Αρχείο για Ιουλίου 2011

19
Ιολ.
11

Ζερόμ Γκαρσέν – Οι δυο αδελφές από την Πράγα

Η εκδοτική πορνεία

Σε σκληρή επιστολή που προτάσσεται των κεφαλαίων της νουβέλας η Κλάρα Γκότβαλντ κατηγορεί τον αφηγητή ως αρχέτυπο βλακείας και ως θύμα με την συγκατάθεσή του. Τον εγκαλεί για την παροιμιώδη ανικανότητά του να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό του και του γνωστοποιεί πως στο πρόσωπό του εκδικήθηκε για όλους αυτούς των οποίων την ανικανότητα και την ανάγκη για φιλοφρονήσεις υπέμεινε από συμφέρον τόσα χρόνια. Στο τέλος ομολογεί με τη σειρά της πως έπεσε θύμα του και παραδέχεται, με κάποια ανησυχία, πως τον έχει ικανό να την κάνει και βιβλίο…

Εκείνος αποτελεί έναν συγγραφέα με βιβλία («εκλεπτυσμένες αποτυχίες») που αντιμετωπίζονται πάντα με επιείκεια και εκδίδονται με μοιρολατρία από φίλο εκδότη. Ιδού μια συγγραφική αυτοπαρουσίαση: «Έγραφα με απόλυτη ψυχρότητα και ελάχιστη επιείκεια, χωρίς συναισθηματισμούς ή ποιητικότητες, επιλέγοντας να είμαι όσο το δυνατόν πιο δυσάρεστος, το περήφανο πορτρέτο ενός απωθητικού ανθρώπου, που μοναδικό του κίνητρο για να ενεργεί, να αποφέρει και να χαίρεται ήταν το παθολογικό ενδιαφέρον για τον εαυτό του. Όταν τελείωνα το βιβλίο μου θα έπρεπε, ιδανικά, να μοιάζει με το μαύρο κουτί που βρίσκει κανείς, μετά τη συντριβή κάποιου αεροπλάνου, ανάμεσα σε καμένους θάμνους και σάβανα από στραπατσαρισμένες λαμαρίνες. Λογοτεχνία για εμπειρογνώμονες, ασφαλιστές και χωροφύλακες» (σ. 119). Αυτή τη φορά έχει την ιδέα να ξαναγράψει την Αρμάνς του Σταντάλ με τον δικό του τρόπο, παρατείνοντας τη ζωή του αυτόχειρα Οκτάβ. Και απευθύνεται στην Κλάρα.

Εκείνη, μια «ατζέντισσα – ηγεμόνας», έχει μετατρέψει το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό της πρακτορείο σε φοβερή πολεμική μηχανή, προσφέροντας ευυπόληπτο καταφύγιο σε διαψευσμένες υπάρξεις συγγραφέων και ηθοποιών, στην κωμωδία της κοινωνικής καταξίωσης και στην τραγωδία μιας στραγγισμένης ζωής. Η μνήμη της σταμάτησε στην Ανοιξιάτικη Πράγα και το ημίφωτο παρελθόν της στην Τσεχοσλοβακία του 1972, οπότε και έφυγε για το Παρίσι («Η Γαλλία είναι η πατρίδα μου. Πριν δεν υπάρχει»), για να κατακτήσει ένα μονοπώλιο σε μια πόλη που παρασκηνιακά την κουτσομπολεύει και δημόσια δηλώνει αφοσίωση. Μια πλανεύτρα που αποκαλείται «το ροντβάιλερ της ελίτ», που παραπλανά την εκλεκτή της πελατεία, θωπεύοντάς την στα φανερά, χλευάζοντάς την μυστικά.

Η συνεργασία τους ενισχύεται με την άφιξη της αδελφής της Χίλντα (που αναπόφευκτα «μεταφέρει» την χώρα της), «μιας Κλάρα με αμβλυμένες τις αντιστάσεις, ενός μαχητή χωρίς όπλα». Το δικέφαλο πλέον πρακτορείο προκαλεί διπλάσια ζήλια και έχθρα σ’ ένα Παρίσι όπου η φαλλοκρατία τρεφόταν από την ξενοφοβία και ο φόβος των γυναικών από το φθόνο της επιτυχίας. Η συμμαχία τους βασίζεται στη λήθη ενός παρελθόντος που δεν αναφέρεται ποτέ. Γοητευμένος από τις αδελφές που του θυμίζουν τις Δεσποινίδες του Ροσφόρ, περιορισμένος σε ρόλο συνοδού πολυτελείας, «ένας άνθρωπος σε τράνζιτ, ένας μυθιστοριογράφος σε αναμονή, σα χαμένος στην ουδέτερη ζώνη ενός αεροδρομίου», ο συγγραφέας επιχειρεί να συμμαχήσει με την Χίλντα, που νωρίτερα του έδειξε την δική της πλευρά: «Ειλικρινά νομίζεις ότι η αγωνία σου να γράψεις κάτι ενδιαφέρει κανέναν; Ούτε ξέρεις, ούτε έχεις ζήσει τίποτα. Εσύ ποτέ δεν είδες ξένα στρατεύματα να εισβάλλουν νύχτα στην πατρίδα σου, συνθλίβοντας στο πέρασμά του τα όνειρά σου. Δεν σου απαγόρευσαν ποτέ να γράφεις, να μιλάς, να ζεις. Η εισβολή και η εξορία είναι λέξεις που αγνοείς». (σ. 92).

Όταν αμφότεροι ανακαλύψουν στο εξοχικό Ξέφωτο της Κλάρα την πελατεία τους να επιδίδεται σε σκηνές παρμένες από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, η Κλάρα υπεραμύνεται της έπαυλής της: δεν πρόκειται για πορνοικία αλλά για την φυσική προέκταση του πρακτορείου, μια κλινική αναζωογόνησης και χαλάρωσης ανασφαλών μελών, «ηθοποιών με υπερμέγεθες εγώ και άχρηστων συγγραφείς που επιθυμούν ν’ ακούνε τι φοβερό ταλέντο έχουν». Και η τριάδα οφείλει να συνεργαστεί και σ’ αυτό, συνένοχοι στην Βίλα των Μεδίκων, δεμένοι με κρυφή συμφωνία: με την Κλάρα «πάμπλουτη επίκληρη χήρα περικυκλωμένη από απεγνωσμένους επαίτες σε μια αυλή των θεαμάτων», τη Χίλντα υποχρεωμένη ν’ ανταλλάξει ιδιότητες με την αδελφή της και τον ίδιο να παρακολουθεί την θεατρική παράσταση και μάλιστα από το προεδρικό θεωρείο, έχοντας μετατραπεί από απλός θεατής σε σιωπηρός συνεργός. Υπήκοος στο πριγκιπάτο της Γκοτβαλντίας.

Φυσικά είναι θέμα χρόνου «μια Ανατολικοευρωπαία στο Παρίσι» να εντείνει περισσότερο τη γενική καχυποψία και, καθώς οι επιθανάτιες προσευχές και οι ικεσίες των μελλοθάνατων δημιουργών φτάνουν μέχρι έξω, το πρακτορείο να μετατραπεί «από κυψέλη σε πυρηνικό εργοστάσιο». Οι τραγικές συνέπειες βρίσκουν τους χαρακτήρες σε απόσυρση. Η Κλάρα, πάντα ξένη για τους Γάλλους, τους «αδιόρθωτους ξενόφοβους», ξεσπάει σε γράμματα βαθιά προσβλητικά, έχοντας μάθει καλά στη Γαλλία την εθνική τέχνη της παρωδίας και την ιδιαίτερη τεχνική της λιβελογραφίας. Η αυτοάμυνά της: στον εκδοτικό χώρο που κατεξοχήν διέπεται από τους νόμους της υποκρισίας μίλησε ανοιχτά για ζητήματα για τα οποία όλοι σιωπούσαν, προτείνοντας το μοντέλο του Αμερικανού ατζέντη, που εκτελεί συγχρόνως χρέη νομικού, λογοτεχνικού συμβούλου, τραπεζίτη, επιμελητή κειμένων, ψυχολόγου και νοσοκόμου. Η επιθυμία της: να πληρώσει ο καθένας για κάθε επαγγελματική υποκρισία και ψεύτικη φιλοφρόνηση. Να συντρίψει μεθοδικά τους ματαιόδοξους ανθρώπους που η ίδια δημιούργησε. Ενδεικτικά: Έχω την τιμή να σας ανακοινώσω πως τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα από τις πατάτες που γράψατε έγιναν πολτός τον περασμένο Ιούνιο, για να ανακυκλωθούν και να γίνουν ένα ωραιότατο χαρτί περιτυλίγματος. Απόδειξη πως ακόμα και ένα βιβλίο μηδενικής αξίας μπορεί σε κάτι να φανεί χρήσιμο (σ. 156).

Εκείνος διχασμένος ανάμεσα στην σκέψη πως εκείνη ήταν πιο ενδιαφέρουσα απ’ οποιαδήποτε μυθιστορηματική του ηρωίδα και στην ιδέα της συγγραφής ενός απωθητικού, μισάνθρωπου μυθιστορήματος, εγκαταλείπει την Αρμάνς στον σκληρό του δίσκο (δηλαδή σε τάφο ηλεκτρονικό), διαπιστώνοντας άλλωστε  πως ο Οκτάβ του 2005 καταλήγει όπως κι εκείνος του 1827 – καίγεται, μα δε βγάζει φλόγα, με το μέλλον το ίδιο ανέλπιδο – , ο ίδιος ταυτιζόμενος πλέον με τον πλανευτή του Σταντάλ που εγκαταλείπεται από το δυνατό του σώμα, «εκείνο που του πρόσφερε τόσες εφήμερες ηδονές μα δεν κατόρθωσε ποτέ να πλησιάσει στην ουσία της ευτυχίας».

Η εξαιρετικά πυκνή κι ενδιαφέρουσα νουβέλα του Γκαρσέν (διακεκριμένου κριτικού και γνώστη της γαλλικής – και όχι μόνο – λογοτεχνίας) βρίθει από κινηματογραφικές αναφορές (Μπρεσόν, Ταβερνιέ, Σωτέ, Βαρντά κ.ά.), λεπτές ειρωνικές ματιές αλλά και φιλικά νεύματα σε συγγραφείς (Μ. Ουελμπέκ, Φ. Σολλέρ, Ζ. Γκρακ, ενώ η ψυχογράφηση ορισμένων σχέσεων θυμίζει τον Πασκάλ Μπρυκνέρ), στηλιτεύει ασθένειες δημόσιες (η γαλλική ξενοφοβία) και ιδιωτικές (η υπέρμετρη φιλοδοξία – η Κλάρα αυτοκαταστρέφεται μ’ ένα αντίτυπο της Θεωρίας της Φιλοδοξίας του Ερώ ντε Σεσέλ στην τσάντα της) και ακτινογραφεί ακαριαία έναν κόσμο που δεν έχει μεγάλες διαφορές από εκείνον της πορνείας.

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ρένη Παπαδάκη, σ. 170 (Jérôme Garcin, Les Soeurs de Prague, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011). Στην τελευταία φωτογραφία το εξώφυλλο του Nevedenie (Η Άγνοια) του Μίλαν Κούντερα, που «αναφέρεται» σε καίριο σημείο της πλοκής.

18
Ιολ.
11

Νέα Εστία, τεύχος 1843 (Απρίλιος 2011)

Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ

Πάντα υπάρχουν λόγοι για ένα Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ αλλά αυτή τη φορά είναι κατά πολύ ενισχυμένοι: αφενός η κυκλοφορία του βιβλίου του Οι μη κανονικοί (εκδ. Εστία, 2010), αφετέρου το συνέδριο που συνδιοργανώθηκε από την Εστία και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, με αφορμή αυτής της έκδοσης, με τίτλο Τι μας κληροδότησε η σκέψη του Φουκώ; Το τεύχος περιλαμβάνει λοιπόν τις ανακοινώσεις της διήμερης συζήτησης κι επιπλέον δύο κείμενα, συν την υπόλοιπη καθιερωμένη ύλη. Επικεντρώνουμε σε δυο αρκούντως ερεθιστικά.

Ο Ντιντιέ Εριμπόν, συγγραφέας και του βιβλίου Μισέλ Φουκώ. Φιλόσοφος, δανδής και ταραξίας (Lector, 2009) στο άρθρο του με τίτλο Το τοπικό και το παγκόσμιο: μορφές εξουσίας και τρόποι αντίστασης (μτφ. Κώστας Σπαθαράκης) εστιάζει στις παραδόσεις του Φουκώ έτσι όπως αποτυπώνονται στους Μη Κανονικούς και ειδικότερα σ’ εκείνες που παρουσιάζουν τα δυο μοντέλα λειτουργίας της εξουσίας. Το πρώτο, που αφορά στον έλεγχο της λέπρας κατά τον Μεσαίωνα, προχωρεί στον αποκλεισμό ενός μέρους της κοινωνίας (αποβάλλουμε τους λεπρούς, δεν θέλουμε να τους βλέπουμε πια) και στην πλήρη κοινωνική αποξένωσή τους. Το δεύτερο (τέλη 17ου– αρχές 18ου αι.) αφορά τον έλεγχο της πανούκλας: τώρα οι ασθενείς δεν αποβάλλονται αλλά χτενίζεται ολόκληρη η πόλη, επιτηρούνται όλοι οι χώροι κι εγκλείονται οι μολυσμένοι.

Το πρώτο μοντέλο καθοδήγησε και τον διωγμό των αλητών, των αργόσχολων, των ελευθεριαζόντων, των παραφρόνων, των ομοφυλοφίλων και τον εγκλεισμό στο ονομαζόμενο «γενικό νοσοκομείο», που άλλωστε ήταν το πρώην λεπροκομείο. Καθώς το δεύτερο μοντέλο εγκλείει τους ανεπιθύμητους στο βλέμμα της επιτήρησης, ο Φουκώ παρατηρεί το πέρασμα από μια εξουσία αρνητική, που αποκλείει, εξορίζει και περιθωριοποιεί, σε μια εξουσία θετική, που κατασκευάζει, γνωρίζει, παρατηρεί, αντιστοιχεί δε σε μια «πειθαρχική οργάνωση» με στόχο την εκγύμναση σωμάτων και ψυχών και την «κανονικοποίηση».

Κάπως έτσι οι τεχνολογίες της εξουσίας – και ιδίως της ψυχιατρικής – αντί να καταδικάζουν την σεξουαλικότητα στη σιωπή (μη ξεχνάμε πως οι παραδόσεις για τους Μη κανονικούς  εξαγγέλλονται ως παραδόσεις για την «κανονικοποίηση της σεξουαλικότητας»), την προκαλούν να μιλήσει και καθώς η κοινωνία μας προτρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτήν, ακριβώς πολλαπλασιάζει και επεκτείνει την κυριαρχία της. Αυτή η «disposition της σεξουαλικότητας», βασισμένη σε μια ιδέα η ιδέα που προέρχεται κατευθείαν από τη χριστιανική εξομολόγηση, αποτελεί μια τεχνολογία της εξουσίας. Από την άλλη, στο έργο του Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής ο Φουκώ παρατηρεί την συνένωση των δυο μοντέλων σ’ έναν πανοπτικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό: πρώτα την διαχωρισμό των κρατουμένων από την κοινωνία και κατόπιν την διαρκή τους επιτήρηση και αναμονή μετάνοιας, έτσι ώστε η φυλακή να αναπαράγει ακριβώς το παραβατικό άτομο.

