Στο αίθριο του Πανδοχείου, 68. Σταύρος Σταυρόπουλος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Πεσσόα, και αρκετοί άλλοι. Δεν έχει νόημα, νομίζω, η παράθεση ενός καταλόγου, μιας συγκεκριμένης σορτ λίστ ή ενός τοπ 10 αγαπημένων μου συγγραφέων. Η λογοτεχνία δεν είναι facebook για να κάνεις απλώς ένα like. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια παγίδα, μια εσωτερική φυλακή, μια εξιλέωση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου. Ας πω όμως, απολύτως ενδεικτικά, δυο ελληνικούς τίτλους: «Ο γιατρός ινεότης» του Γιώργου Χειμωνά και «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διαβάζω συχνά διηγήματα. Επομένως, η άποψή μου για το είδος δεν είναι βαρύνουσα. Ούτε καν ενδιαφέρουσα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα ήταν σωστό να το απαντήσω αυτό. Θα δυσαρεστούσα πολλούς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στα βιβλία που γράφω παρακολουθώ απλώς τον εαυτό μου. Δεν θέλω να διασκευάσω την «Αποκάλυψη», να προχωρήσω την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή να επινοήσω μια ιστορία εμπνευσμένη από κάποια τραγωδία του Ευριπίδη. Επομένως, οι ήρωές μου συρρικνώνονται απελπιστικά σε αυτούς που είμαι, άρα, με ακολουθούν παντού και πάντοτε. Αναγκαστικά, μαθαίνω και τα νέα τους αφού  με αφορούν άμεσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φάνης, στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» του Νίκου Νικολαίδη: Αφελής, ονειροπόλος, φλεγόμενος, αντικαθεστωτικός, ένας μικρός Τσε του ροκ εν ρολ. Και βέβαια, ο Άμλετ, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, με τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μιλούσα σαν τον πρίγκιπα της Δανίας και να οδηγούσα την μηχανή του Φάνη, «χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μες στο απομεσήμερο…»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Σε πάγκους διάφορων μπαρ, σε χαρτοπετσέτες, σε παιδικές εκδηλώσεις, σε ξενοδοχεία, σε Σαββατοκύριακα στην εξοχή, στη θάλασσα, σε ημίχρονα ποδοσφαιρικών αγώνων, σε σκαλιά εκκλησίας, κατά την διάρκεια του φαγητού, οδηγώντας, σε συναυλίες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις μαγαζιών, σε συνεργεία, στο κρεβάτι, παντού. Δεν με κινεί ο χώρος για να γράψω, αλλά η επιθυμία να γράψω. Και η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω μια ονειροπαγίδα κρεμασμένη μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτι σαν φωτοστέφανο της ψυχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν αόρατο εργοστασιακό χώρο, όπου παρασκευάζονται – και προστατεύονται  οι εικόνες και οι ιδέες. Είναι κάτι, νομίζω, τόσο απλό όσο το βλέμμα. Το κακό είναι ότι αιχμαλωτίζει μόνο εικόνες καταστροφής. Δηλαδή, την πραγματικότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το γράψιμο είναι, ούτως ή άλλως, τελετουργία. Μια μυστική τελετή του μυαλού. Χρειάζεται μόνο να μείνεις προσηλωμένος στον άνθρωπο που αποτελείς. Και να τον εμπιστευθείς. Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Με μουσική δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από μουσική. Έχω πει ότι αν ο David Bowie δεν έγραφε το Rock’n’roll suicide, ίσως δεν γινόμουν συγγραφέας. Οπότε, καταλαβαίνετε και τι μουσική ακούω… Άλλωστε, από κει ξεκίνησαν όλα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα πω επιγραμματικά: Το «Διαμελίζομαι» (Βασδέκης 1983, 1990) περιέχει όλο εκείνο το αφελές εγχείρημα του ρίσκου της έκθεσης, όταν είσαι ακόμα παιδί. Αποτελεί, απλά, την συνειδητοποίηση μιας κραυγής, το πρώτο βιαστικό βήμα. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (Απόπειρα 2002, 2004) είναι η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιφάσεις της, και ο ατέλειωτος έρωτας με την μουσική. Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (Απόπειρα 2005) είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, αποδεχόμενη τον εαυτό της, και η ζωή μέσω της μουσικής. Το «Φως γυναίκας» (Αστάρτη 2004) είναι το φως της ποίησης που αγκαλιάζει ένα γυμνό γυναικείο σώμα. Το «Οι άλλοι που είμαι» (Μεταίχμιο 2007) μοιάζει με στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη ιστορία του βλέμματος – κάτι σαν στοχασμός πάνω στο αόρατο σκηνικό των ίδιων των λέξεων.

