Αρχείο για Ιουλίου 2011

19
Ιολ.
11

Ζερόμ Γκαρσέν – Οι δυο αδελφές από την Πράγα

Η εκδοτική πορνεία

Σε σκληρή επιστολή που προτάσσεται των κεφαλαίων της νουβέλας η Κλάρα Γκότβαλντ κατηγορεί τον αφηγητή ως αρχέτυπο βλακείας και ως θύμα με την συγκατάθεσή του. Τον εγκαλεί για την παροιμιώδη ανικανότητά του να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό του και του γνωστοποιεί πως στο πρόσωπό του εκδικήθηκε για όλους αυτούς των οποίων την ανικανότητα και την ανάγκη για φιλοφρονήσεις υπέμεινε από συμφέρον τόσα χρόνια. Στο τέλος ομολογεί με τη σειρά της πως έπεσε θύμα του και παραδέχεται, με κάποια ανησυχία, πως τον έχει ικανό να την κάνει και βιβλίο…

Εκείνος αποτελεί έναν συγγραφέα με βιβλία («εκλεπτυσμένες αποτυχίες») που αντιμετωπίζονται πάντα με επιείκεια και εκδίδονται με μοιρολατρία από φίλο εκδότη. Ιδού μια συγγραφική αυτοπαρουσίαση: «Έγραφα με απόλυτη ψυχρότητα και ελάχιστη επιείκεια, χωρίς συναισθηματισμούς ή ποιητικότητες, επιλέγοντας να είμαι όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστος, το περήφανο πορτρέτο ενός απωθητικού ανθρώπου, που μοναδικό του κίνητρο για να ενεργεί, να αποφέρει και να χαίρεται ήταν το παθολογικό ενδιαφέρον για τον εαυτό του. Όταν τελείωνα το βιβλίο μου θα έπρεπε, ιδανικά, να μοιάζει με το μαύρο κουτί που βρίσκει κανείς, μετά τη συντριβή κάποιου αεροπλάνου, ανάμεσα σε καμένους θάμνους και σάβανα από στραπατσαρισμένες λαμαρίνες. Λογοτεχνία για εμπειρογνώμονες, ασφαλιστές και χωροφύλακες» (σ. 119). Αυτή τη φορά έχει την ιδέα να ξαναγράψει την Αρμάνς του Σταντάλ με τον δικό του τρόπο, παρατείνοντας τη ζωή του αυτόχειρα Οκτάβ. Και απευθύνεται στην Κλάρα.

Εκείνη, μια «ατζέντισσα – ηγεμόνας», έχει μετατρέψει το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό της πρακτορείο σε φοβερή πολεμική μηχανή, προσφέροντας ευυπόληπτο καταφύγιο σε διαψευσμένες υπάρξεις συγγραφέων και ηθοποιών, στην κωμωδία της κοινωνικής καταξίωσης και στην τραγωδία μιας στραγγισμένης ζωής. Η μνήμη της σταμάτησε στην Ανοιξιάτικη Πράγα και το ημίφωτο παρελθόν της στην Τσεχοσλοβακία του 1972, οπότε και έφυγε για το Παρίσι («Η Γαλλία είναι η πατρίδα μου. Πριν δεν υπάρχει»), για να κατακτήσει ένα μονοπώλιο σε μια πόλη που παρασκηνιακά την κουτσομπολεύει και δημόσια δηλώνει αφοσίωση. Μια πλανεύτρα που αποκαλείται «το ροντβάιλερ της ελίτ», που παραπλανά την εκλεκτή της πελατεία, θωπεύοντάς την στα φανερά, χλευάζοντάς την μυστικά.

Η συνεργασία τους ενισχύεται με την άφιξη της αδελφής της Χίλντα (που αναπόφευκτα «μεταφέρει» την χώρα της), «μιας Κλάρα με αμβλυμένες τις αντιστάσεις, ενός μαχητή χωρίς όπλα». Το δικέφαλο πλέον πρακτορείο προκαλεί διπλάσια ζήλια και έχθρα σ’ ένα Παρίσι όπου η φαλλοκρατία τρεφόταν από την ξενοφοβία και ο φόβος των γυναικών από το φθόνο της επιτυχίας. Η συμμαχία τους βασίζεται στη λήθη ενός παρελθόντος που δεν αναφέρεται ποτέ. Γοητευμένος από τις αδελφές που του θυμίζουν τις Δεσποινίδες του Ροσφόρ, περιορισμένος σε ρόλο συνοδού πολυτελείας, «ένας άνθρωπος σε τράνζιτ, ένας μυθιστοριογράφος σε αναμονή, σα χαμένος στην ουδέτερη ζώνη ενός αεροδρομίου», ο συγγραφέας επιχειρεί να συμμαχήσει με την Χίλντα, που νωρίτερα του έδειξε την δική της πλευρά: «Ειλικρινά νομίζεις ότι η αγωνία σου να γράψεις κάτι ενδιαφέρει κανέναν; Ούτε ξέρεις, ούτε έχεις ζήσει τίποτα. Εσύ ποτέ δεν είδες ξένα στρατεύματα να εισβάλλουν νύχτα στην πατρίδα σου, συνθλίβοντας στο πέρασμά του τα όνειρά σου. Δεν σου απαγόρευσαν ποτέ να γράφεις, να μιλάς, να ζεις. Η εισβολή και η εξορία είναι λέξεις που αγνοείς». (σ. 92).

