2005)

Victor Pelevin – Om On Ra (1996)

Haruki Murakami – South of the Border, West of the Sun (1992)

Όταν οι χαρακτήρες διαθλώνται, παραμορφώνονται, διαμοιράζονται ή εν μέρει εξαφανίζονται, τότε η λογοτεχνία μπορεί να διατείνεται πως βλέπει το άβλεπτο και γράφει το άγραπτο.

20
Αυγ.
11

Γκεόργκι Γκρόζντεβ – Πλιάτσικο

Μέσα στο αγριεμένο πλήθος

Μας διακατέχουν χιονοστιβάδες λέξεων. Έχουν αλώσει τις ψυχές μας (…) Μήπως εσκεμμένα σωπαίνουν τα ζώα; Άραγε θα ήθελαν να επικοινωνήσουν με μας τους ανθρώπους; Τι παραπάνω ξέρουμε να τους πούμε; (…) Όλοι γινόμαστε πλιάτσικο των λέξεων που μας κυνηγούν. Θα έρθει το τέλος αυτής της καταδίωξης; Μήπως η αιώνια σιωπή θα είναι η σωτηρία μας; (σ. 38-39)

Πράγματι, οι λέξεις δεν έχουν θέση μεταξύ των χαρακτήρων του Πλιάτσικου, όχι διότι αδυνατούν να εκφράσουν την μαγεία της φύσης, αλλά επειδή περισσεύουν των απόλυτα ατομικιστικών πράξεών τους. Πρόκειται για πρόσωπα που επιδίδονται σε μια σχεδόν ακραία μορφή «εναλλακτικού» κυνηγετικού τουρισμού σε κάποιο εκτροφείο άγριων ζώων γύρω από ένα εγκαταλειμμένο χωριό, στην καρδιά της βουλγαρικής φύσης. Σε έναν τόπο όπου η άγρια ομορφιά είναι «είδος προς πώληση», η θνησιμότητα των νεογέννητων ζώων φτάνει το 95% και ο σπόρος του αρσενικού αποκτά διαστημική αξία, κυνηγούν τις ελαφίνες και τις αρκούδες σε ερημωμένα αμπέλια και αυλές, αδιάφοροι για τις σφαίρες που βουίζουν επικίνδυνα κοντά τους. Με τα αισθητήριά τους ακονισμένα πυροβολούν τα φοβισμένα ζώα από πάθος ή από συνήθεια.

Σε αυτά τα εμπόλεμα πεδία διασταυρούμενων πυρών συνευρίσκονται ο κοινοτάρχης και βιαστής Ένιο (Νταούλι), ο αστυφύλακας και λαθροκυνηγός Κέμπο (απολαμβάνοντας αμφότεροι την ασυλία των αξιωμάτων τους), ο διαχειριστής του τόπου αλλά και της μοίρας πολλών παρείσακτων περαστικών Χάντερ και ο Ζλάτιο ή «Δράκος», έμπορος γυναικών – πιθανώς οι αντιπροσωπευτικότεροι «αρνητικοί» τύποι της μετασοσιαλιστικής κοινωνίας; Πλάι τους κινούνται ο τραπεζίτης Χανς και ο χρηματιστής Βίλχελμ, πρόσκαιροι φυγάδες της καριέρας χάριν εκτόνωσης, κι ο Μιχάλ ο Λευκός, πουθενά γραμμένος στα μητρώα μα πεισματικά παραμένων των γκρεμισμένων σπιτιών. Στον αντίποδα, η ψυχίατρος Λίνα, που δραπετεύει μαζί με τέσσερις ασθενείς της, για να μην τους καταδικάσει «κλείνοντάς τους σε ένα ντοσιέ», σίγουρη πως ένα ήσυχο χωριό θα τους προσφέρει περισσότερα από ένα περίκλειστο άσυλο. Ονειρεύεται άλλωστε να σώζει ναυαγισμένες ψυχές κι αρνείται να δεχτεί τον πόνο «σαν συμφορά απ’ την οποία πρέπει να κρύβεται κανείς».

