Αρχείο για Νοέμβριος 2011

30
Νοέ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 46

 

David Lodge – Thinks (2002), Roberto Arlt – Os sete loucos (1929), Marjane Satrapi – Persepolis (2000).

Παραμένοντας στην χώρα του χρωματισμένου σκίτσου, οι πέντε έμψυχοι χαρακτήρες ήδη από το εξώφυλλο εκδηλώνουν συναισθήματα προτού τα σώματά τους τεθούν σε πλήρη μυθοπλαστική τροχιά.

26
Νοέ.
11

Άρης Μαραγκόπουλος – Ulysses. Οδηγός ανάγνωσης

Κρεβάτι της σύλληψης και της γέννησης, της τελείωσης του γάμου και της διάρρηξης του γάμου, του ύπνου και του θανάτου… […Αλήθεια πιο παράξενη κι από μυθιστόρημα … – XVII, Ιθάκη – σ. 400]

Η ατελείωτη ανάγνωση

Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στην παγκόσμια λογοτεχνία που να απογοητεύει τόσο απελπιστικά τον προτιθέμενο αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας γραμμές και ταυτόχρονα να πουλάει πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα το χρόνο. Βιβλία σαν το Ulysses έχουν μυητικό χαρακτήρα, δηλαδή τα διαβάζει κανείς όπως τη Βίβλο ή τα ομηρικά έπη: στο μάκρος του βίου και στη διαδρομή της πνευματικής του πορείας. Στις εκατοντάδες πυκνογραμμένες γριφώδεις σελίδες του δικαιώνεται ο κοινός τόπος της σύγχρονης θεωρίας πως καμία ανάγνωση (όπως και κανένα γράψιμο) δεν είναι ποτέ τελειωτική. Ίσως κανένα άλλο κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν απαιτεί σε τέτοιο βαθμό τη συνέργεια του αναγνώστη, ικετεύοντάς τον να «παίξει».

Ο Τζόυς αντιμετώπισε το κείμενο ως αφηγηματικό παλίμψηστο ιδεών, προσώπων, ρόλων, μύθων, συμβόλων, στερεοτύπων κ.λπ. όπου ο ζωντανός αναγνώστης σε κάθε του νέα ανάγνωση «αποξέει» – όπως οι συντηρητές στα παλίμψηστα έργα τέχνη – αποκαλύπτοντας νέα «ευρήματα» κάτω από τα προηγούμενο αναγνωστικό στρώμα όπως γράφει ο Άρης Μαραγκοπουλος, που εδώ και χρόνια έχει χριστεί ως ο ιδανικός μυητής μας στο – επιτρέψτε μου το αυθαίρετο σύμπλοκο – Τζοϋσικό Άπειρο και του οποίου τις φράσεις θα αναπαράγουμε διαρκώς σε τούτο το κείμενο. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ο εκλεκτός συγγραφέας αναλαμβάνει τέτοια χρέη, εφόσον έχουν ήδη προ ετών προηγηθεί το Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο. Τόποι και γλώσσες στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς (Κέδρος, 1997) αλλά και οι προγενέστερες εκδόσεις του παρόντος (Α΄ έκδ: Δελφίνι, 1996, Β΄ έκδ.: Κέδρος, 2001), που γράφτηκαν όμως, όπως μας δηλώνει ο ίδιος, σε μια εποχή (1980-1995) που … δεν υπήρχε το Web 2. Έτσι ο παρών Οδηγός Ανάγνωσης αποτελεί ακριβώς ένας οδηγό μύστη, που μας παρέχει οδηγίες ανάγνωσης χωρίς να εξασφαλίζει τη μία, μοναδική, ασφαλή ανάγνωση.

Μοιάζει κρυφό χάδι, μνήμη που κάτι μου λέει. Του χάιδεψε τις νοτισμένες του αισθήσεις θυμήθηκε. Κρυμμένοι κάτω από τις άγριες φτέρες στο Χόουθ. Κάτωθέ μας ο κόλπος κοιμισμένος ουρανός. Κανένας ήχος. Ο ουρανός. [..] Είχε τα μαλλιά της προσκέφαλο πάνω στο σακκάκι μου, σκουλαρίκια μες τα ρείκια γρατσουνάνε το χέρι μου κάτω από το λαιμό της, θα μου τα σκορπίσεις όλα. Ω τι θαύμα!  δροσεραπαλό το χέρι της από τις κρέμες με άγγιξε, με χάιδεψε· τα μάτια της πάνω μου πουθενά αλλού δεν γυρνούσαν. Μαγεμένος έγειρα επάνω της, απ’ άκρη σ’ άκρη τα χείλια μου ορθάνοιχτα, τη φιλούσαν στο στόμα. Γιουμ. Απαλά μου έδωσε στο στόμα σουσαμένιο κέικ, ζεστό και μασημένο. Γλυκερό πολτό δούλευε το στόμα της γλυκό και ξυνό με σάλιο. Χαρά· τον έφαγα· χαρά. Καινούργια ζωή, τα χείλια της μου έδωσαν καθώς σουφρώνουν. Απαλά, ζεστά, κολλώδη μαστιχόπηκτα χείλη. Λουλούδια ήταν τα μάτια της, πάρε με, δεχτικά μάτια. Βότσαλα έπεσαν. Έμεινε ακίνητη. […] Προφυλαγμένη κάτω από τις φτέρες γέλασε ζεσταγκαλιασμένη. Μανιασμένα έγειρα πάνω της, τη φίλησα· τα μάτια, τα χείλια της, τον τεντωμένο της λαιμό, καριοδχτύπι, τα γυναικεία στήθια να φουσκώνουν στην μπλούζα της από στριφτό μαλλί, οι παχιές ρώγες ολόρθες. Ξαναμμένος τη γλώσσισα. Με φίλησε. Φιλήθηκα. Παραδομένη ολάκερη μου ανασκάλεψε τα μαλλιά. Φιλημένη με φίλησε. [Αισθάνομαι σαν να με είχαν φάει και με ξέρασαν – VIII, Λαιστρυγόνες – σ. 169 – 170]

Τεχνικές του Νέου

Αφηγηματική παραλληλία με θέματα εκτός πλοκής, απουσία ευθύγραμμης πλοκής, συνειδησιακή ροή, ενσωμάτωση εξωλογοτεχνικών κειμένων, «μοντάζ» μεταξύ διαφορετικής μορφής κειμένων, παρεμβάσεις σε σύνταξη και γραμματική, ατέλειωτο παιχνίδι με τις λέξεις, απομίμηση άλλων λογοτεχνικών ειδών και τεχνών, απέραντοι ραμπελαιζιανοί κατάλογοι, εναλλαγή ρόλων μεταξύ των πρωταγωνιστών, εκτενής χρήση προσωπείων, επανειλημμένη χρήση του τυχαίου ως κανονικού…ιδού μερικοί από τους τρόπους που πρώτος ο Ιρλανδός συγγραφέας εισήγαγε στη λογοτεχνία.

Οι περισσότερες αφηγηματικές τεχνικές δεν τρομοκρατούν πλέον τον αμύητο αναγνώστη του Ulysses, δεν μας ξενίζουν πια κανέναν, καθώς τους έχει οικειοποιηθεί όλη η ενδιαφέρουσα λογοτεχνία· γι’ αυτό άλλωστε σήμερα συχνά επαναλαμβάνεται πως «διαβάζουμε τον Τζόυς ακόμα κι όταν δεν τον διαβάζουμε»: τον διαβάζουμε, δηλαδή, όταν διαβάζουμε τους μεταγενέστερους συγγραφείς που συνειδητά ή ασυνείδητα υιοθέτησαν τις τεχνικές του αλλά και στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, στις διαφημίσεις, στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο. Οι τεχνικές της παρωδίας, της αυτοαναφορικότητας, του παστίς, η πολλαπλή οπτική γωνία, όλες οι νεοτερικές τεχνικές που παρεκκλίνουν από την ρεαλιστική αληθοφάνεια και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως και παντού είναι οι περισσότερες παιδιά του ανατρεπτικού Ιρλανδού

Η πατρότητα, με την έννοια της συνειδητής απόκτησης παιδιού, είναι άγνωστη στον άντρα. Αποτελεί ένα μυστήριο κληροδότημα, μια αποστολική διαδοχή, από τον μόνο γεννήτορα στον μόνο γεννηθέντα. Σ’ ετούτο το μυστήριο και όχι στη μαντόνα που η πανούργα ιταλική διανόηση πέταξε πάνω στον όχλο της Ευρώπης θεμελιώθηκε η εκκλησία και θεμελιώθηκε αμετακίνητα επειδή θεμελιώθηκε, ωσάν τον κόσμο, μακρό- και μικρόκοσμο, πάνω στο κενό. Πάνω στα αβέβαιο και πάνω στο πιθανό. H Amor martis, υποκειμενική και αντικειμενική γενική, ίσως να είναι το μόνο αληθινό πράγμα στη ζωή. Η πατρότητα ίσως να είναι μια νομική μυθοπλασία. Ποιος είναι ο πατέρας του όποιου γιου που ο όποιος γιος θα τον αγαπήσει ή εκείνος τον όποιο γιο;

-Έχουν αποσχισθεί εξαιτίας μιας τόσο ακλόνητης σωματικής ντροπής που τα παγκόσμια εγκληματολογικά χρονικά, στιγματισμένα με κάθε είδους αιμομειξία και κτηνωδία, μόλις και καταγράφουν τη διάστασή της. Γιοι με μανάδες, αφέντες με κόρες, λεσβίες αδελφές, έρωτες που δεν τολμούν να προφέρουν το όνομά τους, ανηψιοί με γιαγιάδες, φυλακόβιοι με κλειδαρότρυπες, βασίλισσες με βραβευμένους ταύρους. Ο αγέννητος γιος αμαυρώνει την ομορφιά· με το που γεννιέται φέρνει τον πόνο, διαιρεί τη στοργή, αυξάνει τις έγνοιες. Είναι ένα αρσενικό· η ανάπτυξή του είναι η παρακμή του πατέρα του, η νεότητά του ο φθόνος του πατέρα του, ο φίλος του ο εχθρός του πατέρα του. [Ένας πατέρας […] είναι ένα αναγκαίο κακό – IX, Σκύλλα – Χάρυβδις – σ. 188]

Νεωτερισμοί του κλασικού

Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Τζόυς ήταν να γράψει ένα βιβλίο με δεκαοκτώ κεφάλαια – διαφορετικές οπτικές γωνίες και ισάριθμα στιλ. Κι αυτή είναι η κύρια ιδιομορφία του Ulysses: είναι δεκαοκτώ βιβλία μαζί, το καθένα με διαφορετικό ύφος και τεχνική αφήγησης, που διηγούνται την ιστορία μιας μοναδικής ημέρας στο Δουβλίνο της περίφημης 16ης Ιουνίου 1904 – έκτοτε Bloomsday. Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτός ο ιδιόμορφος μοντερνισμός; Ο Τζόυς γνώριζε όλα τα ιδεολογικά ρεύματα (από τη φιλοσοφία του Άρνολντ και την κοινωνική κριτική των Ίψεν και Σόου μέχρι τις θεωρίες των Νίτσε, Μπερξόν, Φρόυντ, Κρότσε, Βέμπερ, την κοσμογονική αλληγορία του Μπλέικ, τις αισθητικές έγνοιες του Ακινάτη, τη γραφή των Τσέχωφ και Φλωμπέρ κ.ά.) αλλά το έργο του δεν οφείλεται σε κάποια προγενέστερη ή προγραμματική νεωτερική ιδεολογία όσο σε μια νεωτερική μορφή που ο ίδιος δημιούργησε μέσα από τις κλασικές φόρμες, από το βικτωριανό ύφος έως το συμβολικό μυθιστόρημα, κοινώς έχοντας αφομοιώσει την κλασική παράδοση και προχωρώντας εκλεκτικά προς τις εικονοκλαστικές του μορφές.

Τα υλικά των υλικών

Ας απλωθούν λοιπόν μπροστά μας όλα τα επιμέρους συστατικά του Οδυσσέα! Ο εκθέτης οδηγητής μας εκθέτει μπροστά μπροστά τα υλικά κατασκευής, όπως η Αυτοβιογραφία [πίσω από τις φοβερές μορφικές ανατροπές υπάρχει μια βαθειά πολύπλοκη φιλοσοφία ζωής· σπάνια το έργο ενός συγγραφέα είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένο με τη ζωή του], η Εγκυκλοπαίδεια [όπου μια τερατώδης διακειμενικότητα πλημμυρίζει αναφορές σε αγγλική κι ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ανατολίτικη φιλοσοφία, δυτικό μυστικισμό, θρησκευτική παράδοση, μεσαιωνική Ιρλανδία, ομηρική Οδύσσεια, αρχαιοελληνική γραμματεία κ.ά.], η Τεχνική. Στην τελευταία δεν υπάρχει προστασία του αναγνώστη, όπως στην κλασική λογοτεχνία, με τις αναγκαίες πληροφορίες του παντογνώστη αφηγητή· ο αναγνώστης αφήνεται στο έλος ενός ανελέητου κειμένου όπου κανείς δεν τον «συστήνει» σε κανέναν και τίποτα, κι αναρωτιέται συνεχώς αν διάβασε σωστά «λέξεις ανίερα παντρεμένες μεταξύ τους», με την ανασφάλεια ενός voyeur, ενός ξένου που κρυφακούει και κρυφοβλέπει.

…όχι δεν γίνεται τίποτα μ’ αυτόν δεν έχει τρόπους αυτός ούτε καν ευγένειες ούτε όχι τίποτε δεν έχει από φυσικού του να μας μπατσίζει από ίσως μ’ αυτό τον τρόπο στον πισινό μου επειδή δεν τον φώναξα Χιου ο ignoramus που δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και στα λάχανα ιδού πώς την πατάς άμα δεν τους κρατάς κανονικά στη θέση τους να βγάζει τα παπούτσια του και τα παντελόνια εκεί πάνω στη καρέκλα μπροστά μου κοιτώντας έτσι κατάματα χωρίς ούτε να ζητάει την άδεια και να στέκεται έτσι χυδαία με μισό πουκάμισο […] άντε το λοιπόν υποθέτω πως γίνεται εξαιτίας που τούτα είναι τόσο αφράτα και προκλητικά στο κοντό μου μισοφόρι δεν μπορούσε να αντισταθεί ακόμα κι εμένα με ερεθίζουν μερικές φορές μια χαρά την έχουν οι άντρες να παίρνουν όση απόλαυση θέλουν από το κορμί μιας γυναίκας μεις είμαστε τόσο στρογγυλές και λευκές πάντα για δαύτους θα γούσταρα κι εγώ μια φορά για αλλαγή να είμαι ένας τους μονάχα να δοκιμάσω μ’ εκείνο το πράμα που το φουσκώνουν έτσι σκληρά πάνω σου και που συνάμα είναι τόσο μαλακό όταν το ακουμπάς…  [Ύψιστε Θεέ δεν υπάρχει τίποτε σαν τη φύση – XVIII, Πηνελόπη – σ. 449]

Τρόποι Ανάγνωσης

Πώς θα διαβάσουμε λοιπόν αυτό το υπερμυθιστόρημα; Πρώτα πρώτα ως ένα αναπόφευκτο εκτεταμένο ποίημα! Μόλις ο αναγνώστης αντιληφθεί ότι απουσιάζει η κλασική δομή της πλοκής και η παραδοσιακή μορφή του αφηγηματικού ύφους αντιμετωπίζει δυο επιλογές: ή θα παραιτηθεί ή να συνεχίσει, ενθαρρυμένος τουλάχιστο από την εμφανή ποίηση κάποιων κομματιών – άλλωστε το κείμενο διαθέτει τα περισσότερα από τα γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά της ποίησης : ελευθερία στην σύνταξη, μεταφορική χρήση των λέξεων, συμβολισμό, ποιητικό ρυθμό, υπαινικτικότητα…Αλλά και ως πολύτροπο μυθιστόρημα (το πιο εκτεταμένο έργο της Συμβολικής Ποίησης και το πιο νατουραλιστικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ) που εξαντλεί κάθε δυνατή και αδύνατη διηγηματική τεχνική, καταλήγοντας στο τέλος να αρνείται τον ίδιο του τον εαυτό, το μυθιστόρημα δηλαδή ως είδος, τις λογοτεχνικές συμβάσεις ως εγγύηση αλήθειας, τη δυνατότητα της γλώσσας να εκφέρει την πραγματικότητα!

Κι αν το νεωτερικό μυθιστόρημα του Τζόυς δεν φαντάζει τόσο νεωτερικό όσο τότε; Τότε μπορεί να διαβαστεί ως μνημείο νεωτερικότητας, όπου ανασκάπτονται τo ρεύμα της συνείδησης του Edouard Dujardin, το «ανοιχτό» βιλβίο του Μαλλαρμέ, το φλωμπεριανό λεξικό του Μπουβάρ και Πεκυσέ τα παραφερνάλια της λαϊκής εικονογραφίας του Ρεμπώ, η κινηματογραφική γραφή του Cendrars, η διακειμενική των Eliot και Pound…και το παιχνίδι της κειμενικότητας δεν έχει τέλος!

Οδηγός Ανάγνωσης του Οδηγού Ανάγνωσης

Αν βέβαια χρειαζόμαστε οδηγό ανάγνωσης για τον Οδυσσέα, που χρειαζόμαστε, τότε αυτός ο οδηγός οφείλει να είναι παιγνιωδέστατος και ελκυστικός, με ποικίλα στοιχεία αλλά και σύντομες ενότητες, συνεπώς χρειαζόμαστε κι εδώ οδηγό ανάγνωσης για τον οδηγό ανάγνωσης, εφόσον το παιχνίδι πλέον έχει ανοίξει για τα καλά. Εδώ αρκεί ένα δισέλιδο προσπέκτους: Το βιβλίο δομείται σε δεκαοκτώ κεφάλαια που βέβαια αντιστοιχούν στα ισάριθμα επεισόδια του Ulysses, υπό τους ομηρικούς τίτλους που ο Τζόυς χρησιμοποίησε στην αλληλογραφία του, ενώ ένας εκτενέστερος τίτλος συμπυκνώνει τον δεσπόζοντα προσανατολισμό του κάθε κεφαλαίου. Τα κεφάλαια με τη σειρά τους δομούνται με τις ίδιες θεματικές ενότητες και περιλαμβάνουν: μετάφρασμα αντιπροσωπευτικό του ύφους του επεισοδίου, πλοκή (τόπος – χρόνος – πρόσωπα – σύνοψη πλοκής), ομηρικές αναφορές με τους αντίστοιχους συμβολισμούς και ειδική ενότητα με αναγνωστικές επισημάνσεις, ερμηνείες, εξωκειμενικά αναφερόμενα και τα συναφή. Ακολουθεί η ενότητα της Τεχνικής, ένα δεύτερο μετάφρασμα, σχόλια, βιβλιογραφικές παραπομπές, ερμηνευτικές θεωρήσεις και λοιπά στοιχεία για κάθε πιθαμή του κειμένου αλλά και ολόκληρη την πορεία του Ulysses, από την απαγόρευση το 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω «πρόστυχου» περιεχομένου (μόλις το 1933 ο δικαστής αποφάνθηκε πως το βιβλίο τελικά δεν είναι πορνογραφικό) μέχρι την πλήρη φιλολογική και εκδοτική του περιπέτεια.

θέλω να δώσω μια τόσο ολοκληρωμένη εικόνα του Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συμβεί ξαφνικά η πόλη να χαθεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα από το βιβλίο μου.. (από γράμμα του Τζόυς σε φίλο του, σ. 22)

Έτσι το Ulysses/Οδηγός ανάγνωσης, μυητικό βιβλίο, αρχή μαθητείας και χάρτης πλοήγησης μαζί, αποτελεί πραγματικό απολαυστικό παιχνίδι. Η ανάγνωσή του μπορεί να αρχίσει απ’ οποιοδήποτε κάθε κεφάλαιο, υποκεφάλαιο, υποσημείωμα, ενότητα, υποενότητα κ.λπ. και να διαβαστεί και να απολαυστεί αυτόνομα, μετατρέποντάς μας από αρχικά έκπληκτο θεατή σε καταπρόθυμο συμμέτοχο στην Οδύσσεια ενός ανθρώπου που στο τέλος της κοπιώδους εκείνης Παρασκευής του 1904 είχε γίνει Οδυσσέας – Σεβάχ Θαλασσινός και ήρωας ενός Συναρπαστικού Βιβλίου.

Εκδ. Τόπος, 2010 [Σειρά: Επί των κειμένων], 492 σελ. με χρονολόγιο, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Μη φοβάσαι εκείνους που πωλούν το σώμα αλλά είναι ανήμποροι ν’ αγοράσουν την ψυχή [XVI, Εύμαιος – σ. 371] / Έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι να κατοικούν στον ίδιο τόπο [XI, Κύκλωπες – σ. 245] / Αν ξάφνου όλοι γινόμασταν κάποιος άλλος… [VI, Νέκυια – σ. 121]

 

25
Νοέ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 100

Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, σε: Μισέλ Ουελμπέκ – Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία, 2010, σ. 222, 225, 226 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Γιατί γράφετε; Γιατί δεν μπορεί κανείς να κάνει έρωτα όλη την ημέρα. Γιατί κάνετε έρωτα; Γιατί δεν μπορεί κανείς να γράφει όλη την ημέρα. Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν κάνω σχεδόν τίποτα που να μην είναι, άμεσα ή όχι, καταγεγραμμένο σε αυτήν την διπλή απόλαυση που μου δίνουν, σχεδόν αδιακρίτως, η τέχνη του έρωτα και της συγγραφής. Έχω ένα σώμα που, ειλικρινά, δεν μπορεί – με την κυριολεκτική έννοια του «μπορώ» – να κάνει παρά δύο πράγματα, που είναι στην πραγματικότητα το ίδιο: να ερωτεύεται και να γράφει, να γράφει και να ερωτεύεται, να αντλεί από το ένα την πηγή του άλλου και από το άλλο την πηγή του ενός.

Λογοτεχνία ή ζωή; Ζωή επειδή λογοτεχνία; Η ζωή για μένα δεν ζει, δεν είναι βαθιά και σαρκικά ζωή, παρά μόνο όταν μπορώ να της αποσπάσω λέξεις.

Πιστός στις αρετές της συντακτικής απόκλισης, της αδιόρατα καινοφανούς χρήσης ενός σημείου στίξης, της λέξης που ξεφεύγει από τη συνήθη χρήση της, του ανεμπόδιστου ήχου που αναδύεται έξω από τη σιωπή και τον θόρυβο…

Στους ομοιοπαθείς

22
Νοέ.
11

Βασιλική Πέτσα – Θυμάμαι

Οι αμέτοχοι συμμέτοχοι

Ένα τσακ είναι. Ένα κλικ. Ένα μπαμ. Τίποτα παραπάνω. Ένα πέρασμα αδιόρατο, ένα βήμα λοξό σε μια ολόκληρη πορεία ζωής. Περπατάς και σκοντάφτεις. Βαδίζεις και το ένα πόδι πάει από μόνο του αλλού. Και ψάχνεις μετά να βρεις το γιατί. Γιατί έτσι. Μικρά και μεγάλα καθημερινά εγκλήματα, γεννιούνται σαν φαντασιώσεις και καταλήγουν σε εφιάλτες… (σ. 77) διηγείται μια εκ των πολλών αφηγητών, προσθέτοντας την πιο απλή και γι’ αυτό την πιο ανατριχιαστική ερμηνεία σε μια σειρά ατέλειωτων εκδοχών για ένα εφηβικό έγκλημα που έστειλε τις δυο αυτουργούς Φανή και Κάτια στη φυλακή και το ηλικιωμένο θύμα στον θάνατο. Κι αυτόματα θυμάμαι μια πρόσφατη ζωντανή συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου, που αναφερόμενη, με αφορμή θεατρική παράσταση στις φυλακές, σ’ εκείνους που βρίσκονται «μέσα» κι εκείνους που είμαστε «απ’ έξω», έλεγε: μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο…ψήγματα του ακραίου έχουμε όλοι ήδη μέσα μας.

