Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.

Μάρτιν Μακντόνα – Μοναξιά στην άγρια δύση

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη – Κεντρική Σκηνή

Στον τοίχο το λάβαρο της Bohemian F.C. Dubliners, στα ηχεία νεορόκ μπαλάντες για την κατάθλιψη, ψηλά στη γωνία ένας φωτισμένος σταυρός, στο ακατάστατο «καθιστικό» δυο πολυθρόνες. Βρισκόμαστε στο πατρικό σπίτι δύο Ιρλανδών αδελφών, του Κόλμαν και του Βαλέν. Μόλις έχουν γυρίσει από την κηδεία του πατέρα τους που σκοτώθηκε σε ατύχημα κι από τις πρώτες τους κουβέντες αντιλαμβανόμαστε τις μονομανίες τους: ο Κόλμαν πηγαίνει στις κηδείες για να τρώει, ο Βαλέν έχει έμμονη ιδέα με θρησκευτικά αγαλματάκια που αγοράζει σωρηδόν. Αλλά η μεγαλύτερή τους μανία είναι κοινή: βρίσκονται σε μόνιμο μάλωμα, σε διαρκή κόντρα. Τσακώνονται για το ουίσκυ, τα πατατάκια, την καινούργια κουζίνα και τα περιοδικά του Βαλέν. Σ’ αυτά συναντιούνται κάθε φορά για να αλληλοσπαραχθούν: για τον Βαλέν είναι η επίδειξη της ανωτερότητάς του, άρα για τον Κόλμαν η ευκαιρία να τον ταράξει. Εκεί άλλωστε επενδύουν τα κενά τους: ο παρασιτικός Κόλμαν διασκεδάζει με την «παράτυπη» οικειοποίησή τους, ο κτητικός Βαλέν επισφραγίζει την ιδιοκτησία του με μαρκαδόρο.

Ο συχνός επισκέπτης τους ιερέας Γουέλς προσπαθεί κάθε φορά να τους συμφιλιώσει, να τους υποδείξει μια λιγότερο μίζερη καθημερινότητα. Αλλά βουτηγμένος ως το κεφάλι στο αλκοόλ, πνίγεται στην ίδια του την αδυναμία να βοηθήσει, ένας παραπαίων επισκέπτης χωρίς καμιά πειθώ, κανένα αποτέλεσμα. Κάθε φορά μαλώνετε, είναι το μοναδικό κοινό σημείο που έχετε μεταξύ σας. Αν δεν μπορείτε να τα βρείτε ως αδέλφια πώς μπορεί να υπάρξει ειρήνη στον κόσμο; Καταντάει έτσι μια πρόσθετη καρικατούρα στο σαρκοβόρο σπίτι και υπομένει σιωπηλά τους σαρκασμούς που του αναλογούν. Το ίδιο και οι προσπάθειες της νεαρής Γκερλήν (πόζες, κυκλοθυμία, επιθέσεις αγάπης) μένουν ακαρποφόρητες: ούτε εκείνη γνωρίζει τον τρόπο.

Εδώ μαθαίνει κανείς να πίνει ή το έχετε μερικοί μέσα σας;  

Έξω από το σπίτι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα: δολοφονίες (κάποιος σκότωσε με τσεκούρι την γυναίκα του, κάποιος έλιωσε με τη μασιά τα μυαλά της μάνας του), αυτοκτονίες. Ωραία ενορία έχεις φτιάξει παπά ειρωνεύονται τον εκπρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν έχει καμιά αρμοδιότητα σ’ αυτή την πόλη, απαντά εκείνος.  Κάθε τόσο αναγκάζεται να φύγει για να συνδράμει την οικογένεια ενός ακόμη αυτόχειρα προτού επιστρέψει συντετριμμένος: Ο πατέρας του μ’ έσυρε μεθυσμένο από το μπαρ για να πω μια προσευχή. Είμαι ένας απαράδεκτος ιερέας σε μια απαράδεκτη ενορία. Σ’ αυτή την άσχημη γη, οι ζώντες κακοτυχίζουν τους αυτόχειρες για την κόλαση που τους περιμένει, αυτούς και τους επόμενους.

Παραδόξως τα δυο αδέλφια συμμαχούν ταχύτατα όταν πρόκειται να κοροϊδέψουν ή να ειρωνευτούν τον ιερέα ή όταν είναι να καταφερθούν εναντίον των οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Κοίτα που σ’ αυτό συμφωνούμε… Αλλά σ’ αυτό τον απελπισμένο ένα μονόδρομο πρωτοφανούς αντιπαλότητας οι ακρότητες δεν είναι μακριά: τα αγαλματάκια θα ψηθούν στο φούρνο κι οι δυο ομόαιμοι θα πιαστούν πολλές φορές στα χέρια. Κάποιος από τους δυο έχει σκοτώσει τον πατέρα τους, κάποιος από τους δυο αγόρασε τη σιωπή του – ένα μυστικό κοινό σε όλους, εκτός από τον ιερέα, που συντρίβεται ακόμα μια φορά.