Όλος αυτός ο σκοτεινός θίασος, μαζί με τους επισκέπτες που ανεβαίνουν τους κακοτράχαλους δρόμους με σαραβαλιασμένα Μόσκβιτς και Τράμπαντ για να ανταγωνιστούν με την άγρια φύση, που με κάθε νέα βολή νοιώθουν πως δίνουν εξετάσεις, τις νύχτες μεταμορφώνονται σε ανελέητους κυνηγούς, σε σημείο να αναρωτιόμαστε ποιός είναι τελικά ο πραγματικός άγριος λύκος. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Εξαρτάται σε ποια σελίδα θα τους ανοίξεις (σ. 61).

Η υπαινικτική γραφή του Γκρόζντεβ, διανθισμένη με στοιχεία λαϊκών διηγήσεων, παραμυθιών αλλά και της ανιμαλιστικής βαλκανικής λογοτεχνίας (π.χ. στην έμφαση στις λανθάνουσες αταβιστικές δυνάμεις), χαρακτηρίζεται από έντονη ποιητικότητα ακόμα και στις πιο σκληρές εικόνες: στην ακινησία των ζώων ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τον πυροβολισμό, τις χήνες που πέφτουν απ’ τον έναστρο θόλο στα μαύρα χωράφια, τα πουλιά που κατεβαίνουν απ’ τους αιώνιους αεροδιαδρόμους, τον λαγό που βγαίνει από την κρυψώνα του (οδεύοντας στον αφανισμό του) γιατί δεν αντέχει άλλο την μοναξιά. Αυτή η ποιητική απεικόνιση της «απάνθρωπης» βίας θυμίζει ορισμένες σπουδαίες ταινίες του «μετά το 1989» βαλκανικού κινηματογράφου αλλά και το παλαιότερο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη Το ασημόχορτο ανθίζει.

Τα ζώα αφήνουν τους γενετικούς τους κώδικες στο έδαφος, η γη απορροφά και το σπέρμα τους, στους θανάτους τους εκρήγνυται ο τελευταίος τους οργασμός – η έσχατη έκλαμψη της φύσης πριν τον αφανισμό της ή μήπως η σπορά ενός καλύτερου σύμπαντος; Οι άνθρωποι επιστρέφουν στη Φύση με μεγαλειώδη υπεροψία, αφήνουν ανεξέλεγκτη την αρπακτική τους φύση, στα ξέφωτα ακούγονται μόνο αλαφιασμένες ανάσες και επιθανάτιοι ρόγχοι. Ιδού το ιδανικό πεδίο του πλιάτσικου των πάντων: των πρωτόγονων ενστίκτων, της φύσης, των πλασμάτων της, του απέναντι ανθρώπου, του οποιουδήποτε ανθρώπου – που αποτελεί πλέον και ο ίδιος είδος προς εξαφάνιση.

Ο βουλγαρικής καταγωγής συγγραφέας (γεν. 1957) είναι ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Balkani και του δίγλωσσου (βουλγαρικά-αγγλικά) περιοδικού «Λογοτεχνικά Βαλκάνια», καθώς και υπεύθυνος της σειράς «Βαλκανική Βιβλιοθήκη», παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην χώρα του συγγραφείς από άλλες βαλκανικές χώρες (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο κ.ά.). Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από κριτικά σημειώματα των Μιχαΐλο Πάντις (από την βουλγαρική εφημερίδα Duma, το βουλγαρικό λογοτεχνικό περιοδικό Literaurni Balkani και το σερβικό λογοτεχνικό περιοδικό Knijevni List) και του Μποζιτνάρ Κούζνεβ (από την βουλγαρική λογοτεχνική εφημερίδα Literaturen vestnik). Επισκεπτήριο: www.balkani.eu.

Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2008, μτφ. από τα βουλγαρικά: Χρήστος Χαρτοματσίδης, σελ. 103 (Georgi Grozdev, Pliatchka, 2005)

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 93 (Απρίλιος – Ιούνιος 2011). Παρουσίαση των τελευταίων τευχών του περιοδικού μέσα στην πρώτη βδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Αναδημοσίευση κειμένου, σε μετάφραση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, σε Balkani.eu (εδώ) και σε LiterNet, 23.09.2011, № 9 (142) (εδώ).