Σκεπτόμενοι όμως περί της σύγχρονης κληρονομιάς του Φουκώ ειδικά σήμερα με τις νέες αραβικές εξεγέρσεις είναι αδύνατο να μη θυμηθούμε ένα γνώριμο ακάνθινο φουκωικό ζήτημα: τη στάση του απέναντι στην ιρανική επανάσταση (1979) και τα σχετικά, φλογισμένα του κείμενα μαζί με την ανάλογη συζήτηση. Αποτελούσε λοιπόν ο συγγραφέας μια ακόμα περίπτωση διανοούμενου που σαγηνεύτηκε από τον εξεγερμένο λαό και τυφλώθηκε από την λάμψη της επανάστασης αδιαφορώντας για τις επακόλουθες απειλές για την ελευθερία και την δημοκρατία, υποκύπτοντας, συνεπώς, στον πειρασμό της ανελευθερίας και του ολοκληρωτισμού; Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο κείμενό του Ο Φουκώ και η ιρανική εξέγερση, ξανά πρωτίστως θέτει ένα γενικότερο κρίσιμο ερώτημα – οδηγό: ποια στάση πρέπει να τηρήσει ο δημοκρατικός πολίτης όσο αυτά είναι σε εξέλιξη, όσο όλα είναι αβέβαια και ρευστά κι η (όποια νέα) εξουσία δεν έχει δείξει ακόμα το αληθινό της πρόσωπο; Γιατί εκ των υστέρων όλοι γινόμαστε σοφοί αλλά το ζήτημα είναι τι λες και κάνεις τη δύσκολη ώρα του αναβρασμού. Τι μέρες των αραβικών εξεγέρσεων λοιπόν πολλοί θυμήθηκαν ιδίως στη Γαλλία το «πάθημα» του Φουκώ.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον ίδιο: πρότεινε στον εκδότη της Corriere della sera την συγκρότηση μιας ομάδας διανοούμενων που θα πήγαιναν ως ρεπόρτερ εκεί όπου συμβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα. Τα «ρεπορτάζ ιδεών», στα οποία θα συμμετείχαν συγγραφείς όπως η Σούζαν Σόνταγκ κι ο Χόρχε Σέμπρουν, τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα. Εν τούτοις ιδιαίτερη σημασία έχει το σκεπτικό του Φουκώ: Υπάρχουν περισσότερες ιδέες στη γη από ό,τι φαντάζονται συχνά οι διανοούμενοι. Και τούτες οι ιδέες είναι πιο δραστικές, πιο δυνατές πιο ανθεκτικές και πιο παθιασμένες από ό,τι μπορούν να σκεφτούν για αυτές οι πολιτικοί. Πρέπει να παρευρεθούμε στη γέννηση των ιδεών και στην έκρηξη της δύναμής τους· όχι στα βιβλία που τις διατυπώνουν, αλλά στα γεγονότα μέσα στα οποία φανερώνουν τη δύναμή τους… Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διασταύρωσης ιδεών και γεγονότων επιθυμούσε να εργαστεί ο Φουκώ.

Στο σύνολο των δεκατεσσάρων κειμένων ο Φουκώ συνέλαβε με μεγάλη οξυδέρκεια τι ήταν αυτό που γινόταν τη στιγμή ακριβώς που γινόταν: ένα τεράστιας σημασίας γεγονός που θα καθόριζε τη μοίρα του κόσμου τα επόμενα χρόνια, μια εξέγερση με καθοριστικά θρησκευτικό χαρακτήρα – κοινοί τόποι σήμερα αλλά το γεγονός ότι λέγονταν ακριβώς την ώρα που συνέβαιναν ήταν κάτι σαφώς εντελώς διαφορετικό.

Τρία στοιχεία της ιρανικής εξέγερσης τον γοήτευσαν: η καθολικότητα (μια βούληση απολύτως συλλογική), η αφοβία έναντι του θανάτου, η πνευματικότητα. Ως προς το δεύτερο, εκεί ο Φ. έζησε αυτό που γνώριζε μόνο από τα βιβλία: ότι μια εξέγερση είναι δυνατή μόνο όταν έρθει η μυστική εκείνη στιγμή που ο άνθρωπος ξεπερνάει το φόβο, και ιδίως τον φόβο των φόβων, δηλαδή του θανάτου. Η δε πολιτική πνευματικότητα αφορούσε την άρνηση της πολιτικής ως τεχνικής της εξουσίας και την αναζήτηση μιας πολιτικής που θα άλλαζε πρωτίστως τους ίδιους τους ανθρώπους. Οι προσδοκίες του βέβαια διαψεύστηκαν οριστικά: το νέο καταπιεσμένο καθεστώς όχι μόνο δεν ευνόησε καμιά πνευματικότητα, αλλά οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην πιο αντιπνευματική στάση: τη συλλογική υποκρισία.

Όμως το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί στο περίφημο πια κείμενό του Inutile de se soulever? (Είναι άχρηστο να ξεσηκωνόμαστε;), με το οποίο απάντησε στους επικριτές του κι έκλεισε οριστικά τον κύκλο των ιρανικών του κειμένων. Σε αυτό το κείμενο εγκωμιάζεται η εξέγερση (και όχι η Επανάσταση, που μπορεί να αποτελέσει και σφετερισμό της), ως κορυφαία επιβεβαίωση της ανθρώπινης ελευθερίας, αφού αποκαλύπτει ότι καμία τάξη, ακόμη και η ισχυρότερη και μακροβιότερη, δεν είναι τελικά απόλυτη. Κάθε εξέγερση διακόπτει τον ρου της ιστορίας για λίγο, τον θέτει εκτός κανονικής λειτουργίας· είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος προτιμάει το ρίσκο του θανάτου από την ασφάλεια μιας υποταγμένης ζωής. Γι’ αυτό και ο Φουκώ αδιαφόρησε για τις εκ των υστέρων σοφές αναλύσεις περί αιτίων και συσχετισμών της ιρανικής εξέγερσης κι ενδιαφέρθηκε για το αίνιγμά της, για το τι συνέβαινε στην ψυχή και το μυαλό των εξεγερμένων. Συνεπώς, καταλήγει ο Ζ., σήμερα που ο αραβικός κόσμος συγκλονίζεται από τεράστιες λαϊκές εξεγέρσεις με χιλιάδες νεκρούς κι όλα είναι άδηλα, ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, σήμερα πάντως τις χαιρετίζουμε τις εξεγέρσεις αυτές, όπως έκανε και τότε ο Φουκώ. Αύριο βλέπουμε.

Οι υπόλοιποι τίτλοι: Μισέλ Φουκώ (Ο αρχικός Πρόλογος στην Ιστορία της τρέλας (1961), μετάφραση – επίμετρο Μάκης Κακολύρης), Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν (Μισέλ Φουκώ: μια φιλοσοφία της επικαιρότητας), Κύρκος Δοξιάδης (Η μέθοδος του Φουκώ), Μιχαήλ Παρούσης (Μισέλ Φουκώ: αλήθεια και νομικές πρακτικές), Γεράσιμος Βώκος (Μαρία Αντουανέττα: η μήτρα της ανωμαλίας), Θανάσης Τζαβάρας (Σχέση της ψυχανάλυσης με τις νόρμες και τις κανονικότητες), Άρης Στυλιανού (Κανόνες και κανονιστικότητα: Φουκώ και Κανγκυλέμ), Σωτήρης Σιαμανδούρας (Dispositif: γενεαλογία και μετάφραση), Θεοδόσης Νικολαΐδης (Σκέψεις για την έννοια της ταυτότητας), Κώστας Τσιαμπούρας (Το πολιτικό και η αλήθεια. Για την πολιτική φιλοσοφία του Φουκώ).

Σε επόμενη ανάρτηση, παρουσίαση του τρέχοντος τεύχους.

17
Ιολ.
11

Έλσα Μοράντε – Το ανδαλουσιανό σάλι και άλλες ιστορίες

Σε πόσες σιωπές, σε πόσες σκιές άραγε αυτοφωτίστηκε η γραφή της Έλσα Μοράντε; Σκέφτομαι και μετράω: στο ημίφως μιας ευρύτερης απομόνωσης και σιωπής, στο περιθώριο των μεγάλων αισθητικών ρευμάτων που επηρέασαν την ιταλική λογοτεχνία της εποχής, στη σκιά του σπουδαίου Αλμπέρτο Μοράβια, τον οποίο παντρεύτηκε σε μια ακόμα σκοτεινιά, εκείνη του μεγάλου πολέμου (1941). Όμως εκείνη μαστόρευε μόνο εκείνα που γνώριζε καλά και η ανάπλαση της ιστορίας τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας (Το ψέμα και τα μάγια, 1948) προσέλκυσε τις ματιές λεπταίσθητων κι ορθάνοιχτων οφθαλμών (Ι. Καλβίνο, Ν. Γκίνζμπουργκ, Γ. Λούκατς). Η νέα δεκαετής σιωπή της γέννησε Το Νησί του Αρτούρο και ανέθρεψε το θέμα που θα κυριαρχούσε στη λογοτεχνία της: τη φθορά της γονικής εικόνας, τους ψεύτικους αγγέλους της εφηβείας, την αποκάλυψη λατρεμένων προσώπων ξεγυμνωμένων από μύθους και φωτοστέφανα. Ίσως μόνο στην Ιστορία διέφυγε τούτων για να εξακτινωθεί σε κύκλους πολυάνθρωπους, σε μορφές συνωστισμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως τρυφερά προλογίζεται εδώ από τον Mario Fusco, ήρωες και συγγραφέας ψάχνουν μέσα στον κόσμο των λέξεων μια μαγική μετάφραση μιας αγόητης κι άχρωμης πραγματικότητας.

Στο διήγημα Ο κλέφτης των φώτων η εξάχρονη αφηγήτρια βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό της (τους σκονισμένους περαστικούς, την απέναντι ξεγυμνωμένη από χορτάρι αυλή) κλεισμένη στο σπίτι για να προσέχει την γιαγιά της, που μια ακολουθία αμέτρητων χρόνων την είχε απομυζήσει αργά αργά, μέχρι να συρρικνωθεί σε έναν μικρό σκελετό, σαν από ξύλο, τόσο που αδυνατούσε και να πεθάνει ακόμα. Η μητέρα της με κάθε ευκαιρία καταριέται την μικρή, με το γοητευτικό αλλά φθαρμένο από τη μνησικακία πρόσωπό της στραμμένο προς τον Ναό. Ο Ναός διακρίνεται απ’ το παράθυρο· ο θόλος, το θαμπό φως απ’ τις λυχνίες των νεκρών. Οι νεκροί, σκέφτεται το κορίτσι, θα αισθάνονταν πιο ήσυχοι μέσα στο έρεβός τους εάν είχαν ένα φως. Κάθε βράδυ όμως ο φύλακας σβήνει τις λυχνίες για οικονομία στο λάδι. Και το κορίτσι, υποχρεωμένο στη σιωπή για να μην του στερήσει τη δουλειά του, κραυγάζει σιωπηλά, μέχρι να χαθεί ο κηροσβέστης στα δρομάκια. Σε μια οριακή της στιγμή βρίσκεται φοβισμένη στον τοίχο του Ναού, αλλά λυτρώνεται απ’ τη συνύπαρξη με τον Κλέφτη των Φώτων (που έχασε τη φωνή του, θεϊκό σημάδι στο μυαλό της) και τις σκιές των νεκρών. Ένα ολόκληρο περιβάλλον, ασφυκτικό και δεισιδαίμον, έχει ήδη οδηγήσει το κοριτσάκι σε κόσμους φασματικούς κι ανείδωτους.

Αλλά μερικές φορές ακόμα και η συνείδησή μας ψεύδεται… (σ. 182)

…μονολογεί ένας άλλος πρωτοπροσώπως αφηγούμενος σ’ Έναν εξίσου ολιγοσέλιδο Άντρα Χωρίς Χαρακτήρα. Εδώ ο νεαρός, φρέσκος φοιτητής, επιστρέφει στο χωριό του για τις καθιερωμένες θερινές διακοπές, όπου φιλάρεσκα κυκλοφορεί η παραθερίστρια Κάντιντα Β., με την αύρα της πρωτευουσιάνας ανάμεσα σε επαρχιώτες. Οι έξοδοί της παίρνουν σταδιακά τη μορφή θεάματος, καθώς εκείνη, κάθε μέρα όλο και πιο ευτραφής, όλο και πιο επηρμένη, αδυνατεί να διακρίνει υποκριτικούς θαυμασμούς και απροκάλυπτα περιγελάσματα, εκλαμβάνει δε την αληθή αδιαφορία του νέου ως αδυναμία συναισθηματικής έκφρασης εξαιτίας της συστολής του. Εκείνος (με την επίγνωση πως του λείπει «το πνεύμα του ποιητή και η τόλμη του ιππότη») υπερβαίνει τα όρια του θάρρους του για να την προστατεύσει, γνωστοποιώντας της την κακεντρέχεια των φίλων του, αποκαλύπτοντας την κωμωδία πίσω απ’ την πλάτη της. Όταν με υποκριτική ειλικρίνεια (μια πολύ βαθειά έννοια που εκπροσωπεί επάξια) την καθιστά κρυμμένη αυτήκοο μάρτυρα της ομαδικής κοροϊδίας η νεαρή συντρίβεται. Μόνο οι ψευδαισθήσεις της τής επέτρεπαν να ζει. Σκοτώνοντάς τις, σκότωσε και την ίδια.

Στα όρια μιας ακόμα σπαρακτικής διασταύρωσης μοιρών (Ο Σικελός στρατιώτης), αυτή τη φορά εν μέσω πολέμου, οι γυναίκες μιας καλύβας στο βουνό, όπου φιλοξενείται για ένα βράδυ η αφηγήτρια προτού αναχωρήσει προς μια αβέβαιη Ρώμη, δέχονται την καταφυγή του Γκαμπριέλε, ενός στρατιώτη των συμμαχικών στρατευμάτων, που τους διηγείται την ιστορία του. Μεταλλωρύχος στη Σικελία, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, μόνος με το απερπάτητο κοριτσάκι του, που σταδιακά άρχισε να κακομεταχειρίζεται, καθώς τα βάσανα και η ανέχεια άρχισαν να λυγίζουν την καθημερινότητά τους. Η δεκαπεντάχρονη Ασούντα στέλνεται ως υπηρέτρια στο σπίτι του ενωμοτάρχη, αλλά πνιγμένη ανάμεσα στις βίαιες επιθέσεις του γιου του και στο ενδεχόμενο επιστροφής στον πατέρα της, αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι. Ο πατέρας της αποστερημένος πια από κάθε επιθυμία ύπνου, γνωρίζοντας πως η άταφη λόγω αυτοχειρίας κόρη του δεν θα κοιμηθεί ποτέ, κατατάχθηκε στο στρατό, συνεχώς και ακατάπαυστα μαχόμενος, με την ελπίδα ενός θανάσιμου χτυπήματος, μιας φυσικής απόδοσης δικαιοσύνης, προς μια επιστροφή και συνάντηση με την κόρη του, για να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον και να την κοιμίσει στην αγκαλιά του, όπως όταν ήταν μικρή.