Στο «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» (Ελληνικά Γράμματα 2008) παρουσιάζονται οι ήρωες μιας καθημερινότητας που επελαύνει, για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και κυρίως, πώς φτάσαμε ως εδώ.  Το «Unplugged» (Ελληνικά Γράμματα 2008) είναι ένα συλλεκτικό δώρο. Το «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις» (Μεταίχμιο 2009) είναι σαν να έβγαλε κάποιος την πραγματικότητα απ’ τη τσέπη του βιαστικά και να την πέταξε στη θάλασσα για να απαλλαγεί απ’ το βάρος της. Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» (Απόπειρα 2010, 2011) είναι ένας δημόσιος διασυρμός της ιδέας του μυθιστορήματος, ένας θεματικός τάφος για όλες τις φορμαλιστικές καταχρήσεις του είδους, που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Στο «Πιο νύχτα δεν γίνεται» (Οξύ 2011) διαπιστώνεται ένα φυσικό τέλος, ένα όριο. Υπάρχει η εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, οι λέξεις καταρρέουν. Σε κάθε περίπτωση, για όλα, αφορμή είναι η ποίηση. Και σκοπός, αυτό το «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» του Βιζυηνού.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Νομίζω ότι πάντα επικρατούν οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν. Είναι αυτές που οδηγούν τελικά ένα κείμενο, το προϋποθέτουν, αποφασίζουν για την πεζόμορφη ή την ποιητική του ανέλιξη. Μ’ αρέσει πάντως αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στα είδη. Τίποτα δεν σου ανήκει την  ίδια στιγμή που σου ανήκουν όλα. Όποιο και να ισχύει δεν έχεις τίποτα να εξαγοράσεις. Κρύβει μια γοητευτική αντίφαση, όπως η ζωή μας, ενώ συγχρόνως αποτελεί και μια δήλωση, έστω υποφωτισμένη: Δεν θέλω να επωμιστώ ή να υποστώ το βάρος και την ταυτότητα καμιάς ταμπέλας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κοιτάξτε, το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι ένα βιβλίο οριακό, οι άνθρωποι δρουν ως πρώην πρόσωπα. Τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα της ζωής. Ουσιαστικά, ζουν τον θάνατό τους, χωρίς να τον κατονομάζουν. Υπάρχει ένας πόλεμος βλεμμάτων, εικόνων, σιωπών. Και ο λόγος που βάφει. Που παρακολουθεί τα ίχνη της καταστροφής, της εκθεμελίωσης. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, μια απογραφή ενός ιστορικού κύκλου. Ενός καιρού των ανθρώπων. Που τελειώνει.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι σε μια τράπεζα.

Ασχολείστε επισταμένα με την παρουσίαση λογοτεχνίας και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι λάθος αυτό, τουλάχιστον ως προς το «επισταμένα». Δεν πιστεύω καθόλου στην αναγκαιότητα της κριτικής, ούτε θεωρώ την αρθρογραφία και την κριτικογραφία μου αυτονόητη συνέχεια ή συμπλήρωμα του έργου μου. Αντιθέτως. Είναι μια αναγκαστική διαδικασία συμμετοχής στα πράγματα, το θεωρώ μάλιστα τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η κριτική είναι τα «μαγειρεία» της λογοτεχνίας. Στο στρατό, αν υποπέσεις σε κάποιο παράπτωμα, για να σε παραδειγματίσουν περνάς απ’ τα μαγειρεία. Το θέμα είναι να μην μείνεις εκεί.

