Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2011

29
Σεπτ.
11

Κώστας Ακρίβος (εισαγωγή, επιλογή κειμένων) – Να μαθαίνω γράμματα…Το σχολείο στη Νεοελληνική Λογοτεχνία

Η παιδική ηλικία της πρώτης ματιάς και ανακάλυψης του κόσμου είναι άμεσα συνυφασμένη, αν όχι ταυτισμένη, με τα σχολικά θρανία και η λογοτεχνία δεν άφησε ανεκμετάλλευτο τον ανεκτίμητο θησαυρό από εκείνες τις μνήμες, κινούμενη μεταξύ αναπαράστασης και μυθοπλασίας αλλά και εξιδανίκευσης. Η 600σέλιδη ανθολογία αναστρέφει την διδυμία Σχολείου – Λογοτεχνίας, αναζητώντας πλέον τις αφηγήσεις, τους τρόπους, το ισοζύγιο μυθοπλασίας – αυτοβιογραφικής μαρτυρίας, την λογοτεχνική καταγραφή των σχολικών δρώμενων. Εστιάζει στη φυσιογνωμία του σχολείου στη νεοελληνική του διάσταση αλλά και στο βαθμό λογοτεχνικότητας των κειμένων και επιλέγει τη δομή μιας τυπικής σχολικής μέρας, δηλαδή ενός ωρολογίου επτάωρου προγράμματος μαθημάτων, ώστε να αποτυπωθούν οι επιμέρους ιδιαιτερότητες, όπως με ακρίβεια δικαιολογεί και ερμηνεύει η εισαγωγή του Ακρίβου.

Θα αντιπαρέλθω την ευφάνταστη δομή του ανθολόγου και θα αυθαιρετήσω μια δική μου, καθότι, δάσκαλος πλέον ο ίδιος, βρίσκομαι διχασμένος ανάμεσα στις νέες εμπειρίες της έδρας και τις αναπότρεπτες μνήμες της δικής μου μαθητείας και «μαθητείας». Και από πού ν’ αρχίσω; Ίσως από τις ισχυρότερες μνήμες που συνδέουν γενικότερα το σχολείο με την παιδική ηλικία. Στο διήγημα Το λεωφορείο της γραμμής του Νίκου Χουλιαρά ο μικρός χαρακτήρας ξεμυτίζει με αγωνία από τη μάντρα του παλιού σπιτιού κοιτάζοντας προς το δρόμο, να φανεί το λεωφορείο με τα σκισμένα καθίσματα, το όχημα της απόδρασή του για την πόλη. Έχει ήδη νοερά καταλάβει τη θέση του στο τελευταίο κάθισμα δίπλα στο παράθυρο, για να συνεχίσει το σχολείο, σύμφωνα με την επιμονή του δασκάλου του και παρά την αντίρρηση του πατέρα του, μέχρι την καθόλου νοερή κορύφωση της ιστορίας.

Ο μικρός ήρωας του Λουκά Κούσουλα (Το Βαθύρεμα και τ’ άλλα) είναι πιο τυχερός. Ο δικός του πατέρας τον παίρνει μαζί του από τα χαράματα και τον ξεναγεί στα κοιμισμένα χωριά και κυρίως στο υποβλητικό κι αξέχαστο Βαθύρεμα,. Όταν εφτά χρόνια αργότερα, στον ίδιο δρόμο για τις εξετάσεις για το γυμνάσιο, ο ίδιος προσπερνάει το Βαθύρεμα χωρίς να το αναγνωρίσει, η απογοήτευση είναι αξέχαστη και παραμένει παρούσα όλες τις φορές που «το πρώτο εκείνο Βαθύρεμα που δεν ξαναβρήκε». Ανάλογο συναίσθημα απώλειας ξαναβιώνει αργότερα, «χάνοντας» αυτή τη φορά τα ρίγη του τρίτου μέρους μιας μουσικής συμφωνίας που άλλοτε τον δονούσαν.

Στις Περιπέτειες του Μπρέγκα του Χρήστου Χαρτοματσίδη ο μικρός Σιδέρης όταν δεν βάζει στο γράμμα όμικρον μύτη, φρύδια και οπωσδήποτε μουστάκια και δεν κάνει το άλφα φοινικικό, σαν το κεφάλι αγελάδας με τα κέρατα, εκπλήσσει ευχάριστα τη δασκάλα του περνώντας τον Γκόρκι για τον μεγάλο επιστήμονα Μιτσούριν «που καλλιέργησε λεμονιές και πορτοκαλιές στις άγριες συνθήκες της Σιβηρίας»!

Πώς να λείπουν από τις αρσενικές σχολικές μνήμες τα χαρτάκια με τους ποδοσφαιριστές; Ποιος δεν θυμάται την αγωνία να σου λείπει ένας μόνο ποδοσφαιριστής για να «συμπληρώσεις ενδεκάδα» και να κερδίσεις τη δερμάτινη μπάλα με τους ασπρόμαυρους ρόμβους; Στο διήγημα Ριβελίνο του Θοδωρή Γκόνη ο πιτσιρικάς από το Ναύπλιο ονειρεύεται να δει το μουστάκι του Ριβελίνο να ξεχωρίζει ανάμεσα στα δυο μπισκότα της συσκευασίας και τον αναζητά μέχρι τα περίπτερα του Άργους. Περνώντας από το παλιό γήπεδο ακούει την προτροπή προς το Νο 11 του Ολυμπιακού Άργους Έλα ρε Ριβελίνο, σούταρε! και καθώς το άστοχο σουτ στέλνει τη μπάλα στα χωράφια, πίσω απ’ τις γραμμές του τρένου, ξεχύνεται πάνω της: είναι μια μπάλα δερμάτινη, με ασπρόμαυρους ρόμβους!

Δάσκαλοι και δασκάλες έχουν το δικό τους αδιαμφισβήτητο μερίδιο στη μνημονική σχολική χώρα, όπως οι τρυφερές και μη δασκάλες του Θανάση Θ. Νιάρχου (από τον Βόλο των αρχών του ’50, βλ. εδώ) ή Ο κύριος Πανέτσος του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή που εισέρχεται ως ορειβάτης για να διδάξει Νέα Ελληνικά αλλά στην ουσία να ταξιδέψει τους μαθητές στο Κιλιμάντζαρο και να τους στείλει τα χαιρετίσματα του Χεμινγουαίη.

Αν ο σχεδόν πεζολογημένος στίχος του Ντίνου Χριστιανόπουλου Στο φίλο που πάει για δάσκαλος: Εξόν απ’ τη διδασκαλία στο σχολείο, /κοίτα να κάνεις και καμιά μικρή βιβλιοθήκη, /να ’ρχονται οι νέοι του χωριού και να διαβάζουν είναι μέχρι σήμερα επίκαιρος, οι λέξεις του Κώστα Κρυστάλλη (που ακόμα θυμάμαι την σκιτσαρισμένη βουκολική φυσιογνωμία του στους σχολικούς μου άτλαντες, κάπου εκεί στην Ήπειρο) έρχονται από ένα οριστικά μακρινό παρελθόν. Η δική του Δασκάλα, πρωτοπηγαίνει έφιππη στο χωριό όπου θα υπηρετήσει, συνοδευόμενη από τον κρυφά ερωτευμένο καβαλάρη που κατευνάζει τον φόβο της ποτίζοντάς τη νερό με τ’ αχώριστο πυξαρένιο καυκόπουλο και συλλογιζόμενος… εκεί που η ζέρβια παλάμη μου χεράκωνε την αμασκάλη της την τρυφερή…τα μάτια της ήταν υγρότατα και στην υγρότη τους μέσα άνοιξα σα μέσα σε καθαρή ανάβρα…

Ο δάσκαλος συχνά εκκινεί τις δυνάμεις της φαντασίας, όπως εκείνος που γυρνά δυνατά την υδρόγειο επάνω στον μαύρο άξονα κι ο μαθητής βλέπει τον κόσμο του να στροβιλίζεται: τον Κήπο που είναι ο παράδεισος της συμμορίας του, την ευθεία με τις Καμάρες του νερού στη μέση της πόλη, τους φίλους του που βιάζονται να μεγαλώσουν, να περάσουν επάνω από το ξεραμένο αυλάκι να παλέψουν με το δράκο (Διαμαντής Αξιώτης, Η γη είναι στρογγυλή σα σφαίρα, με αφιέρωση στους παιδικούς του φίλους). Ακόμα κι όταν βρεθεί στην γκρίζα πλευρά της ζωής, όπως ο κατά λάθος θεολόγος που αναζητά την παραμυθία στον τζόγο, θα ρισκάρει γενναία την υπόληψή του ενάντια στη μικρή κοινωνία υπέρ ενός άξιου μαθητή (Βασίλης Τσιαμπούσης, Ο δρόμος του Θεού).

Έχουν γραφτεί πολλά για τους παιδικούς έρωτες, για το βάθος τους, για την έντασή τους, για το χωρίς ιδιοτέλεια πάθος τους. Ε, λοιπόν, όλ’ αυτά είν’ αλήθεια. Εκείνη τη στιγμή, κρατώντας στα χέρια μου τις λιγοστές, κακογραμμένες και ανορθόγραφες αράδες της Αγλαΐας, ένιωθα μια πληρότητα που ποτέ στη ζωή μου δε ξανάνιωσα, ούτε καν με τις ωραιότερες ερωτικές επιστολές, ούτε καν με την επιτυχέστερη σεξουαλική επαφή γράφει ο Αργύρης Χιόνης (Μοσχοσάπουνο και σοκολάτα) και μεταφερόμαστε σε άλλη ισχυρότατη μνήμη, στην τρυφερή ερωτική έλξη προς τις συμμαθήτριες. Εδώ στα Σεπόλια του 1953, «κάτι σαν χωριό μέσα στην Αθήνα», μια ιδιαίτερη συμμαθήτρια δεν είχε σχέση με τις τόσο αντιπαθητικές στριγκλιές των άλλων κοριτσιών, δεν έκανε καμώματα και νάζια, δεν έβαζε με το παραμικρό τα κλάματα παρά μύριζε μοσχοσάπουνο και σοκολάτα, μυρωδιές που έχουν οριστικά χαθεί στην ενήλικη, δυστυχή εκδοχή της στο Στάδιο του 1979.

Στις Σχολικές γιορτές του Κώστα Λογαρά η υποδυόμενη την Κύπρο, μικροκαμωμένη και τσαχπίνα, που τότε χωνόταν στον καμπινέ των αγοριών και τα κοίταζε κλεφτά που κατουρούσαν, σήμερα τραγουδάει με σεβντά τα ερωτικά σουξέ στα λαϊκά κέντρα της επαρχίας. Λιγότερο ταλαιπωρημένη αλλά και πάλι με απωλεσθείσα την αίγλη του παρελθόντος Η Κλάρα του Δημήτρη Πετσετίδη, άλλοτε ερωτεύσιμη κι ερωτώμενη από τους συμμαθητές της, επανέρχεται χρόνια μετά ως υποψήφια σ’ έναν εκλογικό τραγέλαφο και μια σπαρταριστή τρυφερή εξέλιξη.