Για σένα, ιερό καπρίτσιο, όψη θεϊκή, χωρίς όπλα, χωρίς πυξίδα έχω ξεκινήσει…Για δύσκολες αγάπες έχω γεννηθεί…στιχουργούσε η Μοράντε στον ποίημά της Περιπέτεια και καθώς ο Giorgio Agaben στο επίμετρό του αναφέρει την παραγνωρισμένη ποιητική της συλλογή Άλλοθι (Alibi) από την οποία προέρχεται, σκέφτομαι πόσο ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι στους περισσότερους χαρακτήρες των δώδεκα διηγημάτων της συλλογής. Κι ο έτερος επιμετρών Giorgio Carponi, μιλάει για τα λεπτά όρια μεταξύ μαγείας και ποίησης, για το παλιό και ξεχασμένο είδος αφήγησης (που περιλαμβάνει τα παραμύθια και την αναλαμπή που αφήνουν στην ίδια την πραγματικότητα), για την εκκίνηση της Μοράντε από την πιο αντικειμενική πραγματικότητα μέχρι να μας παρασύρει στην βαθιά και σχεδόν ανιστορική ατμόσφαιρα της δικής της ποίησης, σ’ ένα υπόγειο ρεαλισμό, σ’ έναν τόνο νοσηρά ρομαντικό.

Φυλλομετρώντας, τέλος την εργοβιογραφία της κλέβω κι εγώ με τη σειρά μου, τα σκόρπια «φώτα» της δικής της ζωής: την αναχώρηση από το σπίτι της στα 18 της, θυσιάζοντας σπουδές, την ζωή με τον Αλμπέρτο Μοράβια, την φυγή τους στο Νότο λόγω της αντιφασιστικής τους δράσης, την κοινή και χωριστή τους ζωή, τα ταξίδια τους (μέχρι και την Ινδία, μαζί με τον Π.Π. Παζολίνι), την (έστω και ανεπιτυχή) επιθυμία της να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, όταν αντιλήφθηκε πως η υγεία της θα την εμπόδιζε να ζήσει με πληρότητα, όπως μέχρι τότε ζούσε [1912-1985].

Εκδ. Άγρα, 2004, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, εισαγωγή Mario Fusco, επίμετρο Giorgio Agamben και Giorgio Carponi, με εξασέλιδη εργοβιογραφία και μονοσέλιδη ασπρόμαυρη φωτογραφία της συγγραφέως (Elsa Morante, Lo scialle andaluso, 1963).

16
Ιολ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 40

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Carson McCullers – The Ballad of the Sad Café (1943)

Οι μπαλάντες και τα θλιμμένα καφέ είχαν πάντα τις λιγότερο φωτεινές αποχρώσεις – σαν κι εκείνες που είχε το βλέμμα της συγγραφέως, σαν κι αυτές που διατηρούν τα σκοτεινά συμπλέγματα και τα σιωπηλά σπίτια.

13
Ιολ.
11

Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.

12
Ιολ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη

11
Ιολ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 57. Νίκος Αδάμ Βουδούρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αγαπώ τους συγγραφείς που είναι φίλοι μου ή που ήθελα να είναι φίλοι μου. Θα ήθελα να είναι φίλοι μου όλοι αυτοί που στα βιβλία τους ανατρέχω και τους ξαναδιαβάζω. Είναι μακρύς ο κατάλογος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Φόνισσα (Παπαδιαμάντης), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Πλήξη (Μοράβια), Ο Καθεδρικός Ναός (Κάρβερ), Η Καταχνιά (Ουναμούνο), Δύο Σοβαρές Κυρίες (Μπόουλς), Η Αδελφή (Μπάροουζ), Η Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου (Μακ Κάλερς), Ο Βαρκάρης του Βόλγα (Μπελούκινς), Έγκλημα και Τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Η Γυναίκα της Ζάκυνθος (Σολωμός), Άπαντα (Φόσκολο), Ένας Άντρας Μόνος (Ίσεργουντ), Μαντάμ Μποβαρύ (Φλωμπέρ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελιν)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η κυρία με το σκυλάκι» (Τσέχοφ), «Φορτωμένος κόκκαλα» (Παπαδιαμάντης), «Ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί» (Σάλιντζερ), «Εσύ δεν είσαι εγώ» (Μπόουλς), «Κυρία Μινωταύρου» (Ιωάννου), «Μηχανική για όλους» (Κάρβερ), «Κατέβα Μωυσή» Φώκνερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σπύρος Καρυδάκης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Μαζί κοιμόμαστε, τι νέα να μου πουν, τι μυστικά να έχουν από μένα;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μπαντάμ Μποβαρί

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω παντού. Εγγράφονται τα πάντα. Καθαρογράφω μόνο στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ρίχνω δόλωμα στα λασπόνερα κι ότι πιάσω το ξεπλένω, το εξευγενίζω μέχρι να αγριέψει δεόντως και να γίνει αγνώριστο. Τότε, το ρίχνω στη γυάλα μαζί με τ’ άλλα. Από εκεί ξαναψαρεύω αργότερα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Βασικό ιδιοσυγκρασιακό μου γνώρισμα είναι η αμφιθυμία, η έλλειψη συγκέντρωσης και μια ροπή στο χάος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Γιατί;

Πώς βιοπορίζεστε;

Ήμουν, είμαι και θα είμαι κατοικίδιο καριέρας.

Η εργασίας σας σάς κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Η απραξία άλλες φορές είναι αγχωτική άλλες φορές είναι σωτήρια.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Εντευκτήριο, Οδός Πανός και Σπείρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το Μίνω Βολονάκη

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Όλες οι ταινίες του Alejandro Gonzales Iniaritu

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όλοι το κάναμε το λάθος.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Σάλιντζερ.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγημάτων.

 Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Επικοινωνιακή ευκολία, τζάμπα φιλίες, τζάμπα μαγκιές.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Αμέ!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ποιος θεός του Ολύμπου θα θέλατε να είστε;

Δεν απαντώ!

10
Ιολ.
11

Αργεντινή 1978

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011)

10
Ιολ.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520 (Ιούλιος – Αύγουστος 2011)

200 βιβλία για το καλοκαίρι

Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τούτη τη σιωπή να παγώσει, σαν ένα στρώμα πυκνό από ζελατίνα πάνω στα αντικείμενα, στις χειρονομίες, έλα, σάλεψε, κάνε κάτι, μίλησε, προκάλεσε, ανακίνησε έγραφε ο προσφάτως Χόρχε Σέμπρουν (Ο δεύτερος θάνατος το Ραμόν Μερκαντέρ, μτφ. Άρης Αλεξάνδρου) και το Ικάριο Ζενερίκ του τεύχους καλά κάνει και μας το θυμίζει, ειδικά σήμερα, ειδικά τώρα. Εκτός από την καταιγιστική τιτλογραφία 200 νέων εκδόσεων, στην οποία είναι κατά παράδοση κάθε χρόνο αφιερωμένο το κατεξοχήν θερινό διπλόμηνο τεύχος, δυο συνεντεύξεις παρουσιάζουν πλεόνασμα ενδιαφέροντος.

Η Έμα Ντόναχιου μιλάει για το βιβλίο της Το Δωμάτιο, την δική της κατά πρόσωπο αναμέτρηση με την άβυσσο της περίπτωσης Γιόσεφ Φριτζλ, του «πατέρα» που κρατούσε σε υπόγειο αιχμάλωτη και βιαζόμενη την κόρη του επί 24ετία. Η συγγραφέας πλάθει την ιστορία ενός πεντάχρονου και της νεαρής Μαμάς του, που για να αποκρούσουν τις καθημερινές επιθέσεις του ΣαταΝίκ πλάθουν έναν δικό τους κόσμο από λέξεις, συνήθειες, και κανόνες, απροσπέλαστο στον ίδιο. Η Ντόναχιου μιλάει για τις επιρροές της όσον αφορά τον νεαρότατο αφηγητή (Μαρκ Χάντον, Ρόντι Ντόιλ, Λούις Κάρολ, L.P.Hartley, Βολταίρος) αλλά και τη γραφή της (Παραμύθια, Τρικυμία, Μεσαιωνικά Κάλαντα, Ο Συλλέκτης του Φόουλς, ο Κέβιν της Σρίβερ, Ο Δρόμος του ΜακΚάρθυ), το ενδιαφέρον φαινόμενο της «αναστολής της δυσπιστίας», κατά το οποίο ο ίδιος ήρωας γίνεται άλλοτε αξιόπιστος και άλλοτε αναξιόπιστος αφηγητής, την κατά Άρεντ κοινοτοπία του κακού που αντιπροσωπεύει ο ΣαταΝίκ, και γενικά για την δύσκολη διερεύνηση  μιας τόσο γόνιμης ιδέας.

Η δεύτερη συνομιλία είναι με τον Αιγύπτιο συγγραφέα Μπάχαα Τάχερ (τελευταίο βιβλίο: Όαση στο ηλιοβασίλεμα), ιδρυτικό μέλος της πολιτικής κίνησης Kefaya (που εκφράστηκε ανοιχτά το 2004-05 κατά του προέδρου Μουμπάρακ), συμμετείχε από την αρχή στις συγκεντρώσεις της πλατείας Ταχρίρ, στις οποίες η υγεία του κινδύνεψε από τα δακρυγόνα που εισέπνευσε. Ο Τάχερ ήδη από την δεκαετία του ’60 είχε καταφύγει στο εξωτερικό όταν κόπηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή κι ο κλοιός γύρω του άρχισε να σφίγγει, αλλά δεν έπαψε να υπηρετεί την αιγυπτιακή λογοτεχνία, ενώ για τα γεγονότα που συντάραξαν την χώρα του φέτος αναφέρει χαρακτηριστικά: Καθώς η αιγυπτιακή διακυβέρνηση γινόταν από μια συμμορία ληστών, όπως σταδιακά αποκαλυπτόταν, τα αρχικώς νωχελικά αντανακλαστικά του αιγυπτιακού λαού άρχισαν να ενεργοποιούνται και το κίνημα Kefaya, που αρχικά μετρούσε χίλια άτομα, άρχισε να διογκώνεται να βγαίνει στους δρόμους να φωνάξει «Κάτω ο Μουμπάρακ», πράγμα αδιανόητο μέχρι τότε. Η αντίδραση στην πρόκληση ήταν τόσο μεγάλη όσο και η ίδια η πρόκληση και οι εκατοντάδες διαδηλωτές έγιναν εκατομμύρια. Οι συνεντεύξεις στους Λευτέρη Καλοσπύρο και Σωκράτη Καμπουρόπουλο αντίστοιχα.

Και μια και περί πλατειών ο λόγος, το μηνιαίο σημείωμα του Αλέξη Ζήρα καταγράφει αυτό που πολλοί αδυνατούν ακόμα να εννοήσουν: πως η ώθηση, πλέον, των πολιτών μπορεί να έχει πολύ υψηλά συμμετοχικά αποτελέσματα χωρίς να χρειάζεται απαραιτήτως η πυραμιδοειδής αναφορά σε οποιασδήποτε μορφής παραδοσιακό θεσμό. Αν πριν μερικά χρόνια μόνο οι εργατικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα και οι … εκκλησιαστικές ηγεσίες μπόρεσαν να κατεβάσουν τα πλήθη στους δρόμους, τώρα οι περιπτώσεις της Τύνιδας, του Καΐρου και φυσικά της Αθήνας αποδεικνύουν πως κάτι έχει αλλάξει και το Διαδίκτυο έχει μέγιστο μερίδιο σ’ αυτό. [128 σ.]

Στις φωτογραφίες: Έμα Ντόναχιου, Μπάχαα Τάχερ.

09
Ιολ.
11

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια [μέρος B’]

Μέρος Β΄

Καθώς ο Ταμπούκι ξεφυλλίζει τον παλιό αγαπημένο του άτλαντα Ντε Αγκοστίνι για ένα πράγμα είναι βέβαιος: πως κάθε απεικόνιση του κόσμου είναι σχετική, τα χρώματα των γεωγραφικών χαρτών αλλάζουν, τα μεγέθη των χωρών μεταβάλλονται, οι μεθοριακές γραμμές μετατοπίζονται. Τα μόνα «σύνορα» που δεν θα αλλάξουν ποτέ είναι εκείνα του ανθρώπινου σώματος και αυτό που αισθάνονται όταν παραβιάζονται ή βασανίζονται.

«Το όνειρο του Αμαζονίου» (και το φερώνυμο βιβλίο του Μισέλ Μπροντώ) στρέφει το βλέμμα του στον τραυματισμένο πνεύμονα του πλανήτη μας, που ο πολιτισμός κατέστρεψε ως ένα εύκολο θήραμα. Η Αμαζονία, αυτή η τεράστια αποθήκη φυσικού πλούτου, έδρα μιας ατέλειωτης βιοποικιλότητας και ίσως θησαυρός της μελλοντικής ιατρικής μας δεν αποτελεί μονάχα το πιο ανησυχητικό παράδειγμα ανθρώπινης λαιμαργίας αλλά και τη μορφή μιας μεταφοράς του παρανοϊκού πολιτισμού μας, που όσο περισσότερα παράγει, τόσο περισσότερο καταβροχθίζει τον εαυτό του. Εκεί που… μετά τον Κάντιντο Ροντόν, άδολο τόσο ως όνομα όσο και ως χαρακτήρα, αθώο πιονέρο της μελλοντικής καταλήστευσης, παρελαύνουν όλες οι απεχθείς επιχειρήσεις του φασιστοειδούς δισεκατομμυριούχου Χένρυ Φορντ, τα μεγαλομανή σχέδια της σκληρής στρατιωτικής χούντας της Βραζιλίας,…η επίθεση της μυστηριώδους ημικρατικής εταιρείας CVRD που καθοδηγεί εκατομμύρια σκλάβους (τους garimpeiros) στη χρυσοφόρα εκμετάλλευση μέχρι την δορυφορική κατασκοπεία που ασκείται σήμερα στον Αμαζόνια.

«Η Εδέμ των ενοχών μας», μέσα από την  Ιστορία της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας της Λουτσιάνα Στεγκάνιο («ένα εξαιρετικό ταξιδιωτικό βιβλίο»), αποκαλύπτει πως η Ευρώπη δεν ανακάλυψε τόσο τη Βραζιλία όσο τις δικές της πιο κρυφές επιθυμίες: την Απόδραση και το Αλλού. Και ότι η Βραζιλία της έδωσε σχεδόν αμέσως την προοπτική των μυθικών «Ευτυχισμένων Νήσων». Τι ειρωνεία: η seca (ξηρασία) ανάγκασε χιλιάδες retirantes να επιχειρήσουν ένα ταξίδι μέσα από τις πιο ερημικές περιοχές σε αναζήτηση μιας δικής τους Εδέμ που βρίσκεται στους αντίποδες της δικής μας: στην αναζήτηση της Μητρόπολης.

Ο συγγραφέας μοιράζεται την αισθητική συγκίνηση αλλά και την αίσθηση γαλήνης στο πάρκο με τα γλυπτά του Εδουάρδο Τσιλίδα («Στη γη των Βάσκων») όπου οι ανθρώπινες μορφές μικραίνουν, ο χώρος γιγαντώνεται, οι αναλογίες αλλάζουν και αλλάζει μέσα μας και η παράλογη ιδέα ότι είμαστε τα αφεντικά αυτής της γης. Στην μικρή Πλατεία του Αδάμαντα (Βαρκελώνη) θυμάται το φερώνυμο μυθιστόρημα της Μερσέ Ροντορέντα, το πιο συγκινητικό πάνω στις φρικαλεότητες του ισπανικού Εμφυλίου, ακριβώς επειδή δεν γίνεται ποτέ λόγος γι’ αυτόν, αλλά είναι συνεχώς παρών στις παράπλευρες συνέπειές του.