Φυσικά ο παραπάνω ενδεχόμενος φωτισμός δεν είναι ο μόνος. Η αποτρόπαια απρόκλητη σφαγή ενός ανθρώπου για ελάχιστα χρήματα (ως εισιτήρια φυγής) συγκεντρώνει σε κύκλο αφανή δεκάδες πρόσωπα που μιλούν, ερμηνεύουν, ομολογούν κι εξομολογούνται. Την εμπλοκή τους, την άποψή τους, την κριτική τους, την κραυγή τους. Ο καθένας στον κόσμο του, ο καθένας την δική του αλήθεια, ή ο καθένας με το ζόρι του; Προκύπτει άραγε κάποια ενότητα ή όλα διασπείρονται σε εντροπία ομόκεντρων και ουδέποτε εφαπτόμενων αληθειών; Ποιος θα μιλήσει, ποιος θα διηγηθεί, ποιος δικαιούται άποψης, ποιος θα πιστευτεί;

Ας μιλήσουν λοιπόν όλες οι φωνές. Οι αυτουργοί και συμμέτοχοι, το πρόσωπο του τελευταίου τους ραντεβού με την «κανονικότητα», ο αστυνομικός, η φιλόλογος (το γραπτό που θα λείπει, το έχω ήδη διαβάσει. Και δεν ξέρω τι βαθμό να του βάλω), ο γραφειοκράτης, η συγκρατούμενη, ο ιερέας, ο δημοσιογράφος, ο δικηγόρος, ο κτελατζής. Όλοι κι όλα εδώ: μια παιδική έκθεση για εκείνον, το βλέμμα του καθηγητή, το γράμμα της κολλητής, η κρίση του ανακριτή, η εκπορνευόμενη του γέροντα, η αναγάπητη, ως ισχυρίζεται, μητέρα, ο κουρέας του θύματος και ο εγκλειστής των θυτών, ο ορφανός εγγονός, η μυήτρια της φυλακής, τα επισκεπτήρια της φυλακής και του θανάτου, ένα κατεστραμμένο σχολείο, οι παραπονούμενοι του απέξω κι οι αφοριστικοί του μακριά, η αποφυλακισμένη Κάτια, που εξακολουθεί να γράφει στη Φανή γράμματα αναπάντητα με σχέδια κοινά, ένα ποίημα της Φανής αντί κραυγής.  Και γύρω τους, ένα κυκλωτικό, πνιγηρό επαρχιακό κι επαρχιώτικο πέπλο, που όπως πάντα θρέφει προκαταλήψεις και θεριεύει σιωπές κι αποσιωπές. Αναρωτιέμαι πώς θα μιλούσε ο αντίστοιχος αστικός περίγυρος.

Και τελικά τόση αλήθεια και τόσο ψέμα βρίσκονται ταυτόχρονα στις ίδιες λέξεις κι ο καθένας παραμένει στον κόσμο του, απ’ όπου δεν ξεφύγει ποτέ, άρα δεν θα δει την αλήθεια του άλλου, ούτε καν του πλέον κοντινού του. Κι αν το άτυχο θύμα ως αλλοτινός αντάρτης έζησε τη δική του ένδοξη Ιστορία, όλοι αυτοί είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα από τις θλιβερές ιστορίες των άλλων. Δική τους δεν θα έχουν ποτέ. Μόνο τις οπτικές τους θα διατηρούν, προσκολλημένες στο λόγο και την λογική του καθενός τους, όλες αδιάψευστες μα κάποιες συγκλονιστικές, όπως εκείνη της «δεύτερης» που επιζητά πλέον τον θάνατο απ’ την «πρώτη»: Εδώ με σαπίζει στο ξύλο για τα 14άρια που της φέρνω. Ενώ εσένα, όλοι σ’ αφήνουν ήσυχη. Δύσκολο παιδί, κλειστή, δεν μιλάει και δεν της μιλάνε. Ενώ εγώ είμαι η «χαζή», εγώ στη σκιά σου, εγώ η ηλίθια που πάντα σ’ άκουγα. Εσύ η Αντιγόνη κι εγώ η Ισμήνη που μας λέγανε και στο σχολείο, ε; Σε βόλευε ο ρόλος. Εμείς σφάξαμε όμως, ενώ αυτές θάψανε. Βρες μου τώρα το μύθο. Βρες τον μου. Η Φόνισσα είμαστε. Δυο φόνισσες. (…) Πότε μου πες καλό λόγο; Τώρα το βλέπω καθαρά. Γιατί είχα τη χαρά μέσα μου κι εσύ τα σκοτάδι. Να μου μαυρίσεις το μέσα μου, αυτό ήθελες. Μόνο να φεύγεις ήξερες, δεν είχε όνειρα κι έπνιγες τα δικά μου. (σ. 55)

Για άλλη μια φορά ο καθένας θα βρει αφορμή να μιλήσει για την δική του ιστορία, όπως ο συγχωριανός του νεκρού (που αδυνατεί να μην συνδέσει τις δικές του μεταναστευτικές μνήμες με το συμβάν), για άλλη μια φορά ο καθένας θα προτιμήσει να παραμείνει στο δικό του παραμύθι, όπως η μητέρα της μιας: «το δικό μου παιδί ήταν ήσυχο, η άλλη φταίει» – φράσεις τόσο γνώριμες, τόσο συχνές… Τουλάχιστο μέσα από τους τραγικά στερεότυπους λόγους των περισσοτέρων, κάποιες χαραμάδες φωτός κιτρινίζουν στο σκοτάδι, όπως της κοινωνικής λειτουργού: Μου ζήτησε η δικηγόρος, όταν γίνει η δίκη, να διαγνώσω κατάθλιψη. Είναι έφηβες, για όνομα του Θεού. Δείξε μου εσύ έναν έφηβο χωρίς κατάθλιψη. Λες και η διάγνωση είναι εξετάσεις σε τομογράφο, μια εκτύπωση, μια ακτινογραφία ψυχής, και εντοπίζεις το μελανό σημείο. (σ. 78).

Με την πρώτη ανάγνωση το βιβλίο καταπίνεται μα δεν απορροφάται. Αργότερα επιζητάς μια δεύτερη, να «ξανακούσεις» τις γνώμες, τις εκδοχές και τις υπεκφυγές των αμέτοχων συμμετόχων. Εδώ ακούς περισσότερο αυτά που δεν λένε και διαβάζεις αυτά που δεν έγραψαν. Ούτε και μ’ αυτή ξεμπερδεύεις. Το έγκλημα δεν λευκαίνει ποτέ. Το βιβλίο παραμένει ανοιχτό, όσο οι πληγές μένουν χαίνουσες, υπαρκτές. «Ευτυχώς» για την λογοτεχνία, δυστυχώς για την πραγματικότητα.

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 89

21
Νοέ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 67. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Γενικά προσπαθώ, αναλαμβάνοντας ένα βιβλίο, να καταρτίσω έναν εβδομαδιαίο «προϋπολογισμό έργου» – κοινώς να οργανώσω το πεζό και πρακτικό κομμάτι της δουλειάς: τόσες σελίδες επί τόσες μέρες, ώστε να είμαι εντάξει στις προθεσμίες μου. Υπολογίζω επίσης ένα ικανό διάστημα για την απαραίτητη έρευνα και για τη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση. Κατά τα άλλα, φροντίζω μόνο να έχω πάντα αρκετό καφέ, αρκετή ζέστη στο σπίτι και να μην κάθονται τα γατιά μου πάνω στη σελίδα που μεταφράζω.

Η σχέση με τον συγγραφέα πρέπει να είναι μια σχέση κατανόησης. Ο μεταφραστής είναι ο τέλειος ακροατής του συγγραφέα, και η μετάφραση, ένας χώρος άψογης ακουστικής. Είναι αδύνατο να μεταφράσεις σωστά, αν δεν έχεις κατανοήσει απόλυτα όχι μόνο τι λέει το κείμενο, αλλά και γιατί. Ως μεταφραστής δεν μπορείς να αντιπαρέλθεις τίποτα. Πρόκειται για ένα είδος βαθιάς γνωριμίας με το πνεύμα του συγγραφέα, που νομίζω πως είναι αδύνατο να αποκτήσεις ως απλός αναγνώστης. Έστω κι αν συχνά αυτό στερεί μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Τα βιβλία στα οποία συνεργάστηκα στενά με άλλους είναι και εκείνα που έχω ευχαριστηθεί περισσότερο, έστω κι αν ταυτόχρονα ήταν τα ίδια που με δυσκόλεψαν – για παράδειγμα, η Ουράνια Αρμονία του Έστερχάζι ήταν μάλλον ό,τι πιο δύσκολο έχω μεταφράσει, αλλά αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο ήταν η χαρά της συνεργασίας με τη Μανουέλα Μπέρκι. Φυσικά, ο Τελευταίος Δαίμονας του Σίνγκερ, που μεταφράσαμε από κοινού ο Γιώργος Τσακνιάς κι εγώ, κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο γιατί μ’ αυτό πρωτοβούτηξα στη μετάφραση αλλά κυρίως γιατί η όλη διαδικασία ήταν το πιο συναρπαστικό και διασκεδαστικό παιχνίδι που έχω παίξει στη ζωή μου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συχνά διαπιστώνω πως έχω αδυναμία σε βιβλία που, ενώ εγώ τα γνώρισα εκ των έσω και τα αγάπησα πολύ μεταφράζοντάς τα, εντούτοις δεν «τράβηξαν» εμπορικά και κυρίως δεν διαβάστηκαν όσο πιστεύω ότι θα τους άξιζε. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το «Να ’σαι κοντά μου», του Άντριου Ο’Χέιγκαν (εκδ. Πόλις) – τίποτε λιγότερο από αριστούργημα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Η μεγάλη μου φαντασίωση είναι να ήξερα ρωσικά και να μετέφραζα Ντοστογιέφσκι. Μάλλον δεν θα έκανα τίποτε άλλο σε όλη μου τη ζωή. Επίσης, αν διέθετα άφθονο χρόνο, θα ξαναμετέφραζα ευχαρίστως όλη την Άγκαθα Κρίστι, τα πανέξυπνα αγγλικά της. Η Τζορτζ Έλιοτ αποτελεί άλλη εξαίρετη πρόκληση. Πάντως, περισσότερο από συγγραφείς, υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που θα ήθελα να είχα μεταφράσει ή να μεταφράσω κάποτε, με τα γλωσσικά όπλα που διαθέτω, για παράδειγμα, το Στο Δρόμο του Κέρουακ.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση της Καφκικής Μεταμόρφωσης. Τι μπορεί να προσθέσει ένας μεταφραστής σε κλασικά, πολυμεταφρασμένα έργα;

Κάθε βιβλίο είναι μια παρτιτούρα, την οποία ερμηνεύει ως άνθρωπος-ορχήστρα ο κάθε μεταφραστής, με το δικό του γλωσσικό ηχόχρωμα, τη δική του αίσθηση για τον ρυθμό και τον τονισμό. Ειδικά για τον Κάφκα, θα έλεγα ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μεταβολής της αίσθησης που έχουμε – όχι για τις ιστορίες και τις ιδέες του, βέβαια, αλλά για το ύφος και τη γλώσσα του. Ναι, τον Κάφκα πολύ θα ήθελα να τον περιλάβω όλον από την αρχή!

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι φυσιολογικό, από μια άποψη. Ο συγγραφέας είναι το αφεντικό και ο μεταφραστής είναι ο μπάτλερ. Ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του ένα κείμενο, και αυτό κρίνει. Η πλειονότητα των αναγνωστών μάλιστα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το «τι θα γίνει παρακάτω» παρά για πράγματα όπως το ύφος, η ατμόσφαιρα κλπ., αυτά δηλαδή που, εφόσον αποδοθούν, ξεχωρίζουν τον ικανό μεταφραστή. Ακόμα και ο κριτικός, για να μπορέσει να μιλήσει υπεύθυνα για την ποιότητα της μετάφρασης, πρέπει να έχει υπόψη το πρωτότυπο, πράγμα σπάνιο. Η συμβολή του μεταφραστή θα αναγνωριστεί μόνον όταν το ίδιο το αναγνωστικό κοινό γίνει πιο απαιτητικό.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Κατά τη γνώμη μου, σε ένα ιδανικό παράλληλο σύμπαν, ο επιμελητής θα έπρεπε να είναι καλύτερα εξοπλισμένος από τον μεταφραστή τόσο στην ξένη γλώσσα όσο και στη μητρική. Αυτό σπανίως συμβαίνει, κι έτσι συνήθως οι επιμελητές γίνονται απλώς το «φρέσκο μάτι», που ελέγχει κυρίως τα ολισθήματα του μεταφραστή στο επίπεδο της απόδοσης. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, δεν είναι καθόλου μικρή η συμβολή τους. Μια καλή επιμέλεια, που δηλαδή αφουγκράζεται και το κείμενο και τον μεταφραστή, και κυρίως σέβεται τον αναγνώστη, μπορεί να απογειώσει ένα βιβλίο. Γενικά, νομίζω πως όποιος συμμετέχει στην παραγωγή ενός βιβλίου, από τον μεταφραστή έως τον γραφίστα που θα στήσει το εξώφυλλο, πρέπει να έχει πολύ καλή εποπτεία του βιβλίου συνολικά, πέρα από τα επιμέρους της ειδικότητάς του. Και κανένας να μην διστάζει να ρωτάει τον άλλο.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπόρχες, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Τόμας Μαν, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Καπότε, Κόνραντ, Τουέιν, Θέρμπερ, Σίνγκερ, Ροθ, Καλβίνο, Πατρίσια Χάισμιθ, Γκράχαμ Γκριν, Άλι Σμιθ, Ντόκτοροου, Καβάφης, Σαχτούρης – και ό,τι άλλο έχω διαβάσει και έτυχε να είναι «στην ώρα του».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Με διαφορά, ο Ίον Τίχυ του Στανίσλαβ Λεμ. Ο ιδανικός ταξιδιώτης στον χώρο και στον χρόνο, με την ιδανική αίσθηση του γελοίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη μετάφραση και την επιμέλεια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι ευτυχής που υπάρχει κατ’ αρχάς το διαδίκτυο (έχω ήδη ξεχάσει πώς ήταν να μεταφράζω χωρίς αυτή τη δυνατότητα να αναζητώ οτιδήποτε, οποτεδήποτε). Επίσης, είμαι ευτυχής που υπάρχουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Νομίζω πως, όπως και καθετί άλλο, αν δεν γίνουν κέντρο του βίου σου και ένα είδος διεστραμμένου «μετρητή ευφυίας», μπορούν να προσφέρουν και διασκέδαση και ενημέρωση και κοινωνικότητα. Προσωπικά, απέκτησα έτσι ακόμα και πολλούς φίλους κανονικούς – απ’ αυτούς που τους βλέπεις και τρως και πίνεις μαζί τους.

Στην φωτογραφία η φιλοξενούμενη, μόλις έχει παραλάβει νέο βιβλίο για μετάφραση.  Φωτογράφος η Ελένη Κεχαγιόγλου.

20
Νοέ.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.

19
Νοέ.
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.

18
Νοέ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 45

Nick Hornby – Juliet naked (2009), F. Scott Fitzgerald – The curious case of Benjamin Button (1922), Dara Horn – The world to come (2006)

Όπως και στα παιδικά μας παραμύθια: όποια κι αν ήταν η ιστορία, το εξώφυλλο προκαλούσε αδημονία, σημαίνε ευφορία, άνοιγε φαντασία.

17
Νοέ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 66. Στυλιάνα Γκαλινίκη

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αθανασία, ένα μικρό βιβλίο του Μπάροουζ, Ο Σκοινοβάτης του Ζενέ, Τρέχα λαγέ του Απντάικ, Ο Θεός των μικρών πραγμάτων της Αρουντάτι Ρόι, Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον, Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, Ο άνθρωπος που κοιτάζει του Μοράβια, Μητριά πατρίδα του Μιχάλη Γκανά, Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ του Κούτσι, Ο μπιντές του Μάριου Χάκκα, Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Τζόναθαν Φόερ, Το κόκκινο ξενοδοχείο της Μαρίας Ευσταθιάδη, Θεσσαλονίκη σε πρώτο πρόσωπο του Σερέφα, Λίγο από το αίμα σου της Σώτης Τριανταφύλλου, Βαμμένα κόκκινα μαλλιά του Μουρσελά, τα βιβλία του Μπορίς Βιάν, Νανά του Ζολά. Δεν θα εξαιρέσω και το αγαπημένα εφηβικά Με οικογένεια του Μαλό και Υιέ μου, υιέ μου του Χάουαρντ Σπρινγκ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί του Τάσου Χατζητάτση, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί του Αντρέα Μήτσου, τα διηγήματα του Πόε και του Μάρκες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νέα τους δεν μαθαίνω, τα μυστικά τους όμως τα ξέρω. Μερικά τουλάχιστον. Ξέρω γι’ αυτούς περισσότερα από αυτά που αποκαλύπτω. Αλλά και πολλά δεν ξέρω. Τους συναντώ κάπου κάπου. Αλλά μπορεί και να τους προσπεράσω, να κάνω ότι δεν τους ξέρω. Μπορεί να τους μιλήσω υποκρινόμενη ότι είμαστε άγνωστοι και ακόμη κι αν ανταλλάξουμε τα μυστικά μας, θα παραμείνουμε άγνωστοι. Μία συνθήκη ψεύδους ίσως. Μου αρέσει να τους παρατηρώ πάντως, αλλά θέλω να γεράσουν με την ησυχία τους. Καμιά φορά μπαίνουν σε κάποιο άλλο κείμενο και τους παρέχω κατάλυμα για μια νύχτα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν είναι λογοτεχνικός, είναι ποιητικός. Ο γιος στο ποίημα του Μπουκόφσκι «Οι δίδυμοι».

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε ακρογιαλιά, σε υπεραστικό λεωφορείο και σε τρένο. Όνειρό μου είναι να γράφω σε καφέ της πόλης και σε καφενεία της επαρχίας. Μου αρέσει να γράφω και να ακούω τα αυτοκίνητα να περνούν ή ανθρώπους να μιλάνε κάπου μακριά ή παιδιά που παίζουν. Δεν μου αρέσει να γράφω σε ησυχία. Έχει τύχει να γράψω ενώ το ραδιόφωνο έπαιζε εκπομπή για το ποδόσφαιρο. Μου αρέσει η εισβολή της πραγματικότητας την ώρα που γράφω. Μου δίνεται η ευκαιρία για ένα παιχνίδι, για μία άσκηση γραφής με βάση το ερέθισμα που έρχεται ξαφνικά. Έχει τύχει να αλλάξω την πλοκή επειδή έλαβα μήνυμα στο κινητό από μία φίλη μου: «είμαι σε μια παραλία και διαβάζω για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες. Εσύ πού είσαι με τους ήρωές σου;». Εγώ ήμουν στο γυράδικο του Αριστάκου, αλλά μια χαρά βρεθήκαμε κι εμείς στην παραλία: ο Αριστάκος θυμήθηκε πως είχε πάει στη θάλασσα και συνάντησε μια γυναίκα που διάβαζε στην παραλία για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Παγιδεύουμε τις ιδέες ή μας παγιδεύουν; Η παγίδα μπορεί να είναι μία τυχαία κουβέντα, μια γκριμάτσα, η σιωπή εκεί που θα περίμενες έναν ορυμαγδό, μια χειρονομία. Κάτι που σε κινητοποιεί με κάποιον τρόπο. Μπορεί να γράφω κάτι στο μυαλό μου για πολύν καιρό και ούτε λέξη στο χαρτί. Ή να ξεκινήσω να γράφω διάφορα. Να γράφω ασταμάτητα ή να παιδεύομαι να γράψω πάνω από μια αράδα. Να τα παρατάω. Μετά να το ξαναπιάνω πάλι και να αφιερώνω κάθε μέρα κάποιες ώρες σ’ αυτό. Να γίνεται έπειτα αυτό κάθε μέρα σχεδόν για αρκετό καιρό, να είναι ένας λόγος για να ξυπνήσω το πρωί ή ένας λόγος για να μην ξυπνήσω. Να είναι κάτι ευχάριστο ή επίπονο. Δεν έχω τρόπο συγγραφής. Δεν ξέρω καν αν είμαι συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν εργάζομαι με συγκεκριμένο τρόπο γιατί γράφω μέσα στο σπίτι συνήθως ενώ η υπόλοιπη οικογένεια κάνει κάτι άλλο ταυτόχρονα. Και μπορεί να πρέπει να ασχοληθώ πρώτα με τις οικιακές υποθέσεις ενώ ταυτόχρονα προσπαθώ να μη χάσω το ιδιαίτερο συναίσθημα που με συνοδεύει όταν γράφω και το οποίο δεν μπορώ μάλλον να περιγράψω. Αλλά θέλω να ακούω μουσική. Την οποία ενώ γράφω μπορεί να σταματήσω να ακούω, η προσοχή μου δηλαδή να στραφεί αποκλειστικά σε αυτό που γράφω και σε κάποια παύση, σε έναν μετεωρισμό από λέξη σε λέξη να προσέξω τη μουσική και να λειτουργήσει ανακουφιστικά ή δημιουργικά. Να με παρασύρει με κάποιον τρόπο. Έγραψα το μυθιστόρημα ακούγοντας ξανά και ξανά τις ίδιες μουσικές και δεν αποκλείω να επηρέασαν αυτές οι μουσικές το γράψιμό μου. Γι’ αυτό κι έκρινα πως έπρεπε να το πω στον αναγνώστη και έτσι έγραψα ένα μικρό κείμενο για τις μουσικές που άκουγα ενώ το έγραφα, στο τέλος του μυθιστορήματος. Ήταν κυρίως μουσικές από ταινίες του Αλμοδοβάρ αλλά και άλλες. Αν και το ισπανικό σπίτι υπήρχε στο κείμενο πολύ πριν ανακαλύψω τις συγκεκριμένες μουσικές και τις ταινίες του Αλμοδοβάρ. Το ισπανικό σπίτι είχε προκύψει από παλιά, από την εποχή που ασχολήθηκα με το θέατρο. Πάντως, ο Γιάνναρος, ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, προέκυψε ως τύπος λαϊκός καθώς όταν έγραφα γι’ αυτόν, άκουγα τραγούδια του Άγγελου Διονυσίου στο ραδιόφωνο.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στα βιβλία σας (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ρούχα από δεύτερο χέρι – εκδόσεις University Studio Press: ένα σπονδυλωτό αφήγημα ή ένα πατρόν μυθιστορήματος; Γραμμένο σε διάστημα πολλών ετών, περίπου χρονιά και ιστορία. Η πρώτη ιστορία πάντως γράφτηκε εμπνευσμένη από τη φιλία μου με τη Δοκτίνη, η οποία μου μίλησε για ένα χωράφι που είχε δίπλα στη λίμνη Κερκίνη. Μετά το ένα έφερε το άλλο. Η κεντρική ηρωίδα ονόματι Φρα (από το Φράνκα), μοδίστρα θεατρικών κουστουμιών και καθημερινών ενδυμάτων αλλά και συγγραφέας θεατρικών κειμένων, είναι η αγαπημένη μου. Την έβαλα και στο μυθιστόρημα αλλά δεν έγραψα το όνομά της – είχε ράψει το νυφικό της Αλγερίας.

Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν) – εκδόσεις Μελάνι. Αυτό είναι το μυθιστόρημα. Το κουβαλούσα κάποια χρόνια στο μυαλό μου και είναι εμπνευσμένο από τις αφηγήσεις μίας αγαπημένης φίλης για τον πατέρα της την περίοδο πριν αυτός πεθάνει. Έγραψα κάποια κείμενα τότε με κεντρική ηρωίδα τη Ρόρη και της τα χάρισα. Η πλοκή του βιβλίου βέβαια είναι άσχετη με τη δική της ιστορία. Και τελικά το μυθιστόρημα μπορεί να μην το είχα γράψει ποτέ αν ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης δεν αποδεχόμουν την πρόσκληση της φίλης μου Όλγας να παρακολουθήσω μια ομιλία της Σώτης Τριανταφύλλου σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης. Είναι ολόκληρη ιστορία το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Έμοιαζε με ντόμινο. Ήταν μια εποχή που είχα αποφασίσει ότι δεν θα ξαναγράψω, τουλάχιστον με την προσδοκία της έκδοσης. Και ξαφνικά, μία τόσο σπουδαία συγγραφέας όπως είναι η Σώτη με παρακινούσε να γράψω. Δεν με γνώριζε καθόλου, δεν είχε κανένα λόγο να ασχοληθεί μαζί μου. Κι όμως το έκανε με γενναιοδωρία και ζεστασιά. Επίσης έτυχα της φροντίδας της Πόπης Γκανά που έχει το «Μελάνι». Όταν κάνει παγωνιά είναι δώρο να σου προσφέρει κάποιος ένα κατάλυμα και κυρίως την ελπίδα. Τις ευγνωμονώ. Όπως και κάθε φίλο που με στήριξε: από την Αμαλία στη Ζάκυνθο, την Ελένη και την Έστερ στην Αθήνα μέχρι τη Δόμνα και τη Στεφανία στη Θεσσαλονίκη, την Τατιάνα, την Πόπη, την Άννα, τη Γιούλη, την Έφη, τη Μαρία, την Ελπίδα και τόσες άλλες που θα ήθελα να τις αναφέρω όλες, αλλά μάλλον θα καταχραστώ τη φιλοξενία σας. Έχω πολλές αγαπημένες φίλες και αγαπημένους συγγενείς που είναι δίπλα μου σε ό,τι κάνω. Και με τα βιβλία γνώρισα και πολλούς άλλους αξιόλογους ανθρώπους. Είμαι πολύ τυχερή.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι Αρχαιολόγος και εργάζομαι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης.

Η επιστημονική και επαγγελματική σας ενασχόληση με την αρχαιολογία σας απορροφά πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι μέρος της ζωής μου και η ζωή δεν μπορεί να σου αποσπά συγγραφικό χρόνο, είναι μέρος του συγγραφικού χρόνου. Όταν εργαζόμουν στις ανασκαφές είχα την ευκαιρία να γνωρίσω καταπληκτικούς ανθρώπους: εργάτες, εργολάβους, χειριστές σκαπτικών μηχανημάτων, ανθρώπους που αγωνιούσαν ότι δεν θα μπορέσουν να χτίσουν το σπίτι τους λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά κι ανθρώπους που δεν τους ένοιαζε που θα έχαναν ένα μέρος από το υπόγειό τους γιατί θα έπρεπε να διατηρηθούν σε αυτό τα ευρεθέντα αρχαία. Θυμάμαι ότι μόλις είχα γράψει την ιστορία με τη Φρα και σε κάποιο οικόπεδο όπου θα γίνονταν δοκιμαστικές τομές εμφανίστηκε η ιδιοκτήτρια η οποία ήταν μοδίστρα θεατρικών κουστουμιών στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου. Ήταν καταπληκτικό εκεί σε μια ερημιά στην άκρη ενός χωριού, ανάμεσα στα χωράφια, μέσα στα χώματα και τη σκόνη να ακούω πώς οι σκηνοθέτες καταστρέφουν τα ωραία ρούχα που ράβονται για το θέατρο για να ταιριάζουν στο ρόλο μιας έκπτωτης βασίλισσας για παράδειγμα. Ήταν σουρεαλιστικό γιατί κι εγώ είχα γράψει κάτι ανάλογο, πως δηλαδή ένα θεατρικό ρούχο που είχε ράψει η Φρα, καλύφθηκε έπειτα με στόκο για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης.

Αυτές οι απροσδόκητες συναντήσεις είναι σπουδαίες, μαγικές. Γι’ αυτό και στο μυθιστόρημα το να βάλω τόσα πολλά δευτερεύοντα πρόσωπα ήταν η έκφραση της μαγείας που νιώθω από τα τυχαία, σύντομα μερικές φορές, περάσματα των ανθρώπων στη ζωή μας. Γιατί και οι περαστικοί άνθρωποι αφήνουν το ίχνος τους. Η ζωή δεν είναι μόνο το άθροισμα της δράσης των ανθρώπων που έχουμε στέψει κεντρικούς ήρωες της ζωής μας. Έτσι και οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην άκρη της διαδικασίας που λέγεται αρχαιολογική έρευνα, ήταν σημαντικοί και ήταν αυτοί που έκαναν αυτή τη διαδικασία μέρος της καθημερινής ζωής κι όχι ένα πείραμα σε ένα κλειστό επιστημονικό εργαστήριο. Ήταν αυτοί που καθιστούσαν το ανασκαφικό πεδίο ένα πεδίο ζωντανό όπου εγγράφονταν ποικίλα νοήματα. Αν πέσει πάνω στην ανασκαφή η σκιά ενός ανθρώπου που κοιτάζει και διερωτάται, η ανασκαφή δεν είναι πια ένα πεδίο έρευνας του παρελθόντος.

Οφείλει νομίζω να αναρωτηθεί κανείς και για το παρόν της αρχαιολογικής επιστήμης και αυτό πιστεύω ότι μπορεί να γίνει μέσω του μουσείου. Το μουσείο δεν είναι τόσο ένας χώρος τυχαίων συναντήσεων, αλλά ένας χώρος που εμβαθύνεις αλλιώς στα πράγματα καθώς λαμβάνεις σοβαρά υπόψη το βλέμμα των άλλων. Το μουσείο είναι ο χώρος απεύθυνσης των αρχαιολόγων στο κοινό. Η δουλειά στο μουσείο και ιδιαίτερα στον τομέα των εκθέσεων όπου εργάζομαι, έχει πολλά στοιχεία από την προετοιμασία μιας θεατρικής παράστασης, από αυτή τη συναρπαστική διαδικασία συνεργασίας, συνδημιουργίας και αλληλοέμπνευσης. Μου δίνει πολλές δυνατότητες για έκφραση και επικοινωνία, ακόμη και για συγγραφή αλλά υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στον λογοτεχνικό και τον επιστημονικό λόγο και είναι ενδιαφέρουσα άσκηση να ακολουθήσεις τους δρόμους έκφρασης που σου ανοίγονται στο καθένα από αυτά. Αν συγχέονται το ένα με το άλλο μπορεί τελικά να αποτελεί κατάχρηση μιας ευκολίας και τίποτε παραπάνω. Και το αποτέλεσμα να είναι εντυπωσιακό αλλά άνευ ουσίας. Πάντως πολλές φορές οι δουλειά στο μουσείο μπορεί να μου δώσει το ίδιο αίσθημα πληρότητας με αυτό της συγγραφής και αυτό το θεωρώ δώρο και όχι απώλεια.

Η αρχαιολογία μοιράζεται μεταξύ ανασκαφής και μουσειακής έρευνας.  Ποιες ηδονές σας προσφέρουν οι δυο αυτές όψεις και ποιες ταλαιπωρίες; Ποια προτιμάτε και γιατί;

Εργάστηκα σε ανασκαφές τα προηγούμενα χρόνια, όχι στην έκταση και στο βαθμό που θα επιθυμούσα βέβαια. Η ανασκαφή είναι μία γοητευτική εμπειρία και νομίζω ότι θα ήταν το ίδιο ελκυστική για τον καθένα ανεξάρτητα αν έχει την ιδιότητα του αρχαιολόγου ή όχι. Στην πράξη πάντως κάποια στιγμή ένας αρχαιολόγος διερωτάται, κι αν όχι, νομίζω ότι οφείλει να το κάνει, για το νόημα της έρευνας. Δηλαδή, ποιους αφορά και αν αφορά το κοινωνικό σύνολο, και αν απαντήσει καταφατικά, δουλειά του είναι να το αποδώσει στους ανθρώπους. Ξέρετε, στο χώμα, κάθε εύρημα μοιάζει μοναδικό. Δεν είναι ένα ακόμη ειδώλιο Αφροδίτης για παράδειγμα, αλλά μέρος ενός συνόλου που απαντάται μία φορά σε αυτά τα συμφραζόμενα. Για παράδειγμα είναι ένα ειδώλιο Αφροδίτης σε έναν συγκεκριμένο τάφο ανάμεσα σε συγκεκριμένα άλλα ευρήματα, είναι μέρος ενός συστήματος εμπειρίας, από την οποία έχουν απομείνει ελάχιστα υλικά τεκμήρια. Η απόπειρα να ανακτήσεις την απωλεσθείσα εμπειρία είναι ατελέσφορη και συνήθως η αρχαιολογική επιστήμη επικεντρώνεται στα μέρη ενός ανολοκλήρωτου όλου -πώς αλλιώς κιόλας;- αναμετρώμενη πάντα με τις αμφιβολίες της.

Όταν πάντως το εύρημα αποχωριστεί από το σύστημα που το περιείχε, γίνει αντικείμενο συντήρησης, σχεδιασμού, μελέτης και αποθήκευσης, γίνεται μέρος ενός άλλου συστήματος. Γίνεται ένα ακόμη ειδώλιο Αφροδίτης ανάμεσα σε άλλα ανάλογά του στο ράφι της μουσειακής αποθήκης. Γίνεται μία μονάδα χωρίς τη μοναδικότητα που του εξασφάλιζαν τα ανασκαφικά συμφραζόμενα. Αν παραμείνει εκεί, θαμμένο ξανά σαν σε οστεοφυλάκιο, δεν μπορεί να μην προβληματιστείς για το νόημα της πρώτης εκταφής όπως μπορεί να θεωρηθεί η ανασκαφή. Η έκθεση των αντικειμένων στο κοινό είναι καμιά φορά σχεδόν παρηγορητική για την επίπονη επιστημονική δουλειά που έχει προηγηθεί. Κάθε έκθεση συμπυκνώνει την ιστορία του αντικειμένου, όχι μόνο ως προϊόντος του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Η μουσειακή αφήγηση δεν συνίσταται μόνο στα υλικά κατάλοιπα, ευρεθέντα και καμιά φορά εικαζόμενα, αλλά εμπεριέχει και το στοχασμό αυτών που το κατέστησαν εύρημα και έκθεμα. Αυτή η δυνατότητα του στοχασμού νομίζω ότι είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για κάποιον που ασχολείται με το παρελθόν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σε ένα κείμενό του ο Γεράσιμος Βώκος, στο βιβλίο του Επιφυλλίδες το οποίο μόλις διάβασα, αναφέρεται στον Βίκτωρα Κλέμπερερ, έναν Γερμανοεβραίο διανοούμενο, ο οποίος τα βράδια μετά από κάθε μέρα εξευτελισμών και διώξεων από τους Ναζί, κατέγραφε μυστικά τις αλλαγές στη γλώσσα θυτών και θυμάτων υπό την κυριαρχία του Γ’ Ράιχ. Θα ήθελα να έγραφα ένα κείμενο γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως ένα θεατρικό κείμενο.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν παρακολουθώ καθόλου συστηματικά αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος.  Ίσως αν μπορούσα να γυρίζω ταινίες να μην έγραφα κείμενα. Με το θέατρο έχω άλλη σχέση. Ασχολήθηκα πριν από δέκα χρόνια περίπου, σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Δηλαδή, φοίτησα σε ένα εργαστήριο, το studio Παράθλαση και με τους φίλους που έκανα εκεί, στα χρόνια της μαθητείας, συστήσαμε μία ομάδα, την Ενδοχώρα, από την οποία αποχώρησα κάποια στιγμή. Αυτό που μου άρεσε πάντως ήταν η περίοδος της μαθητείας και όχι τόσο οι παραστάσεις που δίναμε στο τέλος της σπουδαστικής περιόδου. Το θέατρο ήταν πολύ σημαντικό για μένα, μία αποκάλυψη εντός και εκτός, μου πρόσφερε μία άλλη ανάγνωση της κειμενικής γραφής, μία διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική ηρωίδα στο πρώτο μου βιβλίο, η Φρα, είναι συγγραφέας θεατρικών κειμένων και… μοδίστρα. Ούτε το τελευταίο είναι τυχαίο, αλλά δεν είναι του παρόντος. Πάντως ως μοδίστρα μπαινοβγαίνει στις ζωές των άλλων, γίνεται ακροατής και θεατής και συρράπτει τα ετερόκλητα κομμάτια από τις ζωές των άλλων που συλλέγει για να συνθέσει το ρούχο μέσα στο οποίο θα χωρέσει η ίδια, αλλά και οι άλλοι. Ο τρόπος που δουλεύει ως μοδίστρα αναλογεί στη διαδικασία της γραφής ή ακόμη και της σκηνοθεσίας και θα τολμήσω να πω και της συγκρότησης της ταυτότητας. Αυτό τουλάχιστον ήθελα να πω με το «Ρούχα από δεύτερο χέρι».

Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται το θέατρο συνεχίζει να με απασχολεί. Επέλεξα στις παρουσιάσεις και των δύο βιβλίων μου, μία θεατρική απόδοση όχι της συνολικής τους αφήγησης, αλλά ως δυνατότητα έκθεσης της δικής μου σχέσης με τα κείμενα, με τη συμβολή φίλων ηθοποιών από την Ενδοχώρα και δικών μου ανθρώπων. Οι παρουσιάσεις έγιναν καιρό μετά αφότου είχα γράψει τα βιβλία, και στο χρονικό αυτό διάστημα είχα τη δυνατότητα να στοχαστώ πάνω σε αυτά που έγραψα, στα πώς και τα γιατί. Η θεατρική απόδοση εξυπηρετούσε την έκθεση της δικής μου διερώτησης για τη σχέση μου με το κείμενο. Το ίδιο και το φωτογραφικό happening που έγινε κάποια στιγμή και ήταν ιδέα της φίλης μου φωτογράφου και εικαστικού Στεφανίας Βελδεμίρη. Πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους και στο βιβλιοπωλείο Ιανός της ίδιας πλατείας. Στη δράση αυτή κλήθηκαν οι αναγνώστες να φέρουν το μυθιστόρημα «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» και να φωτογραφηθούν μαζί του, ώστε να γίνουν μέρος ενός έργου τέχνης και να θέσουν τον εαυτό τους υπό το βλέμμα των άλλων, κατά τον τρόπο που οι ήρωες ενός βιβλίου είναι κάτω από το βλέμμα του αναγνώστη. Αλλά και να εμπλακούν με αυτό κατά ένα διαφορετικό τρόπο πέρα από την ανάγνωση, όπου μπορεί και στη διάρκειά της να προβάλουν τον εαυτό τους μέσα στην αφήγηση, να γίνονται έτσι κι αλλιώς ήρωες ενός βιβλίου. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η σχέση μου ως συγγραφέα με τα κείμενά μου είναι υπό διαρκή αναζήτηση. Δεν τελειώνει κανείς με τα κείμενά του ποτέ, νομίζω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση σε γλιτώνει από τους μικρούς θανάτους, για τους μεγάλους δεν ξέρω. Το ίδιο θα πω και για τη μουσική. Αυτό το λέω ως αναγνώστρια –και ακροάτρια. Γράφω κάτι που μοιάζει με ποίηση, αλλά δεν ξέρω αν οι φιλόλογοι θα το έλεγαν ποίηση. Δείγμα μίας τέτοιας δουλειάς μπορεί να εκδοθεί του χρόνου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Βώκου που σας ανέφερα το οποίο μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν διαβάζω λογοτεχνία αυτόν τον καιρό, αλλά απολαμβάνω εξίσου, καμιά φορά και παραπάνω, την ανάγνωση βιβλίων όπως το Επινοώντας την καθημερινή πρακτική του Μισέλ ντε Σερτώ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω εξωλογοτεχνικά κείμενα, αλλά ας μιλήσω για τα λογοτεχνικά. Έχω ξεκινήσει ένα μυθιστόρημα και το κουβαλάω μέσα στο μυαλό μου όταν κινούμαι στους δρόμους της πόλης. Επίσης, επιχειρώ κάποια δοκίμια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θα αναφερθώ στο facebook του οποίου είμαι χρήστης αν και όχι επίμονος. Πιστεύω ότι αποτελεί έναν δημόσιο χώρο όπου έχουν βήμα πρόσωπα που έχουν εξαιρεθεί από τον υπόλοιπο δημόσιο βίο. Και έχουν βήμα ως πρόσωπα, όχι σαν ένα ανώνυμο πλήθος,  ακόμη κι αν έχουν υιοθετήσει μια πλαστή ταυτότητα. Κατά τα άλλα, εκτιμώ, θαυμάζω, αποστρέφομαι κάποιες φορές το διαδίκτυο, αλλά φοβάμαι ότι δεν έχω την άνεση να το χειριστώ με τον τρόπο που μπορεί να το κάνει ένας νεώτερος άνθρωπος. Ίσως αυτή η δυσκολία να εξασφαλίζει και μια ισορροπία, να μην γίνομαι δηλαδή εγώ υποχείριο του διαδικτύου, τουλάχιστον ως προς τη διαχείριση του χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δεν νομίζω ότι με ενδιαφέρει η αιώνια νιότη, αλλά θα ήθελα να ξαναζήσω -καθόλου πρωτότυπο- και να ακολουθήσω άλλες διαδρομές, να συναντήσω πάλι όμως τους ανθρώπους που είναι σπουδαίοι στη ζωή μου, σε ένα άλλο πλαίσιο και να τους διαλέξω πάλι. Και να με διαλέξουν επίσης. Αλλά η συγγραφική ή αναγνωστική ιδιότητα δεν ανταλλάσσονται -και να θες!- γιατί απλώς εμπεριέχονται σε όλες τις εμπειρίες, εφόσον στη βάση τους έχουν την επικοινωνία, την εσωτερική συζήτηση, την ανάλυση και τη σύνθεση, τη μνήμη και τη λήθη. Δεν εξαιρώ από τη συγγραφική ιδιότητα τις αφηγήσεις του κάθε ανθρώπου και τις πολλαπλές αναγνώσεις αυτών των αφηγήσεων ακόμη κι αν ούτε η μία ούτε η άλλη δεν σκαλώνουν στα σύμφωνα του γραπτού λόγου. Ακόμη και τα πράγματα εμπεριέχουν αφηγήσεις κι ας μην έχουν για υλικά τους τις λέξεις. Η ελευθερία μου είναι να μπορώ να ζω και χωρίς την αφήγηση που έχει ως υλικό τον γραπτό λόγο και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Μου αρέσουν τα περάσματα, οι μετεωρισμοί, οι ανατροπές. Η συγγραφή είναι μάλλον ένας πειραματισμός, ένας έρωτας εν τέλει και διατηρείται ως τέτοιος από την ενδεχομενικότητα της εγκατάλειψής του. Και δοκιμάζω με κάποιον τρόπο και τις αφηγήσεις με άλλα υλικά.

Σημ. Οι φωτογραφίες των αναγνωστών είναι της  Στεφανίας Βελδεμίρη. Οι υπόλοιπες (εικόνες της Θεσσαλονίκης και του δρόμου προς την Ηράκλεια Σερρών) είναι της συγγραφέως.

16
Νοέ.
11

Ιστορίες Metroπάθειας

Studio Μαυρομιχάλη

Στο Τουριστικό αξιοθέατο του Graig Pospisil μια αφελής, σχεδόν παραμυθιασμένη τουρίστρια φαίνεται έτοιμη να συναρπαστεί με οποιοδήποτε θέαμα ικανό επαληθεύσει την αναμενόμενη μυθολογία της πόλης. Έτσι ακόμα και ο νέος ηθοποιός που έχει καταλήξει σε απεγνωσμένο κυνηγό … οντισιόν φαντάζει στα μάτια της ως μυθοποιημένος ήρωας. Κι έτσι ασυναίσθητα τον ωθεί να παίξει τον ρόλο που εκείνη έχει έτοιμο για τον ίδιο, ακόμα και να ξαπλώσει στα καθίσματα του μετρό της Νέας Υόρκης, σαν εξαθλιωμένος μεθυσμένος για να φωτογραφηθεί. Όταν η επικοινωνία είναι εξαρχής ασύμβατη, ένα ψεύτικο σενάριο αποδεικνύεται ως έσχατη δυνατότητα προσέγγισης. Αλλά, πάλι, πόσο πιο πλαστό μπορεί να είναι ένα σενάριο που υφαίνεται ανάμεσα σε δυο αγνώστους μέσα στο μετρό, σε σύγκριση μ’ εκείνο της οντισιόν που χάσκει μπροστά στο τσαλακωμένο χαρτί του ηθοποιού;

Στην ιστορία του David Riedy Δεν φταις εσύ τρεις φίλοι (ένας άντρας, δυο γυναίκες) ανακοινώνουν στο τέταρτο μέλος της παρέας (μια γυναίκα) πως δεν θέλουν να το ξαναδούν. Επιλέγουν το μετρό ως «ουδέτερο» έδαφος για την αποφυγή δυσάρεστων αντιδράσεων και για την επιθυμητή ταχύτητα: γρήγορο βαγόνι, γρήγορο ξεκαθάρισμα. Επικαλούνται μια αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φιλία διαρκεί ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κι εδώ έληξε. Η αρχική επιχειρηματολογία (ασυμφωνία γούστων, ο τρόπος που επιλέγει να περνάει τα Σαββατοκύριακά της) γίνεται ολοένα και σκληρότερη: εγκαλείται ως βαρετή, ως λάτρης των ρομαντικών ταινιών, ως κολλημένη στα ίδια στέκια και την ίδια ρουτίνα. Η εφιαλτική όμως φράση προέρχεται από τον – θεωρητικά – πιο ψύχραιμο της παρέας: τώρα με τον ερχομό του μωρού, έχουμε χώρο μόνο για έναν φίλο. Αναρωτιέμαι: πλησιάζει καμιά εποχή όπου η οικονομική ή η ψυχική κατάσταση του καθενός θα επιτρέπει όριο φίλων; Και, ακόμα, ποιο είναι το μίνιμουμ απαιτούμενης σύμπτωσης γούστων; Γιατί τα χάρτινα επιχειρήματα στο τέλος γίνονται μπούμερανγκ κατά των ίδιων! Κι αν κάτσουμε να βρούμε τις διαφορές κι όχι τις ομοιότητες, τότε όλοι θα έπρεπε να ξεγράψουμε όλους….

Σ’ ένα βαγόνι βρίσκονται δυο άντρες μόνοι· ο ένας διαβάζει το (πηγμένο στα post χαρτάκια) βιβλίο Πώς Να Κάνεις Φίλους κι αρχίζει να εφαρμόζει τις συμβουλές του στον ανόρεχτο συνεπιβάτη. Γίνεται ευγενικός, επίμονος, πιεστικός, καταπιεστικός. Ποιος οφείλει να υποχωρήσει, ποια ανάγκη είναι μεγαλύτερη; της ιδιωτικότητας ή της επικοινωνίας; Ποια σκηνή είναι πιο φορτισμένη; Η τρομερή στιγμιαία χορογραφία όπου ο αθέλητα μοναχικός τραβάει απεγνωσμένα τον ηθελημένα μοναχικό μην κατέβει από το βαγόνι ή όταν τού εξομολογείται «Είσαι ό,τι πιο κοντινό έχω σε φίλο εδώ και πέντε χρόνια»; Ακόμα κι όταν μια φράση – πέντε λέξεις, οδηγούν τα πράγματα σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ένα είναι βέβαιο: στην Κοινωνία της Μετροπάθειας μερικοί άνθρωποι επικοινωνούν – έστω με άκομψο ή μηδενικό τρόπο – μόνο με τους συνεπιβάτες τους. Αλλά οι μοναχικότητες είναι καθολικές (David Riedy, Όλα αυτά που θέλεις).