Όταν αμφότεροι ανακαλύψουν στο εξοχικό Ξέφωτο της Κλάρα την πελατεία τους να επιδίδεται σε σκηνές παρμένες από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, η Κλάρα υπεραμύνεται της έπαυλής της: δεν πρόκειται για πορνοικία αλλά για την φυσική προέκταση του πρακτορείου, μια κλινική αναζωογόνησης και χαλάρωσης ανασφαλών μελών, «ηθοποιών με υπερμέγεθες εγώ και άχρηστων συγγραφείς που επιθυμούν ν’ ακούνε τι φοβερό ταλέντο έχουν». Και η τριάδα οφείλει να συνεργαστεί και σ’ αυτό, συνένοχοι στην Βίλα των Μεδίκων, δεμένοι με κρυφή συμφωνία: με την Κλάρα «πάμπλουτη επίκληρη χήρα περικυκλωμένη από απεγνωσμένους επαίτες σε μια αυλή των θεαμάτων», τη Χίλντα υποχρεωμένη ν’ ανταλλάξει ιδιότητες με την αδελφή της και τον ίδιο να παρακολουθεί την θεατρική παράσταση και μάλιστα από το προεδρικό θεωρείο, έχοντας μετατραπεί από απλός θεατής σε σιωπηρός συνεργός. Υπήκοος στο πριγκιπάτο της Γκοτβαλντίας.

Φυσικά είναι θέμα χρόνου «μια Ανατολικοευρωπαία στο Παρίσι» να εντείνει περισσότερο τη γενική καχυποψία και, καθώς οι επιθανάτιες προσευχές και οι ικεσίες των μελλοθάνατων δημιουργών φτάνουν μέχρι έξω, το πρακτορείο να μετατραπεί «από κυψέλη σε πυρηνικό εργοστάσιο». Οι τραγικές συνέπειες βρίσκουν τους χαρακτήρες σε απόσυρση. Η Κλάρα, πάντα ξένη για τους Γάλλους, τους «αδιόρθωτους ξενόφοβους», ξεσπάει σε γράμματα βαθιά προσβλητικά, έχοντας μάθει καλά στη Γαλλία την εθνική τέχνη της παρωδίας και την ιδιαίτερη τεχνική της λιβελογραφίας. Η αυτοάμυνά της: στον εκδοτικό χώρο που κατεξοχήν διέπεται από τους νόμους της υποκρισίας μίλησε ανοιχτά για ζητήματα για τα οποία όλοι σιωπούσαν, προτείνοντας το μοντέλο του Αμερικανού ατζέντη, που εκτελεί συγχρόνως χρέη νομικού, λογοτεχνικού συμβούλου, τραπεζίτη, επιμελητή κειμένων, ψυχολόγου και νοσοκόμου. Η επιθυμία της: να πληρώσει ο καθένας για κάθε επαγγελματική υποκρισία και ψεύτικη φιλοφρόνηση. Να συντρίψει μεθοδικά τους ματαιόδοξους ανθρώπους που η ίδια δημιούργησε. Ενδεικτικά: Έχω την τιμή να σας ανακοινώσω πως τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα από τις πατάτες που γράψατε έγιναν πολτός τον περασμένο Ιούνιο, για να ανακυκλωθούν και να γίνουν ένα ωραιότατο χαρτί περιτυλίγματος. Απόδειξη πως ακόμα και ένα βιβλίο μηδενικής αξίας μπορεί σε κάτι να φανεί χρήσιμο (σ. 156).