ΥΓ. Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο, που αγνοήθηκε από κάθε παρουσίαση και κριτική.

18
Αυγ.
11

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011)

Η μπανιαροφασκεμένη δέσποινα με τις λευκές στρώσεις και το μαύρο σωσίβιο δια φακού Χέλμουτ Νιούτον δεν αστειεύεται στην έκφρασή της: το καλοκαίρι ήταν και παραμένει εκτυφλωτικό και άγριο, όπως κι όλα γύρω μας, κι ας μας ξεγελούν οι γνωστές αυταπάτες διακοπών, αλλά υπάρχει σωτηρία: η ανάγνωση της λογοτεχνίας αλλά και των περί αυτής. Εδώ είμαστε!

Με το καλημέρα, ένα εξουθενωτικό πλην καταφωτιστικό εντεκασέλιδο κείμενο του George Packer (μτφ. Μαρία Τσάτσου) για τους Χέμινγκγουέι και Ντος Πάσος στον Ισπανικό Εμφύλιο, με αφορμή το βιβλίο του Στίβεν Κοχ, Το σημείο τριβής: ο Χέμινγκγουέι, ο Ντος Πάσος και ο θάνατος του Χοσέ Ρόμπλες. Η δεκαετία 1930-1940 έβρισκε τον Χέμινγκγουέι ως τον λιγότερο πιθανό άνθρωπο για στρατολόγηση στην ισπανική causa. Εμφανιζόταν απογοητευμένος από όλες τις ιδεολογίες και τους υψηλούς στόχους και προτιμούσε το ρόλο του ευγενούς τραυματία που παίρνει αποστάσεις από τα γεγονότα και αντιμετωπίζει στωικά την ήττα του. Όπως ήδη έγραφε στον Αποχαιρετισμό στα όπλα: Υπήρχανε λέξεις που δεν άντεχες ν’ ακούσεις. Τελικά μόνον τα τοπωνύμια είχαν κάποια αξιοπρέπεια. Αφηρημένες λέξεις όπως δόξα, τιμή, θάρρος, αγιότητα, ηχούσαν ως κάτι αισχρό…

Το 1936 ο συγγραφέας παλεύει με το χειρόγραφο του To Have and Have Not και συμφωνεί να στέλνει ανταποκρίσεις από το μέτωπο της Μαδρίτης, ενώ την ίδια εποχή φτάνει και ο Ντος Πάσος, έχοντας μόλις εκδώσει το The Big Money (τρίτο μέρος της τριλογίας USA). Αναμφίβολα ένας πολιτικός συγγραφέας – η ριζοσπαστική του θεώρηση αποκρυσταλλώθηκε τη νύχτα του 1927 όταν οι Σάκο και Βαντσέτι εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα – είχε πλέον απομυθοποιήσει την αμερικανική αριστερά και ως ανεξάρτητος ριζοσπάστης ήταν σε δυσμένεια από το Κομμουνιστικό Κόμμα (κι είχε καταγγελθεί το 1934 στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων).

Ο θάνατος του στενού του φίλου Ρόμπλες (από εκκαθαρίσεις σταλινικού τύπου) τον συγκλόνισε αλλά και τον σόκαρε, καθώς διαρκώς συναντούσε εμπόδια στις προσπάθειές του να ενημερωθεί και να προστατεύσει την οικογένεια του νεκρού. Η πεποίθησή του πως οι προοδευτικές, λεγόμενες, πολιτικές επιλογές όταν δεν εγγυώνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απάτη επαληθευόταν. Ο ίδιος είπε κάποτε στον Χέμινγκγουέι: Η ερώτηση που δεν παύω να κάνω στον εαυτό μου είναι, ποια η χρησιμότητα του να μάχεσαι υπέρ των πολιτικών ελευθεριών αν στην πορεία καταστρέφεις αυτές ακριβώς τις πολιτικές ελευθερίες. Αργότερα  ο Όργουελ (του οποίου το Homage to Catalonia παραμένει επίκαιρο, αληθινό και αποκαλυπτικό) θα αναγνώριζε πως ο Ντος Πάσος ήταν από τους λίγους που καταλάβαινε τι συνέβαινε.