Η ενήλικη επιστροφή στους σχολικούς τόπους μπορεί να είναι εξίσου φορτισμένη, ιδίως όταν συνοδεύεται με επιστροφή σ’ ένα χωριό όπου δεν αναγνωρίζεται τίποτα – «το χωριό τότε είχε παιδιά, κίνηση, γέλια», «ο ατίθασος χείμαρρος είναι πλέον ξεροπόταμος» (Θοδωρής Καλλιφατίδης. Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου). Κι όμως ακόμα και σε μια ηλικία «όπου το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι η αυριανή μέρα να μοιάζει με τη χτεσινή» μπορεί κάποιος να βρεθεί και να του απευθύνει την ερώτηση η απάντηση στην οποία κάποτε μπορούσε να είναι η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο: Εσύ δεν είσαι γιος του δασκάλου;

Άλλοτε πάλι αρκεί μια ονειρική μετάπλαση, όπως εκείνη του καθηγητή που με κάθε έναρξη νέας σχολικής χρονιάς έχει την αίσθηση πως τα περισσότερα παιδιά του είναι ήδη γνωστά, ότι υπήρξαν και πάλι, πριν χρόνια, μαθητές του αλλά και παλιοί συμμαθητές του, όπως η Μαυρέττα, «που αγαπούσε από τις μικρές ακόμα τάξεις αλλά έχασε απροσδόκητα μετά» (Δημήτρης Μίγγας, Σπάνια χιονίζει στα νησιά). Αλλά και ως μαθητές ονειρευόμασταν διαφορετικό το σχολείο, όπως το κοράσιο της Μέλπως Αξιώτη (Δύσκολες νύχτες): Το σχολείο δε θα είναι πια η κάμαρα η μισοσκότεινη με τη δασκάλα με τον κιτρινιασμένο λαιμό και τη βέργα (…) θα είναι σ’ ένα μεγάλο περιβόλι με δέντρα πολύ ψηλά, και θα κρεμότανε βιβλία απ’ τα κλαδιά, τους, πολλά βιβλία και δε θα τέλειωναν ποτέ.

Και ποτέ δεν είναι αργά για νέες εμπειρίες στην αίθουσα, ακόμα κι όταν απομακρυνθεί κανείς από την αθώα παιδικότητα: όπως στην τάξη των «μεγάλων» γυναικών (στην εποχή των νέων– τότε – υποχρεωτικών νυχτερινών σχολείων για κείνους που δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα) όπου όλες οι άλλες τώρα λίγο – πολύ μάθαιναν για πρώτη φορά ότι υπάρχει κάτι που λέγεται αλφαβήτα κι έχει είκοσι τέσσερα γράμματα, όπως το μερόνυχτο με τις είκοσι τέσσερις ώρες, και πως ό,τι μιλάμε ή σκεφτόμαστε μπορεί και να γραφεί κιόλας κι όπου η Ηλιοστάλαχτη Τούνδρα βλέποντας γραμμένο το όνομά της αναφωνεί με έκπληξη: Αυτό…είμαι εγώ; (Ζυράννα Ζατέλη, Και με το φως του λύκου επανέρχονται)

Η ανθολογία περιλαμβάνει λοιπόν ένα τεράστιο εύρος λογοτεχνών: Ποίηση από Κωστή Παλαμά, Γιώργο Σεφέρη, Τάσο Γαλάτη, Κώστα Στεργιόπουλο, Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, Νίκο Φωκά, Γιάννη Ρίτσο, Τασούλα Καραγεωργίου, Γεώργιο Σουρή, Νικηφόρο Βρεττάκο, Νίκο Γρηγοριάδη, Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, Σταύρο Βαβούρη, Αντώνη Φωστιέρη, Γιάννη Πατίλη, Στάθη Κουτσούνη, Στρατή Πασχάλη, Αγγελική Σιδηρά, Γιάννη Κουβαρά, Κώστα Βάρναλη, Μάρκο Μέσκο, Χάρη Βλαβιανό, Γιώργη Μανουσάκη, Γιάννη Κοντό, Τέλλο Άγρα, Κική Δημουλά, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Χρονά…

…διηγήματα από τους Χριστόφορο Μηλιώνη, Δημήτρη Χατζή, Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ, Κώστα Ταχτσή, Γεώργιο Βιζυηνό, Τόλη Καζαντζή, Αγγέλα Καστρινάκη, Παύλο Νιρβάνα, Αντώνη Τραυλαντώνη, Δημοσθένη Βουτυρά, Δημήτρη Πετσετίδη, Χρίστο Δάλκο, Κώστα Λογαρά, Νίκο Δαβέττα, Τάσο Καλούτσα, Σοφία Νικολαΐδου, Κωστή Παλαμά, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Λουκά Κούσουλα, Στρατή Τσίρκα. Πεζογραφήματα από τον Γιώργο Ιωάννου, αφηγήματα από τους Άγγελο Ελεφάντη, Αλέξη Δημαρά, Χρόνη Μίσσιο, Ρούλα Κακλαμανάκη, Κλαίτη Σωτηριάδου, Κώστα Ακρίβο, δοκίμιο από τον Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο, δοκιμιακό σχεδίασμα από τον Μανώλη Αναγνωστάκη, μυθιστορία από την Μαριάννα Κορομηλά.

…και μυθιστορικά αποσπάσματα από Άρη Φακίνο, Γιάννη Πάνου, Παντελή Πρεβελάκη, Νίκο Καζαντζάκη, Γιάννη Παπαδόπουλο, Βασιλική Παπαγιάννη, Ζαχαρία Παπαντωνίου (Τα Ψηλά Βουνά!), Μαρία Σκιαδαρέση, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Βασίλη Βασιλικό, Σώτη Τριανταφύλλου, Λένα Διβάνη, Μάρω Δούκα, Γιώργο Καρτέρη, Ισμήνη Καπάνταη, Παύλο Καλλιγά, Ιωάννη Κονδυλάκη, Κυριάκο Ντελόπουλο, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ασημάκη Πανσέληνο, Στρατή Μυριβήλη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Έλσα Λιαροπούλου, Κωστής Γκιμοσούλης, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Αλέξη Πανσέληνο, Ιωάννα Καρυστιάνη, Άρη Σφακιανάκη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Φαίδωνα Ταμβακάκη, Μαργαρίτα Καραπάνου, Έλλη Αλεξίου, Κατίνα Γ. Παπά, Σπύρο Γκρίντζο, Μένη Κουμανταρέα, Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Βαγγέλη Ραπτόπουλο, Πέτρο Τατσόπουλο, Ανδρέα Μήτσου, Γιάννη Κιουρτσάκη, Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη, Μενέλαο Λουντέμη, Λιλίκα Νάκου, Θόδωρο Γρηγοριάδη, Γεράσιμο Δενδρινό, Μάνο Κοντολέων, Χ.Α. Χωμενίδη, Νίκο Βασιλειάδη, Γιώργο Θεοτοκά, Μαρία Ιορδανίδου, Νίκο Θέμελη, Κοσμά Πολίτη, Άλκη Ζέη, Μιχάλη Γκανά, Χρήστο Χαρτοματσίδη, Τηλέμαχο Κώτσια.

Και μια πρόταση για την επόμενη συλλογή, μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια: φοβάμαι πως ο ανθολόγος θα πρέπει μετά την 8η ώρα να προσθέσει και μια 9η, αν και ορθότερα της ταιριάζει το «ώρα μηδέν». Θα αφορά τις μαθητικές κινητοποιήσεις, τις πορείες, τις καταλήψεις στα σχολεία και τα κενά των καθηγητών, αναπόσπαστα πλέον στοιχεία της σχολικής ζωής. Και μια ακόμα ώρα, που θα αφορά τις μνήμες από τη σχολική βιβλιοθήκη· και μιλάμε για μνήμες γιατί στο νεοελληνικό κρατίδιο τέτοιες πολυτέλειες αποτελούν πλέον παρελθόν. Αρκεί βέβαια για όλα αυτά να γράψουν οι νεοέλληνες λογοτέχνες.

Ήδη κάποιο ασαφές, μελλοντικό, τραγικό σχολείο αχνοφαίνεται στο απόσπασμα του Δημήτρη Καλοκύρη (Οι κατακτητές): Σταδιακά μαθαίνουμε να ξεχνάμε την αρχική μας γλώσσα. Μαθαίνουμε επίσης τη μοναξιά. Αποστηθίζουμε τους μηχανισμούς διείσδυσης μέσα στα άπειρα συστήματα και καταλαμβάνουμε σιγά σιγά, ο καθένας από μας, κάποια πρόσκαιρη θέση…όλες οι θέσεις είναι καίριες, όσο ασήμαντες ή ταπεινές κι αν φαίνονται.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2004, σελ. 598, με 24σέλιδο με εργοβιογραφικά σημειώματα των λογοτεχνών.

Οι φωτογραφίες των σχολικών βιβλίων από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ad astra per aspera.

27
Σεπτ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 60. Χρήστος Χαρτοματσίδης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς

Έχω μεγαλώσει με την κλασική Ρωσική λογοτεχνία. Αγαπημένοι είναι οι περισσότεροι μεγάλοι Ρώσοι – ο Γκόγκολ – προπομπός της  σουρεαλιστικής γραφής – με το διήγημα «Η μύτη», όπου ένας κουρέας κατά λάθος κόβει την μύτη του πελάτη και η μύτη του αρχίζει την δική της αυτόνομη ζωή, σαν κανονικός κύριος!!! Ο Λεβ Τολστόι, ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι, μετά  ο Τσέχοφ, ο Γκόρκι, ο Σόλοχοβ, κι ο Βασίλη Σούκσιν. Υπάρχουν και ποιητές που έχουν γράψει σπουδαία πεζογραφία – ο Πούσκιν (διηγήματα του Μπέλκιν) και το μυθιστόρημα του σε στίχους Ευγένιος Ονέγκιν κι ο Λέρμοντοβ –  με  τον «Ηρωας της εποχής μας».

Η άλλη μεγάλη σχολή του 19του αιώνα είναι η Γαλλική – βεβαίως, με τον Μπαλζάκ, Στενδάλ, Ουγκό, Φλομπέρ, Ζολά, Μοπασάν («Ο Φιλαράκος»!!!) Κι ο κάπως παρεξηγημένος Αλέξανδρος Ντουμά – που όλοι τον θυμούνται μοναχά με τους «Τρεις σωματοφύλακες» και τον «Κόμη Μοντεχρίστο», που όμως έχει κάνει μια από τις καλύτερες περιγραφές της Γαλλικής Επανάστασης με το πολύτομο μυθιστόρημά του «Ο Ιππότης του Μεζόν Ρουζ» Βέβαια, πάντα παραμένει εκπρόσωπος του ρομαντισμού, οι χαρακτήρες του είναι συνήθως σε άσπρο/μαύρο και ποτέ δεν θα πει πως η βασίλισσα είχε εραστή! Θα τον ονομάσει «αφοσιωμένο θαυμαστή» και την σχέση τους – «σχέση αμοιβαίου σεβασμού». Άλλωστε, έχει καταφέρει μια υπόθεση μοιχείας (της βασίλισσας) κι εσχάτης προδοσίας – που ουσιαστικά διαπράττουν οι τρεις σωματοφύλακες, να την παρουσιάσει σαν προσπάθεια υπονόμευσης του θρόνου από τον καρδινάλιο  Ρισελιέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το μπάνιο του Αλιόσα Μπεζκονβόϊνη» του Βασίλη Σούκσιν, που το μετέφρασα στα ελληνικά για το «Δέντρο».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Φάλσταφ, με όλες του τις αντιθέσεις. που ίσως είναι από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Νομίζω, όπως στους ηθοποιούς αρέσει να υποδύονται τους πολύπλοκους κι αρνητικούς χαρακτήρες, τους «κακούς», έτσι και στους συγγραφείς αρέσει να τους πλάθουν. Εκεί, μπορούν να μεγαλουργήσουν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι συγγραφείς αναγκαστικά «αντιγράφουν» από την ζωή. Π.χ. πρότυπο του χαρακτήρα του γέρου κόμη Μπεζουχόβ, που αναγνωρίζει το νόθο γιο του Πιέρ, στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι,  ήταν ο Μέγας Καγκελάριος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο κόμης Μπεζμπορόντκο!!! Η μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τολστόι η Τατιάνα Αντρέεβνα Μπερς, ήταν το πρότυπο για την Νατάσσα  Ροστόβα. Συνήθως οι αντιδράσεις των πραγματικών ηρώων για τον τρόπο που τους έχουν απεικονίσει είναι αρνητικές. Θυμάμαι μια αφήγηση του Χάσεκ για το πρότυπο του στρατιωτικού ιερέα – μεθύστακα Ότο Κατς, που όταν αναγνώρισε τον εαυτό του, πήγε οργισμένος στο σπίτι του συγγραφέα, απειλώντας να τον  σύρει στα δικαστήρια.  Ο Χάσεκ κατάφερε να τον μεθύσει κι έτσι  λύθηκε η παρεξήγηση. Ναι, έχω δει πως μεγαλώνουν ή γερνάνε κάποιοι «ήρωές» μου. Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον, όταν ξεφεύγουν από τα αρχικά χαρακτηριστικά τους, προσφέροντας εκπλήξεις – γι’ αυτό και τα πιο απίθανα σενάρια τα δημιουργεί η ίδια η ζωή.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έτυχε,  δεν με πειράζει αρκεί εκείνη τη στιγμή να είμαι απομονωμένος.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις

Την ώρα του γραψίματος η μουσική με αποδιοργανώνει. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ακριβώς επειδή ακούω την μουσική. Συνήθως η μουσική με αναστατώνει. Π.χ. αν οδηγώ κι ακούω το Speed king ή το  Highway star των  Deep purple, ασυνήθιστα πατάω περισσότερο γκάζι.  Η μουσική δεν είναι ηχητική ταπετσαρία, ώστε σε αυτό τον φόντο να κάνεις κάτι άλλο κι όμως, για πολλούς λειτουργεί ακριβώς έτσι. Μου φαίνεται περίεργο όταν ακούω, πως χειρουργούν ακούγοντας μουσική. Παραξενεύτηκα επίσης όταν διάβασα ότι υπάρχει σαν είδος η «μουσική των αεροδρομίων», ή των «σουπερμάρκετ», ή των «ασανσέρ». Οι μουσικές μου προτιμήσεις  είναι ανάλογα με την διάθεση μου – ποικίλουν από την κλασική μέχρι την ραπ ή την τσιγάνικη ή κάποια  δημοτικά – γενικά  όλα τα είδη.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων είναι: «Το παλιό κτίριο» από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Στο πρώτο μέρος περιέχει ιστορίες με Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Είναι ρεαλιστική αφήγηση, χωρίς ηρωισμούς και εγκώμια. Η πραγματική ζωή, στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Ακολουθεί το μυθιστόρημα «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» που είχε βραβευθεί στον διαγωνισμό διηγήματος του Δήμου της Φιλιππούπολης και του εκδοτικού οίκου «Χ.Γ. Δάνοβ» το 1990 στην Φιλιππούπολη. Το βιβλίο έπρεπε να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο, κάτι που δεν έγινε για οικονομικούς λόγους. Εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Πατάκη». Στην Βουλγαρία εκδόθηκε μόλις το 2007 από τις εκδόσεις «Balkani» Βρήκε θερμή υποδοχή από την κριτική στις δύο χώρες. Οι Βούλγαροι το θεωρούν Το βουλγάρικο μυθιστόρημα γραμμένο από Έλληνα. Πρόκειται για τα βιώματα  ενός νεαρού κιθαρίστα στην Σόφια την δεκαετία του 70, τα χρόνια δηλαδή που αρχίζει η παρακμή του Συστήματος.

Μετά είναι «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» – πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» και πάλι για του Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, όμως της δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί. Με χιούμορ και ρεαλισμό παρουσιάζονται τα γεγονότα που φέρανε την διάλυση του Ανατολικού μπλοκ. Το σπουδαίο είναι πως πρόκειται για προσωπικές μαρτυρίες  κι ίσως αυτή να είναι η ιδιαίτερη συμβολή του βιβλίου, είναι η ματιά από μέσα, οι εκτιμήσεις  Ελλήνων που μπόρεσαν να βιώσουν αυτές τις εμπειρίες. Προτάθηκε για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω»

Ακολουθούν η συλλογή με διηγήματα «Φώτο Βέριτας» εμπνευσμένη από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα – που κι αυτή προτάθηκε για το βραβείο συλλογής διηγημάτων του «Διαβάζω»

Το θεατρικό «Οι εφιάλτες του δήμιου Σανσόν»  εκδόσεις «Μανδραγόρας» – θεατρικό – με θέμα τη σύγκρουση του ατόμου με την εξουσία.

Το τελευταίο μου βιβλίο «Μια εταίρα θυμάται» – από τα «Ελληνικά γράμματα» ένα μη ηρωικό μυθιστόρημα, για την στρατοκρατούμενη Σπάρτη και την Κρυπτεία  κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η προσέγγιση του θέματος είναι εντελώς διαφορετική από την συνηθισμένη ηρωική ή μεγαλοπρεπή παρουσίαση στα σχολικά βιβλία και στα διάφορα ιστορικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο διαβάζεται «με κομμένη την ανάσα», έχει αγωνία, χιούμορ και γρήγορο ρυθμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι ιατρός – μικροβιολόγος – Δ/ντης Μικροβιολογικού τμήματος στο Γ.Ν. Κομοτηνής.

Τι διαβάζετε;

Το περίεργο είναι ότι διαβάζω περισσότερο ιστορικά κείμενα, ή απομνημονεύματα, παρά λογοτεχνικά

Τι γράφετε τώρα;

Περιμένω, αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη να βγει το  μυθιστόρημά μου «Κάπου αλλού είναι η γιορτή»  από τις εκδόσεις «Τόπος» με ήρωες -νέους από τα εργατικά προάστια της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 80. Παιδιά που αναζητούν τον δρόμο τους στη ζωή, μα βλέπουν πως πάντα κάπου αλλού είναι η γιορτή, εκεί που δεν έτυχε να γεννηθούν οι ίδιοι.

Ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων τα περισσότερα από τα οποία έχουν εκδοθεί στο περιοδικό «Μανδραγόρας»

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Μανδραγόρας».  Με τον εκδότη του, τον Κώστα Κρεμμύδα εδώ και αρκετά  χρόνια είμαστε φίλοι κι έχω την τιμή να συνεργάζομαι με το περιοδικό του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Οι περισσότεροι γράφοντες αρχίζουν με ποίηση, μετά περνάνε στα άλλα είδη. Συνεχίζω που και που να γράφω ποίηση. Τώρα με την ραπ μουσική η ρυθμική ποίηση με ομοιοκαταληξία, πήρε επιτέλους την ρεβάνς της. Τόλμησα να γράψω ραπ και να το παρουσιάσω σε ποιητική εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών. Ο πιανίστας που συνόδευε τα ποιήματα των άλλων κατενθουσιάστηκε και ζήτησε να επαναλάβω το ποίημα  ενώ ο ίδιος αυτοσχεδίαζε. Αργότερα αυτό το  ποίημα – ραπ βγήκε στον «Μανδραγόρα», πρόκειται για το «Ραπ του Κόκκινου στρατού» και σχολιάστηκε αρκετά.  Έγραψα ραπ και στα βουλγάρικα το «Ραπ για το μούτρο και το πρωινό» Η λέξη «μούτρο» πρόσφατα απέκτησε νέα έννοια στην βουλγαρική. Χαρακτηρίζει τους πρώην παλαιστές, σωματοφυλακές κ. λπ.  με τις βαριές χρυσές καδένες στο λαιμό και τα τζιπ πολλών κυβικών, που έχουν εξελιχθεί  σε επιχειρηματίες, με τις γνωστές τους μεθόδους. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ορφέας» – του μεγαλύτερου εν ζωή Βούλγαρου ποιητή – Λιουμπομήρ Λέβτσεβ κι άρεσε πολύ.

Ναι, αν ήμουν τώρα δεκαοχτώ χρονών θα ήθελα να είμαι ράπερ!

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ευχαρίστως θα έγραφα για τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας – παγκόσμιας κλάσης. Με την συνεχή αναζήτηση του θείου, μοιάζει με τους μεγάλους Ρώσους, έχει Δυτική κουλτούρα κι ανήσυχη Ελληνική ψυχή.

Πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία εδώ.

25
Σεπτ.
11

Μισέλ Ουελμπέκ & Μπερνάρ – Ανρί Λεβύ – Δημόσιος Κίνδυνος

Α.Α.: Οι απολαυστικότεροι «αντιπαθείς»

Η Γαλλία της δεκαετίας του ’50 δεχόταν χωρίς να δειλιάζει ανθρώπους σαν τον Καμύ, τον Σαρτρ, τον Ιονέσκο ή τον Μπέκετ. Η Γαλλία της δεκαετίας του 2000 δυσκολεύεται να υποφέρει ανθρώπους σαν εμένα. (Ουελμπέκ, σ. 67)

Εμείς οι καταφρονημένοι

Τα πάντα, όπως λένε, μας χωρίζουν εκτός από ένα σημείο: είμαστε κι οι δυο αξιοκαταφρόνητοι, γράφει ο Ουελμπέκ στην πρώτη του επιστολή στον Λεβύ, υπενθυμίζοντας μερικές από τις «κατηγορίες» που τους στιγματίζουν ως τους πλέον αμφιλεγόμενους έως και ανεπιθύμητους των γαλλικών γραμμάτων. Πρώτα για τον Λεβύ: συναγελάζεστε με τους ισχυρούς, κολυμπάτε από παιδί σε χυδαίο πλούτο, ανήκετε στην «αριστερά του χαβιαριού», φτιάξατε την γελοιωδέστερη ταινία όλων των εποχών. Αλλά και για το πρόσωπό του οι χαρακτηρισμοί τού είναι γνωστοί:  μηδενιστής, αντιδραστικός, κυνικός, ρατσιστής, μισογύνης, μητροκτόνος, ισλαμόφοβος, αναρχικός της δεξιάς, μικροαστός κόπανος, επίπεδος συγγραφέας. Έχουμε κι οι δυο αναζητήσει τις απολαύσεις της εξαθλίωσης, της ταπείνωσης και της γελοιότητας· και το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι σημειώσαμε αξιοθαύμαστη επιτυχία. Αμφότεροι εκφράζουν για πολλούς την κατάντια της γαλλικής κουλτούρας και διανόησης. Οι προϋποθέσεις της συζήτησης έχουν ήδη μαζευτεί! Κι ένα ολόκληρο βιβλίο θα βασιστεί στην ανταλλαγή ηλεκτρονικών επιστολών που κράτησε ένα εξάμηνο, από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 11 Ιουλίου 2008.

Αλώβητοι ή ευάλωτοι;

Τι τους ωθεί όμως να συνεργαστούν σε μια τέτοια «άσκηση αυτοδιασυρμού»; Ο Ουελμπέκ παραδέχεται πως είναι από τους πλέον ειδήμονες του ντεπρεσιονισμού. Του είναι επίπονο, αλλά το ομολογεί: είχε κι έχει την επιθυμία να αγαπηθεί όπως όλοι, να παραμείνει στο μαγικό χώρο της λογοτεχνίας χωρίς κατηγορίες, άδικα χτυπήματα ή πολεμικές. Αλλά γνωρίζει πως η ζωή είναι περιορισμένη και πιθανώς ισχύει η ρήση του Βολταίρου, πως είμαστε σε ένα κόσμο όπου ζούμε και πεθαίνουμε «με το όπλο στο χέρι». Η επιθυμία μου να μην αρέσω υποκρύπτει μια παράλογη επιθυμία να αρέσω. Θέλω όμως να αρέσω «για μένα τον ίδιο», χωρίς να αποπλανώ, χωρίς να αποκρύπτω ό,τι επονείδιστο μπορεί να έχω. Δεν επιθυμώ να αγαπηθώ παρά τα χειρότερά μου στοιχεία, αλλά εξαιτίας των χειρότερων στοιχείων μου, καταλήγω να επιθυμώ να είναι το χειρότερό μου στοιχείο αυτό που προτιμούν σε μένα.