Εκείνος διχασμένος ανάμεσα στην σκέψη πως εκείνη ήταν πιο ενδιαφέρουσα απ’ οποιαδήποτε μυθιστορηματική του ηρωίδα και στην ιδέα της συγγραφής ενός απωθητικού, μισάνθρωπου μυθιστορήματος, εγκαταλείπει την Αρμάνς στον σκληρό του δίσκο (δηλαδή σε τάφο ηλεκτρονικό), διαπιστώνοντας άλλωστε  πως ο Οκτάβ του 2005 καταλήγει όπως κι εκείνος του 1827 – καίγεται, μα δε βγάζει φλόγα, με το μέλλον το ίδιο ανέλπιδο – , ο ίδιος ταυτιζόμενος πλέον με τον πλανευτή του Σταντάλ που εγκαταλείπεται από το δυνατό του σώμα, «εκείνο που του πρόσφερε τόσες εφήμερες ηδονές μα δεν κατόρθωσε ποτέ να πλησιάσει στην ουσία της ευτυχίας».

Η εξαιρετικά πυκνή κι ενδιαφέρουσα νουβέλα του Γκαρσέν (διακεκριμένου κριτικού και γνώστη της γαλλικής – και όχι μόνο – λογοτεχνίας) βρίθει από κινηματογραφικές αναφορές (Μπρεσόν, Ταβερνιέ, Σωτέ, Βαρντά κ.ά.), λεπτές ειρωνικές ματιές αλλά και φιλικά νεύματα σε συγγραφείς (Μ. Ουελμπέκ, Φ. Σολλέρ, Ζ. Γκρακ, ενώ η ψυχογράφηση ορισμένων σχέσεων θυμίζει τον Πασκάλ Μπρυκνέρ), στηλιτεύει ασθένειες δημόσιες (η γαλλική ξενοφοβία) και ιδιωτικές (η υπέρμετρη φιλοδοξία – η Κλάρα αυτοκαταστρέφεται μ’ ένα αντίτυπο της Θεωρίας της Φιλοδοξίας του Ερώ ντε Σεσέλ στην τσάντα της) και ακτινογραφεί ακαριαία έναν κόσμο που δεν έχει μεγάλες διαφορές από εκείνον της πορνείας.

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ρένη Παπαδάκη, σ. 170 (Jérôme Garcin, Les Soeurs de Prague, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011). Στην τελευταία φωτογραφία το εξώφυλλο του Nevedenie (Η Άγνοια) του Μίλαν Κούντερα, που «αναφέρεται» σε καίριο σημείο της πλοκής.

18
Ιολ.
11

Νέα Εστία, τεύχος 1843 (Απρίλιος 2011)

Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ

Πάντα υπάρχουν λόγοι για ένα Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ αλλά αυτή τη φορά είναι κατά πολύ ενισχυμένοι: αφενός η κυκλοφορία του βιβλίου του Οι μη κανονικοί (εκδ. Εστία, 2010), αφετέρου το συνέδριο που συνδιοργανώθηκε από την Εστία και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, με αφορμή αυτής της έκδοσης, με τίτλο Τι μας κληροδότησε η σκέψη του Φουκώ; Το τεύχος περιλαμβάνει λοιπόν τις ανακοινώσεις της διήμερης συζήτησης κι επιπλέον δύο κείμενα, συν την υπόλοιπη καθιερωμένη ύλη. Επικεντρώνουμε σε δυο αρκούντως ερεθιστικά.

Ο Ντιντιέ Εριμπόν, συγγραφέας και του βιβλίου Μισέλ Φουκώ. Φιλόσοφος, δανδής και ταραξίας (Lector, 2009) στο άρθρο του με τίτλο Το τοπικό και το παγκόσμιο: μορφές εξουσίας και τρόποι αντίστασης (μτφ. Κώστας Σπαθαράκης) εστιάζει στις παραδόσεις του Φουκώ έτσι όπως αποτυπώνονται στους Μη Κανονικούς και ειδικότερα σ’ εκείνες που παρουσιάζουν τα δυο μοντέλα λειτουργίας της εξουσίας. Το πρώτο, που αφορά στον έλεγχο της λέπρας κατά τον Μεσαίωνα, προχωρεί στον αποκλεισμό ενός μέρους της κοινωνίας (αποβάλλουμε τους λεπρούς, δεν θέλουμε να τους βλέπουμε πια) και στην πλήρη κοινωνική αποξένωσή τους. Το δεύτερο (τέλη 17ου– αρχές 18ου αι.) αφορά τον έλεγχο της πανούκλας: τώρα οι ασθενείς δεν αποβάλλονται αλλά χτενίζεται ολόκληρη η πόλη, επιτηρούνται όλοι οι χώροι κι εγκλείονται οι μολυσμένοι.

