Αρχείο για Νοέμβριος 2011

30
Νοέ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 46

 

David Lodge – Thinks (2002), Roberto Arlt – Os sete loucos (1929), Marjane Satrapi – Persepolis (2000).

Παραμένοντας στην χώρα του χρωματισμένου σκίτσου, οι πέντε έμψυχοι χαρακτήρες ήδη από το εξώφυλλο εκδηλώνουν συναισθήματα προτού τα σώματά τους τεθούν σε πλήρη μυθοπλαστική τροχιά.

26
Νοέ.
11

Άρης Μαραγκόπουλος – Ulysses. Οδηγός ανάγνωσης

Κρεβάτι της σύλληψης και της γέννησης, της τελείωσης του γάμου και της διάρρηξης του γάμου, του ύπνου και του θανάτου… […Αλήθεια πιο παράξενη κι από μυθιστόρημα … – XVII, Ιθάκη – σ. 400]

Η ατελείωτη ανάγνωση

Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στην παγκόσμια λογοτεχνία που να απογοητεύει τόσο απελπιστικά τον προτιθέμενο αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας γραμμές και ταυτόχρονα να πουλάει πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα το χρόνο. Βιβλία σαν το Ulysses έχουν μυητικό χαρακτήρα, δηλαδή τα διαβάζει κανείς όπως τη Βίβλο ή τα ομηρικά έπη: στο μάκρος του βίου και στη διαδρομή της πνευματικής του πορείας. Στις εκατοντάδες πυκνογραμμένες γριφώδεις σελίδες του δικαιώνεται ο κοινός τόπος της σύγχρονης θεωρίας πως καμία ανάγνωση (όπως και κανένα γράψιμο) δεν είναι ποτέ τελειωτική. Ίσως κανένα άλλο κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν απαιτεί σε τέτοιο βαθμό τη συνέργεια του αναγνώστη, ικετεύοντάς τον να «παίξει».

Ο Τζόυς αντιμετώπισε το κείμενο ως αφηγηματικό παλίμψηστο ιδεών, προσώπων, ρόλων, μύθων, συμβόλων, στερεοτύπων κ.λπ. όπου ο ζωντανός αναγνώστης σε κάθε του νέα ανάγνωση «αποξέει» – όπως οι συντηρητές στα παλίμψηστα έργα τέχνη – αποκαλύπτοντας νέα «ευρήματα» κάτω από τα προηγούμενο αναγνωστικό στρώμα όπως γράφει ο Άρης Μαραγκοπουλος, που εδώ και χρόνια έχει χριστεί ως ο ιδανικός μυητής μας στο – επιτρέψτε μου το αυθαίρετο σύμπλοκο – Τζοϋσικό Άπειρο και του οποίου τις φράσεις θα αναπαράγουμε διαρκώς σε τούτο το κείμενο. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ο εκλεκτός συγγραφέας αναλαμβάνει τέτοια χρέη, εφόσον έχουν ήδη προ ετών προηγηθεί το Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο. Τόποι και γλώσσες στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς (Κέδρος, 1997) αλλά και οι προγενέστερες εκδόσεις του παρόντος (Α΄ έκδ: Δελφίνι, 1996, Β΄ έκδ.: Κέδρος, 2001), που γράφτηκαν όμως, όπως μας δηλώνει ο ίδιος, σε μια εποχή (1980-1995) που … δεν υπήρχε το Web 2. Έτσι ο παρών Οδηγός Ανάγνωσης αποτελεί ακριβώς ένας οδηγό μύστη, που μας παρέχει οδηγίες ανάγνωσης χωρίς να εξασφαλίζει τη μία, μοναδική, ασφαλή ανάγνωση.

Μοιάζει κρυφό χάδι, μνήμη που κάτι μου λέει. Του χάιδεψε τις νοτισμένες του αισθήσεις θυμήθηκε. Κρυμμένοι κάτω από τις άγριες φτέρες στο Χόουθ. Κάτωθέ μας ο κόλπος κοιμισμένος ουρανός. Κανένας ήχος. Ο ουρανός. [..] Είχε τα μαλλιά της προσκέφαλο πάνω στο σακκάκι μου, σκουλαρίκια μες τα ρείκια γρατσουνάνε το χέρι μου κάτω από το λαιμό της, θα μου τα σκορπίσεις όλα. Ω τι θαύμα!  δροσεραπαλό το χέρι της από τις κρέμες με άγγιξε, με χάιδεψε· τα μάτια της πάνω μου πουθενά αλλού δεν γυρνούσαν. Μαγεμένος έγειρα επάνω της, απ’ άκρη σ’ άκρη τα χείλια μου ορθάνοιχτα, τη φιλούσαν στο στόμα. Γιουμ. Απαλά μου έδωσε στο στόμα σουσαμένιο κέικ, ζεστό και μασημένο. Γλυκερό πολτό δούλευε το στόμα της γλυκό και ξυνό με σάλιο. Χαρά· τον έφαγα· χαρά. Καινούργια ζωή, τα χείλια της μου έδωσαν καθώς σουφρώνουν. Απαλά, ζεστά, κολλώδη μαστιχόπηκτα χείλη. Λουλούδια ήταν τα μάτια της, πάρε με, δεχτικά μάτια. Βότσαλα έπεσαν. Έμεινε ακίνητη. […] Προφυλαγμένη κάτω από τις φτέρες γέλασε ζεσταγκαλιασμένη. Μανιασμένα έγειρα πάνω της, τη φίλησα· τα μάτια, τα χείλια της, τον τεντωμένο της λαιμό, καριοδχτύπι, τα γυναικεία στήθια να φουσκώνουν στην μπλούζα της από στριφτό μαλλί, οι παχιές ρώγες ολόρθες. Ξαναμμένος τη γλώσσισα. Με φίλησε. Φιλήθηκα. Παραδομένη ολάκερη μου ανασκάλεψε τα μαλλιά. Φιλημένη με φίλησε. [Αισθάνομαι σαν να με είχαν φάει και με ξέρασαν – VIII, Λαιστρυγόνες – σ. 169 – 170]