Ενθουσιάζεται με Το Θέατρο της Οδύνης (Odin Teatret) («Μια κινητή σκηνή που γυρίζει τον κόσμο»), που για να αντιμετωπίσει την απαγόρευση των θεαμάτων σε χώρες όπως το Περού (διότι συγκεντρώνουν πλήθη, και οι αρχές της χώρας δεν αγαπούν τα πλήθη, φοβούνται ότι μπορούν να προκαλέσουν distúrbios), σε κάποια παράσταση στις περουβιανές Άνδεις χρησιμοποίησε τη στρατηγική που έχει εφαρμόσει από τη Σαρδηνία μέχρι τον Αμαζόνιο: μια παράσταση ανταλλαγών, όπου και οι ίδιοι οι θεατές τους δείχνουν με τη σειρά τους κάτι δικό τους, ένα χορό ή μια δεξιότητα. Κι όλοι συμμετέχουν στο Μεγάλο Θέατρο του Κόσμου, στην πάλη πάλι εναντίον του άλλου που κρύβεται μέσα μας.

Και μας προσκαλεί («Η Λισαβόνα ενός βιβλίου μου») στην ονειρική διαδρομή του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του Ρέκβιεμ. Μια παραίσθηση, από τον μόλο και το ναυτικό σταθμό της Αλκάνταρα (αγαπημένο τόπο του Άλβαρο ντε Κάμπος, ετερώνυμου του Πεσσόα) στο καφέ Μπραζιλέιρα (των διανοούμενων, των λογοτεχνικών περιοδικών), στο Νεκροταφείο των Απολαύσεων, στο Μουσείο των Πράσινων Παραθυριών, στη λέσχη και στην άκρη του Ωκεανού, όπου οι φάροι μοιάζει να στέλνουν κάποιο μήνυμα στον εραστή των άλογων διαδρομών, εκεί όπου ελλοχεύει η ατλαντική νύχτα, προτού επιστρέψουμε στη Λισαβόνα, στην μυθοπλασία του Ταμπούκι, στην ίδια τη Λογοτεχνία.

Πρόκειται για κείμενα ανέκδοτα ή δημοσιευμένα σε εφημερίδες (Corriere della Sera, La Repubblica, La Nación (Μεξικό), στο περιοδικό Grazia Casa, στην ρουμπρίκα Se passate da questi parti (Αν περάσετε από αυτά τα μέρη), στο Ulisse της αεροπορικής εταιρίας Alitalia, σε συλλογές, τόμους, ως εισαγωγικά σημειώματα και αλλού.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

[Βλ. μέρος Α΄ στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, εδώ]

09
Ιολ.
11

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια

Ταξιδευτής και επιστροφεύς

Μέρος Α΄

Ένας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κει εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (…) από το ποιοί είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ’ εκείνον τον τόπο. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνει κανείς με τον χρόνο, ταξιδεύοντας γράφει ο Ταμπούκι («Οι δικές μου Αζόρες», σ. 208), εκφράζοντας το πνεύμα των ταξιδιωτικών του κειμένων – λεκτικών βλεμμάτων στο Κυότο, τη Νέα Υόρκη, τα Χανιά, τη Μελβούρνη, το Μπουένος Άιρες, τη Γένοβα, το Κάιρο, τα Καρπάθια, τη χώρα των Βάσκων, την Αμαζονία και αλλού. Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδευμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους.

Η Ινδία, για παράδειγμα, υπήρξε το κατεξοχήν «άλλο» μέρος, εκφραστής μιας Ανατολής αντιτιθέμενης σε μια αποικιοκρατική, πολεμοχαρή και βαθιά κουρασμένη Δύση. Πέρα από την ανικανότητα του Κίπλινγκ να την καταλάβει ή το ψυχρό συμπέρασμα του Φόρστερ (που στο Πέρασμα στην Ινδία την αντιμετώπισε ως μεταφορά της οικουμενικής ασυνεννοησίας ανάμεσα στους αποίκους, τους αποικούμενους και τους ίδιους τους εαυτούς τους), ο Ρολλάν έψαχνε την ανοχή και τη μεγάλη οικουμενική σύμπνοια, ο Μαλρώ τον Άνθρωπο και την αίσθηση της ύπαρξης, ο Έσσε ένα Απόλυτο Απρόσωπο. Μόνο ο Παζολίνι την είδε όχι με τα μάτια της Δύσης αλλά ουσιαστικά, με τις αισθήσεις, αντιλαμβανόμενος πως εκείνη μας παρασύρει σε κυκλικό ταξίδι στο τέλος του οποίου βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στον εαυτό μας («Πολλές απόψεις για την Ινδία»).

«Το σύνδρομο του Σταντάλ», βέβαια, απειλεί με μια «σύγκρουση» αισθητικής φύσης κάθε ταξιδιώτη των πόλεων τέχνης. Καθώς «ο σύγχρονος τουρίστας δεν είναι πια ο επισκέπτης που παραμένει πιστός στις αρχές της εμβρίθειας και της θεωρητικής κάλυψης αλλά είναι το σύμβολο μιας φευγαλέας γνώσης», στο ταξίδι όπου όλα προβλεπόμενα, οργανωμένα και ακίνδυνα, πάντα παραμονεύει η δυνατότητα μιας εσωτερικής περιπέτειας, συχνά ως απώλεια της αίσθησης μιας προσωπικής ταυτότητας. Γιατί οι εθισμένοι στην ασχήμια του κόσμου και στην τηλεοπτική οθόνη πάντα μπορούμε να αρρωστήσουμε από την ομορφιά.

«Το αντίθετο σύνδρομο» προκαλεί εντονότερη δυσφορία, διαφορετικής φύσεως. Στην Ιερουσαλήμ π.χ. όπου μια μακριά λίστα θρησκειών και δογμάτων εναλλάσσονται με βάση ένα σκληρό ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα προς τιμή του Θεού, του οποίου εμφανίζονται ως μόνοι αληθινοί ερμηνευτές, είναι φυσικό ο επισκέπτης να πιστέψει ότι υπάρχουν τρεις ξεχωριστοί θεοί – γέροι καβγατζήδες που δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, σαν τις χήρες του ίδιου μακαρίτη, το πνεύμα του οποίου, αν πράγματι υπήρξε, έχει στο μεταξύ μετακομίσει, αφήνοντας ένα κενό που γεμίζουν οι οπαδοί του, εκφράζοντας μονάχα τον εαυτό τους και προστατεύοντας το Τίποτα.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 9.7.2011 (και εδώ).  Ακολουθεί Β΄ μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, δημοσιευμένο αποκλειστικά στο Πανδοχείο.

07
Ιολ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 56. Στέφανος Δάνδολος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Από τους Έλληνες ο Καζαντζάκης και ο Παπαδιαμάντης για τους ορίζοντες που χάραξαν. Σίγουρα ο Βασιλικός για την πληθωρική τόλμη του και για τον τρόπο που αφομοίωσε και ανανέωσε το άγνωστο στην Ελλάδα είδος του Non Fiction Novel. Στη short list θα έβαζα επίσης τον Ταχτσή για το ένα και μοναδικό πολύ μεγάλο βιβλίο που έγραψε, καθώς και τον Τσίρκα της Τριλογίας. Σε ό,τι αφορά τους ξένους, από τους οποίους ομολογώ ότι έχω δεχτεί και τις βαθύτερες επιδράσεις, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της λίστας μου. Πλαισιώνεται επαξίως από συγγραφείς όπως ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο Χένρι Τζέιμς, η Κάρσον Μακ Κάλερς, ο Σάλιντζερ, ο Τζον Απντάικ, ο Μπέλλοου, ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίγκερ, ο Γκράχαμ Γκριν, ο Φίλιπ Ροθ και ο Μπάρι Άνσγουορθ. Μάλλον τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία στην αγγλοσαξονική σχολή. Από τους ακόμα πιο σύγχρονους, πάντως, θα συμπλήρωνα τον Σαλμάν Ρούσντι, τον Καζούο Ισιγκούρο, τον Κόλουμ ΜακΚαν, τον Κόρμακ Μακ Κάρθι και τον Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Καπετάν-Μιχάλης», «Ασκητική» (Καζαντζάκης). «Το Τρίτο Στεφάνι» (Ταχτσής). «Γλαύκος Θρασάκης» (Βασιλικός). «Τα μυστικά του βάλτου» (Πηνελόπη Δέλτα). «Αστραδενή» (Ευγενία Φακίνου). «Η μητέρα του σκύλου» (Μάτεσις). «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (Μαργαρίτα Καραπάνου). «Η καρδιά του σκότους» (Τζόζεφ Κόνραντ). «Έγκλημα και τιμωρία» (Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι). «Ο υπέροχος Γκάτσμπι» (Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ). «Άδραξε την ημέρα» (Σολ Μπέλλοου). «Λολίτα», «Χλωμή φωτιά» (Ναμπόκοφ). «Το πέρασμα στην Ινδία» (Ε. Μ. Φόρστερ). «Ο φύλακας στη σίκαλη» (Σάλιντζερ). «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (Χάρπερ Λι). «Εν ψυχρώ» (Τρούμαν Καπότε). «Η νόσος του Πορτνόι» (Ροθ). «Υπόγειος κόσμος» (Ντον Ντελίλο). «Οι γυμνοί και οι νεκροί» (Νόρμαν Μέιλερ). «Τα απομεινάρια μιας μέρας» (Καζούο Ισιγκούρο).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος έλληνας λογοτέχνης;

Η Ελένη Πριοβόλου με το μυθιστόρημά της «Όπως θα ήθελα να ζήσω». Η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Εργοστάσιο των Μολυβιών». Ο Θανάσης Τριαρίδης με τα «Μελένια Λεμόνια». Ο Αλέξης Σταμάτης με την πρόσφατη «Κυριακή». Ο Δημήτρης Σωτάκης με το «Θαύμα της Αναπνοής». Ο Μάνος Κοντολέων με την «Ερωτική Αγωγή». Επίσης, εκτιμώ απεριόριστα την Μάρω Δούκα, τη Ζυράνα Ζατέλη και τον Παύλο Μάτεσι, ενώ βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτικές τις προσεγγίσεις του Χρήστου Χρυσόπουλου και του Μισέλ Φάις στη φόρμα της μυθιστορηματικής σύνθεσης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όσο επηρεάζω τη μοίρα τους. Επειδή συνήθως χρειάζομαι δύο με τρία χρόνια για να ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα, η εκάστοτε βασική περσόνα του βιβλίου που γράφω, κολλάει πάνω μου σαν βδέλλα, και άλλοτε είναι ευχάριστο, άλλοτε όχι και τόσο. Ο Ζήνων Παλαιολόγος των «Νάρκισσων και Κανίβαλων», λόγου χάρη, ήταν πολύ ευχάριστη παρέα, θυμάμαι, όπως και οι ήρωες του «Τελευταίου Κύκνου», ο Σμαρ, η Σου και η Μάγκυ. Δεν μπορώ να πω το ίδιο, όμως, και για τον Νέρωνα, του οποίου η σκιά στάθηκε κάπως δυσβάσταχτη. Για κάποιον λόγο, κι ο Γιούρι με τον κύριο Άκερμαν από το «Αγόρι στην Αποβάθρα» με βάρυναν αρκετά. Ίσως επειδή, πολύ βαθιά, ήταν ένα προσωπικό βιβλίο, και η ανάπτυξή τους έμοιαζε με τη διαδικασία της εγκυμοσύνης. Πάντως, όχι, δεν θα έλεγα ότι μαθαίνω τα νέα τους. Συχνά μπορεί να πιάνω τον εαυτό μου να τους σκέφτεται, αλλά μέχρι εκεί. Προσπαθώ να τους αγνοώ για να μπορώ να προχωράω μπροστά και εκείνοι με τη σειρά τους προσπαθούν να με αγνοούν για να μην τους βάλω προφανώς σε νέες περιπέτειες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Νέιθαν Ζούκερμαν και ο Άλεξ Πορτνόι του Φίλιπ Ροθ. Ο Τσαρλς Κίνμποτ και ο Σεμπάστιαν Νάιτ του Ναμπόκοφ. Ο Κάπτεν Έιχαμπ, φυσικά, του Μέλβιλ. Ο Μόουζες Χέρτσογκ του Σολ Μπέλλοου. Η Σόφι του Γουίλιαμ Στάιρον. Ο «Λαγός» του Τζον Απντάικ. Ο κύριος Στίβενς του Καζούο Ισιγκούρο. Και ασφαλώς, ο κορυφαίος όλων, η φωνή της συνείδησής μας: ο Χόλντεν Κόλφιλντ του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Οι συγγραφείς γράφουν συνέχεια, ακόμα και όταν δεν γράφουν. Ο Δον Ζουάν δεν έκανε έρωτα μόνο στο κρεβάτι του, υποθέτω. Αντιστοίχως, ένας μυθιστοριογράφος θα συλλάβει σίγουρα κάποια στιγμή τον εαυτό του να σημειώνει μια πρόταση ή μια ιδέα σε άσχετο τόπο και σε άσχετη στιγμή. Εργάζομαι απαρέγκλιτα στο γραφείο μου με πρόγραμμα και πειθαρχία, αλλά έχει τύχει να γράψω κάτι στο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια μιας σύντομης στάσης, έχει τύχει να γράψω σε καφέ, στο δρόμο ή όταν βρίσκομαι στη τάξη και διδάσκω τους σπουδαστές μου, ενώ επίσης έχω τελευταία αναπτύξει το συνήθειο, όταν με κεραυνοβολεί κάτι υπό ιδιαίτερα άβολες συνθήκες, να το στέλνω σε sms στη γυναίκα μου για να μην το ξεχάσω. Δεν ησυχάζεις ποτέ. Το βιβλίο σε κυνηγάει διαρκώς, σου μιλάει συνέχεια, δεν μπορείς να κατεβάσεις τον διακόπτη παρά μόνο όταν επιτέλους πάρει το δρόμο του τυπογραφείου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο περνούν τα χρόνια γίνομαι όλο και δύσκολος στις «γέννες». Στην αρχή, θυμάμαι, με διέτρεχε μια πληθωρικότητα στον τρόπο που έγραφα. Και ίσως γι’ αυτό υπάρχουν σελίδες από κείνη την εποχή που σήμερα δεν θα τις διάβαζα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Συνήθως ό,τι έγραφα τότε, το κρατούσα. Ωριμάζοντας συγγραφικά, πέρασα από διάφορες φάσεις – μετά το «Νέρωνα» μάλιστα, (που, μαζί με τους «Νάρκισσους», είναι, πιστεύω, το βιβλίο που μου χάρισε την όποια αναγνώριση μπορώ να πω ότι έχω) υπήρξε μια περίοδος που δεν μπορούσα να γράψω καθόλου, σαν να μην μου άρεσε τίποτα, και αυτό διήρκησε αρκετούς μήνες, μέχρι που βρήκα τη «φωνή» του Γιούρι στο «Αγόρι στην αποβάθρα». Ο προσφιλέστερος τρόπος συγγραφής τώρα πια είναι σχετικά αργός στο αρχικό χτίσιμο της ιστορίας, καθώς περνάει από χίλια κύματα. Παραδείγματος χάρη, για το μυθιστόρημα που γράφω αυτή την εποχή, το οποίο θεωρώ και το πιο φιλόδοξο έργο μου, πάλευα εντατικά επί έξι μήνες μόνο και μόνο για να ανακαλύψω κάποια βασικά υλικά, τη φωνή, την οπτική, τον τρόπο της σύνθεσης, και αφού κατέληξα ως ένα βαθμό, χρειάστηκα άλλους έξι μήνες για την προκαταρκτική έρευνα πάνω στην εποχή και τις πολιτικές της προεκτάσεις. Οπότε οι ιδέες μου παγιδεύτηκαν μάλλον δύσκολα, κάτι που δεν μπορώ να πω ότι συνέβη με το προηγούμενο βιβλίο μου, τον «Τελευταίο Κύκνο» για το οποίο χρειάστηκα πολύ λιγότερο διάστημα από τη στιγμή που συνέλαβα την ιστορία μέχρι το τέλος της γραφής του. Αυτό που καταλαβαίνω τελικά είναι ότι όλα εξαρτώνται από τη φύση του έργου με το οποίο καταπιάνεσαι. Υπάρχουν βιβλία που γράφονται πιο εύκολα και άλλα που σε παιδεύουν περισσότερο, αν και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί ότι αυτά που σε παιδεύουν περισσότερο θα είναι καλύτερα από αυτά που γράφονται πιο εύκολα. Αυτή, όμως, είναι και η γοητεία της δουλειάς. Το άγνωστο. Εκείνο που προέχει για μένα είναι να δίνω πάντα το εκατό τοις εκατό, να βάζω τον πήχη όσο πιο ψηλά γίνεται και να μην παρασύρομαι από την ευκολία της δημοσίευσης. Απεχθάνομαι την ανάγκη να «βρίσκομαι στα πράγματα». Το μόνο που θέλω είναι να μένω πιστός στο όραμα του εγχειρήματός μου και να είμαι αφοσιωμένος στη δουλειά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είμαι σπαρτιάτης. Γράφω πρωινές ώρες. Νωρίς, όταν το μυαλό είναι καθαρό. Μουσική δεν μπορώ να ακούω όταν δουλεύω ή όταν διαβάζω. Χρειάζομαι απόλυτη ησυχία. Πάντως, η μουσική είναι η δεύτερη μεγάλη μου αγάπη μετά τη λογοτεχνία. Και ακούω όλα τα είδη. Η συλλογή μου, δε, στη ροκ μουσική καλύπτει μια τεράστια γκάμα. Λατρεύω τους Μπιτλς και τους Πινκ Φλόιντ, και τελευταία, ίσως και λόγω του θέματος του βιβλίου μου, έχω επιστρέψει στη παλιά βρετανική σχολή, που είναι κάπως μπαρόκ. Επίσης, αν ναυαγούσα σε ένα ερημονήσι θα είχα ανάγκη από ένα άλμπουμ των Ελέκτρικ Λάιτ Όρκεστρα, των Σικάγο ή των Φλίτγουντ Μακ. Όμως, με την ίδια απόλαυση ακούω την κλασσική κιθάρα του Αντόνιο Κάρλος Τζομπίμ στη βραζιλιάνικη σάμπα, την φωνή του Φρανκ Σινάτρα και την προπολεμική ορχήστρα του μαέστρου Γουίλεμ Μένγκελμπεργκ στις συμφωνίες του Μπετόβεν.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά.

Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη. Το αγαπώ γιατί είναι το πρώτο μου και επειδή στην ανάγκη μου να εκφραστώ μέσα από τη λογοτεχνία, γέννησα κάτι ειλικρινές και παθιασμένο. Αλλά δεν μπορώ πια ούτε καν να το ξεφυλλίσω διότι το βρίσκω κάπως άτεχνο συγγραφικά. Την εποχή εκείνη ήμουν πολύ επηρεασμένος από τα «μαύρα» βιβλία του Βασιλικού, την τριλογία της αγάπης, και ιδιαίτερα από τον «Καυτό μήνα Αύγουστο», γι’ αυτό και είναι ένα μυθιστόρημα που αποπνέει μια καταχνιά στα όρια ίσως του καταθλιπτικού. Κάποιοι, πάντως, του βρήκαν αρετές και ευτυχώς για μένα, ο Βασίλης Βασιλικός ήταν ένας από αυτούς.

Ο Περίγελος των Αγίων. Πρώτη απόπειρα για κάτι πιο περίπλοκο και φιλόδοξο. Μου φαίνεται περίεργο πώς σε ηλικία 26 ετών έγραφα τόσο σκοτεινά πράγματα. Σαφώς επηρεασμένο από τον «Στραγγαλιστή» του Μονταλμπάν. Κάπως καλύτερο τεχνικά από το προηγούμενο, αλλά ούτε αυτό, σήμερα, από τα αγαπημένα μου.

Αγάπη σε δυο σταγόνες όνειρο. Συλλογή από νουβέλες και διηγήματα. Κάποια κομμάτια καλά, κάποια άλλα όχι και τόσο. Ξέρω ότι οι μικρές φόρμες δεν μου πάνε πολύ.

Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αν η εργογραφία μου ξεκινούσε από εδώ, δεν θα με πείραζε καθόλου. Το πρώτο βιβλίο για το οποίο νιώθω απολύτως καλά – και προοίμιο, φυσικά, των «Νάρκισσων». Κατά κάποιον τρόπο, αυτό και τα δύο επόμενα συνιστούν μια άτυπη τριλογία γύρω από το κορυφαίο θέμα της σύγχρονης λογοτεχνίας, την ταυτότητα του ανθρώπου.

«Νάρκισσοι και κανίβαλοι», «Νέρων – Εγώ, ένας Θεός». Τα βάζω μαζί γιατί τα θεωρώ «ξαδελφάκια», αν και είναι εντελώς διαφορετικά. Η κορωνίδα του πενιχρού έργου μου. Φιλόδοξα, οραματικά και με μια οικουμενική οπτική. Ακόμα με ρωτούν πότε θα γράψω κάποιο σίκουελ.

«Το Αγόρι στην αποβάθρα». Πολύ προσωπικό μυθιστόρημα υπό την έννοια ότι κάλυψε μια ανάγκη υπαρξιακής ενδοσκόπησης, μεταμφιεσμένη σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικό θέμα. Με ταλαιπώρησε αρκετά μέχρι να το ξεκλειδώσω. Και το αγαπώ πολύ διότι δεν άγγιξε πολλούς – αλλά όσους άγγιξε, τους άγγιξε πραγματικά.

«Ο Τελευταίος Κύκνος». Απόπειρα για πιο «λάιτ» πράγματα. Και εδώ δάνεια προσωπικά, φόρος τιμής στη δεκαετία του ογδόντα, ροκ, σακάκια με βάτες, πάρτι κι ένας τραγικός έρωτας. Δεν έχω περάσει καλύτερα γράφοντας κάποιο βιβλίο. Γι’ αυτό και το λατρεύω.   

«Νέρων». Ένα λεπτοδουλεμένο ιστορικό μυθιστόρημα για μια προσωπικότητα καθόλου «αγαπητή». Τι σας τράβηξε στο συγκεκριμένο πρόσωπο, τι προβλήματα αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή, ποιες χαρές σας αντάμειψαν;

Εκείνο που με τράβηξε ήταν η διφορούμενη χροιά της προσωπικότητάς του. Ο Νέρων δεν υπήρξε σπουδαίος μεταρρυθμιστής όπως ο Αύγουστος ή ο Ιούλιος Καίσαρας, αλλά δεν υπήρξε και το κτήνος που ήταν ο Καλιγούλας. Βρισκόταν κάπου ανάμεσα, και τα πρόσωπα που με γοητεύουν είναι αυτά στα οποία οι γραμμές δεν είναι ευδιάκριτες. Ο Νέρων ήταν και ποιητής, ήταν και τέρας της εξουσίας, ήταν και θύμα της, μα πάνω από όλα, έτσι όπως τον συνέλαβα εγώ, ήταν ένα δυστυχισμένο πλάσμα που ενώ καιγόταν να καθιερωθεί ως καλλιτέχνης, σημαδεύτηκε από την μοναδική κατάρα που θα τον εμπόδιζε ισόβια να καθιερωθεί ως καλλιτέχνης: έγινε, στα δεκαεπτά του, αυτοκράτορας. Αυτή την αμφισημία, αυτή την αντίφαση και τον διχασμό, όπως φυσικά και την πάλη του ανάμεσα στο ευγενές της τέχνης και στο βίαιο της εξουσίας, τα μετέτρεψα σε πρώτες ύλες του μυθιστορήματος. Σοβαρά προβλήματα δεν αντιμετώπισα γιατί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση μού βγήκε από την αρχή και η έρευνα υπήρξε, χάρη στις πηγές που επέλεξα, εκτός από διαφωτιστική και επίκαιρη. Το χτύπημα στους δίδυμους πύργους ήταν πρόσφατο και έτσι μπόρεσα να αναπτύξω κάποιες αλληγορίες, μέσα από την καταστροφή της Ρώμης, ως προς το ζήτημα της τρομοκρατίας. Στην πραγματικότητα, είναι ένα μυθιστόρημα για την εξουσία. Για την ταυτότητα του ανθρώπου που ασκεί εξουσία. Και οι χαρές που με αντάμειψαν είχαν να κάνουν με το ότι όλοι είδαν την παραπομπή με τη σημερινή εποχή. Φυσικά, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήρθε από τους ίδιους τους Ιταλούς όταν το βιβλίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στη χώρα τους. Όχι επειδή συμπεριλήφθηκε στους καταλόγους των ευπώλητων και στη λίστα με τα δέκα καλύτερα ξένα ιστορικά μυθιστορήματα του 2006, αλλά γιατί αντιμετώπισαν με σεβασμό την προσπάθεια ενός νεαρού Έλληνα συγγραφέα να ξεψαχνίσει ένα πρόσωπο που σημάδεψε την ιστορία τους.

«Νάρκισσοι και κανίβαλοι». Ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα όπου η διακειμενικότητα και η έμμεση «συμμετοχή» κορυφαίων σύγχρονων συγγραφέων επηρεάζουν σημαντικά την πλοκή. Πώς εντάχθηκαν οι συγγραφείς εκείνοι στη μυθοπλασία σας; Υπήρξατε αναγνώστης τους ή σας ενδιέφεραν και ιδιαίτερες πλευρές της προσωπικότητάς τους;

Πρόκειται όλοι τους για συγγραφείς που με σημάδεψαν. Ήθελα, λοιπόν, να αποτίσω έναν φόρο τιμής σε αυτούς και ταυτόχρονα να μιλήσω για την ψυχή του σύγχρονου μυθιστοριογράφου, τη ζωή του σημερινού συγγραφέα ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο κοσμικό και στο πνευματικό. Έτσι έπλασα αυτή την αστεία, λιγάκι γκροτέσκ μα και βαθιά ανθρώπινη φιγούρα του Ζήνωνα Παλαιολόγου, και βυθίστηκα στο μεδούλι του σιναφιού μας, προσπαθώντας με σατιρική διάθεση να απομυθοποιήσω λίγο την κοινότητα των διανοουμένων. Ήταν ένα ντελιριακό μυθιστόρημα, και γνωρίζω ότι με τα χρόνια έχει απογίνει «καλτ» γιατί πάντα συναντώ ανθρώπους, και ιδιαίτερα συγγραφείς από τη νεότερη γενιά, που ξέρουν ατάκες του απέξω. Και ήταν κι ένα γράμμα αγάπης στον Ροθ, στον Μέιλερ και στους υπόλοιπους της παρέας μέσα από μια οπτική που παρέπεμπε σε ένα σωρό είδη, Campus Novel, αστυνομικό θρίλερ, ψυχολογικό, ακόμα και δοκίμιο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη δημοσιογραφία. Γράφω χρόνια σε εφημερίδες και περιοδικά. Η ανεργία δεν με έχει χτυπήσει ακόμα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;  

Το «Διαβάζω» για το πώς κατάφερε να επιβιώσει αλλά και να ανανεωθεί τόσο δραστικά μετά το χαμό του Ηρακλή Παπαλέξη. Το «Οδός Πανός» για τη σταθερή ποιότητά του όλα αυτά τα χρόνια. Τα «Δέκατα» για μερικά υπέροχα κείμενα που έχω διαβάσει στις σελίδες τους. Το «Athens Review of Books» γιατί έφερε έναν αέρα από τα νεοϋρκέζικα έντυπα που λατρεύω. Επίσης, στενοχωρήθηκα πολύ που το «Book Press» σταμάτησε να εκδίδεται στη χάρτινη μορφή του. Ήταν εξαιρετικό. Τουλάχιστον, εξακολουθεί να υφίσταται ηλεκτρονικά. Γενικά, πάντως, ξεκοκαλίζω ό,τι πέφτει στα χέρια μου. Και όχι μόνο τα ελληνικά. Είμαι συνδρομητής του «TLS» και παρακολουθώ σταθερά το «London Review of Books».

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα μυθιστόρημα για το σκοτάδι της Ευρώπης και για τους ανθρώπους που κινούνται στο περιθώριο της επίσημης Ιστορίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται ήρωες που ζουν τις ζωές τους στο απομακρυσμένο βάθος των ιστορικών αλλαγών, πολλές φορές μην μπορώντας να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει. Είναι ένα βιβλίο που καλύπτει ένα μεγάλο και κρίσιμο μέρος του εικοστού αιώνα, από το 1907 έως τις μέρες πριν από το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και γύρω από τον κεντρικό χαρακτήρα, παρελαύνουν δεκάδες πρόσωπα, αληθινά και μη. Αλλά δεν θα το αποκαλούσα «ιστορικό μυθιστόρημα», διότι πολύ απλά υπάρχουν πάρα πολλές φόρμες μέσα σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο παρελθόν και όταν το προσδιορίζεις ως «ιστορικό», το υποβαθμίζεις σε ένα συγκεκριμένο μονοδιάστατο είδος. Καθοριστικής σημασίας για μένα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην επίσημη Ιστορία και στην Ιστορία που θα μπορούσε να έχει ειπωθεί. Και βλέποντας τα τελευταία δύο χρόνια πώς λειτουργεί η Ευρώπη απέναντι σε μια λαβωμένη χώρα σαν την Ελλάδα, αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω για Γερμανούς, Άγγλους, Γάλλους, Αμερικανούς, ακόμα και Τούρκους, και για τα συμβόλαια του αίματος μέσα από τα οποία χτίστηκε η τοιχογραφία του «σύγχρονου κόσμου», η εποχή των στρεβλών οραμάτων που καλλιέργησε ο καπιταλισμός και η παγκόσμια οικονομία.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μάλλον φτωχές. Είμαι καινούργιος στο είδος. Δεν με συγκινεί ιδιαίτερα το facebook, αλλά ίσως να φταίει και το γεγονός ότι αυτή την εποχή είμαι βυθισμένος στο βιβλίο μου. Προτιμώ το tweeter, για να είμαι ειλικρινής. Είναι πιο άμεσο, πιο λιτό. Δεν αμφιβάλλω ότι πρόκειται για χρήσιμα εργαλεία αν ξεκαθαρίσεις μέσα σου το λόγο για τον οποίο τα χειρίζεσαι. Ωστόσο, δεν θα με φανταζόμουν ποτέ να έχω στρατιές από «φίλους» και να ζω τη ζωή μου από εκεί. Η λογοτεχνία παραμένει το μοναδικό υποκατάστατο που διαθέτω.

06
Ιολ.
11

Devotchka – 100 Lovers (Anti, 2011)

Διασκεδαστικός, ευφρόσυνος δίσκος! Από την αρχή βέβαια κάνει εμφανές το μπλέξιμο στις προθέσεις ή στις ικανότητες ή, απλώς απλούστατα, στη μουσική των Devotchka. Το ημι-ελεγειακό, ημι-ονειρικό The Alley είναι μια καλά κρυμμένη βαλκανική βαλσωδία με περισσότερο δυτική ενορχήστρωση που αφήνει τη φωνή να μεθάει μπροστά απ’ όλα τα όργανα. Τυπικό τους δηλαδή, σε εμπνευσμένη στιγμή. Μετά η post punk εισαγωγή του All The Sand In All The Sea ατυχώς γειώνεται, ή, καλύτερα, γηπεδώνεται με μια α λα Bono ή Jim Kerr ερμηνεία. Ευτυχώς που λίγο αργότερα μερικά φωνητικά και οργανικά γυρίσματα το σώζουν σε «χαμαιλεοντικό» μετα-ύμνο.