Φαίνεται πως ο Χέμινγκγουέι πήγε με το μέρος των παρτιζάνων για προσωπικούς και λογοτεχνικούς λόγους. Το σκηνικό του πολέμου του πρόσφερε το ιδανικό μέσο να εκφραστεί η δική φιλοπολεμική διάθεση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ισπανού κριτικού Αρτούρο Μπαρέα για το μυθιστόρημα Γη της Ισπανίας: υποτίθεται πως αναφέρεται στους Ισπανούς και τον ισπανικό εμφύλιο αλλά απέχει παρασάγγες από την πραγματικότητα, είναι συνεπώς βαθύτατα αναληθές. Ο συγγραφέας που πάντα αγωνιούσε για την ακρίβεια των εκφραστικών του τρόπων, κατέληξε να αποδέχεται ένα φορτίο ψευδών.

Όσο ο Χέμινγκγουέι έπινε περνό και ακριβά ποτά με ρώσους κομισάριους, ο Ντος Πάσος βίωνε προσωπικές και πολιτικές προδοσίες. Ο Κοχ επικεντρώνει στο μεγάλο ψέμα του Ισπανικού 20ού αιώνα: δεκαετίες ολόκληρες κυριάρχησε ο μύθος ότι ο Εμφύλιος ήταν μια διαμάχη ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, τη δημοκρατία και το φασισμό. Η μελέτη των Αρχείων του Ρωσικού Κράτους και ιδίως της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας απέδειξε ότι ο ρόλος των κομμουνιστών στον πόλεμο υπήρξε σκοτεινός και κατέρριψε το μύθο του καλού εναντίον του κακού. Όμως ένας άλλος συγγραφέας που πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο, ο Οκτάβιο Παζ δεν αφέθηκε στις ψευδαισθήσεις αλλά προτίμησε να τις περιγράψει στον Λαβύρινθο της Μοναξιάς του: Πρόσωπα χωρίς ίχνος ευαρέσκειας με έναν σάρκινο, σχεδόν, ρεαλισμό, που όμως αποπνέουν μια απεγνωσμένη αισιοδοξία, συγκεκριμένη και ταυτόχρονα παγκόσμια. Δεν έχω δει ποτέ από τότε την έκφραση αυτή σε κανένα πρόσωπο…Και η ανάμνησή της δεν θα με αφήσει ποτέ. Όποιος είδε μια φορά την Ελπίδα κατάφατσα δεν θα την ξεχάσει  ποτέ. Θα την αναζητάει πάντα και παντού.

Όπως πάντα ο κορμός του περιοδικού είναι τα διηγήματα (Paul Auster, Anne Enright, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Άννα Σταυρακοπούλου, Μαρία Τσάτσου, Πάνος Καπώνης, Κώστας Αλεξόπουλος, Νίκος Κουφάκης, Αργύρης Παπαντώνης, Γιάννης Παλαβός, κ.ά.), η ποίηση (Αλέξανδρος Δάρας, Θάνος Τσατσαρώνης, Βασίλης Κουγέας κ.ά.), το δοκίμιο (James Wood για τις νουβέλες του Πολ Όστερ). Ακόμη, συνομιλία με τον Κινέζο εργολάβο κηδειών Ζανγκ Νταολίνγκ, κείμενο του Ντίνου Σιώτη Περί βραβείων και άλλων δαιμονίων, καθώς και των υπόλοιπων ομιλητών στην εκδήλωση του Athens Prize For Literature 2010, ένα Γράμμα από την Ινδία δια χειρός Νίκης Μαραγκού κι ένας φορτισμένος αποχαιρετισμός στον Πάτρικ Λη Φέρμορ.