Το πρώτο μοντέλο καθοδήγησε και τον διωγμό των αλητών, των αργόσχολων, των ελευθεριαζόντων, των παραφρόνων, των ομοφυλοφίλων και τον εγκλεισμό στο ονομαζόμενο «γενικό νοσοκομείο», που άλλωστε ήταν το πρώην λεπροκομείο. Καθώς το δεύτερο μοντέλο εγκλείει τους ανεπιθύμητους στο βλέμμα της επιτήρησης, ο Φουκώ παρατηρεί το πέρασμα από μια εξουσία αρνητική, που αποκλείει, εξορίζει και περιθωριοποιεί, σε μια εξουσία θετική, που κατασκευάζει, γνωρίζει, παρατηρεί, αντιστοιχεί δε σε μια «πειθαρχική οργάνωση» με στόχο την εκγύμναση σωμάτων και ψυχών και την «κανονικοποίηση».

Κάπως έτσι οι τεχνολογίες της εξουσίας – και ιδίως της ψυχιατρικής – αντί να καταδικάζουν την σεξουαλικότητα στη σιωπή (μη ξεχνάμε πως οι παραδόσεις για τους Μη κανονικούς  εξαγγέλλονται ως παραδόσεις για την «κανονικοποίηση της σεξουαλικότητας»), την προκαλούν να μιλήσει και καθώς η κοινωνία μας προτρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτήν, ακριβώς πολλαπλασιάζει και επεκτείνει την κυριαρχία της. Αυτή η «disposition της σεξουαλικότητας», βασισμένη σε μια ιδέα η ιδέα που προέρχεται κατευθείαν από τη χριστιανική εξομολόγηση, αποτελεί μια τεχνολογία της εξουσίας. Από την άλλη, στο έργο του Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής ο Φουκώ παρατηρεί την συνένωση των δυο μοντέλων σ’ έναν πανοπτικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό: πρώτα την διαχωρισμό των κρατουμένων από την κοινωνία και κατόπιν την διαρκή τους επιτήρηση και αναμονή μετάνοιας, έτσι ώστε η φυλακή να αναπαράγει ακριβώς το παραβατικό άτομο.

Σκεπτόμενοι όμως περί της σύγχρονης κληρονομιάς του Φουκώ ειδικά σήμερα με τις νέες αραβικές εξεγέρσεις είναι αδύνατο να μη θυμηθούμε ένα γνώριμο ακάνθινο φουκωικό ζήτημα: τη στάση του απέναντι στην ιρανική επανάσταση (1979) και τα σχετικά, φλογισμένα του κείμενα μαζί με την ανάλογη συζήτηση. Αποτελούσε λοιπόν ο συγγραφέας μια ακόμα περίπτωση διανοούμενου που σαγηνεύτηκε από τον εξεγερμένο λαό και τυφλώθηκε από την λάμψη της επανάστασης αδιαφορώντας για τις επακόλουθες απειλές για την ελευθερία και την δημοκρατία, υποκύπτοντας, συνεπώς, στον πειρασμό της ανελευθερίας και του ολοκληρωτισμού; Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο κείμενό του Ο Φουκώ και η ιρανική εξέγερση, ξανά πρωτίστως θέτει ένα γενικότερο κρίσιμο ερώτημα – οδηγό: ποια στάση πρέπει να τηρήσει ο δημοκρατικός πολίτης όσο αυτά είναι σε εξέλιξη, όσο όλα είναι αβέβαια και ρευστά κι η (όποια νέα) εξουσία δεν έχει δείξει ακόμα το αληθινό της πρόσωπο; Γιατί εκ των υστέρων όλοι γινόμαστε σοφοί αλλά το ζήτημα είναι τι λες και κάνεις τη δύσκολη ώρα του αναβρασμού. Τι μέρες των αραβικών εξεγέρσεων λοιπόν πολλοί θυμήθηκαν ιδίως στη Γαλλία το «πάθημα» του Φουκώ.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον ίδιο: πρότεινε στον εκδότη της Corriere della sera την συγκρότηση μιας ομάδας διανοούμενων που θα πήγαιναν ως ρεπόρτερ εκεί όπου συμβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα. Τα «ρεπορτάζ ιδεών», στα οποία θα συμμετείχαν συγγραφείς όπως η Σούζαν Σόνταγκ κι ο Χόρχε Σέμπρουν, τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα. Εν τούτοις ιδιαίτερη σημασία έχει το σκεπτικό του Φουκώ: Υπάρχουν περισσότερες ιδέες στη γη από ό,τι φαντάζονται συχνά οι διανοούμενοι. Και τούτες οι ιδέες είναι πιο δραστικές, πιο δυνατές πιο ανθεκτικές και πιο παθιασμένες από ό,τι μπορούν να σκεφτούν για αυτές οι πολιτικοί. Πρέπει να παρευρεθούμε στη γέννηση των ιδεών και στην έκρηξη της δύναμής τους· όχι στα βιβλία που τις διατυπώνουν, αλλά στα γεγονότα μέσα στα οποία φανερώνουν τη δύναμή τους… Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διασταύρωσης ιδεών και γεγονότων επιθυμούσε να εργαστεί ο Φουκώ.