Ιδού λοιπόν ένα πρώτο δίπολο. Στην ευρύτερη Ανατολικοευρωπαϊκή αγκάλη των φολκ λειμώνων ευτυχεί η ξαναμεθυσμένη ερμηνεία του ξέχωρου ξεχωριστότατου The Common Good, ενώ η συμπαγής νιου γουέιβ ρυθμ σέξιον του The Man from San Sebastian ισοφαρίζει το δεύτερο είδος. Στο λιγότερο ευτυχές τρίτο τεμάχιο του δίσκου υπάρχει αμήχανη ποπ, κατρακυλιστή προς το ρεύμα όπου κυλάνε όλοι. Το 100 Other Lovers θα μπορούσε να προέρχεται από χίλια μίλια δίσκους, από το Japanese Whispers των Cure ή οποιοδήποτε απλοϊκό ηλεκτροπόπ (αν αντί για τα αμήχανα έγχορδα είχε κομπιούτορες). Όταν ο Nick Urata γλυκερεύει υπερβολικά τη φωνή του κινδυνεύει να μας εκνευρίσει ως βαλκάνιος Chris de Burgh, όπως συχνά αποδεικνύει πως μπορεί να «ντουμπλάρει» και τον Win Butler των Arcade Fire.

Αλλά για να επιδείξουν ακριβώς τι καλοί ροκ ταξιδευτές είναι, μπορούν και μας πάνε καροτσάκι ως την άλλη άκρη της θάλασσας, μ’ ένα ευμνημόνευτο γουεστέρνιο Exhaustible που δεν τινάζει καν τη σκόνη του και μια καυτή Ισπανική κιθαρωδία με mariachi πνευστά (Bad Luck Heels). Από εκεί και η αύρα του ήπιου μανονεγρικού λατινορυθμικού Ruthless….

Στον πέμπτο αυτό δίσκο των Ντενβεράδων μουζικάντηδων, ηχογραφημένο στην Αριζονία υπό τις μπαγκέτες του μεγαλοπαράγωντα Craig Schumacher (Calexico, Neko Case, Ladybug Transistor) και με καλεσμένους διάφορα μέλη των Calexico και τον περκασσιονίστα Mauro Refosco (των Atoms For Peace του Thom Yorke), η αυξημένη πια εμπειρία της κινηματογραφικής σύνθεσης στους ώμους του τραγουδιστή Nick Urata (από Little Miss Sunshine μέχρι I Love You Phillip Morris) είναι κατεμφανήςβλέπε βιολικό καταληκτήριο ίνστρο ονόματι Sunshine.

Κανονικά θα έπρεπε, όπως έχουμε συμφωνήσει, να τους αφαιρέσουμε δυο μισούς βαθμούς για τα δυο άχρηστα τριανταδευτερόλεπτα οργανικά Interlude 1 και Interlude 2, αλλά μ’ όλα αυτά τα ακορντεόνια ακόρντα, τις περιπλανητικές τσιγγανοκρουσίες και τις διηπειρωτικές μεθυσιουργίες δεν μας πάει καρδιά. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην φωτογραφία δυο μέλη από την μπάντα, υπό την επήρεια του φαρμάκου του Μάκαρου Ψωμιάδη.

05
Ιολ.
11

Χρήστος Χρυσόπουλος – Ο Βομβιστής του Παρθενώνα. Μέρος Β΄. Συνομιλία με τον συγγραφέα

Χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ο Βομβιστής του Παρθενώνα επανεκδίδεται εμπλουτισμένος και πολλαπλώς διαφορετικός. Για ποιο λόγο και γιατί τώρα;

Η φιλοδοξία ήταν διπλή. Θέλησα να δουλέψω ξανά το βιβλίο επειδή έβλεπα ότι στην αρχική ιδέα υπήρχαν ζητήματα που α) δεν είχαν αναδειχτεί, ή/και β) δεν είχαν διατυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (ας μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος «Βομβιστής» ήταν ένα πρωτόλειο κείμενο). Εδώ, βεβαίως, αναφαίνεται και το ζήτημα του Μάκρη. Η συγκυρία σε αυτό το σημείο ήταν καθηλωτική. Βλέπετε, ανακάλυψα τα της προκήρυξης του Μακρή λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου. Πρέπει να ήταν στα 1998-1999. Δεν είχα ακόμη ίντερνετ στο σπίτι (δεν ήξερα καν ότι μου ήταν απαραίτητο) και επισκεπτόμουν περιστασιακά μια αίθουσα με υπολογιστές για το κοινό που είχε ανοίξει τότε η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σε ένα ισόγειο αριστερά επί της Ακαδημίας, λίγο μετά την οδό Κανάρη προς Σύνταγμα. Σήμερα είναι μια εγκαταλειμμένη άδεια αίθουσα πίσω από μια σκονισμένη τζαμαρία. Θυμάμαι λοιπόν πολύ καλά μια μέρα, όταν ανακάλυψα στην ιστοσελίδα των Νέων ένα παλαιότερο κείμενο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για την προκήρυξη του Μακρή. Προσπάθησα να το εντοπίσω ξανά αλλά δεν το βρήκα, έχω μόνο μια παλιά κάπως ξεθωριασμένη εκτύπωση από εκείνη την ημέρα στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Ήταν μια συγκλονιστική ανακάλυψη επειδή είχα γράψει το βιβλίο δίχως να γνωρίζω το προηγούμενο του Μακρή και βρέθηκα έξαφνα εμπρός σε μια εκπληκτική σύμπτωση ιδεών. Όχι τόσο ως προς την ιδεολογική αφετηρία τη δική μου και του Μακρή, όσο ως προς την μυθοπλασία της. Θα μπορούσε ίσως να μιλήσει κανείς για μια αδιάγνωστη περίπτωση κρυπτομνησίας, ποιος ξέρει; Έκτοτε αναφερόμουν στον Μακρή όποτε μου ζητούσαν να μιλήσω για το βιβλίο, αλλά αισθανόμουν ότι ο Μακρής είχε δικαιωματικά θέση στον κόσμο του «Βομβιστή». Όταν δόθηκε η ευκαιρία, η τάξη αποκαταστάθηκε.

Η δομή του βιβλίου μοιάζει να ακολουθεί εκείνη της Λονδρέζικης Μέρας της Λώρας Τζάκσον: διαφορετικοί τρόποι γραφής ανά περιεχόμενο και αφηγητή. Σας προσελκύει όλο και περισσότερο ο συγκεκριμένος τρόπος ή ήταν ο ιδανικότερος για το συγκεκριμένο βιβλίο;

Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι η μορφή του βιβλίου δεν άλλαξε άρδην από την πρώτη του εμφάνιση το 1996. Ήδη από τότε (από το πρώτο μου βιβλίο) με ενδιέφεραν οι ίδιες κατευθύνσεις οι οποίες –με διαφορετικούς τρόπους– εντοπίζονται σε όλα τα βιβλία που φέρουν το όνομά μου: πολλαπλές οπτικές γωνίες, συνύπαρξη ποικίλων λογοτεχνικών ειδών, απουσία μακροσκελούς γραμμικής αφήγησης, μια σχέση υποκατάστασης ανάμεσα στην επινόηση και το ιστορικό γεγονός. Συνεπώς, η εκ νέου επεξεργασία του «Βομβιστή» αποτελεί την ίδια στιγμή το κλείσιμο ενός κύκλου αλλά και την κατάληξη μιας διαδρομής.  Αυτό φυσικά δεν προϋποθέτει με κανέναν τρόπο την ύπαρξη μιας μοναδικής, a priori κατάλληλης φόρμας για κάθε λογής συγγραφική επιδίωξη. Οποιοδήποτε θέμα μπορεί να εμφανίζεται σε οποιοδήποτε είδος. Ο «Βομβιστής» θα μπορούσε να γραφτεί με άπειρους άλλους τρόπους. Για να σας απαντήσω, λοιπόν, νομίζω ότι η πεζογραφία μου και ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι για τη λογοτεχνία γίνονται όλο και περισσότερο μεταιχμιακοί. Η γραφή ισορροπεί ανάμεσα στο πρόσωπο και στο έργο, ανάμεσα στο πρόσωπο του συγγραφέα και στα πρόσωπα της μυθοπλασίας, ανάμεσα στο υπαινικτικό και στο σαφές, ανάμεσα στο αληθινό και στο επίπλαστο, ανάμεσα στα είδη. Η λογοτεχνία καλείται να αντικαταστήσει την πίστη στην (έστω υποκειμενική) ματιά με τον πληθυντικό στοχασμό: να επιδιώκουμε την πολλαπλότητα ή –αν προτιμάτε– την «ανοιχτότητα» των κειμένων.

Μοιάζει η συγκυρία του 2010 και του 2011 να ταιριάζει όσο καμιά άλλη εποχή στον Βομβιστή του Παρθενώνα. Τα θέματα που θίγονται είναι πολλά, σχεδόν καταιγιστικά: το ένα ανοίγει στο άλλο. Η βία, η καταστροφή, η διάρρηξη με το παρελθόν, η χρήση και η ιδεολογική εκμετάλλευση των μνημείων, η εθνική ταυτότητα, η ευθύνη της γραφής. Υπήρξε συνειδητή αυτή η πυκνότητα νοημάτων και εκφάνσεων; Ποιο απ’ όλα κρίνετε περισσότερο κρίσιμο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Η δική μου έγνοια είναι για την επικαιρότητα (urgency) και την κοινωνικότητα (agency) που προσδοκούμε σήμερα από τη λογοτεχνία. Είναι μια σκέψη που καλλιεργώ και στη σειρά μηνιαίων δοκιμίων «Ο δανεισμένος λόγος» στη Νέα Εστία. Το να λέμε ότι ο συγγραφέας «παρουσιάζει μια εκδοχή» δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό γινόταν ανέκαθεν στη λογοτεχνία. Επικαιρότητα σημαίνει πολυσημία. Ο Ρόρτυ το θέτει πολύ ωραία: «Κατέχουμε λιγότερες αλήθειες από τους πατεράδες μας, αλλά διαθέτουμε ασυγκρίτως περισσότερα εργαλεία». Το να λέμε ότι ο συγγραφέας παρουσιάζει τη γνώμη του («έτσι σκέφτεται ο Χρυσόπουλος») ή ίσως τη σκοπιά ενός μόνο προσώπου» (για παράδειγμα του βομβιστή Χ.Κ.) δεν σημαίνει πλέον πολλά πράγματα για μένα. Απαντώ λοιπόν ότι –στον βαθμό που γίνεται αντιληπτή– η πολλαπλότητα των υπονοημάτων είναι απολύτως εμπρόθετη. Πιστεύω ότι στη λογοτεχνία πρέπει να διακρίνονται όσες περισσότερες πιθανές ερμηνείες είναι δυνατόν. Δίχως να προκρίνεται κάποια εξ αυτών. Αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό ακόμα και για την ανοίκεια ή την παρεκκλίνουσα ανάγνωση. Νομίζω αυτό συνέβη με ευεργετικό τρόπο στον «Βομβιστή» με ένα κείμενο που δημοσίευσε η Ελισάβετ Κοτζιά στην Καθημερινή και στο οποίο διατύπωνε κάποιες δόκιμες επιφυλάξεις σχετικά με την ποιητική της βίας (που προκύπτει οπωσδήποτε από το βιβλίο). Στο κείμενο αυτό απάντησα με ένα δικό μου κείμενο στην Ελευθεροτυπία διατυπώνοντας τα δικά μου επιχειρήματα. Μόνο έτσι πιστεύω ότι μπορεί να πραγματωθεί ένας ουσιαστικός διάλογος: με ευγένεια, αποφεύγοντας τις καθαρά προσωπικές αιχμές, επικεντρώνοντας στην ερμηνεία  αλλά δίχως να αποκλείουμε την (έστω και δυναμική) αντιπαράθεση απόψεων. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο για μένα είναι η καλλιέργεια της γραφής ως διακινδύνευση των ιδεών, όχι μόνο της φόρμας. Και η ουσιαστικότερη επιβράβευση δεν είναι αυτή που λέει «ο Χρυσόπουλος γράφει καλά», αλλά αυτή που συμπληρώνει: «το βιβλίο ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά…».

Το ιστολόγιο του βιβλίου (βλ. προηγούμενη ανάρτηση) παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε νέες προσθήκες, ερμηνείες, απόψεις. Πώς φανταστήκατε τη μορφή του, ποιες οι εντυπώσεις σας ως σήμερα; Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσουν οι προσθήκες και οι συμμετοχές; Θα μπορούσε ένα αντίστοιχο «άνοιγμα» να γίνεται σε κάθε λογοτεχνικό βιβλίο; Θα το κάνατε για προηγούμενα ή επόμενα γραπτά σας;

Το άνοιγμα του ιστολογίου ακολουθεί την προηγούμενη σκέψη. Δεν πιστεύω στην  στρατευμένη λογοτεχνία αλλά στον δραστήριο συγγραφέα. Εξηγούμαι: το κείμενο (στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και δεν προδίδει τις αισθητικές αρχές του έργου) δεν μπορεί να προκρίνει μια μόνο θέση. Βεβαίως υπάρχουν και αποκλεισμοί ή/και απρόθετες επιπτώσεις: ένα έργο δεν μπορεί να περιέχει τα πάντα και την ίδια στιγμή «λέγει» περισσότερα από όσα βάζει εμπρόθετα ο συγγραφέας στο στόμα των ηρώων του. Μολαταύτα, το έργο πρέπει να επιζητεί την πολυφωνία. Αυτό όμως αφορά το έργο το ίδιο. Ο συγγραφέας –ως δρων υποκείμενο– δικαιούται (και θα έλεγα οφείλει) να έχει απόψεις και πολιτικές θέσεις, να τις κοινοποιεί και να αποκρίνεται στον δημόσιο λόγο. Γι’ αυτό άνοιξα το ιστολόγιο. Εκεί βρίσκουν θέση οι δικές μου τοποθετήσεις απέναντι στα ζητήματα που ανοίγει το βιβλίο, εκεί τοποθετείται το βιβλίο στο περικείμενο της επικαιρότητας. Επίσης, όπως και το προσωπικό μου ιστολόγιο, αποτελεί ένα αρχείο (βεβαίως σε δημόσια θέα) μέσω του οποίου εγώ ο ίδιος διαμορφώνω απόψεις και μπορώ να έχω μια συνολική εικόνα για το πώς αλλάζει διαρκώς το κοσμοείδωλο του βιβλίου.

Δεν έχω κάνει κάτι ανάλογο για τα άλλα βιβλία επειδή δεν πιστεύω ότι είναι απαραίτητο και χρήσιμο. Ό,τι αφορά τα άλλα βιβλία υπάρχει στο προσωπικό μου ιστολόγιο-αρχείο. Ο «Βομβιστής» όμως αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση επειδή –λόγω της διαρκούς σχέσης του με την επικαιρότητα– έχει μεταμορφωθεί σε ένα επαυξημένο έργο ή (αν θέλετε με πιο νέους όρους) συμπυκνώνει γύρω του ένα συνεχώς εμπλουτιζόμενο «νέφος πληροφοριών».