Ο Λεβύ προβληματίζεται σχετικά με την εβραϊκή του ταυτότητα, την ειδική της σχέση με το ζήτημα του διωγμού, την εγγενή της ιδιότητα με την προσβολή. Μήπως αποτελεί διαβατήριο για την αντίληψη του εαυτού ως ευάλωτου και αβέβαιου; Όχι: αυτός αισθάνεται ένας ευτυχισμένος εβραίος, ένας εβραίος της κατάφασης – το φαντασιακό της καταδίωξης τού είναι απόλυτα ξένο. Αν αδιαφορεί για τις «φρικαλεότητες» που γράφονται γι’ αυτόν, δεν είναι επειδή έχει ένα εγώ αλεξίπυρο, υπερτεθωρακισμένο, άτρωτο στις επιθέσεις αλλά γιατί ένα κομμάτι του εαυτού του βρίσκει ευχαρίστηση σ’ αυτές!

Στρατεύσιμοι και λιποτάκτες…

Οι συνομιλητές διαφωνούν ριζικά στο ζήτημα της στράτευσης του συγγραφέα. Ο Λεβύ αναρωτιέται γιατί ενώ θα μπορούσε να κάτσει ήσυχα σπίτι του να χαίρεται τη ζωή και να γράφει μυθιστορήματα, πέρασε ένα τόσο μεγάλο μέρος της ύπαρξής του να τρέχει ανά τον κόσμο, να καταγγέλλει τις αδικίες και τις αταξίες του, ενώ κανείς δεν του ζήτησε τίποτα, και να καταθέτει τη λογία του άποψη σχετικά με το πώς θα μπορούν αυτές να διορθωθούν… Για ποιο λόγο διέτρεχε τον τεράστιο κόσμο σε αναζήτηση σφαλμάτων προς επανόρθωση και αγώνων προς υπεράσπιση, συνήθεια που απέκτησε απ’ την επανάσταση του Μπαγκλαντές (1971), γιατί ένοιωσε ευτυχισμένος σε Σεράγεβο, Χουάμπο, Λουάντα, Αγκόλα, Νταρφούρ, Σουδάν, Νουβία. Πιθανολογούμενες απαντήσεις: η συμπάθεια για τα θύματα της Ιστορίας, η αγάπη για την περιπέτεια, η υπέρβαση του εαυτού: να ζήσει πέρα από τις ικανότητές του, να ψάξει τη μεγαλειώδη ζωή, να γίνει λίγο μεγαλύτερος από τον εαυτό του – τις δυο τελευταίες εκφράσεις τις ζήλεψε απ’ τον Μαλρώ. Κάπως έτσι έτρεξε σε πολέμους χωρίς όνομα, αρχεία και ιστορία, κάπως έτσι άρχισε ν’ αναζητά στην άκρη του κόσμου λόγους να μάχεται και να γράφει. Ίσως πάλι η στράτευση είναι ένας τρόπος να τακτοποιεί κανείς τα φαντάσματά του, ακόμα και να τους ξεφεύγει. Θα μπορούσε όμως και να στρατευτεί ενάντια στην αναγκαιότητα της «στράτευσης»!

Ο Ουελμπέκ προφέρει εύκολα τις αιτίες της μη στράτευσής του: α) Μια ιδεολογική μετριοφροσύνη που προσεγγίζει την αθεΐα, β) ποτέ η συμπάθεια ή εκτίμηση που νοιώθει για κάποιον για κάποιον δεν κηλιδώνεται από τις πολιτικές του απόψεις, γ) η απάρνηση της σωματικής βίας ως βασικής μεθόδου για την επίλυση συγκρούσεων, η οργανική του ανικανότητα να υπακούσει οποιονδήποτε, άρα και να διατάξει. Αισθάνεται βαθύτατη καχυποψία για κείνους που παίρνουν τα όπλα για οποιονδήποτε σκοπό, πιστεύει πως οι υποκινητές των πολέμων, των επαναστάσεων και των ταραχών έχουν κάτι το βαθιά αρρωστημένο. Στη ρίζα της στράτευσης βλέπει μια χριστιανική παράδοση περισσότερη απ’ ότι υποψιάζονται οι στρατευμένοι.

και …ξενοδοχειακοί πελάτες. 

Επέκταση του πεδίου πάλης: Όσο ζούσε στη Γαλλία ο Ουελμπέκ αδιαφορούσε για το δικαίωμα ψήφου – το άσκησε ελάχιστες φορές. Δεν είχε ποτέ την αίσθηση ότι ζει σε δημοκρατία αλλά σε ένα είδος τεχνοκρατίας. «Ο δημόσιος χώρος είναι εχθρικό έδαφος, αυλακωμένο με παράλογες και ταπεινωτικές απαγορεύσεις κι όπου τίποτα ενδιαφέρον ή ευχάριστο δεν μπορεί ποτέ να του συμβεί». Τον διασχίζει γρήγορα, για να πάει από την μια ιδιωτική κατοικία στην άλλη. Ως προς τη Γαλλία αλλά και οποιαδήποτε άλλη χώρα όπου θα αποφάσιζε να ζήσει δεν νοιώθει πολίτης αλλά χρήστης. Εδώ και μερικά χρόνια «χρησιμοποιεί» την Ιρλανδία, όπου η φορολογία είναι χαμηλότατη και τουλάχιστο επενδύεται σε δρόμους και ασφάλεια.

Η καλλιέργεια υπερβολικής εθνικής υπερηφάνειας είναι πάντοτε το σημάδι, μου φαίνεται, ότι δεν έχει κανείς και πολλά μέσα του για τα οποία μπορεί να υπερηφανευτεί. // Ποτέ δεν έχω νιώσει ούτε καθήκον, ούτε υποχρέωση απέναντι στη Γαλλία και η επιλογή μιας χώρας διαμονής για μένα έχει σχεδόν τόση συγκινησιακή απήχηση όση και η επιλογή ενός ξενοδοχείου. Είμαστε περαστικοί σ’ αυτή τη Γη, το έχω πλέον κατανοήσει πλήρως· δεν έχουμε ρίζες, δεν παράγουμε καρπούς. Είμαστε μάλλον πέτρες πεταμένες στο κενό και ελεύθεροι όσο αυτές. (σ. 103, 111)

Ο Λεβύ σηκώνει το γάντι: η εικόνα με τις πέτρες τις «πεταμένες στο κενό» είναι κομμάτι μιας ολόκληρης σχολής ελληνικής σκέψης (Δημόκριτος, Επίκουρος), είναι η εικόνα του Λουκρητίου, που συνάρπασε τον Οβίδιο και τον Μονταίν, τον Ρεμπώ και τον Λωτεραμόν και που διαμορφώθηκε ως θεωρία του clinamen, της εκτροπής των ατόμων που αποκλίνουν ελαφρά από την πορεία τους για να σχηματίσουν όντα μοναδικά. Την αντικρούει βασισμένος στον Ρουσώ αλλά και σειρά άλλων φιλοσόφων, από τον Σπινόζα και τον Λαίμπνιτς στον Σαρτρ και τον Λεβινάς. Ο Ουελμπέκ σηκώνει το φρύδι: δεν έχει διαβάσει Λεβινάς, δεν έχει καταφέρει να πάρει τον Σαρτρ στα σοβαρά, δεν είναι σίγουρος ότι έχει καταλάβει απόλυτα τους Νίτσε, Καντ, Σπινόζα, βαριέται αφόρητα την ψυχανάλυση και τους ψυχαναλυτές

Θεέ μου (αν υπάρχεις)!

Με εμένα έχουμε φτάσει ήδη στη δεύτερη γενιά απόλυτων άθεων – άθεων όχι μόνο θρησκευτικών αλλά και πολιτικών. Σε αυτό το στάδιο ο αθεϊσμός δεν έχει τίποτα το χαρούμενο, το ηρωικό ή το απελευθερωτικό· δεν συνοδεύεται από κανένα αίσθημα εναντίον του κλήρου, ούτε κι έχει κανένα χαρακτηριστικό στράτευσης. Είναι κάτι ψυχρό, απελπισμένο, βιωμένο με τον τρόπο της καθαρής ανικανότητας, είναι ένας χώρος λευκός, αδιαφανής, στον οποίο προχωρούμε επίπονα, ένας τελειωτικός χειμώνας. Δεν υπάρχει διονυσιακό γέλιο για να προσδώσει ποικιλία στο ζήτημα αυτό· η φιλοσοφία του Νίτσε μου φαίνεται σήμερα σαν άχρηστη πρόκληση, ένα κακόγουστο αστείο. (Ουελμπέκ σ. 156)

Στην πραγματικότητα ένας κόσμος χωρίς Θεό, χωρίς πνευματικότητα, χωρίς τίποτα, μπορεί να μας κάνει να φλιπάρουμε φρικτά, γράφει ο Ουελμπέκ, επιλέγοντας να μείνει άπιστος ο ίδιος, όχι μόνο όσον αφορά τον Θεό, αλλά και την ίδια την πίστη και να αντιμετωπίσει με θετικιστικό – ελαφρά περιφρονητικό – χαμόγελο τις διάφορες υλιστικές ή πνευματιστικές μεταφυσικές που νέμονται τις αγορά της πίστης. Αντ’ αυτών, προτιμά να εργαστεί σε ένα εκτός θρύλων κύκλο αποδείξιμων και διαψεύσιμων προτάσεων. Αυτή η ύποπτη πίστη στην αιώνια ζωή αποτελεί για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες ένα «καταπληκτικό προϊόν» και κάνει τα πάντα να φαίνονται δυνατά – μπροστά της καμιά θυσία δε μοιάζει υπερβολική – βλ. τους ισλαμιστές καμικάζι. Ως μυθιστοριογράφος μάλιστα έχει διαπιστώσει πως οι εντελώς άθεοι άνθρωποι και εξ αυτού του γεγονότος πεπεισμένοι για την απόλυτη οντολογική τους μοναξιά και θνητότητα, εξακολουθούν να πιστεύουν στον έρωτα και στον ηθικό νόμο.

Ο Λεβύ συμφωνεί εν μέρει – δεν ένοιωσε ποτέ ούτε χριστιανός ούτε εβραίος – και ελίσσεται: δεν βλέπει τον εβραϊσμό ως θρησκεία αλλά ως αλήθειες που δεν αφορούν τη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό αλλά τη σχέση τους με τους άλλους ανθρώπους. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο έναν άνθρωπο, αυτό που δείχνει ή αυτό που κρύβει, αυτό που λέει ή αυτό που δεν λέει, επιμένει πως σε κάποιες περιοχές της ψυχής ο θετικισμός χάνει έδαφος. Σε κάθε περίπτωση η Γαλλία είναι μια χώρα λιγότερο ουδετερόθρησκη από όσο λένε.

Οι άλλοι και οι πολλοί άλλοι

Στις δυτικές μας κοινωνίες, ένα άτομο μπορεί κάλλιστα να θέσει εαυτό εκτός ομάδας, για μερικά χρόνια, και να αποπειραθεί να καλπάσει σχεδόν ελεύθερο. Όμως αργά ή γρήγορα ο όχλος ξυπνά, αρχίζει το κυνήγι και τελικά τον πιάνει. Τότε ο όχλος εκδικείται και η εκδίκησή του είναι τρομερή. Διότι φοβήθηκε και αυτό ίσως να προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι είναι πολυπληθής· αποτελείται, όμως, από μέτρια άτομα, τα οποία έχουν συναίσθηση και ντρέπονται που είναι έτσι και τους εξοργίζει το γεγονός ότι η μετριότητά τους θα μπορούσε, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, να φανεί στο φως της ημέρας. (Ουελμπέκ, σ. 182).