Στο σύνολο των δεκατεσσάρων κειμένων ο Φουκώ συνέλαβε με μεγάλη οξυδέρκεια τι ήταν αυτό που γινόταν τη στιγμή ακριβώς που γινόταν: ένα τεράστιας σημασίας γεγονός που θα καθόριζε τη μοίρα του κόσμου τα επόμενα χρόνια, μια εξέγερση με καθοριστικά θρησκευτικό χαρακτήρα – κοινοί τόποι σήμερα αλλά το γεγονός ότι λέγονταν ακριβώς την ώρα που συνέβαιναν ήταν κάτι σαφώς εντελώς διαφορετικό.

Τρία στοιχεία της ιρανικής εξέγερσης τον γοήτευσαν: η καθολικότητα (μια βούληση απολύτως συλλογική), η αφοβία έναντι του θανάτου, η πνευματικότητα. Ως προς το δεύτερο, εκεί ο Φ. έζησε αυτό που γνώριζε μόνο από τα βιβλία: ότι μια εξέγερση είναι δυνατή μόνο όταν έρθει η μυστική εκείνη στιγμή που ο άνθρωπος ξεπερνάει το φόβο, και ιδίως τον φόβο των φόβων, δηλαδή του θανάτου. Η δε πολιτική πνευματικότητα αφορούσε την άρνηση της πολιτικής ως τεχνικής της εξουσίας και την αναζήτηση μιας πολιτικής που θα άλλαζε πρωτίστως τους ίδιους τους ανθρώπους. Οι προσδοκίες του βέβαια διαψεύστηκαν οριστικά: το νέο καταπιεσμένο καθεστώς όχι μόνο δεν ευνόησε καμιά πνευματικότητα, αλλά οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην πιο αντιπνευματική στάση: τη συλλογική υποκρισία.

Όμως το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί στο περίφημο πια κείμενό του Inutile de se soulever? (Είναι άχρηστο να ξεσηκωνόμαστε;), με το οποίο απάντησε στους επικριτές του κι έκλεισε οριστικά τον κύκλο των ιρανικών του κειμένων. Σε αυτό το κείμενο εγκωμιάζεται η εξέγερση (και όχι η Επανάσταση, που μπορεί να αποτελέσει και σφετερισμό της), ως κορυφαία επιβεβαίωση της ανθρώπινης ελευθερίας, αφού αποκαλύπτει ότι καμία τάξη, ακόμη και η ισχυρότερη και μακροβιότερη, δεν είναι τελικά απόλυτη. Κάθε εξέγερση διακόπτει τον ρου της ιστορίας για λίγο, τον θέτει εκτός κανονικής λειτουργίας· είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος προτιμάει το ρίσκο του θανάτου από την ασφάλεια μιας υποταγμένης ζωής. Γι’ αυτό και ο Φουκώ αδιαφόρησε για τις εκ των υστέρων σοφές αναλύσεις περί αιτίων και συσχετισμών της ιρανικής εξέγερσης κι ενδιαφέρθηκε για το αίνιγμά της, για το τι συνέβαινε στην ψυχή και το μυαλό των εξεγερμένων. Συνεπώς, καταλήγει ο Ζ., σήμερα που ο αραβικός κόσμος συγκλονίζεται από τεράστιες λαϊκές εξεγέρσεις με χιλιάδες νεκρούς κι όλα είναι άδηλα, ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, σήμερα πάντως τις χαιρετίζουμε τις εξεγέρσεις αυτές, όπως έκανε και τότε ο Φουκώ. Αύριο βλέπουμε.

Οι υπόλοιποι τίτλοι: Μισέλ Φουκώ (Ο αρχικός Πρόλογος στην Ιστορία της τρέλας (1961), μετάφραση – επίμετρο Μάκης Κακολύρης), Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν (Μισέλ Φουκώ: μια φιλοσοφία της επικαιρότητας), Κύρκος Δοξιάδης (Η μέθοδος του Φουκώ), Μιχαήλ Παρούσης (Μισέλ Φουκώ: αλήθεια και νομικές πρακτικές), Γεράσιμος Βώκος (Μαρία Αντουανέττα: η μήτρα της ανωμαλίας), Θανάσης Τζαβάρας (Σχέση της ψυχανάλυσης με τις νόρμες και τις κανονικότητες), Άρης Στυλιανού (Κανόνες και κανονιστικότητα: Φουκώ και Κανγκυλέμ), Σωτήρης Σιαμανδούρας (Dispositif: γενεαλογία και μετάφραση), Θεοδόσης Νικολαΐδης (Σκέψεις για την έννοια της ταυτότητας), Κώστας Τσιαμπούρας (Το πολιτικό και η αλήθεια. Για την πολιτική φιλοσοφία του Φουκώ).