Προτίθεστε να επεκτείνετε τον λογοτεχνικό σας προβληματισμό όσον αφορά τα παραπάνω θέματα σε νέα γραπτά; Ο Βομβιστής ανοίγει θέματα που απαιτούν περαιτέρω μυθοπλαστική διερεύνηση.

Κοιτώντας προς τα πίσω, έρχεται στον νου μια δήλωση του Πωλ Ρικαίρ που μιλά περισσότερο για προβλήματα παρά για θέματα: «Σκέπτομαι πάντα με όρους προβλημάτων. Η συνέχεια της εργασίας μου διασφαλίζεται από τις εκκρεμότητες που κάθε βιβλίο δημιουργεί και στις οποίες επανέρχομαι». Ετούτη η αρχή έχει εφαρμοστεί στον «Βομβιστή» ως μια αρχαιολογία (έχει ενδιαφέρον εδώ ένα κείμενο για τον «Βομβιστή» που δημοσίευσε η αρχαιολόγος του παν/μίου του Michigan Δέσποινα Μαργωμένου στην Athens Review of Books). Αυτό που θέλω να πω (συνεχίζοντας την αρχαιολογική μεταφορά) είναι ότι ο «Βομβιστής» αποτελεί μια συλλογή ενδείξεων για τα ζητήματα / θέματα / προβληματισμούς που επισημαίνετε. Αλλά η συγκεκριμένη ανασκαφή έχει ολοκληρωθεί. Τα ευρήματα που ανασύρθηκαν αποτελούν πλέον αποθησαυρισμένη γνώση για μια επόμενη ανασκαφή σε κάποιο άλλο χωράφι. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε προέκυψε από τη συγγραφή του βιβλίου (αυτά που έμαθα εγώ κατά την εκ νέου επεξεργασία του, αυτά που γράφτηκαν για το βιβλίο, αυτά που μου είπαν, αυτά που κλήθηκα –όπως καλή ώρα– να πω για το βιβλίο) ανήκουν πλέον στην επικράτεια εντός της οποίας θα γραφτεί το επόμενο βιβλίο. Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι, σε αντίθεση με προηγούμενα βιβλία, λόγω της σχέσης του «Βομβιστή» με την επικαιρότητα και την ύπαρξη του blog, τα ζητήματα αυτά παραμένουν «ζωντανά». Είναι σαν η ηχώ του βιβλίου να συνεχίζει να ταξιδεύει.

Ξέχωρο αλλά μείζον ζήτημα αποτελεί η ηθική της γραφής και της διακινδύνευσης. Υπάρχουν όρια εδώ; Στην έκδοση των κειμένων του Γ.Β. Μακρή παραλείπονται τα άρθρα 3 έως 9 της προκήρυξης που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος της όλης επιχείρησης. Αν κάποιος εφάρμοζε κατά γράμμα τυχόν βολικές οδηγίες ποια θα ήταν – αν υπήρχε – η ευθύνη του Γ.Β. Μακρή, του Ε.Χ. Γονατά, του εκδότη του βιβλίου και η δική σας;

Εδώ είμαι κάθετος και υπερασπίζομαι με σθένος τη λογοτεχνία. Τα βιβλία προστατεύονται λόγω της υπόδειξης του είδους στη σελίδα του τίτλου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα… κ.ο.κ. Αν το ξεχάσουμε αυτό δεν θα μπορέσουμε ποτέ πια να ξαναγράψουμε λογοτεχνία. Ετούτη η συνθήκη προστατεύει επίσης καθ’ ολοκληρίαν και την ιδιότητα του συγγραφέα ως συγγραφέα. Προσοχή, όχι το πρόσωπο γενικώς, αλλά με την ιδιότητα του συγγραφέα ενός βιβλίου. Από εκεί και πέρα, όπως σας είπα και πριν, ο συγγραφέας –ως δρων πολιτικό υποκείμενο– δικαιούται να έχει απόψεις και θέσεις αλλά οφείλει να είναι υπεύθυνος γι’ αυτές. Η αντίληψη αυτή είναι μια ωρίμανση που αφορά εμένα προσωπικά και διαφοροποιεί τον 28χρονο συγγραφέα του πρώτου «Βομβιστή» από τον 42χρονο συγγραφέα της νέας έκδοσης. Ας εξηγηθώ: Ο βομβιστής Χ.Κ. της πρώτης έκδοσης (από την οποία απουσιάζει ο Γιώργος Μακρής) είναι ένας Αθηναίος που αποφασίζει να προχωρήσει στην καταστροφή του μνημείου για τους δικούς του λόγους, τους οποίους ο ίδιος εξηγεί στο βιβλίο. Αυτό όμως δεν με ενδιαφέρει πλέον στην δεύτερη και οριστική εκδοχή. Η σκέψη επικεντρώνεται τώρα στο ότι ο βομβιστής Χ.Κ. εμπνέεται / ακολουθεί το κάλεσμα ενός διανοούμενου (του Μακρή αλλά και όσων προϋπήρξαν αυτού). Δηλαδή ενστερνίζεται το ρομαντικό ιδεώδες της «δημιουργικής καταστροφής». Καταλαβαίνετε τη διαφορά; Δεν με απασχολεί απλώς ένας πολίτης που αποφασίζει να δράσει. Με απασχολεί ο τρόπος με τον οποίο ο ήρωας του βιβλίου (και κατ’ επέκτασιν όλοι εμείς) κατανοεί / παρανοεί την τέχνη, την ιδεολογία της και το κάλεσμα προς κοινωνική δράση. Ακριβώς εδώ τοποθετείται για μένα και το ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας. Είναι (όπως κάθε ταυτότητα) ζήτημα ερμηνείας και όχι πρωτογενές βίωμα. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η παρουσία του Μακρή. Και κάτι ακόμη. Το ίδιο το βιβλίο «Ο βομβιστής του Παρθενώνα» και εγώ ως συγγραφέας του, αποτελούμε έναν εγκιβωτισμό του ίδιου συλλογισμού που περιέχεται στη νουβέλα: Με ποιον τρόπο εγώ (ως συγγραφέας) κατανοώ / παρανοώ το κάλεσμα που εκπροσωπεί ο Μακρής αναπαράγοντας / αναπαριστώντας την πράξη της καταστροφής γράφοντας και εκδίδοντας το βιβλίο; Αυτός είναι ο αναστοχασμός που με απασχολεί όταν ως συγγραφέας απευθύνομαι στο κοινωνικό σώμα.

Ο Γιώργος Β. Μακρής αποτέλεσε μια σπάνια και ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα. Ποια η σχέση σας με το έργο του; Σας έδωσε ο ίδιος την έμπνευση για τον Βομβιστή ή επρόκειτο για μια αναπάντεχη λογοτεχνική συνάντηση;

Ο Μακρής προέκυψε, όπως περιέγραψα παραπάνω, από ένα γύρισμα της τύχης. Νομίζω, πάντως, ότι για μένα το παράδειγμα ήταν ανέκαθεν εκείνο του «μονομανούς», δηλαδή ενός προσώπου που βιώνει την ύπαρξή του και τον κόσμο μέσα από μια κυρίαρχη ιδιότητα (ή μια ιδεοληψία), η οποία το ορίζει καθ’ ολοκληρίαν (θα έλεγα ότι σε μερικές περιπτώσεις το δυναστεύει). Στη «Σουνυάτα» το παράδειγμα είναι εκείνο του Αντωνίου Περλ, ενός προσώπου που διακατέχεται από μια θανατοφιλική μεταφυσική εμμονή που καταλήγει στη θεοδικία. Το θέμα του είναι η μεταφυσική. Στον «Μανικιουρίστα» η μεταφυσική αντικαθίστανται από την αισθητική. Ο Φίλιππος Ντόσταλ αναζητά (και εξουσιάζεται) από μια ιδιότυπη έκφραση της ομορφιάς. Μαγεύεται από την ανατομική ποικιλότητα και την εκφραστικότητα των χεριών. Το «Φανταστικό μουσείο» (2005) θεματοποίησε με μεγαλύτερη ευθύτητα τις ζωές των συγγραφέων, αναζητώντας (ή μάλλον περιγράφοντας με διάφορους τρόπους και αφορμές) την πηγή εκείνης της παρόρμησης που κάνει έναν άνθρωπο να ζει από τις λέξεις. Το θέμα του είναι η ταυτότητα. Η «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επινόηση και την επίγνωση, ανάμεσα στην Σωκρατική προτροπή να γνωρίσεις τον εαυτό σου και στην Νιτσεϊκή προσταγή να τον κατασκευάσεις ο ίδιος. Το θέμα του είναι η αυτογνωσία. Στην περίπτωση του «Βομβιστή» ο κεντρικός ήρωας εκπροσωπεί μια δυναστική εμμονή με τη συμβολική εξουσία του Παρθενώνα και ό,τι εκείνος εκπροσωπεί στην ιδεολογική διαμάχη παράδοσης – νεωτερικότητας. Το θέμα του είναι η ιδεολογία και η πράξη.

Έξω από το κείμενο και τη μυθοπλασία: ποιες είναι οι προσωπικές σας σκέψεις για τις σκέψεις και την πράξη του Χ.Κ.; Πρόκειται για χαρακτήρα που έστω και μέσα στην ελλειπτικότητά του δύσκολα προσπερνιέται κι ακόμα δυσκολότερα ξεχνιέται.

Ο Χ.Κ. έχει τη γοητεία του ρομαντικού διανοούμενου που επιθυμεί να αλλάξει άρδην τον κόσμο με μια κίνηση κατακλυσμικών επιπτώσεων. Αυτή η παρόρμηση είναι  ουσιαστικά αφελής. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την περίπτωση του Μακρή. Ο Μακρής δεν είναι αφελής, έχει μια υπόγεια αίσθηση του χιούμορ που διαβρώνει τα πάντα και απουσιάζει από τον λόγο του Χ.Κ. Γι’ αυτό και ο Χ.Κ. πιστεύω ότι  παρανοεί εκ βάθρων τον Γιώργο Μακρή.  Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνει ο Σοπενάουερ: «Ένα αληθές συμπέρασμα μπορεί να προκύψει από ψευδείς θέσεις». Τα ζητήματα που επισημαίνει ο Χ.Κ. είναι ορθά και εξόχως επίκαιρα. Μόνο που οφείλουμε να υπογραμμίσουμε, όπως επισημαίνει και ο Γιάννης Χαμηλάκης (The Nation and its Ruins, OUP, 2007), ότι η επιδίωξή μας δεν μπορεί να είναι απλώς να αποκαθηλώσουμε τα επινοημένα στοιχεία της κουλτούρας μας ως μη αυθεντικά. Η σφοδρή επιθυμία πολλών να ισοπεδώσουν λ.χ. την εθνικιστική μυθολογία, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τις περίπλοκες ηθικές και πολιτικές επιπτώσεις, καταλήγει να είναι μια επικίνδυνη και εντέλει αναποτελεσματική παρόρμηση. Το ζητούμενο είναι μια αλλαγή παραδείγματος, η οποία θα αποδομήσει την φοβική, καθηλωτική και τραγικά ανεπαρκή εκδοχή του νεοελληνικού αυτοειδώλου, δίχως όμως να απαρνείται συλλήβδην τα επιτεύγματα του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι ως τώρα φαντάζονταν, ονειρεύονταν και οργάνωναν την προσωπική και την κοινωνική τους ζωή. Αυτό είναι και το νόημα της φράσης του Τζόρτζιο Αγκάμπεν, με την οποία τελειώνει το βιβλίο: «Η βεβήλωση του αβεβήλωτου είναι το πολιτικό καθήκον της γενιάς που έρχεται». Πολύ θα ήθελα να το ακούσω ως σύνθημα της πλατείας.

 Στις φωτογραφίες: Ο συγγραφέας μπροστά σε μελλοντικά αρχαιολογικά ευρήματα (φωτ. Γιάννης Ισιδώρου). / Ο Παρθενώνας μέσα από έναν φακό του. / Η κατά Γκυστάβ Κουρμπέ καταστροφή της Στήλης του Βαντώμ, καταστροφή στην οποία συμμετείχε ενεργά. / Το δια χειρός F. T. Marinetti Μανιφέστο του Φουτουρισμού [Θέση 10: Επιθυμούμε την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών]. /  Σελίδα εκ των Γραπτών Γιώργου Β. Μακρή: οι κολόνες κουρασμένες πια απ’ την ορθοστασία θέλουν τον ύπνο πέφτοντας κομματιαστά / Γ.Β.Μ.

Η ανάρτηση για τον Βομβιστή του Παρθενώνα εδώ.  Ο συγγραφέας στο Αίθριο εδώ.

04
Ιολ.
11

Χρήστος Χρυσόπουλος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα

Ο Αντίστροφος Ηρόστρατος

Καταναγκαστικά (θαυμασμού) έργα

Κάποιοι τον αγαπούν γιατί είναι απλός, ελαφρύς, καθάριος, απέριττος. Πού είναι η απλότητα, η ελαφράδα, η καθαρότητα, η ευγένεια στη ζωή τους, στους ίδιους; Αν η ομορφιά δεν είναι αξία που σέβονται, πώς μπορούν να τον αγαπήσουν επειδή είναι όμορφος; Γιατί δεν αποζητούν την ομορφιά στον εαυτό τους, στους γύρω τους; (σ. 19)

Ο λόγος περί Παρθενώνα κι ο («πιθανός») μονόλογος από τον δράστη Χ.Κ. Τι ακριβώς έπραξε και πώς έδρασε ο μονολογών απολογούμενος; Ανατίναξε εκ βάθρων το υπέρτατο Ελληνικό Μνημείο και τώρα διατυπώνει εν πλήρει συνειδήσει την αναγκαιότητα και την κάθαρση της εμπρηστικής του τελετουργίας. Η πόλη του έχει ένα μνημείο που εξυπηρετεί κάθε λογής σκοπούς, ένα μνημείο που όλοι πιστεύουμε ότι μας ανήκει δικαιωματικά, κι αν αυτό το πειστήριο καταγωγής εξαφανιστεί τότε θα αισθανθούμε πως ζούμε σ’ έναν κόσμο ξένο. Σημάδι της πόλης βρίσκεται σφηνωμένο στο ψηλότερο σημείο της, με τρόπο που είναι αδύνατο να το αποφύγει το μάτι, ενώ όταν βρεθείς εκεί εγκλωβίζεσαι στη γεωμετρία και φυλακίζεσαι στη σκόνη και στο φως. Καθώς όλοι τον λατρεύουν, όλοι τονίζουν πως δεν υπάρχει ψεγάδι πάνω του, ακόμα κι αν έχεις ενδοιασμούς, αργά ή γρήγορα θα συναινέσεις. Γιατί είναι δύσκολο να διαφωνείς εκεί όπου όλοι συμφωνούν. Έτσι λοιπόν αρχίζεις κι εσύ το παραμύθι, και τελικά όχι μόνο το πιστεύεις, μα γίνεσαι υπερασπιστής του μύθου του.