Στο Άδειο βαγόνι του Anthony P. Pennino βρίσκεται επιβάτης ένας ήρεμος, σκωπτικός, γήινος… Ιησούς, που αντιλαμβάνεται πως οι υπηρεσίες του δεν είναι πλέον απαραίτητες στον δυτικό κόσμο και πώς ονοματίζεται μόνο όταν πρέπει να αναλάβει βάρη. Και την οικονομική κρίση στο τέλος σ’ εμένα θα την φορτώσουν, μονολογεί ή μάλλον διαλογίζεται με τον δύσπιστο συνεπιβάτη του. Ένα θεατρικό παιχνίδισμα αντανακλά τα άπειρα καθρεφτίσματα της αναπαράστασης: ο ίδιος μας πληροφορεί για απόδραση τροφίμων φρενοκομείου αλλά και το ενδεχόμενο να στριμωχτεί σε μια off Broadway (και εντός Εξαρχείων!) ιστορία… Και λίγο πριν την μπορχεσιανή αυτοαναφορικότητα θα έχει προλάβει να μας θυμίσει: Δεν υπάρχουν αναπάντητες προσευχές· όλες οι προσευχές εισακούονται, απλά η απάντηση είναι «όχι». Αν ήταν να εισακούονται, όλος ο κόσμος θα φορούσε πάνες…

Οι ιστορίες συνεχίζονται σε νέα βαγόνια, με κάθε λογής ανθρώπους: τις δεσποινίδες που επιθυμώντας τον ίδιο άντρα προτιμούν να συμφωνήσουν πως ανήκει σε όλες, ως η τελευταία αχτίδα φωτός που δικαιούνται στη ζωή τους – αναρωτιέται κανείς αν και αυτό το υποχωρητικό διαμοίρασμα αποτελεί την δική τους ιδιόμορφη επαφή  κι αν ο Άλαν τους τελειώσει, πρέπει να βρεθεί κοινός αντικαταστάτης… (David Riedy, Διεκδικώντας τον Άλαν), το ζευγάρι που επικοινωνεί μέσω του αλληλοσπαραγμού του αλλά προτιμά να τον συνεχίσει αντί να σωθεί από μια εξωτερική απειλή (Timothy Braun, Κάποτε χορεύαμε) και τέλος το εξαιρετικό ζεύγος της άστεγης με την ατζέντισσα (Stephen O’ Rourke, Ατζέντης). Εδώ συνομιλεί το τραγούδι της πρώτης με τα πλήκτρα της δεύτερης, σε μια από τις πιο παράλογες αντιστικτικές εικόνες των σύγχρονων μέσων. Και αναρωτηθείτε, τι μπορεί να συμβεί όταν η τελευταία τής προτείνει να συνεργαστούν, προς ένα ολοκαίνουργιο νούμερο επαιτείας στοχεύοντας σ’ ένα νεανικότερο κοινό;

Οι επτά αυτοτελείς ιστορίες των πέντε αμερικανών θεατρικών συγγραφέων εμπνέονται και εκκινούν από το απόλυτο α-τοπο της σύγχρονης μεγαλούπολης: τους ίδιους τους συρμούς και τις αποβάθρες του μετρό. Από εκεί περνούνε όλοι, άρα εμείς και οι άλλοι, κοινώς εμείς που είμαστε οι άλλοι για τους δικούς μας άλλους. Ακόμα κι αν όλοι αυτοί είναι βυθισμένοι στον προσωπικό τους κόσμο και μοιάζουν απροσπέλαστοι, όλοι έχουν σχισμές ανοιχτές για επικοινωνία· μια επικοινωνία που μπορεί να λάμψει όσο κι ένα ταχύτατη διάσχισμα ενός συρμού μπροστά στα μάτια μας. Όλοι οι ηθοποιοί αλλάζουν αντίθετα πρόσωπα και χαρακτήρες σε μια διαρκή εναλλαγή διαθέσεων και δυνατοτήτων και σε κάθε ιστορία αντιλαμβάνεται κανείς τα άπειρα ενδεχόμενα γέννας νέων ιστοριών αλλά και το πόσο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε ο καθένας απ’ όλους αυτούς τους χαρακτήρες.

Μτφ. – διασκευή: Βασίλης Καρφής, Ιπποκράτης Τροβάς, Κώστας Τσάχρας, σκηνοθ.: Βασίλης Καρφής, βοηθ. σκηνοθ.: Κατερίνα Μπιλάλη, παίζουν: Ελένη Αγγελάκη, Γιάννης Δρίτσας, Κατερίνα Μπιλάλη, Θάνος Κοντογιώργης, Κατερίνα Σαβράνη, Ιπποκράτης Τροβάς, σκηνικά: Πέννυ Γκούση, κοστ.: Ελισάβετ Σχοινά, φωτ.: Στέφανος Κοπανάκης, μακιγ. – ειδ. εφέ: Μαρία Παπά / Τε, Πε, Κυ 21.30/ 90΄ /Μαυρομιχάλη 134.

Το Πανδοχείο ζήτησε από τις ηθοποιούς Κατερίνα Μπιλάλη (και βοηθός σκηνοθέτη), Κατερίνα Σαβράνη και Ελένη Αγγελάκη και τον σκηνοθέτη Βασίλη Καρφή να αφήσουν προσωπικά τους σημειώματα στη ρεσεψιόν και ιδού:

Κατερίνα Μπιλάλη: Πολλά τέταρτα της ζωής μας θα μπορούσαν να γίνουν αυτοτελείς ιστορίες χωρίς ξεκάθαρη αρχή και τέλος. Αλλά και πολλά από τα όνειρά μας…Αυτή ήταν η σκέψη μου μετά την ανάγνωση αυτών των επτά ιστοριών. Ιστορίες γήινες, ανήλιαγες, αέρινες, νεφελώδεις, υπόγειες, εκτυφλωτικές. Γιατί μέσα από τις αντιθέσεις βρίσκεται και το κίνητρο για να συνθέσεις και να απολαύσεις…

Βασίλης Καρφής: Πάντα αναρωτιόμουν πόσες και πόσες περιπέτειες δεν πέθαναν πριν ακόμα δημιουργηθούν, μόνο και μόνο επειδή δεν ειπώθηκε μια λέξη, δυο λόγια την κατάλληλη στιγμή, που θα άνοιγαν διάπλατα τις πύλες της επικοινωνίας και θα μας έκαναν πραγματικά ορατούς στους άλλους, με όλες μας τις αδυναμίες και τα προτερήματα, χωρίς συμβάσεις. Κάποιες απαντήσεις ένιωσα να μου δίνουν αυτά τα κείμενα όταν ήρθαν στα χέρια μου. Επτά μικρά δράματα γεμάτα ενέργεια και μαύρο χιούμορ. Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που είχαν την τύχη να συνυπάρξουν για λίγο μέσα σ’ ένα βαγόνι του μετρό και να βρουν τον εαυτό τους. Όταν ειπωθεί η κατάλληλη λέξη, την κατάλληλη στιγμή, πολλά μπορούν ν’ αλλάξουν. Προς το καλύτερο ή το χειρότερο, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι αλήθεια, και οι ήρωες μας εδώ το τολμήσανε.

Κατερίνα Σαβράνη: Μέσα στα υπόγεια τούνελ του μετρό, καθισμένοι ή όρθιοι, περνάμε όλοι μας λίγο έως πολύ κάποιο χρόνο από τη μέρα μας. Εκεί μέσα στα φωτεινά βαγόνια των τρένων διαδραματίζονται καθημερινά ιστορίες, σκέψεις, όνειρα, καβγάδες, δράματα…χωρισμοί. Όλοι μας έχουμε κρυφακούσει ,άθελα μας, κουβέντες που γίνονται στο διπλανό κάθισμα! Κι αν τύχει καμιά βλάβη και μείνουμε κλεισμένοι μέσα για λίγο περισσότερο από το κανονικό ξαφνικά γινόμαστε για λίγα λεπτά φίλοι ή εχθροί με τους δίπλα!

Πάνω από 4.300.000 άνθρωποι χρησιμοποιούν το μετρό στη Νέα Υόρκη! Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι περνούν το τουρνικέ ανά έτος!

Έχετε ποτέ σκεφτεί πως σε κάθε βαγόνι συμβαίνει κάτι? Την ώρα που εσύ αδιάκριτα κοιτάζεις τον απέναντι σου και σου περνάνε από το μυαλό διάφορες ιστορίες, έχεις σκεφτεί πόσοι έχουν ή κάνουν το ίδιο για σένα?

Μάλλον αυτό είναι που λέμε το μετρό έχει μπει στην καθημερινότητα και στη ζωή μας… αν τα βαγόνια είχαν φωνή θα έγραφαν αυτή την παράσταση… Απλές καθημερινές σκέψεις και στιγμές ανθρώπων που βρίσκονται στο μετρό πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από κάπου.

Ελένη  Αγγελάκη: Κάθε ρόλος είναι ένα ταξίδι

Μια μάχη – μια πρόκληση – μια συνάντηση

Πολλές συναντήσεις – πολλές συγκρούσεις

Με τα μέσα

με τα έξω

 με τους άλλους

με το ίδιο σου τον εαυτό

Οι ιστορίες metroπάθειας ήταν, για μένα σαν ηθοποιό,

ένα ταξίδι περίεργο, προκλητικό όσο και ριψοκίνδυνο

μέσα σε μια συσκευασία συμπυκνωμένου προϊόντος πρέπει να χωρέσει ο όγκος, η ποιότητα, η ουσία  του ‘μεγάλου μεγέθους’

μέσα σε ένα ρούχο ‘Μade in USA’πρέπει να νοιώσεις τόσο άνετα όσο θα ένοιωθες με ένα ‘παπούτσι από τον τόπο σου’

μέσα σε  ένα φαινομενικά πολύχρωμο ‘ευκολόπεπτο’ και ρηχό χαμόγελο πρέπει να χωρέσουν

σκιές, μυστικά, μοναξιά, πόνος, ανασφάλειες, φόβος, απόρριψη, ελπίδα, απογοήτευση  … όλα τα γκρίζα καρέ από τις ζωές των ανθρώπων που συναντιούνται μέσα σε αυτό το βαγόνι

που συναντιούνται μέσα μας

μέσα σε αυτό το ταξίδι που αρχίζει και τελειώνει σε κάθε παράσταση

μέσα σε αυτό το ταξίδι που κάνει πάντα τις ίδιες στάσεις

μα ποτέ ακριβώς το ίδιο ‘δρομολόγιο’….

15
Νοέ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 65. Πέτρος Δραγουμάνος

Πώς συλλάβατε την ιδέα της δημιουργίας του Κατάλογου Ελληνικής Δισκογραφίας;

Την δεκαετία του 1970 αγόρασα βιβλία από τις ΗΠΑ που είχαν όλες τις πληροφορίες για τους δίσκους που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ από το 1950 και μετά. Από τότε μπήκε μέσα μου η ιδέα της καταγραφής της Ελληνικής Δισκογραφίας.

Πώς ξεκίνησε η προσπάθειά σας;

Το 1976, αφού είχα πάρει το πτυχίο Μαθηματικών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπούδασα προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι γνώσεις μου και η εμπειρία μου στους υπολογιστές, με έπεισαν ότι είναι δυνατή η καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας. Τότε δεν υπήρχε καμία τέτοια έρευνα ή έκδοση.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στις αρχικές φάσεις;

Το 1984 απέκτησα το πρώτο μου PC. Άρχισα την δημιουργία βάσης δεδομένων, με εισαγωγή πληροφοριών που αντλούσα από τους ελληνικούς δίσκους, από δισκοθήκες, μικρές ή μεγάλες, φίλων και γνωστών μου. Η δουλειά αυτή γινόταν στον ελεύθερο χρόνο μου, γιατί από το 1979 ήμουν καθηγητής μαθηματικός στην Μέση εκπαίδευση. Γνώρισα τον παραγωγό ραδιοφώνου Γιώργο Τσάμπρα, που μου επέτρεψε να καταγράψω την μεγάλη συλλογή ελληνικών δίσκων του. Το 1988 είχα μαζέψει πληροφορίες για 10.000 ελληνικούς δίσκους. Το 1989 έγραψε ο Φώτης Απέργης στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ για αυτήν την προσπάθειά μου. Τότε οι υπολογιστές ήταν ακόμη κάτι εξωγήινο για τους πολλούς. Το δημοσίευμα έκανε εντύπωση. Αρκετοί συλλέκτες μου τηλεφώνησαν και προθυμοποιήθηκαν να με βοηθήσουν.

Ποια η εκδοτική πορεία του βιβλίου;

Το 1990 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το βιβλίο ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ 1960-1990 (Εκδόσεις Λιβάνη) που πούλησε περισσότερα από 2.000 αντίτυπα. Το βιβλίο μου άνοιξε τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών, που μου επέτρεψαν να μελετήσω τα αρχεία τους και να καταγράψω με λεπτομέρειες τις κυκλοφορίες των ελληνικών δίσκων από το 1950 και μετά. Δύο χρόνια μετά η νέα συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου είχε τίτλο ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ 1955-1992. Το 1994 η τρίτη έκδοση περιείχε τους ελληνικούς δίσκους από το 1950 και μετά. Μέχρι σήμερα το βιβλίο έχει κάνει 6 εκδόσεις. Κάθε νέα έκδοση είναι ενημερωμένη και συμπληρωμένη. Το 2003 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε DVD, έκδοση της δισκογραφικής Heaven Music του ομίλου ΑΝΤΕΝΑ. Έκτοτε υπάρχει ετήσια έκδοση του DVD το οποίο περιέχει και τα εξώφυλλα των ελληνικών δίσκων, κάτι που είναι αδύνατο για την έντυπη έκδοση. Οι ελληνικοί δίσκοι από το 1950 ως το τέλος του 2011 είναι περισσότεροι από 35.000.

Η πρακτική χρησιμότητα για τους αναγνώστες – χρήστες είναι αυτονόητη. Για σας όμως ποιο το όφελος μιας τέτοιας οδύσσειας;

Στο ξεκίνημα, η ενασχόληση με την ελληνική δισκογραφία ήταν μία άσκηση των ικανοτήτων μου σε προγραμματισμό βάσεων δεδομένων. Μετά την έκδοση του βιβλίου, το χόμπυ μετατράπηκε σε παράλληλο επάγγελμα. Γνώρισα τον κόσμο της μουσικής που είναι διαφορετικός από αυτόν της εκπαίδευσης. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου, χρηματοδότησαν ταξίδια σε άλλες χώρες και σε άλλες ηπείρους, κάτι που κάνω από 20 ετών.

Στον πρόλογο δίνετε στοιχεία επικοινωνίας μαζί σας για οποιονδήποτε επιθυμεί να προσθέσει πληροφορίες στα αχανή δεδομένα του τόμου. Είχατε ως τώρα τέτοιου είδους συμμετοχές – προσθήκες; Μας φέρνετε ένα ενδεικτικό παράδειγμα;

Πολλοί αναγνώστες του βιβλίου τηλεφώνησαν ή έστειλαν επιστολές με πληροφορίες για σπάνιους ελληνικούς δίσκους που δεν υπήρχαν στις πρώτες εκδόσεις. Ακόμη και σήμερα λαμβάνω emails με πληροφορίες για νέους δίσκους. Κυρίως πρόκειται για ανεξάρτητες παραγωγές που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν αφού τυπώνονται σε λίγα αντίτυπα και δεν διανέμονται σε όλα τα δισκάδικα.

Σας έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο μια διαρκούς διαδικτυακής μορφής του έργου σας;

Πολλές φορές. Η πραγματοποίηση του απαιτεί χρήματα και συνεργασία αρκετών ανθρώπων με σπουδές και μεράκι. Δύσκολος συνδυασμός. Μου έγιναν προτάσεις, μερικές φορές. Καμία δεν πραγματοποιήθηκε. Ο βασικός λόγος είναι ότι η χρηματοδότηση πρέπει να είναι συνεχής, ώστε να υπάρχει συνεχής ενημέρωση. Κανείς δεν μπόρεσε να βρει ασφαλή τρόπο εσόδων.

Ποια η σχέση σας με τη μουσική τότε και ποια σήμερα; Αγαπημένοι σας μουσικοί, συγκροτήματα, καλλιτέχνες;

Και τότε και τώρα είμαι φανατικός ακροατής. Δεν περιορίζομαι σε ένα είδος μουσικής. Υπάρχουν καλά τραγούδια και στο ροκ και στα λαϊκά. Όλοι οι τραγουδιστές έχουν πει και καλά και κακά τραγούδια. Όλοι οι συνθέτες έχουν γράψει και καλά και κακά τραγούδια. Μερικά ονόματα που έχουν σημαδέψει περιόδους της ζωής μου, είναι: Σαββόπουλος, Βαγγέλης Παπαθανασίου, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου, Πυξ Λαξ, Μαχαιρίτσας.

Αν σας ανέθεταν σήμερα μια μονογραφία για κάποιο πρόσωπο της μουσικής ποιο θα ήταν αυτό;

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα. Δεν με έχει απασχολήσει αυτή η ιδέα.

Δημοσίευση και σε: mic.gr. Παρουσίαση του Καταλόγου… εδώ. Στις φωτογραφίες δυο από τους αναφερόμενους «σημαδευτές» σε στιγμές απογείωσης: Βαγγέλης Παπαθανασίου – Μίκης Θεοδωράκης. Οι Δρόμοι της Φωτιάς του πρώτου στροβιλίζονται και στο εικονιζόμενο πικ  απ.

14
Νοέ.
11

Πέτρος Δραγουμάνος – Κατάλογος Ελληνικής Δισκογραφίας 1950 – 2007

Οι ελληνικοί δίσκοι που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό

It’s a dirty job but…

Το όνομα του Πέτρου Δραγουμάνου είναι εδώ και χρόνια ταυτόσημο με την καταγραφή και την καταλογογράφηση του αχανούς σύμπαντος της ελληνικής δισκογραφίας. Σε κάθε πολιτισμικό γαλαξία υπάρχει συνήθως κι ένας μοναχικός καταγραφέας που κάνει ακριβώς αυτή την λεπτολογική, εξουθενωτική δουλειά (όπως ακριβώς συνέβαινε – τηρουμένων των αναλογιών και των διαφορών – και στην περίπτωση του εκδοτικού χώρου με τον Κώστα Βουκελάτο και το περιοδικό Ιχνευτής). Αυτός ο ένας θα επενδύσει όλη του την ενέργεια και ζωή στην συγκέντρωση των στοιχείων ώστε να έχουμε εμείς οι υπόλοιποι ένα δισκογραφικό αλμανάκ πανέτοιμο για κάθε απάντηση, αναφορά κι ανατρέξιμο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους λεξικογράφους, τους εγκυκλοπαιδιστές, τους στατιστικολόγους. Στην ουσία ο δημιουργός ενός τέτοιου οδηγού –τυφλοσούρτη – λιστολογίου έχει στοιχεία απ’ όλους τους παραπάνω συν κάτι ακόμα: ένα αγριεμένο μεράκι. Κι η δουλειά συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καλύπτοντας ολόκληρη την τελευταία 60ετία.

Λημματοποίηση ενός σύμπαντος!

Πώς όμως μπορεί να οργανωθεί ένα τόσο αχανές υλικό χωρίς να χρειαστεί μια ολόκληρη βιβλιοθήκη; Πώς μπορούν να συμπιεστούν σ’ έναν μόνο τόμο οι αμέτρητοι δίσκοι μιας ολόκληρης εθνικής μουσικής με όλα τους τα στοιχεία; Με ένα «κωδικοποιημένο» σύστημα με σύμβολα και αριθμούς, πανεύκολο στην κατανόηση και λειτουργικότατο στη χρήση. Στο λήμμα κάθε ονόματος (που, εννοείται, παρατίθεται με απόλυτη αλφαβητική σειρά) υποδεικνύονται κάποια στοιχειώδη βιογραφικά στοιχεία, πληροφορίες αν και σε ποιο συγκρότημα υπήρξε μέλος και πότε, συνεργασίες κλπ. Με διάφορα σύμβολα δηλώνεται αν πρόκειται για προσωπικό δίσκο καλλιτέχνη, επανέκδοση κλπ. και στην επόμενη γραμμή ξεκινούν οι στήλες. Η πρώτη γράφει το έτος και το μήνα κυκλοφορίας του δίσκου. Η δεύτερη συνδυάζει κωδικούς αριθμούς για το είδος της συμμετοχής του καλλιτέχνη (τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, συνδυασμοί των παραπάνω, διευθυντής ορχήστρας, σολίστ, διευθυντής χορωδίας).

Μια άλλη σειρά γραμμάτων υποδηλώνει τις ιδιαίτερες ιδιότητες των ονομάτων (ενορχηστρωτής, ψάλτης, αφηγητής, λογοτέχνης, πολιτικός) και άλλες μορφές εμπλοκής (ντουέτο, επιμέλεια δίσκου, απαγγελία στίχων, συγκρότημα, κείμενο, χορωδία). Ένα δεύτερο ψηφίο δείχνει τον αριθμό τραγουδιών όπου συμμετέχει ο καλλιτέχνης, ένα τρίτο εξειδικεύει σε εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, instrumental, τραγούδια από κινηματογραφικές ταινίες, ζωντανή ηχογράφηση, soundtrack, προέλευση από τηλεοπτική σειρά, μουσική και τραγούδια από θεατρική παράσταση, παιδικό δίσκο, συλλογή τραγουδιών (best of/ greatest hits), ανάγνωση ποιημάτων ή κειμένων. Αναφέρονται, τέλος, οι συμμετοχές άλλων καλλιτεχνών, αν ο δίσκος κυκλοφόρησε και σε άλλη χώρα και, βέβαια, στο δεξί άκρο της σειράς, η εταιρεία κυκλοφορίας, ο κωδικός αριθμός και το είδος του δίσκου (LP, CD, CS, 45, mini, maxi κλπ.).

Βουτάμε;

Πέρα από την αυτονόητη χρησιμότητα ενός τέτοιου έργου, το ξεφύλλισμα υπόσχεται και άλλες υπογειότερες απολαύσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάθε είδους λίστα – και πόσο μάλλον όταν αυτή η λίστα ξεπερνάει τις χίλιες σελίδες. Είναι αλλιώς να προσπαθείς να θυμηθείς κι αλλιώς να έχεις μπροστά σου κάθε υπαρκτή κυκλοφορία. Φυλλομετράς τις σελίδες και θυμάσαι δίσκους, ονόματα, συνεργασίες, εταιρείες, τραγούδια. Αν δεν θυμάσαι, γνωρίζεις, συνδυάζεις, διαπιστώνεις. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που τώρα αποτιμώ, εκτιμώ ή κρίνω διαφορετικά, ανιχνεύοντας επιρροές από και προς όλες τις πλευρές (πάντα σε σχέση με τη μουσική του προσωπικού γούστου) αλλά και πρωτοπορίες και πρωτιές. Κι αν για την κάθε μη ελληνική μουσική το διαδίκτυο περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερα σάιτ που προσφέρουν τέτοια πλήρη συλλογικά έργα, για την ελληνικής προέλευσης μουσική δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα. Μόνο διάσπαρτες γενναίες προσπάθειες που καλύπτουν μικρά υποσύνολα. Σχεδόν πάντα όμως οι δισκογραφίες παρουσιάζονται, όταν παρουσιάζονται, με πολλά λάθη και παραλείψεις.

Λιστεία!

Ο καθένας εδώ μπορεί να φτιάξει τη δική του συστηματοποιημένη λίστα, για παράδειγμα, με τους δισκογραφημένους ποιητές (είτε ως μελοποιήσεις, είτε ως προσωπικές απαγγελίες, είτε ως στιχουργήσεις): Φώτης Αγγουλές, Ρούλα Αλαβέρα, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Έλλη Αλεξίου, Ελένη Βακαλό, Γιώργος Θέμελης, Ζωή Καρέλλη, Νίκος Καρούζος, Κώστας Καρυωτάκης, Τάσος Λειβαδίτης και άλλοι. Διαπιστώνω άγνωστες συμμετοχές και σύγχρονων λογοτεχνών (Φίλιππος Δρακονταειδής, Μάρω Βαμβουνάκη) αλλά και τον δίσκο του πρόωρα χαμένου τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη (1989). Οι στιχουργοί αποτελούν άλλο μεγάλο κεφάλαιο, όπου επιτέλους συστηματοποιώ τα σύνολα του Νίκου Γκάτσου, του Θοδωρή Γκόνη, του Άρη Δαβαράκη και βεβαιώνομαι πως ο Ευγένιος Αρανίτσης δεν στιχούργησε άλλους δίσκους εκτός από τους δυο αλησμόνητους του Βασίλη Λέκκα.