Τεχνικές του Νέου

Αφηγηματική παραλληλία με θέματα εκτός πλοκής, απουσία ευθύγραμμης πλοκής, συνειδησιακή ροή, ενσωμάτωση εξωλογοτεχνικών κειμένων, «μοντάζ» μεταξύ διαφορετικής μορφής κειμένων, παρεμβάσεις σε σύνταξη και γραμματική, ατέλειωτο παιχνίδι με τις λέξεις, απομίμηση άλλων λογοτεχνικών ειδών και τεχνών, απέραντοι ραμπελαιζιανοί κατάλογοι, εναλλαγή ρόλων μεταξύ των πρωταγωνιστών, εκτενής χρήση προσωπείων, επανειλημμένη χρήση του τυχαίου ως κανονικού…ιδού μερικοί από τους τρόπους που πρώτος ο Ιρλανδός συγγραφέας εισήγαγε στη λογοτεχνία.

Οι περισσότερες αφηγηματικές τεχνικές δεν τρομοκρατούν πλέον τον αμύητο αναγνώστη του Ulysses, δεν μας ξενίζουν πια κανέναν, καθώς τους έχει οικειοποιηθεί όλη η ενδιαφέρουσα λογοτεχνία· γι’ αυτό άλλωστε σήμερα συχνά επαναλαμβάνεται πως «διαβάζουμε τον Τζόυς ακόμα κι όταν δεν τον διαβάζουμε»: τον διαβάζουμε, δηλαδή, όταν διαβάζουμε τους μεταγενέστερους συγγραφείς που συνειδητά ή ασυνείδητα υιοθέτησαν τις τεχνικές του αλλά και στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, στις διαφημίσεις, στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο. Οι τεχνικές της παρωδίας, της αυτοαναφορικότητας, του παστίς, η πολλαπλή οπτική γωνία, όλες οι νεοτερικές τεχνικές που παρεκκλίνουν από την ρεαλιστική αληθοφάνεια και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως και παντού είναι οι περισσότερες παιδιά του ανατρεπτικού Ιρλανδού

Η πατρότητα, με την έννοια της συνειδητής απόκτησης παιδιού, είναι άγνωστη στον άντρα. Αποτελεί ένα μυστήριο κληροδότημα, μια αποστολική διαδοχή, από τον μόνο γεννήτορα στον μόνο γεννηθέντα. Σ’ ετούτο το μυστήριο και όχι στη μαντόνα που η πανούργα ιταλική διανόηση πέταξε πάνω στον όχλο της Ευρώπης θεμελιώθηκε η εκκλησία και θεμελιώθηκε αμετακίνητα επειδή θεμελιώθηκε, ωσάν τον κόσμο, μακρό- και μικρόκοσμο, πάνω στο κενό. Πάνω στα αβέβαιο και πάνω στο πιθανό. H Amor martis, υποκειμενική και αντικειμενική γενική, ίσως να είναι το μόνο αληθινό πράγμα στη ζωή. Η πατρότητα ίσως να είναι μια νομική μυθοπλασία. Ποιος είναι ο πατέρας του όποιου γιου που ο όποιος γιος θα τον αγαπήσει ή εκείνος τον όποιο γιο;

-Έχουν αποσχισθεί εξαιτίας μιας τόσο ακλόνητης σωματικής ντροπής που τα παγκόσμια εγκληματολογικά χρονικά, στιγματισμένα με κάθε είδους αιμομειξία και κτηνωδία, μόλις και καταγράφουν τη διάστασή της. Γιοι με μανάδες, αφέντες με κόρες, λεσβίες αδελφές, έρωτες που δεν τολμούν να προφέρουν το όνομά τους, ανηψιοί με γιαγιάδες, φυλακόβιοι με κλειδαρότρυπες, βασίλισσες με βραβευμένους ταύρους. Ο αγέννητος γιος αμαυρώνει την ομορφιά· με το που γεννιέται φέρνει τον πόνο, διαιρεί τη στοργή, αυξάνει τις έγνοιες. Είναι ένα αρσενικό· η ανάπτυξή του είναι η παρακμή του πατέρα του, η νεότητά του ο φθόνος του πατέρα του, ο φίλος του ο εχθρός του πατέρα του. [Ένας πατέρας […] είναι ένα αναγκαίο κακό – IX, Σκύλλα – Χάρυβδις – σ. 188]