Η υποδειγματική απόρριψη ενός (και οποιουδήποτε) βραβείου από τον Άσγκερ Γιορν, η φλεγματική αντίστοιχη μιας εργασίας από τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, η φλεγόμενη αποκήρυξη κάθε επαγγελματικής σταδιοδρομίας από τον Μίλτο Σαχτούρη, η απάρνηση από τον Βιτγκενστάιν της τεράστιας περιουσίας του, μια αξέχαστη περί λήθης φράση του Τσε Γκεβάρα και η αλησμόνητη παράδοση από τον Γκέοργκ Λούκατς του στυλό του, όταν κλήθηκε από ένοπλο της σοβιετικής καταστολής να παραδώσει τα όπλα του και άλλα αντίστοιχα κι αναντίστοιχα συμπλέκονται στο διήγημα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου Αναγνώστης βιογραφιών: υποδειγματικές χειρονομίες. Κάπου παραδίπλα κι ένα προσωπικό μου αφήγημα (Αργεντινή 1978) για την τριπλή όψη μιας ιστορίας που αδυνατεί να διαφύγει από την Προσωπική Μνήμη και την Δημόσια Ιστορία και αναγκαστικά μένει σφηνωμένη κάπου ανάμεσα.

Ο Μάνος Στεφανίδης σΤο Πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα, όπως και οι εκατοντάδες συμπατριώτες του κι οι χιλιάδες συνάνθρωποί του που το καταφέρνουν χωρίς κατά να φαινόμενα να έχουν καταβάλει και κανένα τεράστιο κόπο, εν γνώσει του πόσο ξέχειλος είναι ο ωκεανός της συγγραφικής ακράτειας, της πολυλογίας, των επανειλημμένων και των βαρετών συμπτώσεων. Η συνέχεια, από τις επιλογές ως τα διλήμματα και τις αποφάσεις είναι σπαρταριστή. Αλλά στο τρίτο μέρος – σας το φυλάω για το επόμενο λογοτεχνείο – μου κόπηκε το χαμόγελο. Ευτυχώς: σε κάποια σημείωση γράφεται: Η παραπάνω ιστορία δεν είναι αληθινή. Δεν είναι ψεύτικη. Είναι κείμενο. Ιδού ο τρίτος πόλος της πραγματικότητας! Δυστυχώς: μου έφυγε κάθε διάθεση να γράψω μυθιστόρημα. Το ίδιο θα συμβεί και σ’ όποιον το διαβάσει. Σας προειδοποίησα.

Ανάστροφο ξεφύλλισμα προς την αρχή, για ένα ανέκδοτο σημείωμα του Γιάννη Βαρβέρη, που αναφέρεται στο Φίλιον: Τη νύχτα δεν έχει κόσμο κι είναι θλιβερά και υπέροχα. Κι αλλού: γκαρσόνια ευγενέστατα, όχι μουσική, όχι παιδιά: η γη της επαγγελίας. Συμφωνώ διπλά κι απόλυτα με τον υπεράξιο εκπρόσωπο της ποιητικής γενιάς των εξαίρετων ποιητών. Το σημείωμα θα συμπεριληφθεί στην έκδοση Café Society, με συγγραφείς συγγράφοντες στα καφέ περί των καφέ, που θα διαμοιράσει η κοινωνία των (δε)κάτων μέσα στο φθινόπωρο. Στον (δε)κατοδείκτη, τέλος, όποια φράση κι αν ξεσηκώσουμε, συμπαρασύρει και την πίεσή μας. Ας πούμε: Υπάλληλοι και συνταξιούχοι της ΔΕΗ που δεν πληρώνουν ηλεκτρικό ρεύμα: 51.000. Μάλλον δεν έπρεπε να γίνω φιλόλογος. Αλλά αξίζει να ενημερώσω τους μαθητές μου περί αυτού. Υποθέτω οι μισοί θα θέλουν να τους κυνηγήσουν κι οι άλλοι μισοί να γίνουν σαν κι αυτούς.  [σ. 192]

Στις φωτογραφίες: ο Χέμινγκγουέι ανάμεσα σε Ισπανούς μαχητές και μαζί με τον Ντος Πάσος (αριστερά), ο δικτάτορας Βιντέλα παραδίδων το παγκόσμιο κύπελλο στον Πασαρέλα στην Αργεντινή του 1978 και ο Οκτάβιο Παζ, διαβασμένος άρα ετοιμοπόλεμος του Εμφυλίου.