Δεν σας επηρέασαν καθόλου τα λόγια μου, ήταν το στοίχημα της ζωής μου, τους γράφει ο ιερέας, στο δικό του πλέον γράμμα αυτοχειρίας. Οι αδελφοί σαστίζουν, η κρυφά ερωτευμένη Γκερλήν σπαράζει. Τώρα τους περιμένει ένα τελευταίο στοίχημα: αν μάθουν να ζητούν συγνώμη, η ψυχή του θα ζει ελαφρωμένη στον παράδεισο. Αν όχι, θα υποφέρει στην κόλαση για την οποία τόσο καιρό συζητούσαν. Κι έτσι αρχίζει ένα ιδιόμορφο παιχνίδι αποκαλύψεων κατά το οποίο ο καθένας τους εναλλάξ αρχίζει να παραδέχεται οτιδήποτε έκανε στον άλλον και το οποίο κορυφώνεται σε συνταρακτικές αποκαλύψεις για σκληρές πράξεις, που αποδεικνύεται πως άλλαξαν δραματικά τη ζωή τους. Η αρχική κάθαρση (Είχε δίκιο ο ιερέας ωραίο πράγμα να ζητάς συγνώμη) κλιμακώνεται σε νέες, τραγικές εντάσεις. Ο αγώνας της συγνώμης ξαναγίνεται αιματηρός. Είναι φανερό: τα αδέλφια δεν μπορούν να κατακτήσουν μια κανονική σχέση, όμως η κληρονομιά του ιερέα τους άφησε κάτι: ίσως την συνειδητοποίηση πως ακόμα κι ο αλληλοσπαραγμός τους είναι μια επικοινωνία αγάπης. Το ψέλλισε άλλωστε κάποια στιγμή ο Κόλμαν:  Δεν θα το ’κανα γιατί θα ’μουν μόνος μου, θα βαριόμουνα, θα μου ’λειπες.

Ποια είναι η βασικότερη αρετή του έργου; Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα θρυμματίζεται κάθε φορά από ένα αστείο που σπάει κόκαλα, μια ατάκα όπου αδυνατείς να συγκρατήσεις το γέλιο σου· σα να αναρωτιούνται οι ίδιοι οι αυτουργοί (κι εμείς οι θεατές μαζί τους) αν το τραγικό μπορεί να σπάσει τόσο εύκολα με το γελοίο και το αστείο ή αν τα περικλείει εξαρχής μέσα του. Η φιγούρα του ιερέα θυμίζει πολλές μορφές κινηματογραφικές και λογοτεχνικές μορφές (θυμήθηκα τον ανήμπορο ιερέα του εξαιρετικού βιβλίου του Andrew O’ Hagan Να είσαι κοντά μου), ο Κόλμαν μπορεί γίνεται αντιπαθής μέχρι να συναντηθείς με το σαν μικρού παιδιού βλέμμα του, το σπαστικό τραύλισμα του Βαλμέν μάς θυμίζει τα δικά μας ψυχοσυναισθηματικά τραυλίσματα, η Γκερλήν εκπροσωπεί έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακντόνα (γενν. 1970) εκτός από θεατρικός συγγραφέας είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Αν και μόνιμος κάτοικος Λονδίνου θεωρείται από τους πιο ταλαντούχους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς. Από πατέρα οικοδόμο και μητέρα παραδουλεύτρα, εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαέξι του για να ασχοληθεί με την συγγραφή. Έστελνε αλλεπάλληλα σενάρια στο BBC που απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο αλλά τελικά έφτασε ως το σημείο να είναι ο μοναδικός συγγραφέας μετά τον Σαίξπηρ που είδε τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα σε κεντρικά θέατρα του Λονδίνου. Από ταινίες: Six Shooters (μικρού μήκους, βραβ. με Όσκαρ) και Αποστολή στη Μπρυζ. Η Μοναξιά στην Άγρια Δύση αποτελεί το τρίτο μέρος της Leenane Trilogy [The Beauty Queen of Leenane/1996, A Skull in Connemara/1997] και προφανώς στέκεται αύταρκες και αυτόνομο.

Ακόμα κι όταν νοιώθεις λύπη ή μοναξιά είσαι καλύτερα από εκείνους που είναι πεθαμένοι, έχεις ακόμα λίγες πιθανότητες ευτυχίας, είσαι ακόμα εδώ. Κι αυτό είναι σαν να το ξέρουν οι νεκροί και να σου εύχονται καλή τύχη.

Παίζουν: Τίτος Λίτινας, Γιώργος Πολυχρονόπουλος, Πέτρος Γούτης, Μελίνα Χιλέλη. Μτφ.: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, βοηθ. σκηνοθ.: Αντωνία Διονυσίου, σκην. – κοστ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, φωτ.: Lato B. / Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210-8253489/Δε-Τρ.: 21.15/120΄ [Για το ειδικό πρόγραμμα κατά τις ημέρες εορτών επικοινωνήστε με το θέατρο].

[Martin McDonagh, The lonesome west, 1997]

Δημοσίευση και εδώ.