Νεωτερισμοί του κλασικού

Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Τζόυς ήταν να γράψει ένα βιβλίο με δεκαοκτώ κεφάλαια – διαφορετικές οπτικές γωνίες και ισάριθμα στιλ. Κι αυτή είναι η κύρια ιδιομορφία του Ulysses: είναι δεκαοκτώ βιβλία μαζί, το καθένα με διαφορετικό ύφος και τεχνική αφήγησης, που διηγούνται την ιστορία μιας μοναδικής ημέρας στο Δουβλίνο της περίφημης 16ης Ιουνίου 1904 – έκτοτε Bloomsday. Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτός ο ιδιόμορφος μοντερνισμός; Ο Τζόυς γνώριζε όλα τα ιδεολογικά ρεύματα (από τη φιλοσοφία του Άρνολντ και την κοινωνική κριτική των Ίψεν και Σόου μέχρι τις θεωρίες των Νίτσε, Μπερξόν, Φρόυντ, Κρότσε, Βέμπερ, την κοσμογονική αλληγορία του Μπλέικ, τις αισθητικές έγνοιες του Ακινάτη, τη γραφή των Τσέχωφ και Φλωμπέρ κ.ά.) αλλά το έργο του δεν οφείλεται σε κάποια προγενέστερη ή προγραμματική νεωτερική ιδεολογία όσο σε μια νεωτερική μορφή που ο ίδιος δημιούργησε μέσα από τις κλασικές φόρμες, από το βικτωριανό ύφος έως το συμβολικό μυθιστόρημα, κοινώς έχοντας αφομοιώσει την κλασική παράδοση και προχωρώντας εκλεκτικά προς τις εικονοκλαστικές του μορφές.

Τα υλικά των υλικών

Ας απλωθούν λοιπόν μπροστά μας όλα τα επιμέρους συστατικά του Οδυσσέα! Ο εκθέτης οδηγητής μας εκθέτει μπροστά μπροστά τα υλικά κατασκευής, όπως η Αυτοβιογραφία [πίσω από τις φοβερές μορφικές ανατροπές υπάρχει μια βαθειά πολύπλοκη φιλοσοφία ζωής· σπάνια το έργο ενός συγγραφέα είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένο με τη ζωή του], η Εγκυκλοπαίδεια [όπου μια τερατώδης διακειμενικότητα πλημμυρίζει αναφορές σε αγγλική κι ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ανατολίτικη φιλοσοφία, δυτικό μυστικισμό, θρησκευτική παράδοση, μεσαιωνική Ιρλανδία, ομηρική Οδύσσεια, αρχαιοελληνική γραμματεία κ.ά.], η Τεχνική. Στην τελευταία δεν υπάρχει προστασία του αναγνώστη, όπως στην κλασική λογοτεχνία, με τις αναγκαίες πληροφορίες του παντογνώστη αφηγητή· ο αναγνώστης αφήνεται στο έλος ενός ανελέητου κειμένου όπου κανείς δεν τον «συστήνει» σε κανέναν και τίποτα, κι αναρωτιέται συνεχώς αν διάβασε σωστά «λέξεις ανίερα παντρεμένες μεταξύ τους», με την ανασφάλεια ενός voyeur, ενός ξένου που κρυφακούει και κρυφοβλέπει.

…όχι δεν γίνεται τίποτα μ’ αυτόν δεν έχει τρόπους αυτός ούτε καν ευγένειες ούτε όχι τίποτε δεν έχει από φυσικού του να μας μπατσίζει από ίσως μ’ αυτό τον τρόπο στον πισινό μου επειδή δεν τον φώναξα Χιου ο ignoramus που δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και στα λάχανα ιδού πώς την πατάς άμα δεν τους κρατάς κανονικά στη θέση τους να βγάζει τα παπούτσια του και τα παντελόνια εκεί πάνω στη καρέκλα μπροστά μου κοιτώντας έτσι κατάματα χωρίς ούτε να ζητάει την άδεια και να στέκεται έτσι χυδαία με μισό πουκάμισο […] άντε το λοιπόν υποθέτω πως γίνεται εξαιτίας που τούτα είναι τόσο αφράτα και προκλητικά στο κοντό μου μισοφόρι δεν μπορούσε να αντισταθεί ακόμα κι εμένα με ερεθίζουν μερικές φορές μια χαρά την έχουν οι άντρες να παίρνουν όση απόλαυση θέλουν από το κορμί μιας γυναίκας μεις είμαστε τόσο στρογγυλές και λευκές πάντα για δαύτους θα γούσταρα κι εγώ μια φορά για αλλαγή να είμαι ένας τους μονάχα να δοκιμάσω μ’ εκείνο το πράμα που το φουσκώνουν έτσι σκληρά πάνω σου και που συνάμα είναι τόσο μαλακό όταν το ακουμπάς…  [Ύψιστε Θεέ δεν υπάρχει τίποτε σαν τη φύση – XVIII, Πηνελόπη – σ. 449]