Σε επόμενη ανάρτηση, παρουσίαση του τρέχοντος τεύχους.

17
Ιολ.
11

Έλσα Μοράντε – Το ανδαλουσιανό σάλι και άλλες ιστορίες

Σε πόσες σιωπές, σε πόσες σκιές άραγε αυτοφωτίστηκε η γραφή της Έλσα Μοράντε; Σκέφτομαι και μετράω: στο ημίφως μιας ευρύτερης απομόνωσης και σιωπής, στο περιθώριο των μεγάλων αισθητικών ρευμάτων που επηρέασαν την ιταλική λογοτεχνία της εποχής, στη σκιά του σπουδαίου Αλμπέρτο Μοράβια, τον οποίο παντρεύτηκε σε μια ακόμα σκοτεινιά, εκείνη του μεγάλου πολέμου (1941). Όμως εκείνη μαστόρευε μόνο εκείνα που γνώριζε καλά και η ανάπλαση της ιστορίας τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας (Το ψέμα και τα μάγια, 1948) προσέλκυσε τις ματιές λεπταίσθητων κι ορθάνοιχτων οφθαλμών (Ι. Καλβίνο, Ν. Γκίνζμπουργκ, Γ. Λούκατς). Η νέα δεκαετής σιωπή της γέννησε Το Νησί του Αρτούρο και ανέθρεψε το θέμα που θα κυριαρχούσε στη λογοτεχνία της: τη φθορά της γονικής εικόνας, τους ψεύτικους αγγέλους της εφηβείας, την αποκάλυψη λατρεμένων προσώπων ξεγυμνωμένων από μύθους και φωτοστέφανα. Ίσως μόνο στην Ιστορία διέφυγε τούτων για να εξακτινωθεί σε κύκλους πολυάνθρωπους, σε μορφές συνωστισμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως τρυφερά προλογίζεται εδώ από τον Mario Fusco, ήρωες και συγγραφέας ψάχνουν μέσα στον κόσμο των λέξεων μια μαγική μετάφραση μιας αγόητης κι άχρωμης πραγματικότητας.

Στο διήγημα Ο κλέφτης των φώτων η εξάχρονη αφηγήτρια βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό της (τους σκονισμένους περαστικούς, την απέναντι ξεγυμνωμένη από χορτάρι αυλή) κλεισμένη στο σπίτι για να προσέχει την γιαγιά της, που μια ακολουθία αμέτρητων χρόνων την είχε απομυζήσει αργά αργά, μέχρι να συρρικνωθεί σε έναν μικρό σκελετό, σαν από ξύλο, τόσο που αδυνατούσε και να πεθάνει ακόμα. Η μητέρα της με κάθε ευκαιρία καταριέται την μικρή, με το γοητευτικό αλλά φθαρμένο από τη μνησικακία πρόσωπό της στραμμένο προς τον Ναό. Ο Ναός διακρίνεται απ’ το παράθυρο· ο θόλος, το θαμπό φως απ’ τις λυχνίες των νεκρών. Οι νεκροί, σκέφτεται το κορίτσι, θα αισθάνονταν πιο ήσυχοι μέσα στο έρεβός τους εάν είχαν ένα φως. Κάθε βράδυ όμως ο φύλακας σβήνει τις λυχνίες για οικονομία στο λάδι. Και το κορίτσι, υποχρεωμένο στη σιωπή για να μην του στερήσει τη δουλειά του, κραυγάζει σιωπηλά, μέχρι να χαθεί ο κηροσβέστης στα δρομάκια. Σε μια οριακή της στιγμή βρίσκεται φοβισμένη στον τοίχο του Ναού, αλλά λυτρώνεται απ’ τη συνύπαρξη με τον Κλέφτη των Φώτων (που έχασε τη φωνή του, θεϊκό σημάδι στο μυαλό της) και τις σκιές των νεκρών. Ένα ολόκληρο περιβάλλον, ασφυκτικό και δεισιδαίμον, έχει ήδη οδηγήσει το κοριτσάκι σε κόσμους φασματικούς κι ανείδωτους.