Δυστυχώς, η κριτική έχει καταντήσει αλληλογραφία μεταξύ φίλων. Προσπαθώ να διατηρήσω έναν προσωπικό τόνο, για να αισθάνομαι σε περιβάλλον βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι χρόνος που αφαιρείται από το κυρίως συγγραφικό έργο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά. Τα θεωρώ ανιαρά και απολύτως προβλέψιμα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, φυσικά. Τουλάχιστον, όποτε μου δίδεται η δυνατότητα. Θεωρώ, ακόμη και σήμερα, αξεπέραστη την σκηνή του διαλόγου ανάμεσα σε σκηνοθέτη και παραγωγό, στην ταινία του Βιμ Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων». Είναι μια σκηνή δρόμου μέσα σε ένα πουλμανάκι – καταφύγιο, όπου οι δυο άνδρες συνομιλούν – ουσιαστικά μονολογούν – σκάβοντας τα έγκατα της ψυχής τους. Παρά την αβάσταχτη μοναξιά του λόγου τους, αυτά τα κατακλυσμικά θραύσματα μονολόγου συγχωνεύονται σ’ ένα πελώριο «μαζί». Είναι καταπληκτικό αυτό, πέρα απ’ όλα όσα θίγονται. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνούν χωρίς να ακούν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να κοιτάζονται. Μια μαγική σκηνή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τίποτα. Ξεφυλλίζω απλώς κάποιες σελίδες – από διαφορετικά βιβλία. Τις διατρέχω με τα μάτια μου. Μοιάζει περισσότερο με κολύριο παρά με ανάγνωση. Αισθάνομαι ότι είμαι κοντά στο τέλος κάποιου κύκλου. Δεν ξέρω τι θα προκύψει μετά. Μπορεί και να μείνει μόνο το τέλος.

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Μετά». Πρόκειται για το μετά της νύχτας, το μετά της καταστροφής, το μετά το τέλος. Κάποτε βρίσκεσαι με τα κόκκαλα στο χέρι, ο νεκρός είναι ήδη γεγονός. Θα πρέπει να αποφασίσεις αν θα τα πλύνεις με κρασί ή αν θα τα πετάξεις. Είναι, θέλω να πιστεύω, η φυσική συνέχεια του «Πιο νύχτα δεν γίνεται».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν αρχίσω με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οι ερωτήσεις είναι το σημείο που τα καταφέρνω καλύτερα. Στις απαντήσεις δυσκολεύομαι – γιατί μάλλον δεν υπάρχουν.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι γενικότερα;

Έχω μόνο ένα blog το οποίο χειρίζομαι, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλω να εξοικειωθώ περισσότερο. Συνεχίζω να ακούω μουσική από βινύλια και καμιά φορά γράφω επιστολές που στέλνω με το ταχυδρομείο. Νομίζω ότι έτσι υπερασπίζομαι μια εποχή ήδη νεκρή. Αλλά, όλοι κάτι δεν νομίζουν;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Με χαρά και ανακούφιση. Είναι πολύ σπουδαίο να είσαι νέος. Αντίθετα, δεν θεωρώ και τόσο σπουδαίο το να είσαι συγγραφέας. Απλώς, γερνάς γρηγορότερα. Έχοντας επιβαρύνει τον εαυτό σου με μια επιπλέον ματαιοδοξία.

Σημ.:  Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ. Επίσης, 10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο έρωτας απουσιάζει, ένα παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα, στο συγγενές μας mic.gr, εδώ.

Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα – Abnormal

«Δημιουργοί» – Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη

Φιλική συμμετοχή

Καθώς περιμένουμε στο φουαγιέ του θεάτρου, ένας βιαστικός άντρας εισέρχεται ορμητικά και παραγγέλνει μεγαλόφωνα στο μπαρ έναν καφέ. Είναι ώρα αιχμής και προφανώς δικαιολογείται η τυχαία τριβή με μια μεγαλύτερή του γυναίκα. Αλλά όχι: η γυναίκα φαίνεται πως έχει προμελετήσει το θορυβώδες τους συναπάντημα και δεν έχει καθόλου χρόνο για χάσιμο. Μετά τις πρώτες φράσεις του ζητάει να κοιμηθούν μαζί, μια και μόνη φορά, αυτό το βράδυ. Ο κομψός και «πολιτισμένος» άντρας προσπαθεί με ευγένεια να της εξηγήσει τον παραλογισμό. Εκείνη επιμένει, αυτό που ζητάει είναι αδύνατο να αναβληθεί. Σήμερα θα τελειώσει η όποια σεξουαλική της ζωή και παρακαλεί για μια φιλική συμμετοχή. Τα έχει κανονίσει όλα: πρέπει να συλλάβει έναν γιο, όχι κόρη, γιατί «εδώ οι γυναίκες δεν περνάνε και τόσο καλά» – το εδώ είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Και αποφασίσατε να αποχαιρετήσετε την σεξουαλική σας ζωή μαζί μου;