17
Αυγ.
11

Parts & Labor – Constant Future (Jagjaguwar, 2011)

Κλείνοντας σχεδόν μια δεκαετία ύμνων, θορύβων και σκηνικών εξάρσεων η Μπρουκλύνεια Τριάδα εμμένει στο βασικό της στιλ: αυθεντική ροκ εντ ρόλλ πιστοποίηση με τραγούδια φωνακλάδικα (όχι από τη φωνή αλλά από το όλο σύνολο), γενικά ένας ολομέλωδος θορυβικός ήχος που δεν μπορεί παρά να ακούγεται δυνατά, πολύ δυνατά. Ε, κάπου εκεί εισχωρούν τα αλλοπρόσαλλα πλήκτρα τους, ενοχλητικά για τους πολλούς, υπερ-ευπρόσδεκτα για όσους αγαπάμε το ίδιο το ροκ εντ ρολλ των χορδών με το μη ροκ εντ ρολλ των μπλιμπλικιών. Κάποιες φωνητικές υπερβολές μάλλον εγκρίνονται ως ενισχυτικές τέτοιων φιλόδοξων ύμνων. Noise rock; Βεβαίως, αλλά με τραγούδια να τα θυμάσαι, όχι να τα ξεχνάς. Math rock; παίζεται αλλά απορρίπτεται απ’ τις δεύτερες ακροάσεις.

Το line up της μπάντας άλλαξε και ξανάλλαξε ουκ ολίγες φορές, ιδίως ανάμεσα σε 4μελές (όπως τους βρήκαμε στο προηγούμενο LP τους Receivers, 2008 – εδώ) και τριμελές όπως είναι τώρα. Στην πρώτη γραμμή βέβαια παραμένουν οι συνιδρυτές Dan Friel και B.J. Warshaw να στριμώχνουν τις στεντόρειες φωνές τους σε μια παράξενη χημεία του ενός, σε μια ιδέα να ακουστούν σαν πρόσθετα όργανα, βρισκόμενα πάντως στο ίδιο επίπεδο με τα παχύρευστα όργανα και την πολυστρώματη ενορχήστρωση (Dave Fridmann συμπαράγοντος και μικτεύοντος). Πέμπτος δίσκος με 12 τραγούδια όπου τα τέσσερα λεπτά καθίστανται απαγορευτικό όριο (μόνο 4 τα ξεπερνάνε κι αυτά ως το μισό), σ’ ένα ακόμα πιο αβανταδόρικο, πιασάρικο στιλ που ξεκίνησε με το Mapmaker του 07 και ενισχύθηκε με το Receivers του 08, οπλίζοντας με γερό σκυροδεματικό ροκ αυτό που δειλότερα έχτιζαν οι δυο πρώτοι δίσκοι Groundswell (03), Stay Afraid (06).

Κι όλα στο ίδιο φορμάτ: βαθηχητικός χαμός κάτω (ή πάνω) από πανεύκολες μελωδίες, διασκεδαστικά φαζαρίσματα, τζαμαρίσματα και γκλαμαρίσματα. Κατά φωνή: ο Τυραννόσαυρος Ρεξ θα ήταν στο στοιχείο του, ορισμένοι του πούρου αμερικάνικου underground των 80ς μας κουνάνε τις κιθάρες, σε μια στιγμή ο ψευτοθόρυβος θυμίζει Butthole Surfers,  στις χειρότερες τους Κέλτες των Σταδίων, κάτι Levellers και κάτι Super Furry Animals, που κάνουν το επικό υπερεπικό…Αλλά ίσως εδώ στο Hurricane ένας στίχος έχει νόημα: I used to be a hurricane but now I’m just a breeze.