Τρόποι Ανάγνωσης

Πώς θα διαβάσουμε λοιπόν αυτό το υπερμυθιστόρημα; Πρώτα πρώτα ως ένα αναπόφευκτο εκτεταμένο ποίημα! Μόλις ο αναγνώστης αντιληφθεί ότι απουσιάζει η κλασική δομή της πλοκής και η παραδοσιακή μορφή του αφηγηματικού ύφους αντιμετωπίζει δυο επιλογές: ή θα παραιτηθεί ή να συνεχίσει, ενθαρρυμένος τουλάχιστο από την εμφανή ποίηση κάποιων κομματιών – άλλωστε το κείμενο διαθέτει τα περισσότερα από τα γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά της ποίησης : ελευθερία στην σύνταξη, μεταφορική χρήση των λέξεων, συμβολισμό, ποιητικό ρυθμό, υπαινικτικότητα…Αλλά και ως πολύτροπο μυθιστόρημα (το πιο εκτεταμένο έργο της Συμβολικής Ποίησης και το πιο νατουραλιστικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ) που εξαντλεί κάθε δυνατή και αδύνατη διηγηματική τεχνική, καταλήγοντας στο τέλος να αρνείται τον ίδιο του τον εαυτό, το μυθιστόρημα δηλαδή ως είδος, τις λογοτεχνικές συμβάσεις ως εγγύηση αλήθειας, τη δυνατότητα της γλώσσας να εκφέρει την πραγματικότητα!

Κι αν το νεωτερικό μυθιστόρημα του Τζόυς δεν φαντάζει τόσο νεωτερικό όσο τότε; Τότε μπορεί να διαβαστεί ως μνημείο νεωτερικότητας, όπου ανασκάπτονται τo ρεύμα της συνείδησης του Edouard Dujardin, το «ανοιχτό» βιλβίο του Μαλλαρμέ, το φλωμπεριανό λεξικό του Μπουβάρ και Πεκυσέ τα παραφερνάλια της λαϊκής εικονογραφίας του Ρεμπώ, η κινηματογραφική γραφή του Cendrars, η διακειμενική των Eliot και Pound…και το παιχνίδι της κειμενικότητας δεν έχει τέλος!

Οδηγός Ανάγνωσης του Οδηγού Ανάγνωσης

Αν βέβαια χρειαζόμαστε οδηγό ανάγνωσης για τον Οδυσσέα, που χρειαζόμαστε, τότε αυτός ο οδηγός οφείλει να είναι παιγνιωδέστατος και ελκυστικός, με ποικίλα στοιχεία αλλά και σύντομες ενότητες, συνεπώς χρειαζόμαστε κι εδώ οδηγό ανάγνωσης για τον οδηγό ανάγνωσης, εφόσον το παιχνίδι πλέον έχει ανοίξει για τα καλά. Εδώ αρκεί ένα δισέλιδο προσπέκτους: Το βιβλίο δομείται σε δεκαοκτώ κεφάλαια που βέβαια αντιστοιχούν στα ισάριθμα επεισόδια του Ulysses, υπό τους ομηρικούς τίτλους που ο Τζόυς χρησιμοποίησε στην αλληλογραφία του, ενώ ένας εκτενέστερος τίτλος συμπυκνώνει τον δεσπόζοντα προσανατολισμό του κάθε κεφαλαίου. Τα κεφάλαια με τη σειρά τους δομούνται με τις ίδιες θεματικές ενότητες και περιλαμβάνουν: μετάφρασμα αντιπροσωπευτικό του ύφους του επεισοδίου, πλοκή (τόπος – χρόνος – πρόσωπα – σύνοψη πλοκής), ομηρικές αναφορές με τους αντίστοιχους συμβολισμούς και ειδική ενότητα με αναγνωστικές επισημάνσεις, ερμηνείες, εξωκειμενικά αναφερόμενα και τα συναφή. Ακολουθεί η ενότητα της Τεχνικής, ένα δεύτερο μετάφρασμα, σχόλια, βιβλιογραφικές παραπομπές, ερμηνευτικές θεωρήσεις και λοιπά στοιχεία για κάθε πιθαμή του κειμένου αλλά και ολόκληρη την πορεία του Ulysses, από την απαγόρευση το 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω «πρόστυχου» περιεχομένου (μόλις το 1933 ο δικαστής αποφάνθηκε πως το βιβλίο τελικά δεν είναι πορνογραφικό) μέχρι την πλήρη φιλολογική και εκδοτική του περιπέτεια.