Η συζήτηση φτάνει στο πλέον κοινό τους και φλέγον ζήτημα: στις συνεχείς επιθέσεις, στα χτυπήματα και στη χολή που αντιμετωπίζουν από κάθε (γραπτή) πλευρά: Ο Λεβύ είναι απαισιόδοξος: Λέμε: «Θα περάσει, η μια εικόνα διώχνει την άλλη, η μια πληροφορία διώχνει την προηγούμενη». Όμως όχι. Μένουν. Γίνονται κρούστα. Είναι σαν ένας υπόκωφος θόρυβος…Ποτέ δεν υποβάλλω μήνυση, ποτέ δε ζητώ αποζημίωση για τις μαλακίες που τυπώνονται σχετικά με το άτομό μου… Ένα κομμάτι του εαυτού μου τελικά δε δίνει δεκάρα για όλα αυτά και είναι σε μεγάλο βαθμό «αλεξίπυρο». Κυρίως όμως είναι γιατί δεν ωφελεί σε τίποτα.  Η φημολογία είναι, στις παράλογες κοινωνίες μας, ένα από τα πρόσωπα του μοιραίου. Κι έχω πληρώσει ακριβά για να μάθω ότι, ενάντια στη φημολογία, το κουτσομπολιό, τη λανθασμένη πληροφορία που διαδίδεται σαν ιός, δεν μπορούμε, στην πραγματικότητα, να κάνουμε τίποτα. Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, ποτέ, όταν σου στέλνουν ένα τηλεκατευθυνόμενο βλήμα στο κεφάλι.

Ο Λεβύ γνωρίζει καλά το κυνήγι του ανθρώπου που κρύβει τον συγγραφέα και γνωρίζω πως κερδίζει πάντοτε ο όχλος, γιατί, πρώτον, φοβάται, πολύ περισσότερο από εμάς, κινητοποιείται από έναν εγγενή, ανεξέλεγκτο, ζωώδη φόβο (βλ. θέση του Μπερνανός για τους ναζί, βλ. σκηνή του Μαλαπάρτε στο Καπούτ, με τον Χίμλερ στο χαμάμ). Η κακία είναι πάντοτε κόρη ενός πανικόβλητου φόβου. Δεύτερον είναι αδύναμος, τρίτον είναι προβλέψιμα ηλίθιος, ένα μεγαλόσωμο, αδέξιο ζώο που δεν βλέπει μακρύτερα από την άκρη της μουσούδας του.

Σαρτρ, Καμύ, όλοι οι κυνηγημένοι μισητοί συγγραφείς κατάφεραν σαν καλοί πολεμιστές να παραπλανήσουν τους διώκτες τους, φροντίζοντας κάθε φορά να βρίσκονται εκεί όπου ο όχλος δεν τους περιμένει. Παρόμοια όπλα επιλέγει κι ο ίδιος: δολώματα, μάσκες, ψεύτικες ταυτότητες, την τέχνη να κρύβεσαι επιδεικνυόμενος ή να επιδεικνύεσαι κρυπτόμενος. Δυο δικαιώματα πρότεινε ο Μπωντλαίρ στον κατάλογο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – το δικαίωμα να αντιφάσκεις και το δικαίωμα να φεύγεις… Άλλωστε έχει κι αυτός τη στρατιά των υποστηρικτών του: «ανώνυμοι» επιστολογράφοι που επικοινωνούν μαζί του, φίλοι, companeros, ενθαρρυντές, αναγνώστες, μπλόγκερς, αποδελτιωτές, φοιτητές, ενδιαφερόμενοι. Και σε κάθε περίπτωση σκέφτεται πως οι συγγραφείς θα συνεχίσουν να γράφουν και να διαβάζονται ενώ οι δηλητηριώδεις κακοί θα ξεχαστούν.

Οι πλανητικοί βλάχοι

Κάποιος ιστορικός του μέλλοντος σίγουρα θα βγάλει μεγάλα διδάγματα από το γεγονός ότι και ο ένας και ο άλλος είχαμε παίξει με αρκετή άνεση τον ρόλο του δημόσιου κινδύνου. Εκείνος που θα καταφέρει να καταλάβει γιατί εμείς, που είμαστε τόσο διαφορετικοί, έχουμε γίνει οι βασικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι της εποχής μας στη Γαλλία, θα καταλάβει συγχρόνως πολλά πράγματα για την ιστορία της Γαλλίας αυτής της εποχής, γράφει ο Ουελμπέκ. Τονίζει την γελοιότητα να παρουσιάζονται οι Βαν Γκογκ και Αρτώ ως θύματα της αστικής κοινωνίας της εποχής τους, της στενομυαλιάς και του σκοταδισμού, υπονοώντας ότι αυτό σήμερα δεν θα ήταν δυνατό, αφού είμαστε τόσο ευφυέστεροι και ανοιχτοί. Μέχρι το τέλος παραμένουμε πάντοτε κάπως σαν άγρια παιδιά: ποτέ απολύτως γαλήνια ή εξημερωμένα, πάντοτε έτοιμα να δαγκώσουν. Αυτό φαίνεται καθαρότερα στο ίντερνετ όπου οι άνθρωποι αποχαλινώνονται χωρίς την παραμικρή αιδώ, όπου όλα είναι υπερβολικά, προσβλητικά και χυδαία. Αν το ίντερνετ δημιουργεί τις συνθήκες του «παγκόσμιου χωριού», τότε ξαναφέρνει μεταξύ μας και κάτι από τη χαρωπή βαναυσότητα των χωριάτικων ηθών.

Ο Ουελμπέκ παρατηρεί τον «πολλαπλασιασμό των ακροαριστερών δικτυακών τόπων που δεν απέχουν και πολύ από την προτροπή σε δολοφονία» και την «παρά φύση συμπαιγνία μεταξύ της άκρας αριστεράς και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού».  Δεν θα πατούσε ποτέ το πόδι του σε τηλεοπτικό πλατό, η διασημότητα δεν τον ενδιέφερε ποτέ, απορεί που οι εκδότες συνδέουν την πολιτιστική (τους) αναγνώριση με τα ΜΜΕ παρά, για παράδειγμα, με τις πανεπιστημιακές μελέτες.

Δεν σταματούσαν να διαπιστώνουν ότι τα βιβλία μου δεν ήταν καθόλου η έκφραση μιας γενικής ανθρώπινης αλήθειας, αλλά ενός προσωπικού τραύματος … Πρωτόγονη απόπειρα συρρίκνωσης της λογοτεχνίας σε μαρτυρία όλα αυτά τα είχε πει, πολύ πριν από τον Νίτσε, ο Τοκβίλ. Διότι στις κοινωνίες μας είναι σημαντικό να ντρέπονται οι άνθρωποι να είναι ο εαυτός τους· ίσως μάλιστα η ντροπή να έχει γίνει το βασικό μέσο καθυπόταξης… // Κρατάω έναν καθρέφτη μπροστά στον κόσμο και αυτός βρίσκει ότι δεν είναι πολύ όμορφος. Επιστρέφει τον καθρέφτη και δηλώνει: «Δεν περιγράφετε τον κόσμο, τον εαυτό σας περιγράφετε». Τον επιστρέφω με τη σειρά μου δηλώνοντας: «Δεν μιλάτε ούτε για τα βιβλία μου ούτε για μένα στα αξιοθρήνητα άρθρα σας»

Περί συγγραφικών προτιμήσεων

Ο Ουελμπέκ ομολογεί πως «έχει κυλιστεί με ηδονή» στον Μονταίν και στον Ρουσώ. Θεωρεί τον Σελίν ιδιαίτερα υπερτιμημένο – προτιμά τις αρμονικές αναπτύξεις του Προυστ, το βιαστικό ροκ εντ ρολ του Πασκάλ στις Σκέψεις, τις συμφωνικές δομές των Σατωμπριάν και Λωτρεαμόν. Ο Λεβύ δεν αντέχει τους συγγραφείς που ήταν διπλωμάτες (ιδιότητα που ευτυχώς ξέχασε ο Κλωντέλ στη Γνώση της Ανατολής), προτιμά τους συγγραφείς – κατασκόπους; Κέσλερ, Όργουελ, Βολταίρο, Καζανόβα, Μπωμαρσέ, Μαλρώ, Μπλαντ: όλοι έχουν «εκπληκτικά κοιτάσματα πρόζας, λογοτεχνικά μεταλλεύματα στη φυσική τους μορφή». Συναρπάζεται εσαεί από τους μεγάλους ανένδοτους: Μπενύ Λεβύ, Ρομπέρ Λινάρ, Ζαν – Κλωντ Μιλνέρ, Ζακ – Αλαίν Μιλέρ, Συλβαίν Λαζαρύς. Και πάντα ο Μαλρώ: ο πιο υποτιμημένος – μαζί με τον Μαλαπάρτε – από τους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Χωρίς αυτόν δεν θα πήγαινε στο Μπαγκλαντές ή τη Βοσνία. Και βέβαια, ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Μπωντλαίρ, ο Χεμινγουέι, ο Οβίδιος, οι ραβίνοι του, ο Γκαρύ.

Γράφουμε για να φυλακιστούμε δια βίου ή για να αποκολληθούμε;

Ο Λεβύ εξομολογείται πως είναι ένας από τους σπάνιους μυθιστοριογράφους της γενιάς του που καταγίνεται με την επινόηση προσώπων που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να του μοιάζουν, εμμένοντας στην ιδέα του ύστερου Φουκώ: δεν γράφουμε για να μάθουμε ποιοί είμαστε και τι θα απογίνουμε. Το διακύβευμα ενός βιβλίου δεν είναι τόσο να είναι κανείς ο εαυτός του, να συμπέσει με την αλήθεια του ή το αιώνιο παιδί μέσα του κι άλλες τέτοιες ηλιθιότητες του σωρού, όσο για να αλλάξει, να γίνει κάποιος διαφορετικός από αυτό που είναι.

Όσο προχωρώ, τόσο περισσότερο η ζωή, οι χαρές της, οι καθημερινές της ευτυχίες, οι συναντήσεις της, δεν με ενδιαφέρουν παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα αποσυντεθούν μέσα σε ένα διάλυμα από λέξεις.(…) Τίποτα δεν με ενδιαφέρει αν δεν είναι πρόσχημα συγγραφής. (…) Αντιλαμβάνομαι με τρόμο ότι πάνε χρόνια που δεν έχω «θυσιάσει» ούτε μια μέρα, ούτε καν ένα βράδυ καλής συγγραφής αν δεν ξέρω ότι, αργά ή γρήγορα, θα τα χρειαστώ για κάποιο κείμενο. (…) Αντιλαμβάνομαι, όχι χωρίς κάποια ντροπή λοιπόν, ότι άπαξ και μπουν σε λέξεις και αποθησαυριστούν σε ένα βιβλίο ή τεθούν υπό εξακρίβωση με ένα άρθρο, τα πράγματα παύουν να με αφορούν. Παύω να επενδύω σε αυτά, απενεργοποιούνται…(Λεβύ, σ. 224)

Ο Ουελμπέκ αμφιβάλλει αν είναι όμορφη μια τέτοια ζωή, όπου δεν μπορούμε να κάνουμε βήματα χωρίς το σημειωματάριό μας! Αναπολεί όμως τα χρόνια της νεότητας όταν ήταν ποιητής, του λείπουν οι σεμνές εκδηλώσεις των τοπικών κοινοτήτων, προκρίνει την ανωτερότητα της ποίησης έναντι του μυθιστορήματος. Ο Λεβύ διαφωνεί: δεν υπάρχει ανώτερο είδος, η τέχνη είναι ενιαία: ένας στίχος, μια σελίδα πρόζας, μια πινελιά, κάποια κινηματογραφικά πλάνα, η γνώση που προσφέρει ένα μυθιστόρημα του Ροθ, μια φωτογραφία του Άβεντον, μια αυτοβιογραφική σελίδα του Γκρομπρόβις, μια σκηνή του Αισχύλου ή του Ρακίνα. Θα παίρνει τα «είδη» όπως παίρνει ένα ταξί, θα τα δανείζεται όπως παλιά τα άλογα μέχρι τον επόμενο σταθμό (Φουκώ και Ντελέζ έλεγαν κάτι παρόμοιο σε προ σαρακονταετίας συζήτηση στο περιοδικό L’ Arc).