Δανεικό φόβητρο

Τον επικαλούμαστε με θαυμασμό όταν νιώθουμε μικροί, κάτι που συμβαίνει συχνά, ή όταν συνειδητοποιούμε ότι έχουμε παραμείνει φτωχοί. Έτσι βολευόμαστε. (…) Κι όταν αισθανόμαστε νάνοι, λέμε πως οι άλλοι μας φοβούνται γι’ αυτόν εκεί πάνω, στην κορυφή της πόλης. (σ. 28, 29)

Ο Χ.Κ. το γνωρίζει πως έχει βουβούς συμμάχους. Ζούμε όλοι με δανεισμένο μεγαλείο. Πολλοί συμφωνούν, μα είναι δειλοί. Δεν το ομολογούν. Γυρνάει και τον ξανακοιτάει. Εκείνος «διαφεντεύει» – δεν είναι απλώς υπερτιμημένος. Αλλού βρίσκεται η δύναμή του, διαφορετική είναι η εξουσία του. Είναι τυπωμένος σε μπλούζες, σε δρόμους, σε επωνυμίες, σε αναπτήρες, έχει γιγαντώσει μια βαριά τουριστική βιομηχανία, έχει αλώσει κάθε αισθητική. Σε άλλο επίπεδο, σε μια εποχή όπου υπάρχει μόνο η ψευδαίσθηση της αυτενέργειας και τίποτα δε σου ανήκει αδιαμέριστα, του αρκεί μια πράξη που θα του ανήκει ολοκληρωτικά. Κι αν ως τώρα την καθυστερούσε, ήταν για να αποφύγει να καταστεί ένα βολικό στερεότυπο: τερατόμορφος εγκληματίας ή γοητευτικός παρανοϊκός. «Η παρόρμηση της πράξης (ως δημιουργία αλλά και ως δημιουργική καταστροφή) μοιάζει να είναι άκρως επιτακτική στους καλλιτέχνες», γράφει ο συγγραφέας σε μια από τις δεκάδες κρύπτες του βιβλιακού ιστολογίου (βλ. πιο κάτω). Λίγο προτού η εγγραφή σταματήσει απότομα, ο Βομβιστής θα έχει προλάβει να πει την παραπάνω παραθεματική φράση.

Ο Σαμποτέρ των Αρχαιοτήτων και του Λόγου

Ο Χ.Κ. εμπνεύστηκε από την Προκήρυξη αρ. 1 του «Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων» δια χειρός του αυτόχειρα ποιητή Γιώργου Β. Μακρή (1923-1968). Αναγνωρίζοντας βασικά το έργο τέχνης, μα αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική του κατοχύρωση… Αποφασίζουμε […] την ανατίναξη αρχαίων μνημείων….Διαβάζω στην εισαγωγή του Ε.Χ. Γονατά, από τη μοναδική έκδοση των γραπτών του (Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, εκδ. Εστία, 1986) πως ο Μακρής χαρακτηριζόταν από μια «ονομαστή» αδιαφορία του για την τύχη και τη διαφύλαξη των γραπτών του (πλήθος πεζών και ποιητικών κειμένων της δεκαετίας 1940-1950). Όταν κάποτε του ζήτησε κάποια ποιήματά του, εκείνος σχεδόν ανακουφισμένος του είπε πως είχε ξεχάσει το φάκελο με όλα τα γραπτά του σ’ ένα ξενοδοχείο. Μετακινούνταν συνεχώς, άλλαζε τόπους διαμονής, ζούσε ιδιόρρυθμα και αδιοργάνωτα. Χαρακτηριζόταν από μόνιμη δυσπιστία προς το λόγο και επίμονη άρνηση δημοσίευσης των γραπτών του. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που αποτελούσε γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό. Ελεύθερος κι αδέσμευτος στοχαστής έζησε τη σκέψη κι εμπιστεύτηκε περισσότερο τον προφορικό λόγο. Ακριβώς επειδή δεν προόριζε τα γραπτά του για δημοσίευση, έγραφε μόνο όταν πιεζόταν από την ανάγκη της έκφρασης. Στην ερώτηση του θυρωρού, καθώς ανέβαινε στην ταράτσα της αυτοχειρίας του (31 Ιανουαρίου 1968) απάντησε: Κατεβαίνω αμέσως.

Η πόλη μας αποτελεί πλέον έναν τρόπο και όχι έναν τόπο όπου ζούμε.

Ό,τι δεν γνωρίζουμε μας τρομάζει. Οχυρωνόμαστε πίσω από την οικειότητα και λουφάζουμε. Αγκαλιάζουμε τρυφερά όποιον μας μοιάζει και κοιτάμε με βλοσυρότητα όποιον διαφέρει. Και όσο οι άλλοι παραμένουν μακριά μας, συνεχίζουμε απλώς να κοιτάμε με βλοσυρότητα εν κρυπτώ. Πάντα εν κρυπτώ, διακριτικά, εμείς δεν είμαστε βάρβαροι…Πάντα εν κρυπτώ, μα κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά στην τσέπη. (σ. 24)

Στην πόλη αυτή κατοικούμε μόνοι ανάμεσά μας, γιατί έχουμε από καιρό καταφέρει να τρομάξουμε όλους τους ξένους. Τους επισκέπτες δεν τους έχουμε πλέον ανάγκη, και όποιος έρχεται από μακριά μένει ξεκομμένος από εμάς. Κι έτσι, ακόμα και όταν δυστυχούμε, δεν έχουμε ανάγκη κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό μας. Αποφεύγουμε τους ανθρώπους και δεν θέλουμε να ακούσουμε για καινούργια πράγματα. Αν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους υπόλοιπους, δεν γίνεται ανεκτός – η πόλη μας δεν συγχωρεί τέτοιους είδους πρωτοβουλίες. (σ. 24)

Παρθενώνες Πολλαπλών Χρήσεων

Η καταστροφή των έργων τέχνης σαφώς έχει αμέτρητες ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτιστικές προεκτάσεις, πολύ δε περισσότερο η καταστροφή ενός εθνικού μνημείου, και δη υπέρτατου συμβόλου μιας χώρας ή ενός έθνους. Αν κάθε σημαντικό μνημείο όπως ο Παρθενώνας αποτελεί εθνικό υπέρβαρο, ιδεολογικό τσόφλι, πατριωτικό σύμβολο, καλλιτεχνικό κορύφωμα, κοσμικό άβατο, ορισμό του ωραίου, αρχαίο – αρχαιολογικό επιβίωμα, τουριστικό έμβλημα, βολικό άλλοθι – αντιστάθμισμα κάθε σύγχρονης γηγενούς ασχήμιας, σήμα κατατεθέν μιας χώρας, τότε αυτόματα κινεί τις αντίστοιχες αντιδράσεις που φτάνουν ως την επιθυμία καταστροφής του η οποία μπορεί να αποτελεί:  ιδεολογική έκφραση, ψυχολογική αποφόρτιση, φαντασιακό ξέσπασμα, συμβολική κίνηση, πολεοδομική δήλωση – πρόταση, απελευθέρωση από τα ιερά και όσια αλλά και κριτική όχι του μνημείου αλλά του περίγυρου – καθότι το μνημείο στέκει τραγικά αταίριαστο εν μέσω μιας τσιμεντωμένης αθλιούπολης. Σε τελευταία ανάλυση, η στασιμότητα και στατικότητα ενός μνημείου εναντιώνεται στη ζωή που εμπεριέχει την κίνηση, την μεταλλαγή και την φθορά.

Μνημειακή Τοπογραφία Καταστροφών

Ο Βομβισμένος Παρθενώνας σαφώς καταλαμβάνει επίκεντρη θέση στον πραγματικό και λογοτεχνικό χάρτη των μνημείων που κατεδαφίστηκαν, ανατινάχθηκαν και γενικώς με κάθε τρόπο καταστράφηκαν από σύγχρονα πνεύματα, τόσο σε μια διαρκώς βίαιη συλλογική πραγματικότητα όσο και ως ατομικές δράσεις. Στην παρισινή κομμούνα ο ζωγράφος Γκυστάβ Κουρμπέ συμμετείχε στην κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ, ως συμβόλου μιλιταρισμού (καταδικάστηκε να πληρώσει μέρος των εξόδων, πράγμα που δεν έκανε ποτέ, φεύγοντας για την Ελβετία), φουτουριστές και σουρεαλιστές μιλούσαν για καταστροφή, ο Μαρινέτι μιλούσε για την αναγκαιότητα της καταστροφής των μουσείων και την αποδέσμευση από κάθε παρελθόν, ο Νικόλας Κάλας συχνά καταφερόταν εναντίον της Ακρόπολης, πρόσφατα ο Καρλχάινζ Στοκχάουζεν δήλωσε πως ότι η 11η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε το μεγαλύτερο έργο τέχνης στην ιστορία, ο Γιώργος Μακρής…

Ο Γιούκιο Μισίμα (The Temple of the Golden Pavilion, 1956) έγραψε για τον εμπρησμό βουδιστικού ναού στο Κυότο, ο Χάινριχ Μπελ (Billiards at half past nine, 1959) για μια μυθιστορηματική ανατίναξη του Αβαείου του Αγίου Αντωνίου στην Κολωνία, στη Βέβηλη Πτήση του Βασίλη Γκουρογιάννη οι κίονες του Παρθενώνα κλυδωνίζονται από τις πτήσεις τουρκικών αεροσκαφών και ο …δικός μας Bill Drummond (μουσικός της βρεττανικής σκηνής  – KLF κ.λπ.) έχει διατυπώσει σε διήγημά του την συλλογική επιθυμία καταστροφής του Στόουνχετζ…(εδώ). Ο ήρωας του διηγήματος του Χρήστου Βακαλόπουλου Εικοσιτέσσερις ώρες για την Ακρόπολη (από τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες) ταράζεται επί δεκαπέντε μέρες από τον ίδιο εφιάλτη – η Ακρόπολη σωριαζόταν ξαφνικά κι άφηνε την τελευταία της πνοή σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Μια ομάδα τουριστών παρακολουθούσε αυτό το θέαμα αμήχανη κι ύστερα σκόρπιζε με αλαλαγμούς – ενώ βήχει λες και η ιερή σκόνη έχει εισχωρήσει στα πνευμόνια του, και ωθείται για δράση… Και σίγουρα κάπου στον κόσμο κάποιοι γράφουν για τις πρόσφατες καταστροφές χιλιοετών βουδιστικών μνημείων από τους Ταλιμπάν και των αρχαιοτήτων της Βαγδάτης από τους εισβολείς;

Ορθάνοιχτη Βιβλιο-διαδικτυογραφία

Τακτώς ανανεώσιμο ψηφιακό συμπλήρωμα του βιβλίου (μαζί με την ηλεκτρονική έκδοση/ebook κι ένα photoblog) αλλά και συνέχισμα και αποθετήριο των δικών μας σκέψεων και προσλήψεων αποτελεί ένα ιστολόγιο με υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο, πληροφορίες, στοιχεία, επίκαιρα ζητήματα, διαδικτυακές παραπομπές, φωτογραφικές αποτυπώσεις, όψεις και προτάσεις διαφορετικής ανάγνωσης. Με τον τρόπο αυτό δεν εμπλουτίζεται μόνο διαρκώς το κείμενο από τον ίδιο τον συγγραφέα, σε αλλεπάλληλες νέες εκδόσεις, αλλά και συν-γράφεται σε διηνεκή βάση, με συμμέτοχους τους αναγνώστες, σαν ένα οιονεί ανοιχτό βιβλίο – ένα ζήτημα για το οποίο ο ίδιος έχει συχνά καταθέσει τις απόψεις του.

Θρυμματισμένος Παρθενώνας, Σπασμένο Βιβλιο

Στα επόμενα μετά την μονολογία του δράστη κεφάλαια, συντάσσεται ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης με διαφορετικό κάθε φορά στιλ και περιεχόμενο γραφής: [2]. Μαρτυρίες της ίδιας μέρας (Ενδεικτικά: Ξ.Ο., 22:45΄ …πολλές φορές η φαντασία του τον οδηγεί σε απρόσμενες αντιδράσεις. Μου έχει εξαγγείλει πολλά μεγαλόπνοα σχέδια….Πάντως, βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό μάτι και θέλει ν’ αλλάξει πολλά γύρω του. Μήπως όλοι δεν θα θέλαμε κατά βάθος;), [3]. Η είδηση (…Ο Παρθενώνας ανατινάχτηκε, η κορυφή της πόλης έμεινε άδεια, το κενό της σκοτεινό. Η μεγαλύτερη αγωνία ήταν να πουν για κάποιον: «Αυτός κατά βάθος συμφωνεί με την καταστροφή που έγινε».), [4, 5]. Ευρήματα: Η Προκήρυξη του Γιώργου Β. Μακρή και σχετικά με αυτήν, Μαρτυρίες φίλων του (τρείς από τον Λεωνίδα Χρηστάκη), [6] Σύντομη εξομολόγηση ενός φύλακα (Τόσους αιώνες που έστεκε εκεί πάνω, νόμιζες πως είχε για δικό του ένα κομμάτι από τον ουρανό. / Τι είναι η πόλη χωρίς αυτόν; / Η πόλη μας ήταν ανάξια. Ήταν μικρή, δεν άντεχε να τον βαστάξει πλέον. Δεν του άξιζε…Η ίδια η πόλη τον σκότωσε. Μας εκδικήθηκε.), [7-11]. Κατάσταση προσώπων, αντικειμενικά πειστήρια, μια ευρεθείσα φωτογραφία, καταδίκη και ποινή, επιμύθιο. Σημειώσεις.

Είσοδος κινδύνου

Στην έκδοση των κειμένων του Γ.Β. Μακρή παραλείπονται τα άρθρα 3 έως 9 της προκήρυξης που αναφέρονται στο οργανωτικό μέρος της όλης επιχείρησης. Αν δημοσιεύονταν και κάποιος τα εφάρμοζε κατά γράμμα ποια θα ήταν – αν υπήρχε – η ευθύνη του Γ.Β. Μακρή, του επιμελητή Ε.Χ. Γονατά, του εκδότη του βιβλίου και του συγγραφέα; Προφανώς καμία αλλά το ζήτημα παραμένει ερεθιστικό, στη συζήτηση για την Ηθική της Γραφής και της Διακινδύνευσης. Πάντως στη θέση του Αφανισθέντος Ναού προτίθεται να χτιστεί ένας Νέος Παρθενώνας. Γιατί Νέοι Παρθενώνες πάντα θα χτίζονται. Επειδή εξυπηρετούν, βολεύουν, αποδίδουν πολλαπλώς.

Και τώρα για πρώτη φορά χωρίς (αρχαία) αφετηρία, ίσως καταφέρουμε να διαλέξουμε έναν προορισμό.

Εκδ. Καστανιώτη, νέα έκδοση αναθεωρημένη, [πρώτη κυκλοφορία: εκδ. Ανατολικός, 1996], 2010, σελ. 88.

Οι Παρθενωνιακές φωτογραφίες προέρχονται από το ιστολόγιο και το e-book του Βομβιστή και είναι του ίδιου του συγγραφέα, με εξαίρεση την τελευταία, όπου κρατούμενοι στη Μακρόνησο (τον Νέον Παρθενώνα, κατά δήλωση αποδιδόμενη στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) κατασκευάζουν μοντέλο του αυθεντικού Παρθενώνα (από το βιβλίο του Γιάννη Χαμηλάκη, The Nation and its Ruins). Τα αποκαΐδια είναι του Ζεν Βουδιστικού ναού Kinkaku-ji (Rokuon-ji) στο Κυότο (βλ. αναφορά σε Μίσιμα).

Δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή) και σε: mic.gr.  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με τον συγγραφέα (εδώ).

02
Ιολ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 39

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ricardo Piglia, Nombre Falso (1975), Respiración artificial (1980), El último lector (2005).

Ταξιδιώτες με πολύχρωμα χαρτοπολεμικά πρόσωπα. Αιωρητές στη μέση του κενού. Αναγνώστες με διαρκώς ξεδιπλούμενους φυλλομετρητές κειμένων. Τρεις μόνο διαμονείς της πολυπληθής αυλής του Ρικάρντο Πίγλια.




Ιουλίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.034.838 hits

Αρχείο