θέλω να δώσω μια τόσο ολοκληρωμένη εικόνα του Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συμβεί ξαφνικά η πόλη να χαθεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα από το βιβλίο μου.. (από γράμμα του Τζόυς σε φίλο του, σ. 22)

Έτσι το Ulysses/Οδηγός ανάγνωσης, μυητικό βιβλίο, αρχή μαθητείας και χάρτης πλοήγησης μαζί, αποτελεί πραγματικό απολαυστικό παιχνίδι. Η ανάγνωσή του μπορεί να αρχίσει απ’ οποιοδήποτε κάθε κεφάλαιο, υποκεφάλαιο, υποσημείωμα, ενότητα, υποενότητα κ.λπ. και να διαβαστεί και να απολαυστεί αυτόνομα, μετατρέποντάς μας από αρχικά έκπληκτο θεατή σε καταπρόθυμο συμμέτοχο στην Οδύσσεια ενός ανθρώπου που στο τέλος της κοπιώδους εκείνης Παρασκευής του 1904 είχε γίνει Οδυσσέας – Σεβάχ Θαλασσινός και ήρωας ενός Συναρπαστικού Βιβλίου.

Εκδ. Τόπος, 2010 [Σειρά: Επί των κειμένων], 492 σελ. με χρονολόγιο, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Μη φοβάσαι εκείνους που πωλούν το σώμα αλλά είναι ανήμποροι ν’ αγοράσουν την ψυχή [XVI, Εύμαιος – σ. 371] / Έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι να κατοικούν στον ίδιο τόπο [XI, Κύκλωπες – σ. 245] / Αν ξάφνου όλοι γινόμασταν κάποιος άλλος… [VI, Νέκυια – σ. 121]

 

25
Νοέ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 100

Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, σε: Μισέλ Ουελμπέκ – Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία, 2010, σ. 222, 225, 226 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Γιατί γράφετε; Γιατί δεν μπορεί κανείς να κάνει έρωτα όλη την ημέρα. Γιατί κάνετε έρωτα; Γιατί δεν μπορεί κανείς να γράφει όλη την ημέρα. Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν κάνω σχεδόν τίποτα που να μην είναι, άμεσα ή όχι, καταγεγραμμένο σε αυτήν την διπλή απόλαυση που μου δίνουν, σχεδόν αδιακρίτως, η τέχνη του έρωτα και της συγγραφής. Έχω ένα σώμα που, ειλικρινά, δεν μπορεί – με την κυριολεκτική έννοια του «μπορώ» – να κάνει παρά δύο πράγματα, που είναι στην πραγματικότητα το ίδιο: να ερωτεύεται και να γράφει, να γράφει και να ερωτεύεται, να αντλεί από το ένα την πηγή του άλλου και από το άλλο την πηγή του ενός.

Λογοτεχνία ή ζωή; Ζωή επειδή λογοτεχνία; Η ζωή για μένα δεν ζει, δεν είναι βαθιά και σαρκικά ζωή, παρά μόνο όταν μπορώ να της αποσπάσω λέξεις.

Πιστός στις αρετές της συντακτικής απόκλισης, της αδιόρατα καινοφανούς χρήσης ενός σημείου στίξης, της λέξης που ξεφεύγει από τη συνήθη χρήση της, του ανεμπόδιστου ήχου που αναδύεται έξω από τη σιωπή και τον θόρυβο…

Στους ομοιοπαθείς

22
Νοέ.
11

Βασιλική Πέτσα – Θυμάμαι

Οι αμέτοχοι συμμέτοχοι

Ένα τσακ είναι. Ένα κλικ. Ένα μπαμ. Τίποτα παραπάνω. Ένα πέρασμα αδιόρατο, ένα βήμα λοξό σε μια ολόκληρη πορεία ζωής. Περπατάς και σκοντάφτεις. Βαδίζεις και το ένα πόδι πάει από μόνο του αλλού. Και ψάχνεις μετά να βρεις το γιατί. Γιατί έτσι. Μικρά και μεγάλα καθημερινά εγκλήματα, γεννιούνται σαν φαντασιώσεις και καταλήγουν σε εφιάλτες… (σ. 77) διηγείται μια εκ των πολλών αφηγητών, προσθέτοντας την πιο απλή και γι’ αυτό την πιο ανατριχιαστική ερμηνεία σε μια σειρά ατέλειωτων εκδοχών για ένα εφηβικό έγκλημα που έστειλε τις δυο αυτουργούς Φανή και Κάτια στη φυλακή και το ηλικιωμένο θύμα στον θάνατο. Κι αυτόματα θυμάμαι μια πρόσφατη ζωντανή συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου, που αναφερόμενη, με αφορμή θεατρική παράσταση στις φυλακές, σ’ εκείνους που βρίσκονται «μέσα» κι εκείνους που είμαστε «απ’ έξω», έλεγε: μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο…ψήγματα του ακραίου έχουμε όλοι ήδη μέσα μας.