Αλλά μερικές φορές ακόμα και η συνείδησή μας ψεύδεται… (σ. 182)

…μονολογεί ένας άλλος πρωτοπροσώπως αφηγούμενος σ’ Έναν εξίσου ολιγοσέλιδο Άντρα Χωρίς Χαρακτήρα. Εδώ ο νεαρός, φρέσκος φοιτητής, επιστρέφει στο χωριό του για τις καθιερωμένες θερινές διακοπές, όπου φιλάρεσκα κυκλοφορεί η παραθερίστρια Κάντιντα Β., με την αύρα της πρωτευουσιάνας ανάμεσα σε επαρχιώτες. Οι έξοδοί της παίρνουν σταδιακά τη μορφή θεάματος, καθώς εκείνη, κάθε μέρα όλο και πιο ευτραφής, όλο και πιο επηρμένη, αδυνατεί να διακρίνει υποκριτικούς θαυμασμούς και απροκάλυπτα περιγελάσματα, εκλαμβάνει δε την αληθή αδιαφορία του νέου ως αδυναμία συναισθηματικής έκφρασης εξαιτίας της συστολής του. Εκείνος (με την επίγνωση πως του λείπει «το πνεύμα του ποιητή και η τόλμη του ιππότη») υπερβαίνει τα όρια του θάρρους του για να την προστατεύσει, γνωστοποιώντας της την κακεντρέχεια των φίλων του, αποκαλύπτοντας την κωμωδία πίσω απ’ την πλάτη της. Όταν με υποκριτική ειλικρίνεια (μια πολύ βαθειά έννοια που εκπροσωπεί επάξια) την καθιστά κρυμμένη αυτήκοο μάρτυρα της ομαδικής κοροϊδίας η νεαρή συντρίβεται. Μόνο οι ψευδαισθήσεις της τής επέτρεπαν να ζει. Σκοτώνοντάς τις, σκότωσε και την ίδια.

Στα όρια μιας ακόμα σπαρακτικής διασταύρωσης μοιρών (Ο Σικελός στρατιώτης), αυτή τη φορά εν μέσω πολέμου, οι γυναίκες μιας καλύβας στο βουνό, όπου φιλοξενείται για ένα βράδυ η αφηγήτρια προτού αναχωρήσει προς μια αβέβαιη Ρώμη, δέχονται την καταφυγή του Γκαμπριέλε, ενός στρατιώτη των συμμαχικών στρατευμάτων, που τους διηγείται την ιστορία του. Μεταλλωρύχος στη Σικελία, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, μόνος με το απερπάτητο κοριτσάκι του, που σταδιακά άρχισε να κακομεταχειρίζεται, καθώς τα βάσανα και η ανέχεια άρχισαν να λυγίζουν την καθημερινότητά τους. Η δεκαπεντάχρονη Ασούντα στέλνεται ως υπηρέτρια στο σπίτι του ενωμοτάρχη, αλλά πνιγμένη ανάμεσα στις βίαιες επιθέσεις του γιου του και στο ενδεχόμενο επιστροφής στον πατέρα της, αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι. Ο πατέρας της αποστερημένος πια από κάθε επιθυμία ύπνου, γνωρίζοντας πως η άταφη λόγω αυτοχειρίας κόρη του δεν θα κοιμηθεί ποτέ, κατατάχθηκε στο στρατό, συνεχώς και ακατάπαυστα μαχόμενος, με την ελπίδα ενός θανάσιμου χτυπήματος, μιας φυσικής απόδοσης δικαιοσύνης, προς μια επιστροφή και συνάντηση με την κόρη του, για να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον και να την κοιμίσει στην αγκαλιά του, όπως όταν ήταν μικρή.

Για σένα, ιερό καπρίτσιο, όψη θεϊκή, χωρίς όπλα, χωρίς πυξίδα έχω ξεκινήσει…Για δύσκολες αγάπες έχω γεννηθεί…στιχουργούσε η Μοράντε στον ποίημά της Περιπέτεια και καθώς ο Giorgio Agaben στο επίμετρό του αναφέρει την παραγνωρισμένη ποιητική της συλλογή Άλλοθι (Alibi) από την οποία προέρχεται, σκέφτομαι πόσο ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι στους περισσότερους χαρακτήρες των δώδεκα διηγημάτων της συλλογής. Κι ο έτερος επιμετρών Giorgio Carponi, μιλάει για τα λεπτά όρια μεταξύ μαγείας και ποίησης, για το παλιό και ξεχασμένο είδος αφήγησης (που περιλαμβάνει τα παραμύθια και την αναλαμπή που αφήνουν στην ίδια την πραγματικότητα), για την εκκίνηση της Μοράντε από την πιο αντικειμενική πραγματικότητα μέχρι να μας παρασύρει στην βαθιά και σχεδόν ανιστορική ατμόσφαιρα της δικής της ποίησης, σ’ ένα υπόγειο ρεαλισμό, σ’ έναν τόνο νοσηρά ρομαντικό.