Οι δισκογραφημένοι ηθοποιοί είναι μια άλλη μεγάλη ενδιαφέρουσα περίπτωση. Από τους παλαιότερους κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς (Θανάσης Βέγγος, Σπεράντζα Βρανά, Κώστας Βουτσάς, Κούλα Αγαγιώτου, Μανώλης Δεστούνης, Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Ελένη Ανουσάκη), μέχρι τις φουρνιές του ’70 (Γωγώ Ατζολετάκη, Νίκος Δαδινόπουλος, Κάτια Αθανασίου, Μαρία Αλιφέρη) και του ’80 (Χρήστος Βαλαβανίδης, Ρένα Παγκράτη, Στάθης Ψάλτης). Μια άλλη λίστα φτιάχνω με τους κατεξοχήν ηθοποιούς του θεάτρου (από τους Μάνο Κατράκη, Αντιγόνη Βαλάκου, Νίκο Βασταρδή, Κώστα Αρζόγλου, Μαίρη Αρώνη μέχρι τους Βέρα Ζαβιτσιάνου, Γιώργο Λαζάνη, Γιώργος Αρμένη, Εύα Κοταμανίδου, Κώστα Καζάκο, Κάτια Γέρου), εκείνους που διέπρεψαν και στο τραγούδι (Γιώργος Μούτσιος, Γιώργος Μαρίνος, Δώρα Μασκλαβάνου), τον ίδιο τον Κάρολο Κουν.

Λεύκωμα

Όσο γυρίζω τις σελίδες τόσο περισσότερο εισχωρώ στα προσωπική μου δεκαετία του ’70, δηλαδή τη δεκαετία της μεγάλης μου βουτιάς στη μουσική. Εδώ ο οδηγός μετατρέπεται σε λεύκωμα των παιδικών, μεταπαιδικών και εφηβικών χρόνων, όπου δοκίμαζα μανιωδώς το κάθε είδος προσπαθώντας ακόμα και να υποδυθώ τον φαν που δεν ήμουν. Έτσι δε γίνεται να μη διατρέξω τη τιτλογραφία όλων όσων υπήρξαν στο σύμπαν αυτό: οι κλασικές μορφές των 70s (Λάκης Αλεξάνδρου, Δώρος Γεωργιάδης, Τέρης Χρυσός, Περικλής και Ξανθή Περράκη, Φίλιππος Νικολάου, Μπέσσυ Αργυράκη), οι μπαλανταδόροι των ύστερων μπουάτ (Κώστας Καράλης, Γιάννης Δημητράς), οι κονφερασιέ των παιδικών και όχι μόνο χορών (Κώστας Βενετσάνος), οι χαλκομανίες της Μανίνας (Χριστίνα, Χριστιάνα, Μαρίνα), οι μοντερνίζοντες διασκεδαστές και διασκευαστές (Λάκης Τζορντανέλι, Γιώργος Κοινούσης, Τζων Τίκης (: Γιάννης Τεκές!)), οι εκλεκτές κυρίες της ελαφρότητας (Γιοβάννα, Τζίνα Σπηλιωτοπούλου) και της βαρύτητας (Κλειώ Δενάρδου, Ελένη Ροδά), οι προ-λάουντζ συνθέτες (Γιώργος Θεοδοσιάδης, Ζακ Μεναχέμ, Ζακ Ιακωβίδης, Νίκος Ιγνατιάδης), ονόματα που σχημάτιζαν οι λαμπτήρες στις μαρκίζες: Τζίμης Μακούλης, Μάγια Μελάγια, Μπέμπα Μπλανς.

Το λεύκωμα κιτρινίζει και θυμάμαι τις μικρές διαφημιστικές φωτογραφίες λαϊκών καλλιτεχνών και κέντρων στις εθνικές οδούς: Λευτέρης Μυτιληναίος, Γιάννης Μαργαρίτης, Κώστας Μοναχός, Νίκος Νομικός, Νίκος Δουλάμης, μέχρι και τους Χρήστο Αυγερινό και Γιάννη Ρίζο της δεκαετίας του ’90. Κανείς από εκείνους δεν διέψευσε την λαϊκή αξιοπρέπεια κι αυθεντικότητα, με τις οποίες στο τέλος διασταυρώθηκα, έστω και ως νυχτεργάτης σερβιτόρος στα αληθινά λαϊκομάγαζα, στα Αραπάκια της Ιεράς Οδού και σε κάτι κέντρα – παραπήγματα στη Νεοχωρούδα κι όχι φυσικά στα ιλουστρασιόν ψευτοσκυλάδικα με τους υποχρεωτικά ωραίους πισταδόρους. Και στις ακόμα πιο μέσα σελίδες, ξαναθυμάμαι τους μπαλαντέρ του ελαφρού ερωτικού, από τον Δημήτρη Ταμπόση (s/t, 1981), με γερή ιστορία στα 70ς ως τον …Φράνκο Σιμόνε (Λες να ’ναι αγάπη, 1981) με ελληνικούς στίχους!

Μικτή (ελληνικού) κόσμου

Αλλαγή πυξίδας, νέο ξεφύλλισμα απ’ την αρχή, για τις σπάνιες έντεχνες τέχνες εκείνων που δημιούργησαν πραγματικά κάτι εν τη τέχνη (προτού άλλοι κλαψιάρηδες επωμιστούν τον τίτλο και την ιδιότητα), όπως κάποιοι εξαιρετικοί δημιουργοί που εξέφρασαν μια απέραντη μουσικώς «άγραφη» επαρχία (Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Βαγγέλης Βέττας) και σκάλισαν παραδόσεις για να φτιάξουν μια σύγχρονη μουσική με όλα μέσα της (Μιχάλης Νικολούδης, Νίκος Γράψας, Γιώργος Καζαντζής, Μανώλης Γαλιάτσος) και άλλοι αξέχαστοι δίσκοι όπως Ο Οδυσσέας στο ποτάμι με την συναστρική συνεργασία των Τάκη Σινόπουλου – Μιχάλη Γρηγορίου – Σαββίνας Γιαννάτου – Βασίλη Λέκκα και Η Μυθολογία του Σαββάτου των Μιχάλη Τρανουδάκη και Γιώργου Χρονά, και ακόμη…

…εκλεκτά ονόματα που κάποια στιγμή χάσαμε τον λογαριασμό δίσκων, τίτλων και συμμετοχών, όπως οι Σαββίνα Γιαννάτου, Γιώτα Βέη, Πέτρος Πανδής, Βασίλης Λέκκας, Ηλίας Λιούγκος, κι άλλοι εκλεκτικότεροι δημιουργοί ή/και ερμηνευτές:ο βαρύτονος και όχι μόνο Σπύρος Σακκάς, η σοπράνο και όχι μόνο Δάφνη Πανουργιά, ο συνθέτης ορατορίων, όπερας, μουσικής δωματίου κ.λπ. Γιώργος Κουμεντάκης, η Αγγελική Ιονάτου, ο Ανδρέας Καρακότας, η αξέχαστη Φλέρυ Νταντωνάκη, οι συν τοις άλλοις συνθέτες θεατρικών παραστάσεων Κώστας Βόμβολος και Ηρακλής Πασχαλίδης, και ακόμη…

….σπουδαίοι συνθέτες σύγχρονοι, με εξαίρετες ηχογραφήσεις (Νίκος Ξυδάκης, Χρήστος Τσιαμούλης, Νίκος Κυπουργός), παλαιότεροι που αθόρυβοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα (Χρήστος Λεοντής, Νίκος Μαμαγκάκης), ορισμένοι άπιαστοι και πολύπλευροι (Γιώργος Κουρουπός, Χριστόδουλος Χάλαρης), άλλοι απλώς πολύ αγαπημένοι (Γιώργος Σταυριανός) και βέβαια οι κορυφαίοι της σπάνιας κινηματογραφικής μελωδίας Γιώργος Χατζηνάσιος, Βαγγέλης Πιτσιλαδής και Κώστας Καπνίσης (που ενώ του αποδίδονται πάνω από 100 ταινίες βλέπω εδώ πως έχει κυκλοφορήσει γύρω στους 15 δίσκους κι όχι όλοι σάουντρακς) και….

….εταιρείες με ονόματα – συνθήματα και σφραγίδες μιας εποχής όπως Panivar, Vasipap, Αφοί Φαληρέα, Panvox και βέβαια τα ατέλειωτα ρόστερ της MINOS, COLUMBIA, PHILIPS, LYRA, POLYDOR, POLYGRAM, WEA, EMI, CBS, RCA, SONORA…

Άτακτα Όνειρα

Φυσικά για τους δίσκους της άλλης ευρύτατης επικράτειας του ελληνικού και «ελληνικού» ροκ τα έχουμε πει εδώ δεκάδες φορές και είναι αδύνατο να καταγράψουμε την κάθε μνήμη που ηλεκτρίζουν δεκάδες ονόματα – άλλωστε όλα αυτά για μας δεν είναι απλώς παρελθόν αλλά βρίσκουν τη συνέχειά τους στο παρόν. Δεν μπορώ όμως να μην χαρώ με την – επιτέλους – αναφορά του υπέροχου δίσκου της ουρανοκατέβατης Ariadne Mackinnon Andrew στο Naughty Dreams (1981). Ακόμα μια περίπτωση όπου οι σχεδόν ανύπαρκτες διαδικτυακές αναφορές με έκαναν να πιστεύω πως τόσα χρόνια την είχα ονειρευτεί!

Σήματα Κατατεθέντα

Ευεργέτημα βέβαια αποτελούν και οι πλήρεις δισκογραφίες που δεν υπήρχε περίπτωση να τις βρούμε συγκεντρωμένες με εξαντλητική σειρά και όλα τα στοιχεία εν πλήρη παρατάξει (δεκασέλιδη του Μίκη Θεοδωράκη, εξασέλιδη του Μάνου Χατζιδάκι, εξίσου πολυσέλιδες της Μαρίας Κάλλας, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Γιώργου Χατζηνάσιου, του Βαγγέλη Παπαθανασίου).

Εδώ βρίσκονται και όλα τα άλλα είδη που δεν είναι απλώς είδη αλλά κόσμοι ολόκληροι με τους οποίους διασταυρωθήκαμε χωρίς να μείνουμε, προτιμήσαμε παραμονή κι όχι διαμονή, αλλά όσο κράτησε ή κρατάει μάς γεμίζει όσο θέλουμε: οι βυζαντινοί (από τον κλασικό Σίμωνα Καρά μέχρι τον σύγχρονο ψάλτη Ιωάννη Δαμαρλάκη), οι παραδοσιακοί (το ούτι του Νίκου Σαραγούδα, το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά, το βιολί των πανηγυριών του Γιώργου Κόρου, οι άγνωστοι χάλκινοι αλλά και οι αδελφοί Σαλέα), ο ανεξάντλητος κρητικός πλούτος – οι Ξυλούρηδες (παλιοί αλλά και εκλεκτοί επίγονοι: Νίκη, Γιώργης, Γιάννης), οι διάφοροι Σταυρακάκηδες (Γιώργης, Μήτσος, Μιχάλης, Νίκος), ο Χαράλαμπος Γαργαντουράκης, ο Βασίλης Σκουλάς -, οι τζαζίστες, από τον Γιώργο Τρανταλίδη και τους Sphinx ως τον Σάκη Παπαδημητρίου και τον Φλώρο Φλωρίδη, οι δημιουργοί όπερας και θρησκευτικών έργων (Γιώργος Μπουφίδης), οι «μια κατηγορία μόνοι τους», όπως ο Μιχάλης Σιγανίδης (που με τον Θοδωρή Ρέλλο έβγαλαν Το πρωί και το βράδυ, απίστευτη σαχτουρική τζαζ μελοποίηση), του κόσμου οι χορωδίες και βέβαια όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά κι όλοι του ’60 οι (ποπ, ροκ κι ό,τι άλλο) εκδρομείς.

Υπογραφή

Ο Πέτρος Δραγουμάνος (Αθήνα, 1952) ξεκίνησε την εξαντλητική καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας ερασιτεχνικά, από το 1985, προτού εξελιχθεί σε επαγγελματική ενασχόληση και εμμονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο, το έργο του παραμένει πάντα ανοιχτό σε παρατηρήσεις, συμπληρώσεις, διορθώσεις, από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους ή και οποιονδήποτε άλλο γνώστη. Ασχολείται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές από το 1977, με την διδασκαλία μαθηματικών στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 1979 και με την διεύθυνση του musiconline.gr από το 2007. Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με μεγάλο κομμάτι του τύπου, έντυπου καθημερινού αλλά και μηνιαίου μουσικού.

Η έκτη έκδοση του βιβλίου (Αθήνα, 2007) έχει 1280 σελίδες. Εννοείται βέβαια πως το υλικό κυκλοφορεί και σε dvd, ενημερωμένο μέχρι …χθες (Οκτώβριο του 2011), με περισσότερες δυνατότητες παρουσίασης, π.χ. πεδίο αναζήτησης για όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία (όνομα οποιασδήποτε ιδιότητας, τίτλος, κ.λπ.), αλφαβητική ή χρονολογική κατάταξη της δισκογραφίας ενός προσώπου, μιας εταιρίας, ενός label, εμφάνιση όλων των δίσκων που κυκλοφόρησαν συγκεκριμένο έτος κ.ά. Μπορεί κανείς να τα παραγγείλει από τον ίδιο τον Π.Δ. στο ηλεκτρονικό του επισκεπτήριο: madakos.hol.gr. Προηγούμενες έντυπες εκδόσεις: 1992, 1994, 1996, 1997, 2000, προηγούμενες ηλεκτρονικές: 1992, 2003, 2005.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με τον συγγραφέα στο Αίθριο του Πανδοχείου.

Στις φωτογραφίες τα εξώφυλλα οριακών δίσκων της ελληνικής μουσικής και της προσωπικής μου ζωής: οι Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα (μιας μοναδικής περίπτωσης του ελληνικού ροκ), ο πρωτοπόρος της ηλεκτρονικότητας, τρία σάουντρακ κορυφαίων συνθετών και ισάριθμων όψεων ελληνικότητας, συν μια κοσμοπολίτικη, δυο μαγικές στιγμές των Ξυδάκη – Κυπουργού, η περίφημη Αριάδνη, οι Sphinx του ακούραστου Γιώργου Τρανταλίδη, οι Apocalypsis του δαιμόνιου Γιάννη Παλαμίδα, και το χαμόγελο της πρωτοπόρου Λένας πάντα μαζί μας.

13
Νοέ.
11

Σπύρος Γιανναράς – Ζωή χαρισάμενη

Οι λογικότατοι τρελοί

Όσο πιο πολύ μοιάζουν οι μέρες μεταξύ τους τόσο πιο αμυδρές και οι εντυπώσεις που αφήνουν στην φωτοευαίσθητη επιφάνεια της ψυχής μας  (σ. 25)

Οι χαρακτήρες της Χαρισάμενης Ζωής προσπαθούν να ζήσουν εν μέσω κωμικοτραγικών δράσεων, υπαρξιστικών παρωδιών και φιλοσοφημένων ακροτήτων, πάντα σε απόλυτα ρεαλιστικά πλαίσια. Κάθε ιστορία εδώ είναι και μια τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου (για να θυμηθούμε την φερώνυμη κινηματογραφική οπτική) αρκεί να παραδεχτούμε πως ετούτοι εδώ δεν είναι γελοιωδέστεροι από εμάς τους ίδιους. Σ’ ετούτον τον σύγχρονο ρεαλισμό το παράλογο και το γκροτέσκο δεν αποτελούν διεσπαρμένες ειδολογικές εξαιρέσεις αλλά αναπόσπαστα στοιχεία του: οι «αληθινά» σύγχρονοι ρεαλιστικοί χαρακτήρες δεν μπορούν παρά να παραλογίζονται και να παραφρονούν. Κι όλα αυτά επειδή επιθυμούν την απόδοση δικαιοσύνης, την επιβολή στους άλλους αν όχι ως επίθεση σίγουρα ως άμυνα, την εκδίκηση για μύριες ταπεινώσεις, την ψυχική απολύτρωση.

Η ακριβοδίκαιη τιμωρία τυπικών απεχθών νεοελληνικών χαρακτήρων αποτελεί την κινητήρια δύναμη δυο αφηγητών. Ο ένας τούς μετατρέπει σε άλογα ζώα χωρίς συνείδηση, καθώς διαπιστώνει πως τα πεπερασμένα ανθρώπινα καλούπια αντιστοιχούν σε μια πολυποίκιλη πανίδα με πληθώρα επιλογών («Άνθρωποι και κτήνη»). Η πλήρης μεταμορφωτική του μανία φαίνεται να τον διασκεδάζει, από την αυθόρμητη επιλογή του θύματος ως την αναζήτηση της κατάλληλης αντιστοιχίας. Η λίστα των υποψηφίων προς απανθρωποποίηση είναι ατέλειωτη κι είναι ζήτημα χρόνου να φτάσει στους πολιτικούς. Αλλά εκεί χωλαίνει η ζωοπλαστική του παιδιά: οι πολιτικοί, ενίοτε «ολωσδιόλου ζωντόβολα και πραγματικά ανδράποδα», είναι εκ φύσεως αδύνατο να επαναμεταμορφωθούν σε ζώα. Αλλά και το τελολογικό αντίκρισμα μοιάζει μετέωρο: ποιος αποφάσισε πως η αποκτήνωση αποτελεί εξ ορισμού ευτελισμό και απαξίωση; Αν τα ζώα έχουν κερδίσει την ευτυχία με μοναδικό τίμημα ότι δεν το συνειδητοποιούν;

Ο έτερος τιμωρός, ο υπό αποκλειστική προθεσμία αυτόχειρας Ανδρέας Τιτθόν («Βίος και πολιτεία του …») βιώνει ως εφιάλτη κάθε ανθρώπινο συγχρωτισμό στην καθημερινή Αθήνα. Η ανθρωπότητα είναι μια ανεπιθύμητη αποικία σκαθαριών και κάθε αδιάκριτος, επιδειξιομανής, αγενής ή φασαριόζος ένοικός της τίθεται αυτόματα υποψήφιος στην λίστα των σειριακών του φόνων. Σε ποιο σημείο καταλήγει μια τέτοια δραστηριότητα; «Πιο δύσκολο πράγμα από το να στοιχίσεις σε μια γραμμή βάζοντας επικεφαλής τον πιο απεχθή και κατόπιν βαθμηδόν να παρατάξεις όσους μισείς, βδελύσσεσαι ή απλώς αντιπαθείς τα μούτρα τους, δεν υπάρχει. Ιδίως όταν γνωρίζεις πως έχεις τη δύναμη να εκτελέσεις την όποια επιθυμία σου, όταν ο φόνος φαντάζει τόσο εύκολος και θελκτικός όσο το άναμμα του τσιγάρου. Γιατί όταν νιώθεις πως έχεις δυνητικά εξουσία ζωής και θανάτου επί των πάντων, δυσκολεύεσαι να εξαιρέσεις οποιονδήποτε». (σ. 78)

Συχνά στον ίδιο χαρακτήρα ενυπάρχει ο μηδενιστής κι ο ηδονιστής  – μπαίνω εδώ στον πειρασμό να συμμετάσχω στο απολαυστικό λεξιπλαστικό παιχνίδι του συγγραφέα και να τον χαρακτηρίσω μηδονιστή – όπως ο  «οιηματίας» που σαν ευσυνείδητος λογιστής εγγράφει σε διαδικτυακό ημερολόγιο τις παντοειδείς ερωτικές κατακτήσεις του απολαμβάνοντας μέχρι κορεσμού την ανερυθρίαστη ελευθεριότητα του λαμπρού μέσου όπου εκτίθεται σε κοινή θέα κάθε ερωτική επιδεξιοσύνη, ενός σύμπαντος όπου «σύνευνοι κι όμευνοι, σύζυγοι κι εραστές αφήνουν την κοινή κλίνη για την μπλογκόσφαιρα» («To τεφτέρι και το μαχαίρι»). Ο «επισκέπτης» που αναγνωρίζει το συσπασμένο πρόσωπο της γυναίκας του δίπλα στον σαρκοχαρή εραστή αποκρούει την ιδέα της εκδίκησης ως στερητική της ελευθερίας και δοκιμάζει με τα ίδια όπλα. Αλλά η αναζήτηση του ποθεινού σώματος αποβαίνει μάταιη: άλλοτε η τριβή των ανέραστων κορμιών του προκαλεί αναλίγωμα, άλλοτε οι διανυκτερεύουσες παρτενέρ κρίνονται ανάξιες. Σε κάθε περίπτωση κάτω από την κοινή άβυσσο χαίνει μια νέα. Ποιες επιλογές τους απομένουν; Η μεταστροφή στην αναπόληση της μιας και αυθεντικής αγάπης; Η εξαφάνιση και ενσωμάτωση στο ανθρώπινο και διαδικτυακό πλήθος; Τι μένει στον ιερέα που φαντασιώνεται την πανηγυρική του αγιοποίηση αλλά βιώνει την υπ’ ευθύνη του φωτοστεφή ματαίωσή της («Ζωή χαρισάμενη»);

«Ο Δημητράκης» έχει ριχτεί σε μια διαρκή αναζήτηση του κερδισμένου χρόνου. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε κατευθυνόμενη από έναν μητρικό προγραμματισμό που επένδυσε κάθε δευτερόλεπτο στο σχεδιασμό ενός επιτυχημένου μέλλοντος. Άσκοπο διάβασμα, χαμένος χρόνος, πολύωρες αθλοπαιδιές ο Δημητράκης δεν χάρηκε ούτε στον ύπνο του, παραφορτωμένος με πάσης φύσεως εκλεκτά εδέσματα και λούσα, αμέτοχος στην ίδια του τη ζωή. Μόνο που με τέτοιες κεκτημένες ταχύτητες είναι αδύνατο να μην αποκτηθεί η αίσθηση μιας σιδηροτροχιάς που επιταχύνει προς ένα τέρμα. Και μια παρατιμονιά στη διαδρομή θα τον στρέψει στην παλίνδρομη, κυριολεκτική επιστροφή στην παιδική ηλικία, στον μοναδικό τόπο όπου όλα είναι άγραφα κι ανέφελα.

Ύστερα από τόσα άλγη και μανίες η αναγνωστική λύτρωση έρχεται «Γύρω από το τραπέζι» που κυκλώνεται «όπως τα δέντρα ευήλιο μικρό αλσύλλιο» από την οικογένεια και αποτελεί για τον αναθυμώμενο αφηγητή πεδίο ιχνογραφίας, μνημόνιο σχολικών εργασιών, τράπεζα μελετών, δοκιμαστήριο μαγειρικών – ζαχαροπλαστικών πειραματισμών. Παρά το βίαιο σπάσιμο του κύκλου (που σαν καθισμένος χορός έκλεινε την παυσίλυπη οικογενειακή θαλπωρή) από την αναπόφευκτη απομάκρυνση των μελών αλλά και τον «φρεναπάτη» θεΐσκο που ενοικεί στο πλαστικά τηλεοπτικά και ψηφιακά κουτιά, παραμένει η ενθύμηση πως μια αρχετυπική συναισθηματική κοινότητα κάποτε όντως υπήρξε.