Φυσικά ο παραπάνω ενδεχόμενος φωτισμός δεν είναι ο μόνος. Η αποτρόπαια απρόκλητη σφαγή ενός ανθρώπου για ελάχιστα χρήματα (ως εισιτήρια φυγής) συγκεντρώνει σε κύκλο αφανή δεκάδες πρόσωπα που μιλούν, ερμηνεύουν, ομολογούν κι εξομολογούνται. Την εμπλοκή τους, την άποψή τους, την κριτική τους, την κραυγή τους. Ο καθένας στον κόσμο του, ο καθένας την δική του αλήθεια, ή ο καθένας με το ζόρι του; Προκύπτει άραγε κάποια ενότητα ή όλα διασπείρονται σε εντροπία ομόκεντρων και ουδέποτε εφαπτόμενων αληθειών; Ποιος θα μιλήσει, ποιος θα διηγηθεί, ποιος δικαιούται άποψης, ποιος θα πιστευτεί;

Ας μιλήσουν λοιπόν όλες οι φωνές. Οι αυτουργοί και συμμέτοχοι, το πρόσωπο του τελευταίου τους ραντεβού με την «κανονικότητα», ο αστυνομικός, η φιλόλογος (το γραπτό που θα λείπει, το έχω ήδη διαβάσει. Και δεν ξέρω τι βαθμό να του βάλω), ο γραφειοκράτης, η συγκρατούμενη, ο ιερέας, ο δημοσιογράφος, ο δικηγόρος, ο κτελατζής. Όλοι κι όλα εδώ: μια παιδική έκθεση για εκείνον, το βλέμμα του καθηγητή, το γράμμα της κολλητής, η κρίση του ανακριτή, η εκπορνευόμενη του γέροντα, η αναγάπητη, ως ισχυρίζεται, μητέρα, ο κουρέας του θύματος και ο εγκλειστής των θυτών, ο ορφανός εγγονός, η μυήτρια της φυλακής, τα επισκεπτήρια της φυλακής και του θανάτου, ένα κατεστραμμένο σχολείο, οι παραπονούμενοι του απέξω κι οι αφοριστικοί του μακριά, η αποφυλακισμένη Κάτια, που εξακολουθεί να γράφει στη Φανή γράμματα αναπάντητα με σχέδια κοινά, ένα ποίημα της Φανής αντί κραυγής.  Και γύρω τους, ένα κυκλωτικό, πνιγηρό επαρχιακό κι επαρχιώτικο πέπλο, που όπως πάντα θρέφει προκαταλήψεις και θεριεύει σιωπές κι αποσιωπές. Αναρωτιέμαι πώς θα μιλούσε ο αντίστοιχος αστικός περίγυρος.

Και τελικά τόση αλήθεια και τόσο ψέμα βρίσκονται ταυτόχρονα στις ίδιες λέξεις κι ο καθένας παραμένει στον κόσμο του, απ’ όπου δεν ξεφύγει ποτέ, άρα δεν θα δει την αλήθεια του άλλου, ούτε καν του πλέον κοντινού του. Κι αν το άτυχο θύμα ως αλλοτινός αντάρτης έζησε τη δική του ένδοξη Ιστορία, όλοι αυτοί είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα από τις θλιβερές ιστορίες των άλλων. Δική τους δεν θα έχουν ποτέ. Μόνο τις οπτικές τους θα διατηρούν, προσκολλημένες στο λόγο και την λογική του καθενός τους, όλες αδιάψευστες μα κάποιες συγκλονιστικές, όπως εκείνη της «δεύτερης» που επιζητά πλέον τον θάνατο απ’ την «πρώτη»: Εδώ με σαπίζει στο ξύλο για τα 14άρια που της φέρνω. Ενώ εσένα, όλοι σ’ αφήνουν ήσυχη. Δύσκολο παιδί, κλειστή, δεν μιλάει και δεν της μιλάνε. Ενώ εγώ είμαι η «χαζή», εγώ στη σκιά σου, εγώ η ηλίθια που πάντα σ’ άκουγα. Εσύ η Αντιγόνη κι εγώ η Ισμήνη που μας λέγανε και στο σχολείο, ε; Σε βόλευε ο ρόλος. Εμείς σφάξαμε όμως, ενώ αυτές θάψανε. Βρες μου τώρα το μύθο. Βρες τον μου. Η Φόνισσα είμαστε. Δυο φόνισσες. (…) Πότε μου πες καλό λόγο; Τώρα το βλέπω καθαρά. Γιατί είχα τη χαρά μέσα μου κι εσύ τα σκοτάδι. Να μου μαυρίσεις το μέσα μου, αυτό ήθελες. Μόνο να φεύγεις ήξερες, δεν είχε όνειρα κι έπνιγες τα δικά μου. (σ. 55)

Για άλλη μια φορά ο καθένας θα βρει αφορμή να μιλήσει για την δική του ιστορία, όπως ο συγχωριανός του νεκρού (που αδυνατεί να μην συνδέσει τις δικές του μεταναστευτικές μνήμες με το συμβάν), για άλλη μια φορά ο καθένας θα προτιμήσει να παραμείνει στο δικό του παραμύθι, όπως η μητέρα της μιας: «το δικό μου παιδί ήταν ήσυχο, η άλλη φταίει» – φράσεις τόσο γνώριμες, τόσο συχνές… Τουλάχιστο μέσα από τους τραγικά στερεότυπους λόγους των περισσοτέρων, κάποιες χαραμάδες φωτός κιτρινίζουν στο σκοτάδι, όπως της κοινωνικής λειτουργού: Μου ζήτησε η δικηγόρος, όταν γίνει η δίκη, να διαγνώσω κατάθλιψη. Είναι έφηβες, για όνομα του Θεού. Δείξε μου εσύ έναν έφηβο χωρίς κατάθλιψη. Λες και η διάγνωση είναι εξετάσεις σε τομογράφο, μια εκτύπωση, μια ακτινογραφία ψυχής, και εντοπίζεις το μελανό σημείο. (σ. 78).