Το Rest μου θυμίζει το απαράμιλλο, αξεπέραστο, αξιέραστο στιλ των Husker Du, κι ίσως οι αντηχήσεις εκείνου του παραδείσιου ροκ περισσότερο με έλκουν στους PL, άντε και μια σύγχρονη επιρροή (ιδίως στο τελικό Neverchanger), εκείνη των Soundtrack of Our Lives. Ε, το Α Thousand Roads ακριβώς συνενώνει τις μεν με τις δε. Κι όσο για την εμμονή τους να ρίχνουν μερικά ασύντακτα πλην καταταίριαστα σύνθια πάνω στα τάστα (σε σημείο να αναρωτιέσαι αν τελικά προσπαθούν ν’ ακουστούν κι αυτά ως κιθαριστικά σόλα), κανένα πρόβλημα. Αφήστε που στην καλύτερη σχετική στιγμή (Outnumbered) το kraut – ίζειν εστί φιλοσοφείν.

Και προτού φύγω καταϊδρωμένος, αναρωτιέμαι: αυτό έχει να παρουσιάσει το ροκ εντ ρολλ το 2011; Αυτό είναι ό,τι μπορεί να μας δώσει σε εντατική κι εντασιακή φόρτιση; Ένας δίσκος στους τόσους, φουλ σε γερά πατήματα κι επιρροές; Πόσο παραπάνω να πάει το ξεσήκωμα, τι συνέχειες μπορεί να έχει; Και ξανά το βασανιστικό ερώτημα: τον λιώνεις ως γέννημα του 2011 ή επιστρέφεις στα παλαιότερα κορυφαία, ακουστά ή ανήκουστα; Ή να θρέψω νέες ελπίδες πιστός στον στίχο του Without A Seed – Nothing Grows Without A Seed; [8/10]

Πρώτη δημοσίευση όπως πάντα: mic.gr.

14
Αυγ.
11

Αντονέλλα Μοσκάτι – Μια αιωνιότητα ή σχεδόν

 Οι χρόνοι του σώματος

«Η ζωή ξεκινούσε και τέλειωνε στην ομοιομορφία, με την απουσία οποιουδήποτε προσδιοριστικού σημείου, ενώ η ιδιοτυπία, η μοναδικότητα, δεν είναι παρά το οικοδόμημα που κατασκευάζει ο καθένας από εμάς, προκειμένου να απομακρυνθεί από τη ζωή καθαυτή, ευελπιστώντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα μπορέσει να αποφύγει και το πεπρωμένο» (σ. 41).

Η συγγραφέας (Νάπολη, 1955) επιχειρεί μια επίπονη πλην ψύχραιμη λογοτεχνική καταγραφή της προδιαγεγραμμένης πορείας του σώματος στην αναπότρεπτη γραμμική διαδρομή του χρόνου. Έντεκα σύντομα κεφάλαια τριτοπρόσωπης γραφής μας καθιστούν κοινωνούς των σκέψεων μιας γυναίκας, που παρατηρεί την προοδευτική παύση των ανδρικών βλεμμάτων ή την εστίασή τους πλέον σε ρυτίδες, κηλίδες κι εξογκώματα. Οι άλλοτε ανεπιθύμητες εκδηλώσεις ξεδιάντροπης επιθυμίας τώρα της λείπουν. Αν η απόλαυση που βιώνει κάθε γυναικείο σώμα χαρακτηρίζεται από μια σχετική αιωνιότητα, ίσως γι’ αυτό προσαρμόζεται τόσο δυσάρεστα στο πέρασμα του χρόνου, στην αδυσώπητη γραμμικότητά του οποίου βρίσκεται απροετοίμαστο.