Η φράση

Το προοίμιο μας έπιασε στην αναμονή, καθώς διαδραματίστηκε ακριβώς μπροστά μας, στην αναμονή της εισόδου μας. Πώς θα αλλάξει η σκηνή για να οδηγηθούμε στον κατεξοχήν χώρο του θεάτρου; Μ’ ένα παρατεταμένο φιλί, με το οποίο θα τους βρούμε να το συνεχίζουν στη μέση της σκηνής – νωρίτερα μια δική της φράση, θα τον έχει ξυπνήσει από τον κόσμο της λογικής, μια φράση που τον απογειώνει. Θα το μεγαλώσω έτσι ώστε να σας αγαπάει.

Η συμφωνία

Οι συνθήκες τώρα αλλάζουν. Αν εκείνη μπορεί να διαπραγματεύεται τέτοιες καταστάσεις, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια κρίσιμη επαγγελματική συμφωνία με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες που θα συναντήσει σε λίγο ο άντρας; Και πράγματι, πίσω από τα παρασκήνια συντελείται ένας θρίαμβος που μαθαίνουμε σύντομα: η διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς οι δυο τους υποκρίθηκαν το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Υπάρχει φαίνεται τόση λίγη αληθινή αγάπη στον κόσμο, που όταν την συναντάς θες υποσυνείδητα να την προστατεύσεις. Μια πολύ επικίνδυνη πρόβα δηλαδή.

Η ένωση

Τώρα είναι αυτός πρόθυμος για την συμφωνία, τώρα θέλει αυτός το ρομάντζο της μιας νύχτας, τώρα είναι ο ίδιος που μιλάει για την αναγέννηση ξεχασμένων συναισθημάτων· μόνο που εκείνη, στην επίμονη ματιά του, διακρίνει ήδη μια θλίψη. Όσο οι δυνάμει εραστές πολυλογούν ενθουσιασμένοι, άλλο τόσο αδυνατούν να διακρίνουν την ευτυχία από την θλίψη, το παιχνίδι από την πραγματικότητα. Μπορώ όπως κι εσείς να μιλάω για ένα πράγμα και να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό.

Η πληγή

Σε χώρο που μοιάζει αποθηκευτικός, με άδεια καφάσια και μεταλλικά βαρέλια μπύρας, στα μετόπισθεν της «επιχείρησης», αργά το βράδυ, η γυναίκα ευθυγραμμίζει το τσιγάρο της με το κοινό, με τον καπνό της να σχηματίζει μια κατακόρυφη ευθεία που τεμαχίζει το ημίφως. Αλλά σα να τεμαχίζει και το ίδιο της το παρελθόν και να αγγίζει πλέον την πληγή που την κράτησε μακριά από τον κόσμο τόσα χρόνια. Μια παλιά αγάπη, που κράτησε μόλις μια βδομάδα. Προλάβαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν προλάβαμε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον.Κι ο εκείνος ο εραστής μοιάζει με τον άντρα που επέλεξε ανάμεσα στο ανώνυμο ρωσικό πλήθος και προσέγγισε τόσο άγαρμπα κι απελπισμένα. Η ιστορία συγκολλείται σιγά σιγά…

Η ευτυχία

…και η ευτυχία μοιάζει δυνατή· τουλάχιστον κυκλοφορεί φευγαλέα στον άχαρο χώρο. Και περιλαμβάνει το μέλλον σμίξιμο, την γέννηση ενός παιδιού που θα ανατραφεί για να τον αγαπήσει, τις συναντήσεις τους να γυρίσουν τον κόσμο, ένα ταξίδι στην Ολλανδία που πάντα ονειρεύονταν. Κι όμως ανά πάσα στιγμή αυτή η ιστορία αγάπης είναι έτοιμη να αυτοαναφλεχθεί, να λήξει ως ουδέποτε γεννηθείσα. Στα χάσματα της σιωπής μοιάζει μακρινή – και τότε ακούγεται από πίσω μια ambient μουσική, σαν να ηχούν οι ιδανικές λέξεις όταν τα χείλη στεγνώνουν. Δώστε μου ένα φιλί αποχαιρετισμού.