Σε τέτοιους μονολογικούς διαλόγους το τελευταίο που έχει σημασία είναι αν διαφωνείς ή συμφωνείς. Προηγείται η πειστικότητα του λόγου και ακόμα περισσότερο η απόλαυσή του. / Εκδ. Εστία [Σειρά Μαρτυρίες & Μυθιστορηματικές Βιογραφίες], 2010, σελ. 284 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση σε πολύ συντομότερη μορφή: mic.gr.

24
Σεπτ.
11

Διαβάζω, τεύχος 521 (Σεπτέμβριος 2011)

Το παιδί έχει όλη την ευχέρεια να φαντασιωθεί όπως και ο τρελός. Ο τρελός και το παιδί μπορούν να φαντασιώνονται στο άπειρο. Δεν έχουν όρια, γι’ αυτό τους βάζω μαζί έλεγε η Μαργαρίτα Καραπάνου σε συνομιλία με φοιτητές της Παντείου, που δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ, σ’ ένα αφιέρωμα στην ιδιότυπη, απολαυστική κι εξουθενωτική μαζί συγγραφέα με την νεωτερική γραφή, που μας άφησε την Κασσάνδρα της με τον Λύκο να μας στοιχειώνουν ακόμα και έκτοτε να βλέπουμε τα μικρά παιδιά με λιγότερο βλακώδη οπτική,

Ο Αλέξης Ζήρας αναλαμβάνει την εκτενή χαρτογράφηση της πορείας της στα συμφραζόμενα της εικοσαετίας 1980 – 2000, εποχής μιας σαρωτικής εισβολής του βορειο- και νοτιο-αμερικανικού, του αγγλικού, ή του ασιατικού εν γένει μυθιστορήματος και μιας προϊούσας αποκαθήλωσης της πεζογραφικής μας παράδοσης. Κάπου εκεί εντοπίζονται συγγραφείς και έργα ανάδελφα σε σχέση με όσα αποτελούσαν το mainstream της πεζογραφίας μας στα τέλη του 20ού, όπως άλλωστε και νωρίτερα υπήρχαν πρόδρομες περιπτώσεις αποκλίνουσες από τους κανόνες της εποχής τους (ενδεικτικά: Μιμίκα Κρανάκη, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Νίκος Καχτίτσης, Μάριος Χάκκας, Τάκης Κουφόπουλος).

Στη σειρά των ιδιότυπων και μοναχικών σαφώς εντάσσεται και η Μαργαρίτα Καραπάνου, μια αποκλίνουσα του ρεαλισμού συγγραφέας, ή, καλύτερα, μια συγγραφέας που απέδωσε ρεαλιστικά τις πυρετώδεις φαντασιώσεις της, που είχε ως πατρίδα της τον μέσα, απειροτικό εαυτό. Από την Κασσάνδρα και τον λύκο, εκείνη την πνευματώδη νουβέλα στην παράδοση της γαλλικής ελευθεριακής κουλτούρας μέχρι το ανθρωποφαγικό βιβλίο της απόλυτης διάλυσης Rien ne va plus, η Καραπάνου, πάντα δύσπιστη στην αναπαραστατική διαφάνεια και τη λογική της αφήγησης, σπαταλήθηκε οικειοθελώς στην οικοδόμηση ενός παρελθόντος δικού της και ξένου, στην παθιασμένη αλλά μάταιη αναζήτηση της μητέρας της (ούτως ή άλλως ερωτικού και μισητού της άλλου), στον βουλιμικό σεξουαλισμό και σε διαδοχικές βαθμίδες διάλυσης του εγώ της.

Η Αγγέλα Καστρινάκη φυλλομετρά και καταδύεται στο Ημερολόγιο μιας Προικισμένης, η Φωτεινή Τσαλίκογλου συνομιλεί για άλλη μια φορά μαζί της – αυτή τη φορά εν τη απουσία της – μέσω πολλών και διαφορετικών φωνών, η Αναστασία Νάτσινα εστιάζει στην πραγματικότητα και την μυθοπλασία του Ναι της, η Ειρήνη Χατζάκη δοκιμάζει και δοκιμάζεται «Με τον τρόπο της Μαργαρίτας Καραπάνου». Επιμέλεια του αφιερώματος: Γιάννης Ν. Μπασκοζος και Χριστιάνα Μυγδάλη.

Ο Τζο Νέσμπο (από την Νορβηγική Εθνική Αστυνομικής Λογοτεχνίας, πλέον και στη Μικτή Ευρώπης) συνομιλεί για τη Νέμεση, το δικό του μοσχοπούλητο Νέμεσις, την μεταγραφή του από το χρηματιστηριακό στο αστυνομικό σασπένς, τη μέγιστη επιρροή του Ρόαλ Νταλ και την άμεση ώθηση από το Μπουκοφσκικό Τοστ Ζαμπόν. Οι Διαβάζοντες από τα Περίπτερα έχουν να λαμβάνουν και τους Lee και Lou της Μ. Καραπάνου. [120 σελ.]

12
Σεπτ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 42

Silvina Ocampo, Autobiografía de Irene (1948)

Mercè Rodoreda, La plaza del Diamante (1962)

Zelda Fitzgerald, Save me the waltz (1932)

Irish Murdoch, A severed head (1961)

Σταυρωμένα χέρια ή πόδια, φιλήδονο ή υστερικό βλέμμα. Οι εκδοχές μας για την θηλυκότητα, οι οπτικές μας για την γυναίκα: πάντα φευγαλέες και ημιαληθείς, πάντα κατάφορτες με την πιθανότητα του λάθους. Και κυρίως στερεοτυπικές και στερεοτυπωμένες.

11
Σεπτ.
11

E. M. Cioran – Ο πειρασμός του υπάρχειν

Οι διαταραχές, οι ντροπές, οι φρίκες, από τις οποίες θέλουν να μας απαλλάξουν οι θρησκευτικές ή λαϊκές θεραπευτικές, συνιστούν κληροδότημα, που με κανένα τίμημα δεν θα έπρεπε ν’ αφήσουμε να μας το αποστερήσουν. Πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στους θεραπευτές μας, και να διαφυλάσσουμε τις δυστυχίες και τις αμαρτίες μας. Το εξομολογητήριο: βιασμός των συνειδήσεων…Κι αυτός ο άλλος βιασμός: η ψυχολογική ανάλυση! Εκλαϊκευμένο, εκπορνευμένο, το εξομολογητήριο θα εγκατασταθεί οσονούπω στις γωνιές των δρόμων: εκτός από κάποιους δολοφόνους, όλος ο κόσμος φιλοδοξεί να έχει ψυχή δημόσια, ψυχή – αφίσα. (σ. 97). Οι δικαιολογίες που επικαλούνται οι άνθρωποι για να προσδώσουν νόημα στην ύπαρξή τους κατέτρωγε τη σκέψη του Εμίλ Μιχάι Σιοράν (1911-1995) ήδη από το πρώτο του έργο, Στα κορυφές της απελπισίας (Aux cimes du sespoir, 1934).

Γεννημένος στο Ρασινάρι των Ρουμανικών Καρπαθίων (υπό αυστροουγγρική κατοχή) ο Σιοράν άρχισε πολύ νέος να διαβάζει Νίτσε, Σοπενχάουερ, Ντοστογιέφκσι, Λίχντεμπεργκ, Σπένγκλερ, Ταγκόρ, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, κι αργότερα Χέγκελ, Καντ, Κίργκεγκωρ, άρα νωρίς να εισέρχεται στις αβύσσους της σκέψης και του λόγου. Στα είκοσί του περιπλανιόταν σαν φάντασμα στους δρόμους από τις κρίσεις αϋπνίας που κρατούσαν βδομάδες, κι όταν κάποτε σωριάστηκε μπροστά στη μητέρα του αναφωνώντας Δεν μπορώ άλλο, έλαβε την απάντηση Αν το’ ξερα θα’ χα κάνει έκτρωση. Η φράση λειτούργησε απελευθερωτικά: είμαστε καρποί του τυχαίου και δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να καταλάβουμε.

Επηρεασμένος από τον μεταφυσικό μαζοχισμό του Όσκαρ Κοκόσκα και συχνά γοητευμένος από ακραίες ιδεολογικές θέσεις, αισθανόταν εκτός τόπου μέσα στη χώρα του και εκπατρίστηκε οριστικά και αμετάκλητα στο Παρισινό Καρτιέ Λατέν. Εκεί έζησε μια ζωή μόνιμης απραξίας και γραφής στα γαλλικά (από το 1947, μετά την απαγόρευση των βιβλίων του από το νέο κομμουνιστικό κράτος της Ρουμανίας). Γευμάτιζε  για χρόνια στη Φοιτητική Εστία και αρνιόταν κάθε είδους δημόσια εμφάνιση ή τιμητική διάκριση, με εξαίρεση την ιδιότητα του επίτιμου μέλους της Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων μετά την πτώση του Τσαουσέσκου.

Αντί των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων προτίμησε τον αφορισμό, όπως οι στοχαστές του 18ου αιώνα, αναφερόμενος συχνά στον ρώσο στοχαστή Λέον Σεστόφ (που τοποθέτησε την απελπισία στην καρδιά κάθε αληθινού φιλοσοφικού στοχασμού) και στους Κυνικούς, στον Αντισθένη και στον Διογένη της Σινώπης. Η αντιφιλοσοφία του ήταν ακριβώς η απόρριψη της Φιλοσοφίας, της Ιδεολογίας, ακόμα και της Δράσης και η κατάφαση της άρνησης και της ματαιότητας. Κάθε βεβαιότητα αποτελεί αυταπάτη, ένα παραμύθι που βολεύει τον καθένα για να ισορροπήσει τα ανισόρροπα.

Η «οριακή κατάσταση» της εξορίας, αυτό το «σχολείο ιλίγγου»  απασχόλησε μόνιμα την σκέψη του: Λανθασμένα σχηματίζουμε για τον εξόριστο την εικόνα κάποιου που καταθέτει τα όπλα, αποσύρεται και περνάει στην αφάνεια, υπομένοντας καρτερικά τις αθλιότητές του, το γεγονός ότι αποτελεί φύρα. […] Διακρίνω, μάλιστα, μια σχέση ανάμεσα στη δυστυχία και τη μεγαλομανία. Εκείνος έχει χάσει τα πάντα, διατηρεί ως τελευταία προσφυγή την ελπίδα της δόξας, ή του λογοτεχνικού σκανδάλου. […] Θα δοκιμάσει σε άλλο ιδίωμα; Δεν θα του είναι εύκολο ν’ απαρνηθεί τις λέξεις όπου σέρνεται το παρελθόν του. Όποιος αρνείται τη γλώσσα του, για να υιοθετήσει μιαν άλλη, αλλάζει ταυτότητα, ακόμα και απογοητεύσεις. Ηρωικά προδότης, έρχεται σε ρήξη με τις αναμνήσεις του, και μέχρι ενός σημείου, με τον εαυτό του. («Πλεονεκτήματα της εξορίας»).