Φυλλομετρώντας, τέλος την εργοβιογραφία της κλέβω κι εγώ με τη σειρά μου, τα σκόρπια «φώτα» της δικής της ζωής: την αναχώρηση από το σπίτι της στα 18 της, θυσιάζοντας σπουδές, την ζωή με τον Αλμπέρτο Μοράβια, την φυγή τους στο Νότο λόγω της αντιφασιστικής τους δράσης, την κοινή και χωριστή τους ζωή, τα ταξίδια τους (μέχρι και την Ινδία, μαζί με τον Π.Π. Παζολίνι), την (έστω και ανεπιτυχή) επιθυμία της να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, όταν αντιλήφθηκε πως η υγεία της θα την εμπόδιζε να ζήσει με πληρότητα, όπως μέχρι τότε ζούσε [1912-1985].

Εκδ. Άγρα, 2004, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, εισαγωγή Mario Fusco, επίμετρο Giorgio Agamben και Giorgio Carponi, με εξασέλιδη εργοβιογραφία και μονοσέλιδη ασπρόμαυρη φωτογραφία της συγγραφέως (Elsa Morante, Lo scialle andaluso, 1963).

16
Ιολ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 40

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Carson McCullers – The Ballad of the Sad Café (1943)

Οι μπαλάντες και τα θλιμμένα καφέ είχαν πάντα τις λιγότερο φωτεινές αποχρώσεις – σαν κι εκείνες που είχε το βλέμμα της συγγραφέως, σαν κι αυτές που διατηρούν τα σκοτεινά συμπλέγματα και τα σιωπηλά σπίτια.

13
Ιολ.
11

Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.

12
Ιολ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη

11
Ιολ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 57. Νίκος Αδάμ Βουδούρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αγαπώ τους συγγραφείς που είναι φίλοι μου ή που ήθελα να είναι φίλοι μου. Θα ήθελα να είναι φίλοι μου όλοι αυτοί που στα βιβλία τους ανατρέχω και τους ξαναδιαβάζω. Είναι μακρύς ο κατάλογος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Φόνισσα (Παπαδιαμάντης), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Πλήξη (Μοράβια), Ο Καθεδρικός Ναός (Κάρβερ), Η Καταχνιά (Ουναμούνο), Δύο Σοβαρές Κυρίες (Μπόουλς), Η Αδελφή (Μπάροουζ), Η Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου (Μακ Κάλερς), Ο Βαρκάρης του Βόλγα (Μπελούκινς), Έγκλημα και Τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Η Γυναίκα της Ζάκυνθος (Σολωμός), Άπαντα (Φόσκολο), Ένας Άντρας Μόνος (Ίσεργουντ), Μαντάμ Μποβαρύ (Φλωμπέρ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελιν)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η κυρία με το σκυλάκι» (Τσέχοφ), «Φορτωμένος κόκκαλα» (Παπαδιαμάντης), «Ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί» (Σάλιντζερ), «Εσύ δεν είσαι εγώ» (Μπόουλς), «Κυρία Μινωταύρου» (Ιωάννου), «Μηχανική για όλους» (Κάρβερ), «Κατέβα Μωυσή» Φώκνερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σπύρος Καρυδάκης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Μαζί κοιμόμαστε, τι νέα να μου πουν, τι μυστικά να έχουν από μένα;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μπαντάμ Μποβαρί

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω παντού. Εγγράφονται τα πάντα. Καθαρογράφω μόνο στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ρίχνω δόλωμα στα λασπόνερα κι ότι πιάσω το ξεπλένω, το εξευγενίζω μέχρι να αγριέψει δεόντως και να γίνει αγνώριστο. Τότε, το ρίχνω στη γυάλα μαζί με τ’ άλλα. Από εκεί ξαναψαρεύω αργότερα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Βασικό ιδιοσυγκρασιακό μου γνώρισμα είναι η αμφιθυμία, η έλλειψη συγκέντρωσης και μια ροπή στο χάος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Γιατί;

Πώς βιοπορίζεστε;

Ήμουν, είμαι και θα είμαι κατοικίδιο καριέρας.

Η εργασίας σας σάς κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Η απραξία άλλες φορές είναι αγχωτική άλλες φορές είναι σωτήρια.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Εντευκτήριο, Οδός Πανός και Σπείρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το Μίνω Βολονάκη

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Όλες οι ταινίες του Alejandro Gonzales Iniaritu

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όλοι το κάναμε το λάθος.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Σάλιντζερ.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγημάτων.

 Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Επικοινωνιακή ευκολία, τζάμπα φιλίες, τζάμπα μαγκιές.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Αμέ!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ποιος θεός του Ολύμπου θα θέλατε να είστε;

Δεν απαντώ!




Ιουλίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.004.637 hits

Αρχείο