…αδύνατη

Είσαι μια αναπάντεχη γιορτή για μένα …της φωνάζει ο στιγμιαία ευτυχής, κι έχει ήδη, ασυναίσθητα, υπογράψει το τέλος της. Βλέπετε, η ίδια η λέξη γιορτή περικλείει την συντομία της – το τέλος ενυπάρχει στην ουσία της. Το ταξίδι που ονειρεύονται κι οι δυο, αξίζει να τους χαροποιεί ως ένα όντως όνειρο: φευγαλέο και απραγματοποίητο. Καθώς σηκώνεται από το πάτωμα που τους φιλοξένησε, οι κόκκοι καφέ που εκείνη παιχνιδιάρικα είχε χώσει στο στήθος του μέσα απ’ το πουκάμισό του διασκορπίζονται παντού. Φεύγει για λίγο, δεν αντιλαμβάνεται το τέλος. Εκείνη δεν θα τον περιμένει: η ίδια που τον απογείωνε, η ίδια οφείλει να τον προσγειώσει. Το τραγούδι που της άφησε για πρόσκαιρη συντροφιά πρέπει να αλλάξει. Θα σκορπίσει το μήνυμά της μέσα του, θα του μιλήσει για την ευτυχία που πάντα αναχωρεί. Ιδίως γι’ αυτούς που την στέρησαν από τον εαυτό τους και άργησαν να την αναζητήσουν. Και τώρα ούτε στην προηγούμενή τους ζωή μπορούν να επιστρέψουν. Τώρα το δικό τους ρέκβιεμ για ένα όνειρο θα ακουστεί μόλις πατηθεί το κουμπί του κασετοφώνου.

Δυο ξανά από ένας

Οι δυο ηθοποιοί αναγκάζονται να κινηθούν μέσα από αλλεπάλληλες κυκλοθυμίες και να διατρέξουν μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που συχνά βρίσκονται μίλια μακριά το ένα απ’ το άλλο. Ο άντρας θα κινηθεί από τις εκφράσεις της αλαζονείας και της αυτάρκειας ως και της συνειδητοποίησης, του κλυδωνισμού, του διλήμματος και του ξυπνήματος. Η γυναίκα θα ζωγραφίσει με το πρόσωπό της τα σχήματα της μοναξιάς, της θλίψης, της αξιοπρέπειας, της μετάνοιας, του νέου της δοσίματος. Και, αναγκαστικά, της αποδοχής.

Ρέκβιεμ για ένα άλλο όνειρο

Η παράσταση θα πραγματοποιείται έως και ανήμερα των Χριστουγέννων, καθώς το θέατρο «Δημήτρης Ποταμίτης» κλείνει οριστικά την αυλαία του μετά από 38 χρόνια συνεπούς θεατρικής πορείας. Υπήρξε το πρώτο θέατρο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα εκτός κέντρου, το 1973 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη ως «Θέατρο Έρευνας», ενώ το 2004 πήρε τη σημερινή του ονομασία από το Γιώργη Κοντοπόδη και τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, που ανέλαβαν από κοινού τη διεύθυνση του χώρου. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο καινούργιος χώρος που θα στεγάσει τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργη Κοντοπόδη.

 Παίζουν: Μαρία Αλιφέρη, Γιώργης Κοντοπόδης, σκηνοθ. – μουσ. επένδ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, σκην. – κοστ: Γιώργης Κοντοπόδης, μτφ.: Παυλίνα Γαλανοπούλου / 90΄/ Τετάρτη (λαϊκ. απογ.) 19:15, Πε-Σα: 21:15, Κυρ: 19:15 / Ιλισίων 21 & Κερασούντος, Ζωγράφου, 2155001300