Με την πρώτη ανάγνωση το βιβλίο καταπίνεται μα δεν απορροφάται. Αργότερα επιζητάς μια δεύτερη, να «ξανακούσεις» τις γνώμες, τις εκδοχές και τις υπεκφυγές των αμέτοχων συμμετόχων. Εδώ ακούς περισσότερο αυτά που δεν λένε και διαβάζεις αυτά που δεν έγραψαν. Ούτε και μ’ αυτή ξεμπερδεύεις. Το έγκλημα δεν λευκαίνει ποτέ. Το βιβλίο παραμένει ανοιχτό, όσο οι πληγές μένουν χαίνουσες, υπαρκτές. «Ευτυχώς» για την λογοτεχνία, δυστυχώς για την πραγματικότητα.

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 89

21
Νοέ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 67. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Γενικά προσπαθώ, αναλαμβάνοντας ένα βιβλίο, να καταρτίσω έναν εβδομαδιαίο «προϋπολογισμό έργου» – κοινώς να οργανώσω το πεζό και πρακτικό κομμάτι της δουλειάς: τόσες σελίδες επί τόσες μέρες, ώστε να είμαι εντάξει στις προθεσμίες μου. Υπολογίζω επίσης ένα ικανό διάστημα για την απαραίτητη έρευνα και για τη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση. Κατά τα άλλα, φροντίζω μόνο να έχω πάντα αρκετό καφέ, αρκετή ζέστη στο σπίτι και να μην κάθονται τα γατιά μου πάνω στη σελίδα που μεταφράζω.

Η σχέση με τον συγγραφέα πρέπει να είναι μια σχέση κατανόησης. Ο μεταφραστής είναι ο τέλειος ακροατής του συγγραφέα, και η μετάφραση, ένας χώρος άψογης ακουστικής. Είναι αδύνατο να μεταφράσεις σωστά, αν δεν έχεις κατανοήσει απόλυτα όχι μόνο τι λέει το κείμενο, αλλά και γιατί. Ως μεταφραστής δεν μπορείς να αντιπαρέλθεις τίποτα. Πρόκειται για ένα είδος βαθιάς γνωριμίας με το πνεύμα του συγγραφέα, που νομίζω πως είναι αδύνατο να αποκτήσεις ως απλός αναγνώστης. Έστω κι αν συχνά αυτό στερεί μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Τα βιβλία στα οποία συνεργάστηκα στενά με άλλους είναι και εκείνα που έχω ευχαριστηθεί περισσότερο, έστω κι αν ταυτόχρονα ήταν τα ίδια που με δυσκόλεψαν – για παράδειγμα, η Ουράνια Αρμονία του Έστερχάζι ήταν μάλλον ό,τι πιο δύσκολο έχω μεταφράσει, αλλά αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο ήταν η χαρά της συνεργασίας με τη Μανουέλα Μπέρκι. Φυσικά, ο Τελευταίος Δαίμονας του Σίνγκερ, που μεταφράσαμε από κοινού ο Γιώργος Τσακνιάς κι εγώ, κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο γιατί μ’ αυτό πρωτοβούτηξα στη μετάφραση αλλά κυρίως γιατί η όλη διαδικασία ήταν το πιο συναρπαστικό και διασκεδαστικό παιχνίδι που έχω παίξει στη ζωή μου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συχνά διαπιστώνω πως έχω αδυναμία σε βιβλία που, ενώ εγώ τα γνώρισα εκ των έσω και τα αγάπησα πολύ μεταφράζοντάς τα, εντούτοις δεν «τράβηξαν» εμπορικά και κυρίως δεν διαβάστηκαν όσο πιστεύω ότι θα τους άξιζε. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το «Να ’σαι κοντά μου», του Άντριου Ο’Χέιγκαν (εκδ. Πόλις) – τίποτε λιγότερο από αριστούργημα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Η μεγάλη μου φαντασίωση είναι να ήξερα ρωσικά και να μετέφραζα Ντοστογιέφσκι. Μάλλον δεν θα έκανα τίποτε άλλο σε όλη μου τη ζωή. Επίσης, αν διέθετα άφθονο χρόνο, θα ξαναμετέφραζα ευχαρίστως όλη την Άγκαθα Κρίστι, τα πανέξυπνα αγγλικά της. Η Τζορτζ Έλιοτ αποτελεί άλλη εξαίρετη πρόκληση. Πάντως, περισσότερο από συγγραφείς, υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που θα ήθελα να είχα μεταφράσει ή να μεταφράσω κάποτε, με τα γλωσσικά όπλα που διαθέτω, για παράδειγμα, το Στο Δρόμο του Κέρουακ.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση της Καφκικής Μεταμόρφωσης. Τι μπορεί να προσθέσει ένας μεταφραστής σε κλασικά, πολυμεταφρασμένα έργα;