Σε παλαιότερη διαδικτυακή μας συζήτηση ο συγγραφέας (επι)κοινώνησε τις ποικιλότροπες, ενίοτε δύσβατες αναγνώσεις του (από Καμύ, Αιμέ, Σίνγκερ, Μάλαμουντ και Αρανίτση μέχρι σειρά ελασσόνων πλην σημαντικών κειμένων της λογοτεχνίας). Ο διαχωρισμός ανάγνωσης και συγγραφής είναι βέβαια δεδομένος, όμως είναι αδύνατο να μην σκεφτεί κανείς πως η πληθωρική αυτή σκευή τον προμηθεύει, αν και όποτε παραστεί ανάγκη, με ποικίλες ενδεχόμενες εναλλακτικές φαρέτρες ιδεών περί γραφής. Σε κάθε περίπτωση ετούτοι οι λελογισμένοι παράφρονες αποτελούν καφκικές, ντοστογεφσκικές και καμυ-ικές αλλά απόλυτα νεοελληνικές εκδοχές μιας εγχώριας πινακοθήκης όχι ηλιθίων αλλά πανέξυπνων ανθρώπων που κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, «γλίστρησαν».

Εκδ. Πόλις, 2011, σ. 158.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011. Εικονιζόμενο έργο: John Reilly – The healing of the lunatic boy.

11
Νοέ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 65. Χίλντα Παπαδημητρίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Τσίρκας και ο Έρικ Άμπλερ. Η Μάρω Δούκα και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Ο Βενέζης και ο Στάινμπεκ. Ο Γκρέαμ Γκρην. Ο Χάμετ, ο Τσάντλερ, ο Τσέστερ Χάιμς, ο Γουίλιαμ Μπερνέτ. Η Τζην Ρυς και Σώτη Τριανταφύλλου. Ο Σεπούλβεδα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Η Μέλπω Αξιώτη. Είναι τόσοι πολλοί… πόσες σελίδες έχω στη διάθεσή μου;

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Φαρενάιτ 451. Η Τριλογία του Τσίρκα. Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη. Τα σταφύλια της οργής. Ο υπέροχος Γκάτσμπι. Ο ήσυχος Αμερικάνος. Ο συμβιβασμός (Ηλία Καζάν). Η Τριλογία του Ζαν-Κλωντ Ιζζό. Τι ωραίο πλιάτσικο. Ο τυφλός δολοφόνος. Η Τριλογία του Ρόντι Ντόιλ. – Τόσο πολλά βιβλία, τόσες συναρπαστικές βραδιές… Μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Ελάτε σπίτι μου να δείτε τα αγαπημένα μου βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε γι’ αγάπη – Ρέημοντ Κάρβερ. Η απλή τέχνη του φόνου – Ρέημοντ Τσάντλερ. Γκάρντεν Πάρτι – Κάθριν Μάνσφιλντ. Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος – Φλάνερι Ο’Κόνορ. Ο εικονογραφημένος άνθρωπος – Ραίη Μπράντμπερι. – Θα τα δείτε κι αυτά στην επίσκεψή σας στη βιβλιοθήκη μου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί, πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω: Σώτη Τριανταφύλλου. Έλενα Χουζούρη. Χρήστος Αγγελάκος. Γιάννης Μακριδάκης. Μαργαρίτα Φρανέλι. Κυριάκος Γιαλένιος. Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δημήτριος Μαμαλούκας. Έλενα Μαρούτσου. Κι άλλοι τόσοι που ξεχνάω αυτή τη στιγμή.

Περί μετάφρασης

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν οι ήρωες του Νικ Χόρνμπι, πηγαίνουμε στις ίδιες συναυλίες, συχνάζουμε στα ίδια καφέ και στα ίδια μπαρ. Μου τηλεφωνάει μια στις τόσες η Ρέητσελ Σάμστατ από τις «13 συνταγές της απιστίας» και ανταλλάσσουμε τα νέα μας. Πολύ αργά το βράδυ, συναντάω σ’ ένα μπαρ του κέντρου τον Ρίλκε του «Τελευταίου καρέ» της Λουίζ Γουέλς, και πίνουμε ένα ποτό αμίλητοι. Και προετοιμάζομαι να τρέξω στον μαραθώνιο μαζί με τον Σούλμαν, από τον «Άλλο μου εαυτό», του Άλαν Σβαϊμπέλ – εγώ για τον μικρό των 10 χλμ, αυτός για τον μεγάλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός αλλά και «μεταφρασμένος» σας χαρακτήρας.

Οι ήρωες του Σκοτ Φιτζέραλντ, όλοι ανεξαιρέτως. Για την κομψότητα και το γούστο τους, γιατί έζησαν τις ζωές τους όσο πιο ανέμελα, έξαλλα κι αυτοκαταστροφικά γινόταν. Οι ηρωίδες του Ντ. Χ. Λόρενς για το πάθος τους. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Γκρέαμ Γκρην, γιατί βγήκαν από την πένα του πολυαγαπημένου μου συγγραφέα. Η Λώρα της Βέρας Κάσπαρι, επειδή είχε την τύχη να την υποδυθεί η Τζην Τίρνεϊ. Από τους «μεταφρασμένους» μου, όπως τους λέτε, προτιμώ την Ρέητσελ από τις «13 συνταγές της απιστίας», τον Ρίλκε από το «Τελευταίο Καρέ» και την Ινές από τον «Ουδέτερο Παρατηρητή».

Έχετε εργαστεί σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει σε σπίτια φίλων, έχω γράψει σε μπαλκόνια ξενοδοχείων κοιτάζοντας τη θάλασσα, έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφέ περιμένοντας κάποιο φίλο ή ένα χαρτί από το Υπουργείο Συγκοινωνιών. Προτιμώ όμως το σπίτι μου, το γραφείο μου με τη γάτα μου ξαπλωμένη μεταξύ πληκτρολογίου και οθόνης, και γύρω τα αγαπημένα μου αντικείμενα, τα αγαπημένα μου cd και μια κούπα ζεστό τσάι.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση ή την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν κάνω το πρώτο χέρι της μετάφρασης, ακούω ό,τι ταιριάζει με το κλίμα του βιβλίου. Ποτέ όμως κάτι ελληνικό, με αποσυντονίζουν οι ελληνικοί στίχοι. Όταν δεν βρίσκω το «σάουντρακ» του βιβλίου, το επινοώ με ό,τι νομίζω ότι θα του ταίριαζε. Από το δεύτερο χέρι και μετά, δεν ακούω τίποτα: μόνο τον ήχο των λέξεων του κειμένου. Στην ανάγνωση με συνοδεύει συνήθως μουσική, όχι κάποια συγκεκριμένη. Προτιμώ κάτι οικείο, διότι η καινούργια μουσική απαιτεί όλη την προσοχή μου.
Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Χα! Οτιδήποτε μαύρο – doo-wop & rhythm’n’blues των ’50, soul των ’60, reggae και afrobeat, funk και hip-hop και κάθε είδος των blues. Americana, trip-hop, σχολή της Γλασκώβης, σκανδιναβική pop, Zydeco & Tex-Mex, ηλεκτρικές κιθάρες, η αγία τριάδα: Dylan, Young, Van the Man. Το punk παραμένει μεγάλη αγάπη μου. Και κάθε τι καινούργιο που μου τραβάει το ενδιαφέρον χωρίς να ανήκει σε κάποια σχολή: η Dessa, οι Avett Brothers, o Ben Sollee, οι Living Sisters, η Cindy Doire….

Έχετε μεταφράσει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες πένες της σύγχρονης λογοτεχνίας: Τζον Μπαρθ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζόναθαν Κόου, Νικ Χόρνμπυ, Πωλ Μπόουλς, Percival Everett, Minette Walters, Dinaw Mengestu, Ντέιβ Έγκερς  – και πολλές άλλες πιο «άγνωστες». Θα ήταν δυνατό να μας κάνετε μια μικρή παρουσίασή τους; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Ο Μπαρθ, ένας από τους προπάτορες του μεταμοντερνισμού. Τον εκτίμησα αλλά δεν αναπτύξαμε στενές σχέσεις.

Με τον Μάλκολμ Μπράντμπερι δεν λέμε ούτε καλημέρα. Παραείναι συντηρητικός για τα γούστα μου.

Ο Τζόναθαν Κόου είναι πολύ-αγαπημένος μου, κι ας μου είπε ότι έχει απορρίψει το βιβλίο του που μετέφρασα: τους «Νάνους του Θανάτου». (Αλήθεια. Τον γνώρισα το 2002, αν δεν απατώμαι).

Ο Νικ Χόρνμπι είναι φιλαράκι μου, τα είπαμε και πιο πάνω. Παλιά γράφαμε κασέτες, τώρα ανταλλάσσουμε mp3.

Ο Πωλ Μπόουλς με άφησε άναυδη: κάθε λέξη του είχε λόγο ύπαρξης και βρισκόταν στη σωστή της θέση. Διαφωνήσαμε μόνο ως προς τους ταξιδιωτικούς προορισμούς: το μόνο που μ’ αρέσει από τη Βόρεια Αφρική είναι το rai.

O Πέρσιβαλ Έβερετ και ο Ντέιβ Έγκερς με έφεραν στα όρια να πάρω αντικαταθλιπτικά. Τα έχουν αυτά οι μεγάλοι έρωτες.

Ο Μενγκέστου μ’ έκανε να κλάψω με την απλότητα και την ανθρωπιά του. Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω, κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά με τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Όσο για τη Μινέτ Γουόλτερς, τι να πω: η «Ηχώ» και η «Κατάρα της Αλεπούς» είναι δύο βιβλία που έχω ζηλέψει πολύ.

Από μεταφραστική άποψη, ποιο βιβλίο σας ταλαιπώρησε περισσότερο; Ποιο σας πρόσφερε την μεγαλύτερη ηδονή;

Το «Σβήσιμο» του Πέρσιβαλ Έβερετ με ταλαιπώρησε πολύ. Μου πρόσφερε όμως και τη μεγαλύτερη ηδονή. Ακόμα δεν το πιστεύω ότι βγήκε από τα χέρια μου.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση αλλά και μονογράφηση βιβλίων αφιερωμένων σε μουσικούς (Dylan και Cohen / Beatles και Clash αντίστοιχα). Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία; Τι νομίζετε πως λείπει από την σχετική ελληνική εκδοτική παραγωγή και βιβλιογραφία;

Το γράψιμο των μονογραφιών για τους Beatles & Clash ήταν από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Για ένα εξάμηνο περίπου, είχα βυθιστεί σε βιβλία, περιοδικά και δίσκους, κι έγραφα για ό,τι αγαπώ πιο πολύ.

Η μετάφραση του Cohen ήταν σκέτη απόλαυση. Τον ένιωθα δίπλα μου, να μου καθοδηγεί το χέρι και να μου λύνει τις απορίες.

Ο Dylan ήταν ένα στοίχημα με το χρόνο και με τον εαυτό μου: να προλάβουμε με τη Νίκη Προδρομίδου να τελειώσουμε τη μετάφραση στην ώρα της. Και να μη μου ξεφύγει η παραμικρή αναφορά. Να με αποδεχτούν οι Ντυλανολόγοι. Τα κατάφερα/καταφέραμε και τα δύο.

Αυτό που λείπει από την ελληνική βιβλιογραφία είναι βιβλία κριτικής σκέψης για τα μουσικά φαινόμενα, βιβλία που να αναλύουν, να συσχετίζουν, να βγάζουν συμπεράσματα. Λείπει εν ολίγοις η σοβαρή ροκ δημοσιογραφία – ενώ υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί γραφιάδες.

Μια και το φέρε η κουβέντα: Έχετε μεταφράσει και το εμβληματικό Τhe Sound of the City του Charlie Gillet (Λιβάνης, 1994), από τα ελάχιστα μέχρι τότε βιβλία που ασχολούνται με το σύγχρονο ροκ εντ ρολ. Πού βρίσκεται αυτό το βιβλίο;

Πουθενά. Επειδή δεν πιστεύω ότι εξαντλήθηκε, νομίζω ότι πρέπει να πολτοποιήθηκε μαζί με χιλιάδες άλλα βιβλία που μένουν στα αζήτητα. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, πολτοποιούν τα βιβλία όταν μείνουν απούλητα.

Τι μεταφράζετε τώρα; 

Το «Green Shore» της Natalie Bakopoulos, ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Αθήνα στη διάρκεια της δικτατορίας.

Περί συγγραφής

Στο μυθιστόρημά σας η μουσική σχεδόν κινεί τα πάντα, και οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές της. Δεν υπάρχει ως φόντο, αλλά ως πρωταγωνίστρια. Εδώ διαπιστώνω το εξής παράδοξο: αυτός ο κόσμος, υπαρκτός και μεγάλος, έχει σχεδόν εξοριστεί από το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνίας. Πώς το εξηγείτε;

Πραγματικά, δεν ξέρω. Μ’ έχει απασχολήσει και μένα αρκετά αυτό το θέμα. Εικασίες μπορώ να κάνω μόνο. Ίσως η μουσική δεν θεωρείται αρκετά «σοβαρή». Πόσο μάλλον το rock και οι παραφυάδες αυτού. Ίσως απευθύνεται σ’ ένα πιο πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο προσπαθούμε να εξοβελίσουμε με λογικά σχήματα και περίπλοκες ιδέες. Ίσως πάλι να λέω μπούρδες. Άλλωστε, ούτε τη ζωγραφική συναντάμε πολύ συχνά στα βιβλία, το θέατρο ή το χορό. Λέτε να υπάρχουν αόρατα όρια ανάμεσα στις τέχνες που δεν επιτρέπουν την ανάμειξή τους;

Πολύ περισσότερο αποτελεί εξαίρεση και στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Τελικά οι συγγραφείς είναι ασύμβατοι με το πάθος της μουσικής; Δεν τους καθορίζει τη ζωή;

Από την προηγούμενη ερώτηση ως αυτήν εδώ, έκανα άλλη μία σκέψη: μήπως οι νότες κυνηγούν τις ιδέες και τους δαγκώνουν την ουρά; Ή μήπως μας καλούν στους δρόμους να χορέψουμε, όπως έλεγαν κάποτε οι Martha & the Vandellas; Για φανταστείτε να παρατήσουν όλοι οι συγγραφείς τα λάπτοπ και τα μολύβια και να το ρίξουν στο χορό; Θα καταρρεύσει ο εκδοτικός κόσμος!

Η δική σας σχέση με τους αφοσιωμένους της μουσικής ποια είναι; Είστε μέρος τους, υπήρξατε μέλος τους, τηρείτε τις αποστάσεις; Διαπιστώνετε διαφορές ως προς τις όποιες σχετικές σας ιδιότητες ανάμεσα στο σήμερα και το χθες;

Παραμένω πιστή στην εκκλησία του rock’n’roll, τηρώντας φανατικά το ευαγγέλιο των blues, της soul και του punk. Όλοι οι φίλοι μου, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, είναι εξίσου «βαρεμένοι» με μένα. Οι διαφορές είναι ότι σήμερα χάρη στο ίντερνετ δεν υποφέρουμε πια από το πάθος του σπάνιου σινγκλ, του καταργημένου δίσκου, της γιαπωνέζικης κόπιας που περιέχει την διαφορετική εκτέλεση. Αν κι εγώ, λόγω του δισκάδικου, είχα πάντοτε τη σιγουριά ότι όλα θα τα βρούμε, κάποια στιγμή.

Έχοντας όλη αυτή τη σκευή αλλά και το πλήθος των ακουστικών σας εμπειριών ξεκινήσατε να γράφετε το μυθιστόρημα. Η επιθυμία σας να τα συμπλέξετε υπήρχε εξαρχής; Πώς πλοηγηθήκατε σ’ όλον αυτό τον ωκεανό;

Η αρχική μου πρόθεση ήταν να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και είναι σαφώς πιο εύκολο να γράψει κανείς γι’ αυτά που ξέρει και αγαπάει. Έτσι η μουσική μπήκε μέσα στο βιβλίο πριν το προλάβω να το σκεφτώ. Και πήρε τη θέση που ήθελε χωρίς να με ρωτήσει καν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Αγαπώ πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μ’ αυτά μεγάλωσα και σ’ αυτά καταφεύγω με απόλαυση. Όπως έχουν πει πολλοί άλλοι πριν από μένα, είναι πλέον τα κατεξοχήν πολιτικά μυθιστορήματα, κάτι που ξεκίνησε με τους Γάλλους τη δεκαετία του ’70 και τώρα πια το βλέπουμε σε όλο τον κόσμο: στη Λατινική Αμερική, τη Σκανδιναβία, τη Ρωσία, το Ισραήλ.

Σας ακολούθησε κανένας από τους ήρωες του βιβλίου; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Με ακολουθεί ο Χάρης καθημερινά, σε ό,τι κάνω. Όπως λέει και η Aretha, “The morning I wake up, before I put my make-up…” Το παράπονό μου είναι ότι δεν μ’ έχει πάρει ένα τηλέφωνο ο Μιχάλης ο Ατσαλένιος.

Με ποιες φράσεις θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον αναγνώστη;

Ένα μυθιστόρημα για το κέντρο της Αθήνας, τον καφέ και το τσιγάρο, τις παλιές φιλίες και τους Beatles, τη θλίψη για τα πράγματα που δεν μπορέσαμε να κάνουμε, την ελπίδα ότι θα τα κάνουμε αύριο, σήμερα, τώρα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό για μένα είναι να ξεκινήσω το γράψιμο συστηματικά. Κάτι που δεν είναι εύκολο λόγω της μετάφρασης από την οποία βιοπορίζομαι. Μετά οι ιδέες ακολουθούν η μία την άλλη. Συνήθως, όταν ξεκινάω έχω ολόκληρο το σκελετό του βιβλίου μέσα στο μυαλό μου. Ακολουθούν φυσικά πολλές διορθώσεις, επεξεργασία του κειμένου, αλλαγές… Τα λάθη προβάλουν ανάγλυφα, και το μάτι της μεταφράστριας τα ανασύρει, ψάχνει τρόπους να τα διορθώσει χωρίς να ξηλωθεί το κείμενο.

Τι γράφετε τώρα;

Τις καινούργιες περιπέτειες του Χάρη. Είπαμε, με ακολουθεί καθημερινά και διεκδικεί το χρόνο και την προσοχή μου. Όλα τα άλλα έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα, προς το παρόν.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική παρουσίαση μουσικής. Παλαιότερα στο Ποπ και Ροκ, σήμερα στο mic.gr. Σας κλέβει συγγραφικό, μεταφραστικό  ή αναγνωστικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Μου κλέβει πολύτιμο χρόνο αλλά με ανταμείβει με ανεπανάληπτο τρόπο. Με κρατάει σε διαρκή επαφή με τη νεανική μουσική κουλτούρα, αποτελεί αφορμή για να γνωρίζω πολλούς ανθρώπους, κάτι που επιδιώκω ως άκρως κοινωνικό άτομο, με ξεκουράζει από τον «γκασμά της μετάφρασης» (όπως έχει πει ο Αύγουστος Κορτώ).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας και της μουσικής ποια θα επιλέγατε;  

Θα διάλεγα τον Willie de Ville, πιθανότατα. Ή ίσως τον Vick Chesnutt. Ή μήπως την Etta James; Μουσικό, σίγουρα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Ανήλικο Επισκέπτη» της Σάρα Γουότερς. Τις «Στάχτες» του Σέργιου Γκάκα. Το «Never Mind the Bollocks: Women Rewrite Rock» της Amy Raphael.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; Όχι μόνο από την προσωπική σας ιστοσελίδα αλλά και γενικότερα.

Τα social media μου ταιριάζουν, διότι μ’ αρέσουν οι άνθρωποι, οι ιστορίες τους, τα γραπτά και οι μουσικές τους επιλογές. Θα έλεγα ότι δεν είχα κακές εμπειρίες, αντιθέτως, γνώρισα ιδιαίτερα ενδιαφέροντες ανθρώπους με τους οποίους γίναμε και «κανονικοί» φίλοι.

Ιστοσελίδα (όπου και πλήρης κατάλογος μεταφράσεων): εδώ. Ιστοσελίδα στο βιβλιονέτ: εδώ.  Παρουσίαση του βιβλίου Για μια χούφτα βινύλια εδώ. Στις φωτογραφίες οι Nick Hornby, Francis Scott Fitzgergald, Jonathan Coe, Percival Everett, Leonard Cohen, Bob Dylan, Paul Bowles, Vick Chestnutt – όλοι τους κάτοχοι διακεκριμένης θέσης στο σύμπαν της φιλοξενούμενης.

10
Νοέ.
11

Alessandro Mannarino – Supersantos (Leave Music, 2011)

Πρωτογνώρισα την μουσική του Alessandro Mannarino στην Ρώμη, σε μικρά μαγαζιά και χώρους όπου ο καφές ήταν αυτοσερβιριζόμενος, η διασκέδαση αυτοσχέδια κι οι πλακόστρωτοι δρόμοι απ’ έξω αδημονούσαν να εξαφανιστούν τα τροχοφόρα για να γεμίσουν με ανθρώπους που θα είναι ο εαυτός τους. Δεν χρειαζόταν να πληροφορηθείς τίποτα για να καταλάβεις ότι ο ίδιος ήταν σπλάχνο αυτών των δρόμων και πως η μεθούσα του ποίηση θα τρέκλιζε ανάμεσα σε ερωτικές ιστορίες και πολιτικές ραψωδίες. Σουρεαλιστικές, κραυγαλέες και παναληθινές.

Εκ πρώτης ακοής ο Α.M. είναι ένας τυπικός αστικός ιταλιάνος συνθετραγουδιστής, με μεσογειακές κεραίες. Αλλά σύντομα αντιλαμβάνεσαι πως δεν είναι και τόσο μονοκόμματος, πως από κάθε του τραγούδι αναβλύζουν αφενός οι μνήμες των εκλεκτότερων ιταλών τραγουδοποιών (ιδίως των Fabrizio De André και Franco Battiato) κι αφετέρου μια βαλκάνια, μελαμψή, ισπανόφωνη και νοτιοευρωπαϊκόφωνη (όλο το κάτω δεξιά μεσογειακό κομμάτι, όπως ερχόμαστε απ’ τον νότο) επίδραση. Σε κάθε περίπτωση η βάση των Μανναρινικών Ραψωδιών είναι η ιταλική φολκ, από την παραδοσιακή, την μεσαιωνική και την χωρική μέχρι την φανφαρόνικη, την πολίτικη και την μοντέρνα.

Εδώ λοιπόν είναι που διασταυρώνονται τα σύνορα και υπερπλακώνονται τα όρια, γιατί η Ρώμη πια δεν είναι σκέτος Φελλίνι (που όμως αντηχεί εδώ), ούτε σκέτο Σαν Ρέμο (τα φώτα του ακόμα αντανακλούν πίσω στο στενό), ούτε Domenico Modugno (που, δεν μπορεί, κάπου θα περάσει κι αυτός απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο) αλλά κι όλοι οι γείτονες της νέας πολυεπιδραστικής και υπερπολιτισμικής πόλης, προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι αυτής της Νέας Ρώμης μοντέρνος παραμυθάς αναλαμβάνει ο Μανναρίνος (γεν. 1979), που ξεκίνησε το 2001 τις σκηνικές του επιδείξεις στα μπαρ της αρχαίας ρωμαϊκής περιοχής του Μόντι, εμπλέκοντας τη ζωντανή παράσταση με δισκοπαικτικές πρακτικές. Ύστερα από την ολοκλήρωση της θητείας του ως μπαρ-ρέκτη πενταετούς υποχρέωσης σχημάτισε μια πενταμελή μπάντα (Kampina) που άρχισε να λυμαίνεται την τοπική σκηνή σκαρώνοντας μίνι συναυλιακά οργιάκια κι ομαδικές (μουσικές) οργανοπαιξίες. Σκηνή του ο δρόμος, πάντα.

Ο Εκλεκτός Καντσονίστας «αφιερώνει» πραγματικά σε τέσσερα τραγούδια. Στην βηματιστή μπαλάντα Statte Zitta σταματά τα βραχνά του λόγια για να ξεκινήσει η κιθάρα του να ζωγραφίζει αργές, αξέχαστες γλυκόπικρες ριφ – ο – πινελιές. Στο  L’era della gran pubblicite ενσωματώνει τις ιδιότητες της γαλλικής κανταδορίας, την μανοτσαοϊκής μπαγαμποντίας και των παιδικών τραγουδιών. Στο Merlo Rosso, ντουετίζει με έτερη βραχνή θεραπαινίδα, ένα λυρικό παραμύθι που πρέπει να χορευτεί βαλσοειδώς μόνο στο δρόμο. Και στο θελγητρικό L’ultimo Giorno Dell’ Uumanità τριπλοπροσκαλεί Fabrizio De André, Angelo Braduardi και Paolo Conte σε σύνοψη ιδανικής ιταλικής ραψωδίας (αν και στο τέλος του ρεφρέν ξεγλιστράει σε τσιγγάνικη ερμηνεία).