Στη νέα αυτή ζωή κυριαρχούν ο φόβος των ιατρικών εξετάσεων και οι σκέψεις του θανάτου. Τα νοσοκομεία και τα ακτινολογικά εργαστήρια μοιάζουν χώροι ετυμηγοριών. Η γυναίκα αισθάνεται πως οι γιατροί κάθε φορά αποσπούν ένα κομμάτι της, πως η κύρια λειτουργία των οργάνων της είναι η παροχή της έδρας και του ονόματος μιας ασθένειας. Κάθε φορά που αισθάνεται ανία, ευφορία ή φόβο, ανακαλύπτει νέους πόνους και οιδήματα. Σημάδια που «στη λευκή σελίδα γίνονταν πιο ορατά». Φυσικά και το σώμα του άνδρα με τον οποίο ζει έχει αρχίσει να γερνά, όμως είναι πεπεισμένη ότι στη γυναίκα η γονιμότητα ή η στειρότητα αποτυπώνονται με πολύ ευκρινή τρόπο. Δικαιούται ένα κορμί να συνεχίσει να ζει έχοντας απολέσει την ιδιότητα της ευφορίας; Η απουσία παιδιών μεταφράζεται σε παραίτηση από «εκείνο τον μικρό παράδεισο της ζωής που συνεχίζει να πορεύεται δίχως να πρέπει να τον τροφοδοτείς με καινούργια ενέργεια»· σε απώλεια της γαλήνης που νιώθεις συνειδητοποιώντας ότι ξεμπέρδεψες με την αναζήτηση κινήτρων και το νόημα της ζωής. Μήπως όμως όλα αυτά αποτελούν απλώς το ιδιαίτερο γνώρισμα των γηρατειών και το γεγονός ότι το κορμί της μετατρέπει τα ελαττώματά του σε συνήθειες, αποτελεί την ένδειξή τους, όπως και η μετάβαση προς μια διαρκή κατάσταση απρόσωπης μονοτονίας; Ακόμα και οι ερωτικές συνευρέσεις γίνονται όλο και πιο διαστροφικές και ταυτόχρονα συνεσταλμένες: αντιβαίνοντας στις προτιμήσεις της νιότης, η ποικιλία και το αφύσικο αντισταθμίζουν την έλλειψη οιστρογόνων πολύ καλύτερα από την αγάπη και την ανάμνηση.

Ο λόγος της Μοσκάτι διαφοροποιείται από την σκωπτική μοιρολατρία ή την απεγνωσμένη μάχη των ηρώων του Φίλιπ Ροθ ή την ψυχρή, ρεαλιστική σκληρότητα της Κρίστα Βολφ, για να αναφέρουμε δυο σύγχρονους συγγραφείς που καταπιάστηκαν επανειλημμένα με το θέμα της ασθένειας και της φυσικής φθοράς γενικότερα. Μοιάζει περισσότερο φιλοσοφημένος (η συγγραφέας έχει γράψει φιλοσοφικά δοκίμια), εμποτισμένος με μια τρυφερή διάθεση υποδοχής και αποδοχής. Τελικά οι χρόνοι του σώματος ακολουθούν το σώμα του χρόνου, με το οποίο η ηρωίδα συναντιέται σε κάποιο μουσείο. Παρατηρώντας τις τερακότες του απύθμενου προχριστιανικού παρελθόντος, απαράλλακτα δημιουργήματα μιας αιωνιότητας που άφηνε άθικτη την ανθρώπινη ουσία, να δίνουν την θέση τους στην ταραγμένη κίνηση της ελληνικής τέχνης, συνειδητοποιεί πως έκτοτε η ζωή του δυτικού κόσμου όπου έλαχε να γεννηθεί, έγινε «ένας ολοένα ταχύτερος αγώνας δρόμου εναντίον του χρόνου, που με τη σειρά και αυτός τρέχει με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς». Πρέπει λοιπόν όλοι να υποταχθούμε στο σκάνδαλο στο οποίο έχει μετατρέψει τα γηρατειά αυτός ο κόσμος, επινοώντας ανθρώπινα μεταλλάγματα – καρικατούρες της νιότης τους; Μονάχα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου «οι γέροι μπορούσαν να είναι ακόμα όμορφοι, με μια ομορφιά ιδιαίτερη και διαφορετική από εκείνη των νέων»;

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, σελ. 74 (Antonella Moscati, Una quasi eternità, 2006)

Πρώτη δημοσίευση σε: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 667, 6.8.2011 (και εδώ). Το εικονιζόμενο έργο είναι του Oswaldo Guayasamin (Μουσείο του Quito).




Αύγουστος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.   Σεπτ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 999.202 hits

Αρχείο

Advertisements