Κάθε βιβλίο είναι μια παρτιτούρα, την οποία ερμηνεύει ως άνθρωπος-ορχήστρα ο κάθε μεταφραστής, με το δικό του γλωσσικό ηχόχρωμα, τη δική του αίσθηση για τον ρυθμό και τον τονισμό. Ειδικά για τον Κάφκα, θα έλεγα ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μεταβολής της αίσθησης που έχουμε – όχι για τις ιστορίες και τις ιδέες του, βέβαια, αλλά για το ύφος και τη γλώσσα του. Ναι, τον Κάφκα πολύ θα ήθελα να τον περιλάβω όλον από την αρχή!

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι φυσιολογικό, από μια άποψη. Ο συγγραφέας είναι το αφεντικό και ο μεταφραστής είναι ο μπάτλερ. Ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του ένα κείμενο, και αυτό κρίνει. Η πλειονότητα των αναγνωστών μάλιστα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το «τι θα γίνει παρακάτω» παρά για πράγματα όπως το ύφος, η ατμόσφαιρα κλπ., αυτά δηλαδή που, εφόσον αποδοθούν, ξεχωρίζουν τον ικανό μεταφραστή. Ακόμα και ο κριτικός, για να μπορέσει να μιλήσει υπεύθυνα για την ποιότητα της μετάφρασης, πρέπει να έχει υπόψη το πρωτότυπο, πράγμα σπάνιο. Η συμβολή του μεταφραστή θα αναγνωριστεί μόνον όταν το ίδιο το αναγνωστικό κοινό γίνει πιο απαιτητικό.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Κατά τη γνώμη μου, σε ένα ιδανικό παράλληλο σύμπαν, ο επιμελητής θα έπρεπε να είναι καλύτερα εξοπλισμένος από τον μεταφραστή τόσο στην ξένη γλώσσα όσο και στη μητρική. Αυτό σπανίως συμβαίνει, κι έτσι συνήθως οι επιμελητές γίνονται απλώς το «φρέσκο μάτι», που ελέγχει κυρίως τα ολισθήματα του μεταφραστή στο επίπεδο της απόδοσης. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, δεν είναι καθόλου μικρή η συμβολή τους. Μια καλή επιμέλεια, που δηλαδή αφουγκράζεται και το κείμενο και τον μεταφραστή, και κυρίως σέβεται τον αναγνώστη, μπορεί να απογειώσει ένα βιβλίο. Γενικά, νομίζω πως όποιος συμμετέχει στην παραγωγή ενός βιβλίου, από τον μεταφραστή έως τον γραφίστα που θα στήσει το εξώφυλλο, πρέπει να έχει πολύ καλή εποπτεία του βιβλίου συνολικά, πέρα από τα επιμέρους της ειδικότητάς του. Και κανένας να μην διστάζει να ρωτάει τον άλλο.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπόρχες, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Τόμας Μαν, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Καπότε, Κόνραντ, Τουέιν, Θέρμπερ, Σίνγκερ, Ροθ, Καλβίνο, Πατρίσια Χάισμιθ, Γκράχαμ Γκριν, Άλι Σμιθ, Ντόκτοροου, Καβάφης, Σαχτούρης – και ό,τι άλλο έχω διαβάσει και έτυχε να είναι «στην ώρα του».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Με διαφορά, ο Ίον Τίχυ του Στανίσλαβ Λεμ. Ο ιδανικός ταξιδιώτης στον χώρο και στον χρόνο, με την ιδανική αίσθηση του γελοίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη μετάφραση και την επιμέλεια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι ευτυχής που υπάρχει κατ’ αρχάς το διαδίκτυο (έχω ήδη ξεχάσει πώς ήταν να μεταφράζω χωρίς αυτή τη δυνατότητα να αναζητώ οτιδήποτε, οποτεδήποτε). Επίσης, είμαι ευτυχής που υπάρχουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Νομίζω πως, όπως και καθετί άλλο, αν δεν γίνουν κέντρο του βίου σου και ένα είδος διεστραμμένου «μετρητή ευφυίας», μπορούν να προσφέρουν και διασκέδαση και ενημέρωση και κοινωνικότητα. Προσωπικά, απέκτησα έτσι ακόμα και πολλούς φίλους κανονικούς – απ’ αυτούς που τους βλέπεις και τρως και πίνεις μαζί τους.

Στην φωτογραφία η φιλοξενούμενη, μόλις έχει παραλάβει νέο βιβλίο για μετάφραση.  Φωτογράφος η Ελένη Κεχαγιόγλου.

20
Νοέ.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.

19
Νοέ.
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.




Νοέμβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.009.984 hits

Αρχείο