Στην «Επιστολή για κάποια αδιέξοδα» μονολογεί για τους ατέλειωτους χαμένους και κατεστραμμένους από το ταλέντο τους, καταλήγοντας στον λογοτέχνη, έναν αδιάκριτο που «υποτιμά τις αθλιότητές του, τις κοινολογεί, τις αναμασά: η αναισχυντία – επίδειξη οπισθοβουλιών – είναι ο κανόνας του· προσφέρεται». Η συγγραφή βιβλίων για τον Σιοράν δεν είναι άσχετη από το προπατορικό αμάρτημα: είναι η απώλεια μιας αθωότητας, η επανάληψη της πτώσης μας. Η δημοσίευση των ελλειμμάτων μας για να διασκεδάσουμε τους άλλους, μοιάζει βαρβαρότητα, βεβήλωση, σπίλος. Όμως την ίδια στιγμή παραδέχεται: Ψίχα ενστίκτου, ωστόσο, μ’ εξαναγκάζουν να γραπωθώ από τις λέξεις. Η σιωπή είναι αβάσταχτη: πόση δύναμη χρειάζεται για να κατοικοεδρεύσεις στην ακριβολογία του Ανείπωτου! Πιο εύκολο είναι ν’ απαρνηθείς τον άρτο, παρά τον λόγο. Δυστυχώς, ο λόγος ολισθαίνει στη λογοδιάρροια, στη λογοτεχνία.

Άλλοτε μοιάζει να αναπολεί απολεσθείσες αισθήσεις άλλων εποχών. Τους βοσκούς των Καρπαθίων και τους ζητιάνους της Ισπανίας, που δεν ένιωθαν την ανάγκη να επινοήσουν τη ζωή τους: υπήρχαν, πράγμα που ούτε κατά διάνοια δεν συμβαίνει στον πολιτισμένο. Τους αλλοτινούς καλλιτέχνες, που έφτιαχναν το έργο τους χωρίς να το πολυσκέφτονται και χωρίς να περιβάλλονται από θεωρίες και παρατηρήσεις περί της μεθόδου. Πλάι στο σημερινό «δημιουργό» εκείνοι του παρελθόντος μοιάζουν άρρωστοι από υγεία: δεν είχαν γίνει αναιμικοί από τη φιλοσοφία, όπως οι σημερινοί. Δεν είναι πια το έργο που υπολογίζεται αλλά το σχόλιο που προηγείται του έργου ή το διαδέχεται. Το «ψυχολογικό αισθητήριο» μας έχει μεταμορφώσει σε θεατές των εαυτών μας («Πέραν του μυθιστορήματος»). Μήπως εδώ προϋπάρχει «μεταμοντέρνα» σκέψη;

Κι αν κάποτε ο Κουρασμένος Σκεπτικιστής μπορεί να ξεκουράζεται στις λέξεις, την επόμενη στιγμή εκείνες τον προδίδουν. Ποιος θα συντάξει ένα λεξικό των φωνημάτων κατά εποχές, μιαν απογραφή των φιλοσοφικών ρευμάτων; Το εγχείρημα θα μας έδειχνε ότι ένα σύστημα πάσχει από την ορολογία του, φθείρεται από τη μορφή του. Τον τάδε στοχαστή που θα μπορούσε ακόμα να μας ενδιαφέρει, αρνιόμαστε να τον διαβάσουμε, επειδή είναι αδύνατον να υποφέρουμε τη λεκτική συσκευασία με την οποία επενδύονται οι ιδέες του. …Οι διδαχές πεθαίνουν απ’ αυτό που τους είχε εξασφαλίσει την επιτυχία: το ύφος. Για ν’ αναβιώσουν πρέπει να τις ξανασκεφτούμε με τη δική μας διάλεκτο.

Ούτε η ίδια η ψυχή δεν μένει αλώβητη! Η σημερινή της κατάσταση είναι θλιβερή, το τέλος της δεδομένο, ενώ είχε αρχίσει καλά: όλες οι αρχαίες διδασκαλίες, σφραγισμένες από τον μυστικισμό, στηρίζονταν σ’ αυτήν. Αλλά σήμερα ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν εκτός από τα τραγούδια που την αναφέρουν και τις μελωδίες που την υποφέρουν; Ο λόγος δεν την ανέχεται πια: έχοντας περιβληθεί πάμπολλες σημασίες και χρήσεις, έχει μαραθεί, υπομονευθεί, εξευτελιστεί. Ο κύριός της, ο ψυχολόγος, την αποτελείωσε («Λύσσα και εγκαρτέρηση»).

Η συλλογή συμπληρώνεται με κείμενα για τον καταρρέοντα δυτικό κόσμο («Περί ενός ασθμαίνοντος πολιτισμού»), την βολικότητα του πεπρωμένου («Μικρή θεωρία της μοίρας»), την εβραϊκή ιδιαιτερότητα («Ένας λαός μοναχικών»), την αδυναμία της έκφρασης του μυστικισμού («Το εμπόριο των μυστικών») κ.ά. Ακόμα κι όταν οι ρήσεις του Σιοράν μοιάζουν ανερμάτιστες, ακόμα κι αν συχνά σου μεταδίδεται η εντύπωση πως μπορεί να λέει οτιδήποτε θέλει μόνο και μόνο για να αρνηθεί ή να κατεδαφίσει, όσο κι αν κάποτε μοιάζει να χτίζει οποιοδήποτε συλλογισμό χωρίς την παραμικρή ανάγκη απόδειξης (στοιχείο άλλωστε κάθε αφορισμού), ακόμα και τότε ο λόγος του παραμένει γοητευτικός κι ακαταμάχητος, ελκυστής της σκέψης μας μέσα στον απολαυστικό λεκτικό του λαβύρινθο και σε φράσεις που μοιάζουν τρομακτικά αληθινές.

Ο συγγραφέας, αυτή είναι η λειτουργία του, λέει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα έχει να πει: διαστέλλει τη σκέψη του και τη συγκαλύπτει με λέξεις. Από ένα έργο απομένουν μονάχα δυο ή τρεις στιγμές: αστραπές σε κυκεώνα. Κάθε λέξη είναι μια παραπανίσια λέξη. (σ. 100)

Ο άνθρωπος των γραμμάτων μειώνεται με κάθε λέξη που γράφει. (σ. 67)

Εκδ. Scripta, 2007, [Σειρά Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, 236 σελ., με εξασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή (La tentation d’ exister, 1956).

Στην τελευταία φωτογραφία: το σπίτι όπου γεννήθηκε (Ρασινάρι).

09
Σεπτ.
11

Μικαέλ Λεβί & Ολιβιέ Μπεζανσενό – Che Guevara. Μια φλόγα που καίει ακόμα

Το βιβλίο ξεκινά από το τέλος, Μια νύχτα κάπου στη Βολιβία, σε δάσος ανεξερεύνητο κι ελλιπώς καταγεγραμμένο, με τον Τσε στερημένο από φάρμακα απέναντι στον αποπνικτικό του συνοδοιπόρο, το άσθμα, αλλά με το σημειωματάριο πορείας πάντα μαζί του, γεμάτο ποιήματα των Neruda, León Felipe, Guillén. Μετά την πεντάμηνη αναμονή στην Πράγα και την αποδοχή της αποτυχίας του Κονγκό το παρόν είναι αβέβαιο όσο ποτέ: ο εντεκάμηνος ανταρτοπόλεμος  της βολιβιανής οδύσσειας του 1966, ανάμεσα σ’ έναν εχθρικό αγροτικό πληθυσμό που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ειδοποιήσει το στρατό – σε αντίθεση με τη Σιέρα Μαέστρα, που στεκόταν δίπλα τους, η αντίδραση του ΚΚ Βολιβίας, που θεωρούσε απαράδεκτο ένας μη-Βολιβιανός να καθοδηγεί εξέγερση σε αυτά τα εδάφη και σε κάθε περίπτωση άκουγε μόνο τη φωνή του σοβιετικού της αφεντικού.

Ο άνθρωπος που διηύθυνε την κουβανική επανάσταση από το 1956 μέχρι το 1965 και που οραματιζόταν να γίνει η κορδιλιέρα των Άνδεων σαν τη Σιέρα Μαέστρα τώρα βρίσκεται με 17 μόνο μάχιμους αντάρτες, χλωμούς σαν το κερί, με σάκους τριάντα  κιλών – ο δικός του ήταν σωστό βιβλιοπωλείο. Οι Κουβανικές αναμνήσεις έρχονται κι επανέρχονται: τα δυο περίφημα ταξίδια με μοτοσικλέτα όπου έζησε την εκμετάλλευση και τις ανισότητες, την θεριστική λεηλασία της United Fruit Company και τις εξαθλιωμένες συνοικίες της Λα Παζ, έμαθε την υπόγεια ιστορία των απελευθερωτικών κινημάτων του Tupac Amaru (1745) και του Simón Bolivar (1825), είδε στην κορυφή του Μάτσου Πίτσου ότι οι Ινδιάνοι των Άνδεων δεν είχαν ποτέ πάψει να αγωνίζονται κατά της καταστροφής του πολιτισμού τους, αισθάνθηκε την αιώνια σκιά των προκολομβιανών πολιτισμών στα μεθυστικά τοπία. Το ιουλιανό βράδυ του 1955 που γνώρισε τον Φιντέλ και συζήτησαν όλη τη νύχτα ως την αυγή, οπότε και γνώριζε πως είχε γίνει αγωνιστής της κουβανικής επανάστασης, το αντάρτικο, η νίκη, τα υπουργεία, η διεύθυνση της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, όπου με χαρά αψήφησε τις διεθνείς αγορές εκδίδοντας χαρτονομίσματα υπογεγραμμένα με το ψευδώνυμό του και με τη μορφή του Camilo Cienfuegos. Τι θα έμενε απ’ όλα αυτά; Σήμερα, 40 χρόνια μετά, τι μένει απ’ όλα αυτά;

Υπάρχουν πολλές βιογραφίες του Ernesto Guevara de la Serna αλλά ετούτη εστιάζει στις ιδέες, τις αξίες, τις προτάσεις και τα όνειρά του, επιχειρώντας να συλλάβει την εξέλιξη του πολιτικού του στοχασμού, να τον επαναναγνώσει κριτικά, να εντοπίσει την συμβολή του στο σήμερα. Ο πολυμεταφρασμένος Λεβί είναι διευθυντής κοινωνιολογικών ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας κι έχει ασχοληθεί εκτενώς με τον μαρξισμό στη Λατινική Αμερική και τη «θεολογία της απελευθέρωσης». Ο Μπεζανσενό είναι στέλεχος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (Ligue communiste révolutionnaire – LCR) και υποψήφιός της στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 και 2007, υποστηριζόμενος από ευρύτερα κόμματα της γαλλικής αριστεράς. Αμφότεροι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, άρα – δηλώνουν – έχουν διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες του Γκεβαρικού Έργου.