Κατά τα άλλα μας φιλοδωρεί με δυο σερενάτες, μια ταχύρυθμη α λα Mano Negra (Serenata Lacrimosa), μια κλασικότερη (Serenata Silenziosa), ένα Κουστουριτσικό Βαλκανιζατέρ (Quando L’amore Se Ne Va), μια δρομίσια ρούμπα (Rumba Magica), το πνευστικό ξεφάντωμα (φωνής, πνευμόνων και χάλκινων) της Mary Lou που πηγαίνει περισσότερο προς τον Μανού και γενικώς ένα μείγμα με παρεΐστικα φωνητικά, ημιτελείς χορωδίες, αλλαγές ρυθμών και τονισμών μέσα στο ίδιο το τραγούδι. Μου κάνει πραγματικά εντύπωση πόσο κατώτερος ήταν ο προηγούμενος, πρώτος δίσκος του, Bar della Rabia (2009), με υπερτονισμένη την επιθυμία να μοιάσει με όλους τους μεσογειακούς μείκτες και υποτονισμένη την ιταλιάνικη ψυχή του. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

08
Νοέ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 64. Όλια Λαζαρίδου

Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια

Πως δημιουργήθηκε το Κορίτσι – Μπαταρία… recharged; Πώς σκεφτήκατε να χωρέσετε σε μια ώρα κάτι από τον εαυτό σας;  

Δεν το σκέφτηκα, το έγραψα. Προφανώς κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Ήταν σαν ένα ποτάμι που κάποια στιγμή έχει αρκετό νερό και ξεχειλίζει η κοίτη του και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που γράφτηκε. Κάπως έτσι πρέπει να έγινε!

Άρα από το κείμενο επί σκηνής θα αναβλύσει μια ζωή ενδιαφέρουσα, συναρπαστική;

Δεν είναι συναρπαστική η ζωή μας, δεν είναι συναρπαστική η ζωή των ανθρώπων. Η ζωή μας είναι η ζωούλα μας, μια δική μας φωτιά που της βάζουμε κάρβουνο. Η ζωή μας είναι στενή, τα περιθώριά της είναι στενά. Δεν είναι όπως όταν είμαστε μικροί που νομίζαμε ότι είναι κάτι το συναρπαστικό! Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι είναι στενός ο δρόμος, ότι δεν έχει άπειρες επιλογές. Λίγα έχεις να κάνεις και το καλύτερο που έχεις να προσπαθήσεις είναι αυτά τα λίγα να τα κάνεις καλά και σε βάθος. Αλλά το πλάτος της δεν είναι άπειρο όπως νομίζαμε.

Γι’ αυτό και για να αποκτήσει κανείς τη γεύση του συναρπαστικού γίνεται καλλιτέχνης, για να μπορέσει αυτές τις πολύ λίγες στιγμές, που είναι χώμα, χώμα, χώμα κι ένα διαμαντάκι…χώμα, χώμα, χώμα, χώμα… κι ένα διαμαντάκι…Και για να κρατήσει αυτές τις στιγμές – διαμαντάκια, εκεί είναι η δουλειά της τέχνης, που τις υμνεί, για να θυμόμαστε ότι υπήρξανε κι αυτές μέσα στη χωματίλα. Κάπως έτσι το νοιώθω: αυτές οι στιγμές που εξέχουν από τη γενική μουντάδα της καθημερινότητας είναι που έχουν προσπαθήσει να ζήσουν σ’ αυτό το κείμενο. Υπήρχανε π.χ. στιγμές – αναφέρεται μέσα στο κείμενο – που είπα, την ώρα που την ζούσα, «αυτή τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω ποτέ»· και όντως δεν την ξέχασα…

Κάποιοι λένε μέσα τους η ζωή μου είναι πολύ βαρετή, ενώ των άλλων! των ηθοποιών!… Όχι, για όλους μας είναι βαρετή, για όλους πεπερασμένη. Είναι η μοίρα της ανθρώπινης συνθήκης…

Αφήσατε κάτι απ’ τη ζωή σας έξω από το «ωριαίο» αυτό κείμενο, συνειδητά ή ξεχνώντας το;

Εννοείται! Το κείμενο αυτό δεν είναι αυτοβιογραφικό. Είναι ποιητικό, μια αλληγορία, μια παραβολή, σαν κι εκείνες που μιλάνε για την ουσία, αλλά μ’ ένα τρόπο πλάγιο και γι’ αυτό είναι και πιο αληθινές. Δεν πιστεύω στις αυτοβιογραφίες, δεν μπορεί κάποιος να βάλει σ’ ένα κείμενο όλη του τη ζωή και τον εαυτό του μέσα. Κι ούτε είναι τα γεγονότα που απαρτίζουν τη ζωή μας αλλά το προσωπικό πνεύμα που είναι κάτι πολύ ρευστό, που δε φυλακίζεται. Είναι πολύ διαφορετικό το ποίημα του κάθε ανθρώπου, μοναδικό. Κι αυτό μπορεί να υπάρχει και σ’ ένα θραύσμα του. Οπότε υπ’ αυτή την έννοια πολλά πράγματα έχω αφήσει απ’ έξω αλλά την ουσία την έχω κρατήσει.

Σήμερα ο εαυτός σας αποτελείται από κομμάτια κι απομεινάρια απ’ όλους τους ρόλους που υπήρξατε;

Καθόλου. Αυτό είναι μύθος, δεν ισχύει, πιστεύω είναι παραφιλολογία της δουλειάς μας. Το ανάποδο αισθάνομαι: ότι είμαστε ένα παζλ από πάρα πολλά αντιφατικά πράγματα που δεν έχουμε την ευκαιρία στην καθημερινότητα να τα εκδηλώσουμε όλα, τα περιέχουμε όμως.

Όχι μόνο οι ηθοποιοί αλλά όλοι μας;

Ακριβώς. Δηλαδή με τα παιδιά του 18 ΑΝΩ κάναμε μια παράσταση στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα και σκεφτόμουν ότι μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο. Δεν είναι αλήθεια αυτό… κι ίσως η δουλειά του ηθοποιού ήταν που με οδήγησε ν’ ακούσω αυτές τις πολλές αντιφατικές φωνές που περιέχουμε μέσα μας κι ας μην τους δίνουμε φωνή στην καθημερινότητα, δεν τις αφήνουμε προς τα έξω. Με βοήθησε αυτό να το καταλάβω, ότι τα πράγματα που νομίζουμε μακριά από μας, τα τοποθετούμε εκεί επειδή φοβόμαστε το ακραίο, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ψήγματα που έχουμε ήδη μέσα μας.

Άρα πώς θα χαρακτηρίζατε το κείμενο της παράστασης;

Είναι ένα ποίημα, που είναι φτιαγμένο με τη λογική του μακριού τραγουδιού, σαν μπαλάντα.

Αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Συμβαίνει διαμάχη, απλώς το ωραίο είναι ότι υπάρχει κάτι τρίτο, το τρίτο πράγμα στο οποίο βλέπουμε κι οι δύο, οπότε και μεταξύ μας να έχουμε διαφωνία, το ότι κι οι δυο μπορούμε να κοιτάμε προς αυτό το τρίτο, είναι κάτι ωραίο, δίνει ένα σεβασμό και μια ευγένεια σ’ αυτή τη διαμάχη.

Και στην ουσία μέσα σ’ αυτό το «ουδέτερο» έδαφος μπορεί να διυλίζονται οι απόψεις;

Ακριβώς, ναι μεν μπορεί οι δυο να διαφωνούμε, αλλά υπάρχει αυτό που μας υπερβαίνει και τους δυο και οδηγεί στο τελικό αποτέλεσμα.

Έχοντας αναμετρηθεί με τόσα πολλά και διαφορετικά είδη κειμένων, σκεφτήκατε ποτέ την συγγραφή λογοτεχνίας ή θεατρικού έργου;

Μπορεί στο μέλλον. Νοιώθω ότι έχω δημιουργικότητα που κατά καιρούς κατευθύνεται σε διάφορα πράγματα. Μ’ αρέσει γενικά να παίζω με τα κουβαδάκια μου, το έχω αυτό το παιδικό… Ζωγραφίζω κιόλας, χωρίς να σημαίνει ότι τα κάνω όλα καλά. Οπότε μπορεί αύριο να μου έρθει να γράψω κάτι· αυτή τη στιγμή δε το σκέφτομαι αλλά δεν το αποκλείω. Κατά καιρούς έγραψα πεζά για το μπλογκ μου, που τα πήρε ο Ευριπίδης (σημ. Ευρυπίδης Λασκαρίδης, σκηνοθέτης της παράστασης) και τα έβαλε στο κείμενο της παράστασης.

Έχετε μπει ποτέ, ως ηθοποιός στην πρόκληση να μεταπλάσετε έναν χαρακτήρα σε κάτι διαφορετικό από τα εσκαμμένα, ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Μόνο αυτό κάνω. Δεν υπάρχει αντικειμενικός ρόλος, οι ρόλοι είμαστε εμείς. Ένας ρόλος είναι ένα πρόσωπο που ανάλογα με κάποια συγκεκριμένη δράση δοσμένη αντιδρά με τον πλούτο των συναισθημάτων του. Μ’ αυτή την έννοια εμείς είμαστε οι ρόλοι. Εξαρτάται και πώς δουλεύεις. Μ’ ενδιαφέρει και ο θεατής και εγώ να ερευνούμε τι είναι η ανθρώπινη ψυχή, τι είναι ένας άνθρωπος. Δεν μ’ ενδιαφέρει να είμαι ένας βιρτουόζος που παίζει ωραία και με δεξιοτεχνία τους ρόλους τους. Οι ρόλοι είμαι εγώ, υπό συνθήκες δοσμένες από έναν συγγραφέα. Κάθε φορά σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ στη θέση του χαρακτήρα; Αν εγώ ήμουν π.χ. ο Άμλετ, ο πρίγκιπας στη Δανία που είχε να αντιμετωπίσει όλα εκείνα, τι θα έκανα;

Υπήρξε ρόλος που ένοιωσες ότι σε πηγαίνει εντελώς αλλού, σε μέρη που δεν φανταζόσασταν; Σε τι βαθμό συνέβη;

Εννοείται, μα αυτό ελπίζεις: ότι πάει να σου μάθει αυτά που δεν ξέρεις, κι όχι μόνο να επιβεβαιώσεις αυτά που ξέρεις. Ξεκινάς από κάπου που ξέρεις, ελπίζοντας ότι θα σ’ απογειώσει σε πράγματα άγνωστα, σε δυσκολίες άγνωστες…

Άσχετα από το καλλιτεχνικό, επειδή πιστεύω πάρα πολύ στον αγώνα της ανθρώπινης ψυχής, στην πνευματική διάσταση της ανθρώπινης παρουσίας. Κι όταν το πιστεύεις αυτό, γνωρίζεις ότι πρέπει ν’ αγωνιστείς, ότι υπάρχουν τρόποι ν’ αγωνιστείς. Κι επειδή αυτό μ’ έχει απασχολήσει, είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τα «σκοτεινά» σημεία που λέτε, δεν είμαι αθώα ως προς αυτό, δεν τα έχω μάθει απ’ τους ρόλους.

Άρα ο αγώνας σας δεν είναι εντός της υποκριτικής.

Όχι, δεν είμαι μια αγωνίστρια της υποκριτικής. Προσπαθώ να είμαι μια ξύπνια και παρούσα ψυχή της ζωής. Όχι της υποκριτικής, γιατί είμαι τεμπέλα, δεν είμαι ταμένη ηθοποιός. Απλά θέλω να καταλάβω…

Και τι νόημα έχει το θέατρο; Για εσας, για εμάς;

Εμένα είναι η έκφραση της δημιουργικότητάς μου. Για τον θεατή θα έπρεπε να είναι ο ποιητικός τόπος όπου θα μπαίνει και θα ονειρεύεται, να βλέπει ξύπνια όνειρα. Πόσα πράγματα μέσα στη ζωή μας δίνουν την ποιητική διάσταση της ύπαρξής μας; Η καθημερινότητα είναι χωματίλα. Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια, να μας απογειώνουν στα όνειρα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Κεχαΐδης. Και Λούλα Αναγνωστάκη, εννοείται.

Ακούτε μουσική όταν διαβάζετε και γενικά δουλεύετε έναν ρόλο; Τι είδους;

Ναι, γιατί ο λόγος είναι ρυθμός. Και μ’ αρέσει, έχω έντονες σχέσεις με τη μουσική. P.J.Harvey, Nick Cave, Radiohead, L.Cohen, Γ. Αγγελάκα, Θ. Παπακωνσταντίνου. Με τα χρόνια πηγαίνω περισσότερο σε μουσικές συναυλίες παρά σε θέατρο. Και μακάρι κάτι από την αμεσότητα που υπάρχει στο άκουσμα της μουσικής να υπήρχε στις θεατρικές παραστάσεις. Το ζηλεύω.

Τι ακολουθεί μετά το Κορίτσι Μπαταρία; 

Υπάρχει ένα σχέδιο μη ανακοινώσιμο. Δεν θα είναι μονόλογος όπως αυτό, δεν θα ξανακάνω μονόλογο. Θέλω να βρεθώ με άλλους στη σκηνή και να μοιράζομαι.

Δημοσίευση και εδώ. Παρουσίαση της παράστασης (από την οποία προέρχεται η προτελευταία φωτογραφία – αφίσα) εδώ.

08
Νοέ.
11

Όλια Λαζαρίδου – Κορίτσι μπαταρία….recharged

«Προσωρινός»

Τι ακούς από το παρελθόν σου, Όλια; Στο σπίτι μας ακούγαμε Σαρλ Αζναβουρ, Ζακ Μπρελ, Ρενάτο Καροζόνε – αργότερα έφτασε η ώρα του Γιάννη Πάριου. Τα κενά της θεωρίας του Μαρξ συμπληρώνονταν με στίχους του Καζαντζίδη, που χώρισε τον κόσμο στα δυο: σ’ εκείνους που τον άκουγαν και σ’ εκείνους που δεν τον άκουγαν. Κι εκείνη η λέξη… «αναμνήσεις», συνώνυμη των «μεγάλων». Σ’ εκείνο το σπίτι δεν πονούσε ποτέ κανείς, τα μεγάλα δράματα απουσίαζαν, δεν βγαίνανε ποτέ στα μάτια ή τα χείλη, αλλά κατοικούσαν στα ερέβη του στομαχιού και της κοιλιάς, συνεχίζει η ωραία μνημωμένη. Πού να κρυφτεί κανείς. Στο θυρωρείο, που δεν είναι κανενός. Μέσα στο θερμό καπέλο του αμπαζούρ. Κάτω από το τραπέζι. Στα όνειρα για πέδιλα με λίγο τακούνι, για φυγή με το Stella Maris, για κρύψιμο σε κάποια αγκαλιά. Ένας άλλος κόσμος βρισκόταν απ’ έξω. Τον καταλάβαιναν οι σφυριές στην καρδιά, τον έδειχνε ένα τζουκ μποξ σε κάποια παραθέριση, τα αυτοκίνητα στην Βασιλίσσης Σοφίας που έτρεχαν για αλλού. Σαν Άλογα. Ή μήπως εννοεί σαν ά-λογα;

Ένα ισόγειο πολυκατοικίας, μια μεγάλη τζαμαρία με φόντο τον δρόμο πίσω από το Ναυτικό Νοσοκομείο. Σε αυτούς τους δρόμους και τους παραδρόμους αναφέρεται η ηρωίδα, αυτοί την τραβούσαν έξω, αυτοί την μαγνήτιζαν μακριά από την περίκλειστη ασφάλεια του οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος, αυτοί εξακολουθούν να την χαρακώνουν και να την καθορίζουν. Αυτοί οι δρόμοι την τράβηξαν μακριά από τον συντηρητικό σε αισθήματα μπουλβάρ οικογενειακό κόσμο. Και ο λόγος της (που πρωτοακούστηκε για στο 1ο Low Budget Festival του Σπίρτου και παίχτηκε σε τρεις «εξαντλημένες» παραστάσεις) βρίσκει πλέον το ιδανικό του σκήνωμα.

Τουλάχιστον έξω η βία είναι φανερή, δεν κρύβεται. Χίλιες φορές να σφαχτώ για να σας ξεχάσω. Αν η σφαγή μας είναι αναπόφευκτη, ας είναι προσωπική, ας την διαλέγουμε εμείς. Και μια μέρα ίσως να τα καταφέρω να σας αγαπήσω ξανά, έναν έναν κι όλους μαζί. Και τελικά ο ουρανός μας προστατεύει; Η ηρωίδα μοιράζεται πως όταν κοιτούσε τ’ αστέρια τα θεωρούσε τρυπίτσες σ’ ένα τεράστιο μαύρο πανί. Τι εκτυφλωτικό κρύβεται από πίσω; Μια κρεμάστρα σφηνωμένη στο σβέρκο της, για τα ρούχα που μας φοράνε γι’ αυτό που δεν είμαστε.  Βροχή έξω, πίσω της. Κουρτίνες μπροστά. Κάποια στιγμή βρίσκεται σχεδόν εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο. Έτσι χάνονται οι άνθρωποι απ’ τη ζωή μας; Κι όμως, θα ξεπροβάλλει από την κουρτίνα.

Αν κάποτε ξανασυναντηθούμε θα μ’ αναγνωρίσεις; Ο έρωτας στην Σόλωνος και Σίνα. Το μαύρο της φουστάνι, η αναπόδραστη συνάντηση, η οριακή γνωριμία. Μπορεί ο έρωτας να υπάρξει για μας; Θα μάθουμε να κοιμόμαστε δίπλα δίπλα χωρίς να μας τρομάζουν οι αρχαίες φωνές στον ύπνο; Στα χείλη της το αλάτι από την υγρασία του λαιμού του. Μια νύχτα που είδαν το ίδιο όνειρο. Εραστές, εραστής. Η επιθυμία ν’ ανοίξω τα σωθικά της να τον κρύψει μέσα. Μνήμες, μνήματα, μνημεία….Κάποια θεία που σημείωνε με ασημένιο μολυβάκι την σειρά των καβαλιέρων της στο Ξενοδοχείο Ακταίον του Φαλήρου. Τα αντικείμενα των νεκρών και οι καπνοί των φευγάτων. Η μοναχική γυναίκα με τις παλιές ακτινογραφίες που απαιτεί να τις δει ένας γιατρός, σαν σε ερωτικό ραντεβού. Το ξύπνημα στο καπό μιας παλιάς Τογιότα. Οι στιγμές που κάηκαν σαν το παλιόχαρτο. Οι στιγμές όπου… Είμαι κάτι λιγότερο από σκουπιδοσακούλα, ένα χαρτί που τσαλακώθηκε και πετάχτηκε πριν διαβαστεί.

Το «ρομαντικό mini live», για να κλέψω την τρίλεξο υποτιτλισμό του σκηνοθέτη Ευριπίδη Λασκαρίδη (που σμιλεύει με ιπποτικό σεβασμό το πλαστικό σώμα της διαρκώς αναβράζουσας ηθοποιού), ακροβατεί σε λεπτό σκοινί πάνω απ’ τους γκρεμούς του δραματικού και του τρυφερού, του ευτράπελου και του οριακού. Ψίθυροι, στίχοι, ποιήματα, τραγουδίσματα, σκέψεις, μνήμες και μνήματα, αλήθειες, ψέματα, χύμες και υπαινιγμοί, θραύσματα από ένα μπλογκ. Αλλαγμένες φωνές από το ίδιο πρόσωπο, για να μην ξεχνάμε τα πολλά μας πρόσωπα. Χορός, άλλοτε τρέκλισμα, άλλοτε ένα ίσιο βλέμμα ευθεία μπροστά.

Συχνά αυτό το ποιητικό, μονολογικό, αισθαντικό, προσωπικογενές κείμενο κατρακυλάει ανεπαίσθητα σε τραγούδι – άλλωστε όσο το έγραφε δεν σταμάτησε να έχει την αίσθηση ενός τραγουδιού. Από πίσω υπόκωφοι ηλεκτρονικοί ήχοι – ένας απ’ αυτούς μοιάζει με τον ήχο ενός καρδιογραφήματος,  αργού, ευάλωτου. Παίζονται ζωντανά από τους δυο μουσικούς – σκηνικούς παρόντες. Στο βάθος οι Blue Valentines των Tom Waits και οι Picolissime Serenate των Renato Carosone. Και το φως που εμείς παίρνουμε στη σκηνή από εσάς…

Εδώ η μαγεία βγαίνει από το τίποτα, η προσωπική ιστορία γίνεται καθολική, το παράθυρο θα μας δείχνει πάντα έξω, τις άλλες όψεις, τις άλλες δυνατότητες. Η ηρωίδα έχει πάντα πόρτες και παράθυρα μπροστά της και η Όλια αδυνατεί να μείνει στη σκηνή. Πίσω της είναι ο δρόμος– και δε σταματάει να μπαινοβγαίνει ακόμα και στην παράσταση, χωρίς καν κάτι ζεστό στην πλάτη της. Δεν το χρειάζεται, γιατί παραμένει θερμή και θερμασμένη, σαν «διαπλανητική μπαταρία» που φορτίζεται και επαναφορτίζεται μόνο όταν βρεθεί στη δίνη των ηλεκτρικών πόλων. Ακόμα και των αντίθετων.

Κείμενο – ερμηνεία: Όλια Λαζαρίδου, σκηνοθεσία: Ευριπίδης Λασκαρίδης, live μουσική: Γιώργος Πούλιος – Κωνσταντίνος Τσιώλης, σκηνικά, αφίσα: Μυρτώ Σταμπούλου, κοστούμια & make-up: Πλάτων Λούβαρης, φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου, βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Ζαραφίδου και Ελευθερία Γιαμβριά, οργάνωση παραγωγής: Αθηνά Στυλιανίδου, φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, παραγωγή: Apocalypsis /60΄/Πέ – Κυρ/ «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ», Δεινοκράτους 103, Κολωνάκι / 6949556389. Το έργο προγραμματίστηκε αρχικά για 10 παραστάσεις αλλά παρατείνεται για 2 ακόμα βδομάδες.

Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλιδου (1, 3, 4), Σπύρος Σταβέρης (2).  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου. Δημοσίευση και εδώ.

07
Νοέ.
11

Ρέι Μπράντμπερι – Φαρενάιτ 451. Διασκευή σε κόμικς: Τίμ Χάμιλτον. Graphic Novel

Ακόμα κι όταν είχαμε όλα τα βιβλία που χρειαζόμασταν, ψάχναμε να βρούμε γκρεμό για να πηδήξουμε.

Φωτιοδότες

Στην πυρόβλητη κοινωνία του Φαρενάιτ 451 (θερμοκρασία όπου το χαρτί γίνεται στάχτη) οι πυροσβέστες δεν είναι πυροσβέστες. Φοράνε την ίδια στολή αλλά η αποστολή τους έχει αλλάξει: καθήκον τους είναι να βάζουν φωτιά στα βιβλία, στις βιβλιοθήκες, σε κάθε σπίτι που έχει το θράσος και την αυθάδεια να διατηρεί αυτές τις ανεπιθύμητες και απαγορευμένες πηγές γνώσης. Ανεπιθύμητες εφόσον η ίδια η Πολιτεία έχει αναλάβει αποκλειστικά κάθε μορφωτική ή αναψυχική λειτουργία των υπηκόων της. Κάθε σπίτι είναι εφοδιασμένο με μια τεράστια τηλεόραση που καλύπτει ολόκληρο τοίχο. Οι υπόλοιποι τρεις άδειοι τοίχοι μοιάζουν «με χλωμά πρόσωπα ναρκωμένων γιγάντων». Έτσι τα μάτια των ανθρώπων είναι διαρκώς αφοσιωμένα στους οικιακούς τοίχους και τα αυτιά τους μονίμως με ακουστικά διαρκούς ενημέρωσης.

Η ατέλειωτη αλυσίδα της έμπνευσης

Η συγκεκριμένη έκδοση/μεταφορά του κλασικής δυστοπίας του Μπράντμπερι δεν έγινε απλώς με την έγκρισή του αλλά και την ενεργή συμμετοχή του. Όπως αναφέρει ο ίδιος στην εισαγωγή του πρόκειται για μια ανανεωμένη εκδοχή της ιστορίας του θρυλικού πια βιβλίου. Στο ίδιο κείμενο ο συγγραφέας διηγείται τις απαρχές και την πορεία της Φαρεναϊτικής του έμπνευσης. Η απρόκλητη ανάκριση από έναν αστυνομικό που τον σταμάτησε καθώς περπατούσε παρέα μ’ έναν φίλο του σ’ ένα δρόμο του Λος Άντζελες για να τον ρωτήσει «Τι κάνετε εδώ;» (για να εισπράξει μια απάντηση ευφυώς αντάξια της ηλιθιότητας της ερώτησης – «Βάζουμε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο») τον ενέπνευσε για το διήγημα Ο πεζός. Λίγο καιρό αργότερα έβγαλε τον πεζό του για μια λογοτεχνική βόλτα, όπου συνάντησε ένα νεαρό κορίτσι, την Κλαρίς, και αμφότεροι οδήγησαν στην νουβέλα Ο πυροσβέστης, αρχική μορφή του Φαρενάιτ 451. Άλλα προγενέστερα διηγήματα, όπως Οι εξόριστοι (όπου οι σπουδαιότεροι συγγραφείς του Φανταστικού εξορίζονται στον Άρη και τα βιβλία τους καίγονται), Άσερ ΙΙ και Στήλη Φωτιάς, παρέμεναν ολοζώντανα στο υποσυνείδητο του συγγραφέα και επηρέασαν τη γραφή του Φ451. Και μιλώντας για υποσυνείδητο, είναι αδύνατο να μην είχε σφηνωθεί στον έφηβο τότε συγγραφέα η εικόνα των καιγόμενων βιβλίων από το Τρίτο Ράιχ, το 1933.

Το πρόσωπο που έμοιαζε με καθρέφτη

Η ζωή του κεντρικού χαρακτήρα Γκάι Μόνταγκ αλλάζει όταν ένα βράδυ που αδυνατεί να γυρίσει στην πνιγηρή ατμόσφαιρα του σπιτιού του γνωρίζει την Κλάρις, ένα νεαρό κορίτσι που τριγυρνά στους δρόμους. Εκείνη τον  ρωτά αν είναι αλήθεια ότι παλιά οι πυροσβέστες έσβηναν τις πυρκαγιές αντί να τις βάζουν οι ίδιοι και τον πλημμυρίζει με σκέψεις: Έχεις δει πως τρέχουν τα αεριωθούμενα αυτοκίνητα στους δρόμους; Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι οδηγοί δε ξέρουν τι είναι ούτε το γρασίδι, ούτε τα λουλούδια, επειδή ποτέ δεν προλαβαίνουν να τα δουν. Ακόμα και οι διαφημιστικές ταμπέλες μεγάλωσαν ώστε να προλαβαίνουν να τις βλέπουν οι οδηγοί που τρέχουν με ταχύτητα. Ο Μόνταγκ αδυνατεί να την βγάλει από το μυαλό του: σκέφτεται πως το πρόσωπό της μοιάζει με καθρέφτη, που διαθλούσε το φως που ο ίδιος εξέπεμπε και το έκαναν να επιστρέφει πίσω σ’ αυτόν. Και πόσο σπάνια μπορεί κανείς να δει την ίδια του την έκφραση, να του την ξαναστέλνουν πίσω μαζί με τις πιο μύχιες σκέψεις που τρεμοπαίζουν μέσα του; Μέχρι σήμερα ο Μόνταγκ φορούσε την ευτυχία του σαν μάσκα και το κορίτσι είχε αρπάξει τη μάσκα και το είχε βάλει στα πόδια.

Περίκλειστος Κλοιός

…το μονοπάτι της κηροζίνης ελισσόταν σαν τα ίχνη κάποιου μοχθηρού σαλιγκαριού…

Οι «πυροσβέστες» συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι και παίζουν χαρτιά. Μιλάνε για τη φωτιά της περασμένης εβδομάδας, για τον άντρα που είχε την βιβλιοθήκη που «κανόνισαν». Τον πήγαν κατευθείαν στο άσυλο, γιατί ούρλιαζε. Ήταν τρελός; Ναι, κάθε άνθρωπος νομίζει ότι μπορεί να κοροϊδέψει την κυβέρνηση είναι τρελός, αποφαίνονται. Εξάλλου «συχνά αυτοί οι φανατικοί πάντα επιχειρούν να αυτοκτονήσουν». Ο Μόνταγκ επιστρέφει συντετριμμένος στο σπίτι, με απεγνωσμένη ανάγκη να μιλήσει με την την γυναίκα του. – Μπορείς να κλείσεις την τηλεόραση; – Όχι, είναι η οικογένειά μου. – Κάψαμε μια γυναίκα σήμερα, μαζί με τα βιβλία της. Εκείνη παραμένει αδιάφορη, ναρκωμένη, ακόμα κι όταν της λέει: «κάτι πρέπει να υπάρχει στα βιβλία…κάτι που μπορεί να κάνει μια γυναίκα να μένει σε ένα σπίτι που καίγεται». Προσπαθεί να την ξυπνήσει: «Εσύ τα βγάζεις πέρα τις νύχτες σου με φάρμακα, κι εγώ με τη δουλειά μου. Πάμε κατευθείαν στον γκρεμό». Σκέφτεται την Μαντλίν: «Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σε κοίταζε κατευθείαν στα μάτια».

Αντίσταση

Ο Μόνταγκ συμμαχεί με έναν γέροντα καθηγητή, που αγγίζει με συγκίνηση ένα καλά κρυμμένο αντίτυπο της Παλαιάς Διαθήκης, κι ας μην είναι θρήσκος. Του ζητάει να τον διδάξει να κατανοεί όσα διαβάζει. Αναρωτιέται: έχουμε όλα όσα χρειάζονται για να είμαστε ευτυχισμένοι αλλά δεν είμαστε. Κάτι λείπει, έψαξα παντού. Και το μόνο πράγμα που λείπει είναι τα βιβλία που κάψαμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο καθηγητής τον διαφωτίζει: Τα βιβλία ήταν μόνο ένα είδος δοχείου όπου αποθηκεύαμε ένα σωρό πράγματα που φοβόμασταν ότι μπορεί να ξεχνούσαμε. Δεν υπάρχει τίποτα μαγικό στα βιβλία. Η μαγεία βρίσκεται μόνο σε αυτά που λένε, στον τρόπο που συγκολλούσαν τα κομμάτια του σύμπαντος και δημιουργούσαν ένα ένδυμα για εμάς. Σχεδιάζουν μαζί την δική τους αντίσταση, ενώ είναι θέμα χρόνου το επόμενο σπίτι που θα παραδοθεί στις φλόγες να είναι το δικό του, από προδοσία της γυναίκας του. Ο πόλεμος άρχισε. Και εκφράζεται από έναν από τους Χαρακτήρες της Αντίστασης: Χιλιάδες στους δρόμους, στις εγκαταλελειμμένες σιδηροδρομικές γραμμές. Στο παρουσιαστικό είμαστε αλήτες, αλλά στο μυαλό βιβλιοθήκες.

Επιστημονική…πραγματικότητα

Η φαντασία του Μπράνμπερι δεν υπήρξε μόνο επιστημονική αλλά και πολιτική. Ίσως δεν είναι καν φαντασία αλλά πραγματικότητα. Σπάνια σε μια νουβέλα πυκνώθηκε ολόκληρο το σύμπαν ενός διανοητικού ολοκληρωτισμού, που ελέγχει κάθε ελεύθερη σκέψη, εμποδίζοντας όλες τις διόδους διαφυγής προς ανεπιθύμητες γνώσεις και συλλογισμούς. Ολόκληρα ζητήματα συμπυκνώνονται σε ένα καρέ: Η συνενοχή της σιωπής (κάποια στιγμή ο καθηγητής εξομολογείται: Κύριε Μόνταγκ, έχετε μπροστά σας έναν δειλό. Έβλεπα πολύ καιρό πού πήγαιναν α πράγματα. Είμαι ένας από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν μιλήσει, όμως…όμως δεν μίλησα κι έτσι έγινα συνένοχος). Η εναλλακτική της εθελοτυφλίας (ίσως είναι καλύτερα να μην αντιμετωπίζεις τα πράγματα κατά πρόσωπο, αλλά να τρέχεις, να διασκεδάζεις….). Η αγόμενη και φερόμενη πλειοψηφία, ιδίως σε ολοκληρωτικά καθεστώτα (ο πυραγός υπηρετεί τον πιο επικίνδυνο εχθρό της αλήθειας: τη σταθερή, ασάλευτη αγέλη της πλειοψηφίας). Η δύναμη της λογοτεχνίας (Οι καλοί συγγραφείς αγγίζουν τη ζωή. Κατάλαβες γιατί τα βιβλία αποτελούν αντικείμενα μίσους και φόβου; Επειδή δείχνουν τους πόρους που υπάρχουν στο πρόσωπο της ζωής).

Κολλάζ Μπραντμπερικών Ζωών και Αληθειών

Ο συγγραφέας παραδέχεται πως κομμάτια του εαυτού του βρίσκονται και στους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες της τραγικής του δυστοπίας, ο καθένας των οποίων «έχει τη δική του στιγμή της αλήθειας». Να λοιπόν τι κρατάτε στα χέρια σας: ένα κολάζ από τις παλιές μου ζωές, τους παλιούς μου φόβους, τις αναστολές μου και τα παράξενα και μυστηριώδη προαισθήματά μου για το μέλλον. Ο Μπράντμπερι δεν σπούδασε ποτέ στα πανεπιστήμια αλλά στις βιβλιοθήκες που επισκεπτόταν ανελλιπώς από νέος και δοκιμάστηκε για καιρό στις σελίδες των φανζίν. Το Φ451γράφτηκε το 1953 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τρυφώ το 1966. Ανεξάρτητα από την αμφιλεγόμενη στιλιστική δημιουργία του σκηνοθέτη, είναι αδύνατο να ξεχάσει κανείς τη σκηνή όπου δεκάδες κορυφαία λογοτεχνικά έργα με αλησμόνητα εξώφυλλα ρίχνονται το ένα μετά το άλλο στις φλόγες. Προσωπικά του Γκράφιτι: There are worse crimes than burning books. One of them is not reading them. / You don’t have to burn books to destroy a culture. Just get people to stop reading them.

Αλλαγή παιχνιδιού

Στον επίλογο του προλόγου του ο συγγραφέας προτρέπει τους αναγνώστες να σκεφτούν το βιβλίο που οι ίδιοι θα ήθελαν να απομνημονεύσουν ώστε να διασωθεί από τους μελλοντικούς λογοκριτές αλλά και να συναντηθούν για να συζητήσουν τους λόγους των επιλογών τους. Είμαι σίγουρος πως έχουν γίνει αναρίθμητες τέτοιες προσωπικές σκέψεις και φιλικές συζητήσεις. Απλά η τετριμμένη αφορμή που συνηθιζόταν να εκκινεί έναν αντίστοιχο προβληματισμό («το βιβλίο που θα έπαιρνα αν ναυαγούσα σ’ ένα έρημο νησί») πρέπει να αντικατασταθεί ακριβώς με αυτό το –  πολύ πιθανότερο – ερώτημα.

Τ.Η.

Τα χρώματα στα οποία επιλέγει να βουτήξει ο Χάμιλτον τη ζοφερή ιστορία είναι το καφέ της μοναξιάς, το μαύρο του φόβου, το σκούρο γαλάζιο της μελαγχολίας και το εκτυφλωτικό κίτρινο της φωτιάς. Ο αμερικανικής καταγωγής κομικογράφος (γενν. 1966) έχει ακόμα εγγράψει στην έβδομη τέχνη του το Νησί των Θησαυρών του Robert Louis Stevenson, τον Dr Who κ.ά. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 2010, σελ. 151, με δισέλιδη εισαγωγή του συγγραφέα και 24 υποσημειώσεις του μεταφραστή [Ray Bradbury, Fahrenheit 451: Authorized adaptation by Tim Hamilton, 2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

05
Νοέ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 99

Σακί (Έκτωρ Χιού Μόνρο), «Ο Σρέντνι Βαστάρ», Ο Άγιος και το Τελώνιο, εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρης Σφακιανάκης, σ. 29-30 (Hector Hugh Munro, Sredni Vashtar [ανάμεσα 1910-1914], The Penguin Complete Saki (1998))

Και ξαφνικά σταμάτησε το τραγούδι και κόλλησε το πρόσωπό του στο παράθυρο. Η πόρτα της αποθήκης ήταν πάντα μισάνοιχτη όπως την είχε αφήσει η Γυναίκα και τα λεπτά κυλούσαν. Ήταν ατέλειωτα λεπτά, όμως κυλούσαν. Κοίταξε τα ψαρόνια που πηδούσαν και πετούσαν στον κήπο. Τα μέτρησε ξανά και ξανά, κρατώντας το ένα του μάτι πάντα καρφωμένο σ’ εκείνη τη μισάνοιχτη πόρτα. […] Κάποια ελπίδα είχε αρχίσει σιγά σιγά να γλιστρά μες στην καρδιά του, κι ένα βλέμμα θριάμβου πήρε να λάμπει στα μάτια του που, ως εκείνη τη στιγμή, γνώριζαν μονάχα τη μελαγχολική υπομονή της ήττας. Ψιθυριστά, με μια μεγάλη αγαλλίαση, άρχισε πάλι να τραγουδά τον παιάνα της νίκης και της καταστροφής. Και σύντομα τα μάτια του ανταμείφθηκαν: μέσα από κείνη τη μισάνοιχτη πόρτα εμφανίστηκε ένα μακρύ, κοντό, καφετί ζώο, με μάτια που ανοιγόκλειναν μπροστά στο φως της μέρας που χανόταν, ενώ σκούρες υγρές κηλίδες υπήρχαν στη γούνα γύρω απ’ τα σαγόνια και το λαιμό του. Το μεγάλο κουνάβι προχώρησε ως το ρυάκι στην άκρη του κήπου, ήπιε για μια στιγμή, κι ύστερα πέρασε τη μικρή ξύλινη γέφυρα και χάθηκε μες στους θάμνους. Τέτοιο ήταν το πέρασμα του Σρέντνι Βαστάρ.

«Το τσάι είναι έτοιμο», φώναξε η κακόκεφη καμαριέρα. «Πού είναι η κυρία;». «Πήγε στην αποθήκη πριν από λίγο», είπε ο Κονραντίν. Κι όσο η καμαριέρα πήγε να φωνάξει την κυρία για το τσάι, ο Κονραντίν […] αφουγκραζόταν τους θορύβους και τις σιωπές που ξέσπαγαν σε παροξυσμούς πίσω απ’ την πόρτα της τραπεζαρίας. Τη δυνατή, ανόητη στριγκλιά της καμαριέρας, τον απαντητικό χορό των ερωτηματικών αναφωνήσεων απ’ την κουζίνα, τα άτακτα βήματα και τις αποστολές για εξωτερική βοήθεια, κι ύστερα, μετά από μια ανάπαυλα, τα τρομαγμένα αναφιλητά και το συρτό περπάτημα εκείνων που μεταφέρουν ένα βαρύ φορτίο μες στο σπίτι.

Μνήμη Επαμεινώνδα Χ. Γονατά

04
Νοέ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 63. Μιχάλης Γεννάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μαξίμ Γκόρκι, Στρίντμπεργκ, Μπρετόν, Έσσε, Μπάροουζ, Ούγκο φον Χόφμανσταλ, Πάουντ, Ντιντερό, Αντρέγιεφ, Ρίτσος, Καρυωτάκης, Ρεμπώ, Νατάσα Χατζιδάκι,  Ζενέ, Θωμάς Μανν, Μπέρνχαρντ, Μέλβιλ, Καβάφης, Σολωμός, Χρονάς, Ιβάν Γκολ, Καρούζος, Πεντζίκης, Κακναβάτος, Σαχτούρης, Γκομπρόβιτς, Χοσέ Θέλα, Ντύλαν Τόμας

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Γιάννης Ρίτσος: Άπαντα. Συγγενής.

Γιώργος Χρονάς: Άπαντα. Στις Συμπλοκές της Νύχτας (Το ωραιότερο ελληνικό ποίημα από συστάσεως Ελληνικού Κράτους, μαζί με τις καβαφικές Μέρες του 1908)

Νατάσα Χατζιδάκι: Άπαντα. Ενσαρκωμένη ιδιοφυία.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: Άπαντα. Τεράστια ποιήτρια.

Βαλεντίνη Ποταμιάνου: Ποιήματα Ωμόφυλα. Θεά βεβακχευμένη.

Μαρία Σερβάκη: Άπαντα

Καραπάνου: Υπνοβάτης

Λυμπεράκη: Άπαντα

Ζατέλη: Το Πάθος χιλιάδες φορές. Αριστούργημα.

Δημητριάδης: Insenso.

Κοροβίνης: Άπαντα.

Μάρω Δούκα: Σκούφος από πορφύρα.

Πεντζίκης: Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

του Μαντιάργκ, του Ροΐδη, του Ρένου Αποστολίδη, του Μητσάκη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Γιάννης Λειβαδάς.

Σας ακολουθεί μέχρι σήμερα κανένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου σας (ή άλλων αδημοσίευτων γραπτών σας); Μαθαίνετε τα νέα τους;

Είμαι νεορεαλιστής μυθιστοριογράφος. Τα αγόρια των Πριγκίπων είναι υπαρκτά. Ακόμα και η γίδα Κλημεντίνη που συμπρωταγωνιστεί στο βιβλίο. (παραθέτω σχετική παιδοφωτογραφία, φορώ στρουμφομπλούζα και έμπροσθεν συγχαμογελά η νυν παιδοψυχολόγος αδελφιδή μου. Η Κλημεντίνη βρώσκει στα δεξιά.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ορέστης, Αισχύλος. Πάρζιφαλ, Βάγκνερ. Ραγκόζιν, Ντοστογιέφσκι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μικρές τελετουργίες που παρακαλώ να συγχωρεθούν. Αταξίες μη βλαπτικές ως προς τα εκθέματα. Το έκανα για να ενδυναμώσω. Στη Στοκχόλμη, στο μουσείο ιστορίας, έγραψα πάνω σε πέτρινο ρούνο. Στην Πάρο, πάνω στο Πάριο Χρονικό (ελλιπής φύλαξη εκθεμάτων, καλοκαιράκι γαρ). Στη Λυβέκη κοιμήθηκα δύο βραδιές στο σπίτι των Μανν. Στον Άγιο Φλωριανό σωριάστηκα πάνω στην επιτύμβια πλάκα του Μπρούκνερ. Κανονικό πικ-νικ. Άπλωσα χαρτί και μελάνι. Με κουβάλησαν σηκωτό οι αυγουστίνοι μοναχοί. Στο Βάνφριντ ανακάτεψα τον Αισχύλο της βαγκνερικής βιβλιοθήκης. Στην Κοπεγχάγη έγραψα πολύ, μπροστά στον Ιησού Απόλλωνα του Θόρβαλντσεν.

Έχω γράψει πάνω στην ωμοπλάτη κοριτσιού. Θέλησα να την πυρώσω με καύτρα τσιγάρου για να μείνουν. Γέλασε, νόμισε πως το είπα αστειευόμενος.

Ήμουν όμως απόλυτα σοβαρός και μεθυσμένος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ορθόδοξος σαμανισμός με υπόκρουση Μπρούκνερ, Βάγκνερ και Χάινριχ Σουτς.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρίγκιπες και Δολοφόνοι. Εκδόσεις της αγίας Ινδίκτου. Τρία ερωτοδοσμένα αγόρια, καλλιμάρτυρες άρνες Θεού στην απειλητική Αθήνα τού Σήμερα, αποδίδονται σταδιακώς, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της ομηρικής Τροφού αυτών, προς σφαγιασμόν ηδονοβλεπτικό και τελετουργική αφάνιση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Σαν τον Μπάροουζ, μ’ ένα γλίσχρο επίδομα. Η σεπτή Οικογένεια λαμβάνει μισθώματα από ακίνητα και μου παραχωρεί ένα μικρότατο μερίδιο ώστε να χασομερώ καλλιτεχνικώς. Κοινώς, τεμπελόσκυλο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μανδραγόρας: γυαλιστερό χαρτί και big size μέγεθος

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Πίνδαρος

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θα γυρίσω τουλάχιστον μία ταινία. Με ερασιτέχνες ηθοποιούς που θα παιδαγωγήσω αυστηρά, δικά μου σκηνικά και μουσική. Κι ύστερα Βενετία, Κάννες, Βερολίνο. Τέρμα τα γραπτά. Κλακέτα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Καθημερινά γράφω δύο-τρία ποιήματα, είναι ενόργανη γυμναστική και δείκτης προθέσεων της Μούσας. Αν δεν πάνε καλά τα ποιήματα, δεν προχωρώ σε μυθιστορηματικές εργασίες. Επιστρέφω άλλη μέρα που θα βρέχει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία που μου στέλνουν. Ωραίο έθιμο. Σήμερα πρωτοδιαβάζω ποιήματα δεκαετίας 1960 που μου χάρισε ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, για ακούστε:

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ

Παράξενο καλοκαίρι το φετινό.

Χωρίς θάλασσα χωρίς υπομονή

με μια βροχή σαν μέσα

σε όνειρο ασταμάτητη

κι ένα χέρι που απομακρύνεται –

το δικό σου χέρι.

Αγάπη μου μας ρήμαξαν

δεν έχω πια όνειρα

μας πήραν τα πουλιά

τα μικρά μας στηρίγματα.

Παντού σημαίες μεσίστιες.

Τι γράφετε τώρα;

Το Μεγάλο Ακατόρθωτο.

Θα χρειαστώ μία δεκαετία αλλά πρέπει να το κάνω τώρα που είμαι τριάντα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπημένος ζωγράφος;

Πάουλ Κλέε ο φωτοπύκνωρ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Όχι. Δεν θα ρισκάρω υπεσχημένες ενσαρκώσεις γενέθλιου Αυτοδαίμονος. Με αλεξίμορους καθαρμούς πάνω στον ερυθρό ίασπι πέπρωται να επανέλθω ως λυγξ πτερωτός, Ιππόγρυψ μυκηναίος. Γάλα αγριοσυκιάς θα στάξει πάνω στη βασιλική σφενδόνη και τα σφιχτοδεσίδια της Ειμαρμένης θα λυθούν. Με ιερή αμώμητη παρθένο θα σμίξει ο πρίγκηψ του δαχτυλιδιού και φωτοβίαιος θ’ αναδυθώ ξανά. Χίλια πρόβατα θα διοικώ, φαλκόνια πολλά, βόδια χρυσοκερατισμένα και μαύρους μυώδεις σκύλους της Ανάγκης.

Στις φωτογραφίες, αναφερόμενοι συνομιλητές του συγγραφέα: André Pieyre de Mandiargues, Camilo José Cela, Denis Diderot.

03
Νοέ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 44

Douglas Coupland, Eleanor Rigby (2004), Don DeLillo, Love Lies Bleeding (2005), Tom Stoppard, Arcadia (1993).

Η φύση στην πρόσοψη.  Ένα λιβάδι, μια έρημος, ένα δάσος. Ένα στρώμα, μια πέτρα, ένα κτίσμα. 6 παραβολές για την ίδια τη Λογοτεχνία.




Νοέμβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.051.746 hits

Αρχείο