Η επιθυμία του Τσε ήταν να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από το «αόρατο κλουβί» όπου η κοινωνία φυλακίζει τον άνθρωπο και τον κάνει λύκο για το συνάνθρωπό του. Η πορεία του επιταχύνθηκε από το υποστηριγμένο από τις ΗΠΑ στρατιωτικό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα το 1954 – υπήρξε άμεσος μάρτυρας της ανατροπής του προέδρου Jacobo Árbenz και είδε την ανεπάρκεια του πασιφισμού του. Η μεξικάνικη εξορία του αργότερα τού παρείχε την ευκαιρία να διαβάσει πολλά έργα της μαρξιστικής – λενινιστικής βιβλιογραφίας και να συζητήσει μαχητικά με τους Κουβανούς πρόσφυγες που ετοιμάζονταν να ελευθερώσουν την Κούβα από τη δικτατορία του Μπατίστα. Κι εδώ η μεγάλη διαφορά: ο δικός του δρόμος του προς τον μαρξισμό είναι αδιαχώριστος από εκείνα τα πρόσωπα που συνάντησε καθ’ οδόν· υπήρξε καρπός αναγνώσεων, συζητήσεων και εμπειριών. Ο Τσε δεν βρήκε τις απαντήσεις του στα αναγνώσματα του «μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων», όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II, αλλά προτίμησε να κάνει λάβαρό του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Χαρακτηριστική είναι η απάντησή του σε κάποια γυναίκα που τον ρωτούσε αν είναι συγγενείς: Αν είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, κι αυτό είναι σημαντικότερο.

Ο μαρξισμός για τον Τσε είναι μια ιδεολογία που δεν επιβάλλεται αλλά ένας οδηγός δράσης. Δεν έχει τίποτα το δογματικό, οι ιδέες δεν είναι απαρασάλευτες, κριτική ασκείται ακόμα και στον ίδιο τον Μαρξ. Ο καθένας εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα ιδεών ελεύθερα, μέσα από την ίδια του τη σκέψη. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται κατόπιν διαταγής. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι οι επαναστάτες δεν είχαν κατ’ ανάγκην όλες τις σωστές απαντήσεις σε όλα τα θέματα. Έχοντας όμως εντρυφήσει σε ολόκληρο το μαρξιστικό έργο εντόπισε μια παλιά μαρξιστική ιδέα: η χειραφέτηση του καθενός θα είναι δικό του έργο. Ο Χοσέ Μαρτί έλεγε: ο καλύτερος τρόπος να πεις είναι να κάνεις. Βέβαια μια τέτοια ταυτολογία αποτελούσε ενοχλητική νύξη για την αναβλητική και παθητική διεθνή αριστερά.

Σε κάθε περίπτωση αυτός ο αντιδογματικός μαρξισμός είναι αδιαχώριστος από ηθικές αξίες, σε αντίθεση με τα σταλινικά οικονομικά δόγματα περί «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Μ’ αυτήν ακριβώς την ηθική χροιά αποκόπηκε ριζικά από την ορθόδοξη και ψυχρή εκδοχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» των ανατολικών χωρών. Ο κομμουνισμός είναι φαινόμενο της συνείδησης και όχι μόνο της παραγωγής. Το κλειδί της μεταμόρφωσης βρίσκεται στην παιδεία, στην εκμάθηση του κριτικού πνεύματος, στην απόκτηση όπλων και δεξιοτήτων, που ο Malcolm X (με τον οποίον για άλλη μια φορά έφτανε στα ίδια συμπεράσματα) τις συγκρίνει με όπλα.

Και η βία; Η συγκεκριμένη εποχή ήταν σημαδεμένη από τη βία πολυάριθμων δικτατοριών – βασανισμοί, εκτελέσεις, εξαφανίσεις. Έπρεπε να γίνεται χρήση της έστω και από αντίδραση στην υπαρκτή κτηνωδία; Ο Τσε προτιμούσε να δώσει ο ίδιος διαταγές για τις εκτελέσεις πολλών δεκάδων δημίων και στελεχών του καθεστώτος Μπατίστα αντί να οχυρωθεί πίσω από κατώτερους. Όλες οι μαρτυρίες της εποχής, και από τα δυο στρατόπεδα, συμφωνούν ότι επέδειξε πάντα το μεγαλύτερο σεβασμό για τη ζωή και προτίμησε τις «νόμιμες» εκτελέσεις για να αποφύγει τις εκτελέσεις δια συνοπτικών διαδικασιών και τα μαζικά λιντσαρίσματα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικού σχεδίου και πολεμικών υποχρεώσεων μοιάζει λεπτή, όπως και το θέμα της δημοκρατικής οργάνωσης των αντάρτικων κινημάτων. Την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας συνοψίζει το έμβλημα του Στρατού των Ζαπατίστας: Ο καθένας υπακούει διοικώντας.

Κάθε απελευθέρωση συναντά αυτό το δίλημμα. Η απελευθέρωση της Γαλλίας και άλλων χωρών στιγματίστηκε από τις εκτελέσεις χιλιάδων δοσίλογων. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα προτίμησαν να δώσουν αμνηστία στους ανθρώπους της δικτατορίας Σομόζα. Η γενναιοδωρία τους, που έχει παραμείνει υποδειγματική, δεν ανταποδόθηκε: πολλοί παλιοί της σομοζικής εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι μπήκαν στις γραμμές των Κόντρα, αντεπαναστατικής δύναμης οπλισμένης από τις ΗΠΑ, που πολλαπλασίασε τις εκτελέσεις αμάχων. (σ. 51)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την Γκεβαρική κληρονομιά στη Λατινική Αμερική, όπου μια ολιγαρχία εγκατεστημένη στην εξουσία για πολλούς αιώνες μονοπωλεί τους πόρους κι απομυζά τους λαούς. Εδώ το ερώτημα είναι αν είναι δυνατό να αλλάξουν αυτές οι λατινοαμερικανικές κοινωνίες χωρίς επανάσταση, κάτι που υποστηρίζεται από την «ρεαλιστική» Αριστερά της Λατινικής Αμερικής, όπως έγραψε κι ο Jorge Castañeda (Η αφοπλισμένη ουτοπία). Μόνο που λίγους μήνες μετά, στο νοτιοανατολικό Μεξικό, στην Τσιάπας, οι χωρικοί Ζαπατίστας πήραν τα όπλα για να πουν Ya basta! στη νέα παγκόσμια τάξη, επαληθεύοντας τη φράση Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης των οπλισμένων ουτοπιστών για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) δήλωναν ότι προέρχονταν από τον γκεβαρισμό! O Castañeda βέβαια διαψεύστηκε εν μέρει: ότι οι Ζαπατίστας δεν έχουν ως στόχο να πάρουν την εξουσία, αλλά να προκαλέσουν την αυτοοργάνωση των καταπιεσμένων. Αλλά ένοπλα.

Ακόμα σημαντικότερη είναι η επίδραση του γκεβαρισμού σε πολλά μαζικά κοινωνικά κινήματα, όπως το MST, το Κίνημα των Χωρίς Γη στη Βραζιλία, τους Αργεντινούς piqueteros, τους Βολιβιανούς εργάτες, τους ιθαγενείς Μαπούτσε στη Χιλή, τους Μάγια στη Γουατεμάλα. Ένα ολόκληρο δίκτυο από έδρες Che Guevara κινείται γύρω από το πανεπιστήμιο των Μητέρων της πλατείας Μαΐου στο Μπουένος Άιρες. Και είναι σήμερα βέβαια γνωστή η περίπτωση του Έβο Μοράλες στη Βολιβία, που στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρου απέτισε φόρο τιμής στους προγόνους που αγωνίστηκαν (Tupak Katari, Σιμόν Μπολιβάρ, Τσε), ενώ μεταξύ μελών της κυβέρνησής του υπάρχουν αγωνιστές που πολέμησαν πλάι στον Τσε. Ο Ούγκο Τσάβες, επανέφερε βασικά στοιχεία του γκεβαρικού προγράμματος στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, ενώ στην Κούβα, με τις εργασίες του Carlos Tablada, το βιβλίο μαρτυρία του Orlando Borrego, τις μελέτες του Fernardo Martinez Heredia και τα φλοβερά κείμενα της Celia Hart και πάνω απ’ όλα με την έκδοση του ανέκδοτου σημειωματαρίου του το 2006, η σκέψη του Γκεβάρα ζει στο πολιτικό και πνευματικό διάλογο της χώρας. Και στον υπόλοιπο κόσμο, στο πλήθος κοινωνικών φόρουμ και στις εκφράσεις μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης (altermondialisme).

Η πρόσληψη του γκεβαρισμού σήμερα διαφοροποιείται πολλαπλά από εκείνη των χρόνων της φωτιάς, μεταξύ 1960 και 1979, όταν άνθισε ένα αντάρτικο κίνημα που επικαλείτο τον Τσε. Πρόκειται για εικοσαετία πλήρους υποταγής της Λατινικής Αμερικής στην κυριαρχία της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας, που συνήθιζε είτε να παρεμβαίνει άμεσα, στέλνοντας στρατό είτε να υποκινεί στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το σχετικό κεφάλαιο δεν ξεχνάει όλους εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον της τραγικής εκείνης συγκυρίας. Αν ο γκεβαρισμός ηττήθηκε παντού στο Νότιο Κώνο, η επιρροή του στις κεντροαμερικανικές χώρες υπήρξε πιο αποτελεσματική (ανατροπή δικτατορίας Σομόζα το 1979 στη Νικαράγουα αλλά και Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί στο Σαλβαδόρ και Στρατός των Φτωχών Ανταρτών στη Γουατεμάλα, που δεν ανέτρεψαν καθεστώτα αλλά διαπραγματεύτηκαν συμφωνίες και αφύπνισαν συνειδήσεις).

Όσο κι αν σκέψη του Τσε έχει όρια και είναι εν μέρει ημιτελής και ανολοκλήρωτη, ξαναδίνει στην ατομικότητα κεντρική θέση στην πολιτική. Η τραγική και αιματηρή εμπειρία της καρικατούρας του σταλινισμού και του υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κατέστησε αναξιόπιστη για μια ολόκληρη γενιά την ιδέα κάθε σοσιαλισμού και να έσβησε τις φλόγες του, αλλά «οι ανθρακιές του Τσε καίνε ακόμα». Σήμερα που Ανατολή και Δύση δεν αναμετρώνται μετωπικά αλλά βρίσκονται συμφιλιωμένες πάνω στην πλάτη των χωρών του Νότου, με τις δικτατορίες να είναι περισσότερο οικονομικές παρά στρατιωτικές, η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε εξακολουθεί να αποτελεί φυτώριο ιδεών και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.

Στο πλουσιότατο παράρτημα περιλαμβάνονται βιογραφικά στοιχεία, εκλογή βιβλιογραφίας του Τσε αλλά και έργων για τον Τσε καθώς και δυο κείμενα, του Daniel Bensaid και του υποδιοικητή Μάρκος, που γράφει: Τα ξαναδιάβασα, όλα, από τον Pablo Neruda, στον Julio Cortázar, Walt Whitman Juan Rulfo. Χαμένος κόπος, αδιάκοπα η εικόνα του Τσε με το ονειροπόλο βλέμμα του στο σχολείο του Λα Χιγκουέρα, διεκδικούσε τη θέση της ανάμεσα στα χέρια μου. Από τη Βολιβία μας είχαν έλθει τα μισόκλειστα μάτια του κι εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο που ιστορούσε όσα είχαν γίνει και υποσχόταν όσα μέλλονταν να γίνουν.

Εκδ. Φαρφουλάς, 2008, μτφ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 173, με δεκασέλιδες σημειώσεις και τριαντακοντασέλιδο παράρτημα (Olivier Besancenot – Michael Löwy, Che Guevara, Une braige qui brûle encore, 2007).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Στις άλλες φωτογραφίες: Ο Υποδιοικητής, ο πρεσβύτερος συγγραφέας και η Φλόγα.




Σεπτεμβρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 1.004.724 hits

Αρχείο